|
|
Θανάσης
Τριαρίδης Η δημόσια
τοποθέτηση
και η ολόπικρη
μοναξιά (Ομιλία
για ένα
απαγορευμένο
αλφαβητάρι) Ας
ξεκινήσω με ομολογίες
απιστίας: δεν
πιστεύω σε
κανένα έθνος,
σε καμιά Μητέρα Πατρίδα
– ως εκ τούτου
δεν ανήκω σε
καμία εθνική
μειονότητα
και σε καμία εθνική πλειοψηφία.
Δεν ανήκω σε
κανένα εθνικό
κόμμα – και σε
κανένα κόμμα
γενικότερα:
ανήκω μόνο
στην παιδική
ηλικία μου. Όσο
μεγαλώνω (;) τόσο
αποστρέφομαι την
φενάκη των
εθνών, την
μεγάλη ψευτιά
που για δυο
αιώνες
αιματοκυλίζει
τον κόσμο. Κι όσο
μπορώ, απ’ τα
ασήμαντα
γραπτά μου, το
επαναλαμβάνω,
ξανά και ξανά:
δεν υπάρχουν
έθνη – μήτε
ελληνικό, μήτε
τουρκικό, μήτε
μακεδονικό, μήτε
γαλλικό, μήτε
αγγλικό, μήτε
αμερικάνικο,
μήτε ινδικό.
Υπάρχουν
ανθρώπινοι
πολιτισμοί,
κλειστοί και
ανοιχτοί,
γλώσσες,
ιδεολογίες,
ήθη,
συμπεριφορές,
κοινότητες,
άλλες πιο
κλειστές,
άλλες πιο
ανοιχτές, υποσύνολα
όλα του
μεγάλου
ανθρώπινου
πολιτισμού. Ίσως
κάποιοι από
εσάς να
προβληματίζεστε
για τούτη την
εισαγωγή –
ελπίζω όχι οι
δημοσιογράφοι
που βρίσκονται
ανάμεσα σας;
Γιατί αύριο οι
εφημερίδες
τους θα
γράψουν για
όσους
καθόμαστε σε
αυτό το τραπέζι
πως είμαστε
«ένας θλιβερός
θίασος του
Ουρανίου
Τόξου» – οι
αρχισυντάκτες,
φαντάζομαι,
έχουν ήδη
βάλει τους
τίτλους. Σας
λέω, λοιπόν, πως
δεν ανήκω στο
Ουράνιο Τόξο –
αν κάποιος
είχε λίγο
διαβάσει τα
βιβλία μου,
εύκολα θα καταλάβαινε
πως δεν θα
μπορούσα να
ανήκω σε
οποιαδήποτε συλλογικότητα
παραδέχεται
εθνικές
ταυτότητες. Μα
κάθομαι σε
αυτό το
τραπέζι γιατί
υπερασπίζομαι
(και θα
υπερασπίζομαι)
το δικαίωμα
του καθενός να αυτοπροσδιορίζεται
όπως θέλει, να
λέει ελεύθερα
την γνώμη του,
την θέση του,
την μικρή ανθρώπινη
αλήθεια του
(ακόμη κι αν δεν
την ενστερνίζομαι,
ακόμη κι αν
διαφωνώ μαζί
της). Και,
βέβαια, κάθομαι
σε αυτό το
τραπέζι γιατί
υπερασπίζομαι
(και θα
υπερασπίζομαι)
το δικαίωμα
του καθενός να
εκφράζει την μικρή
ανθρώπινη
αλήθεια του
σε όποια
γλώσσα
επιθυμεί –
γιατί, στον
κόσμο που ονειρεύομαι,
δεν υπάρχουν
μήτε
απαγορευμένες
γλώσσες, μήτε
απαγορευμένες
άνθρωποι. Για το
θέμα αυτό σας
διαβάζω ένα
μικρό απόσπασμα
από το βιβλίο
μου Σημειώσεις
για το τρεμάμενο
σώμα
(Εκδόσεις Τυπωθήτω,
2005, σσ. 247-248). […]
Με
ρωτούν
πολλοί:
δηλαδή κατά
τη γνώμη σου δεν
υπάρχει
γαλλικό έθνος
ή αγγλικό ή ρώσικο
ή ελληνικό; Όχι,
φίλοι μου, δεν
υπάρχουν έθνη.
Υπάρχει
γαλλικός
πολιτισμός ή αγγλικός
ή ρώσικος
ή ελληνικός
(και φυσικά και
πολιτισμός
της Σρι Λάνκα ή
της Νέας
Γουινέας),
υπάρχουν
γλώσσες,
κοινωνικές
δομές,
πολιτισμικές
παραδόσεις – κι
όλα αυτά υπό
διαρκή
εξέλιξη,
αναδιαμόρφωση,
διάλογο και ανάμειξη
μεταξύ τους,
ενταγμένα σε
ευρύτερα
σύνολα (Δύση, Ισλαμ,
Ινδία, Κίνα, Νοτιανατολική
Ασία κ.ο.κ.)
και
διακλαδωμένα
σε
απειράριθμα
υποσύνολα. Αν κάποιοι
αποφάσισαν να
τετραγωνίσουν
αυτούς τους πολιτισμούς
και να τους
εντάξουν σε
φενακισμένες
«εθνικές
οντότητες», για
να
αιματοκυλήσουν
τους ανθρώπους,
να κάνουν εθνοκαθάρσεις,
ολοκαυτώματα
και
γενοκτονίες,
αυτό δεν
σημαίνει πως
ένας τέτοιος
τετραγωνισμός
δεν είναι μια
πράξη
ιδεολογικής
βίας και
απανθρωπιάς.
Εκτός βέβαια
αν δεχτούμε
πως υπάρχουν «εθνικά
γονίδια» και
«εθνικό αίμα» –
μα τούτες είναι
οι παράλογες
αρχές της φυλετολογίας
και της
ευγονικής. Κάποιος
ίσως να απορεί: «αφού
δεν δέχεστε
την ύπαρξη
μήτε του
ελληνικού μήτε
κανενός άλλου
έθνους, πώς
είναι δυνατόν
να υπερασπίζεστε
με τόση ζέση
όσους
δηλώνουν πως
είναι εθνικά
Μακεδόνες ή
εθνικά
Τούρκοι;»
Απαντώ για
πολλοστή φορά –
κι ας μου συχωρεθεί
η ρητορεία:
Υπερασπίζομαι
και θα
υπερασπίζομαι
το δικαίωμα
των ανθρώπων
να υπάρχουν
και να πιστεύουν
αυτό που
θέλουν (τούτη η
δυνατότητα
είναι ένα από
τα συστατικά
της ύπαρξής
μας).
Υπερασπίζομαι
και θα
υπερασπίζομαι,
όσο μπορώ, το
δικαίωμα των ανθρώπων
να μιλούν
όποια γλώσσα
τους εκφράζει,
να μετακινούνται
σε όποια γη
θέλουν, να
λατρεύουν όποιον
θεό θέλουν ή
και κανέναν, να
υποστηρίζουν
όποια
ποδοσφαιρική
ομάδα
επιθυμούν.
Υπερασπίζομαι
και θα υπερασπίζομαι,
όσο μπορώ, το
δικαίωμα τους
να αυτοπροσδιορίζονται,
να
λογαριάζουν
ανεμπόδιστα (:
δίχως
χαστούκια, εκτοπίσεις,
μουρουνόλαδα
και κομμένες
γλώσσες) τους
εαυτούς τους
εθνικά
Μακεδόνες ή
εθνικά
Τούρκους ή ό,τι
άλλο
επιθυμούν – κι
όταν μάλιστα
πρόκειται για
μειονοτικές
ομάδες που για
δεκαετίες δέχτηκαν
και δέχονται
την πολύμορφη
βαρβαρότητα του
κυρίαρχου
εθνικού
κράτους,
πραγματικότητα
που
αναμφίβολα
ισχύει για
τους
Μακεδόνες και
τους Τούρκους
της Ελλάδας, η
μεγαλόφωνη
και καθαρή
υποστήριξη
των δικαιωμάτων
τους γίνεται
ακόμη
επιτακτικότερη
ανάγκη. Μα
τίποτε από όλα
αυτά δεν
συνεπάγεται
το ότι πιστεύω
στην ύπαρξη
εθνών και
εθνοτήτων ή
πως δεν τα
λογαριάζω για
απάνθρωπες
κατασκευές
που αιματοκυλίζουν
τον κόσμο. Οι
προσεκτικοί
αναγνώστες της
στήλης γνωρίζουν
πως ούτε στις
θρησκείες
πιστεύω (για
την ακρίβεια
τις
αποστρέφομαι),
ωστόσο θα
αγωνιζόμουνα
με κάθε τρόπο
για το
δικαίωμα των
πιστών τους να
πηγαίνουν
στις
εκκλησιές
τους και τα
μοναστήρια τους,
τα τζαμιά ή τις
συναγωγές
τους και να
λατρεύουν
ανεμπόδιστοι
τον θεό τους. Με
την ίδια ζέση
θα
υπερασπιζόμουν
το δικαίωμά
τους να
δηλώνουν
εθνικά
Έλληνες ή
Κινέζοι ή
Σουμέριοι,
απευθείας
απόγονοι του
Διονύσου ή του Τουταγχαμών,
οπαδοί της Ρεάλ
Μαδρίτης ή
οπαδοί της Φενέρ
Μπαχτσέ, σαϊεντολόγοι
ή δωδεκαθεϊστές,
μύστες του
δέκατου
τρίτου θεού ή
εκπρόσωποι
του Αιώνιου
Ήλιου, μεσσίες
ή ακόμη και
εξωγήινοι –
γιατί το
δικαίωμά (το
κάθε δικαίωμα)
των ανθρώπων
είναι σημαντικότερο
από την όποια
διαφωνία μας
μαζί τους.
Εξάλλου, για
τους ίδιους
λόγους, χρόνια
τώρα
υπερασπίζομαι
το δικαίωμα
των γυναικών
του Ισλάμ να
φορούν μαντίλα
(κι ας θεωρώ την
μαντίλα μια
κινητή φυλακή
της αποκρουστικής
θεοκρατίας)
αλλά και για το
δικαίωμα των
συμπολιτών
μας να
πιστεύουν
στον φασισμό (παρόλο
που αυτοί οι
ίδιοι
φασίστες μου
στέλνουν mail απειλώντας
να μου σπάσουν
το κεφάλι). Κοντολογίς:
υπερασπίζομαι
και θα
υπερασπίζομαι
το δικαίωμα
του καθενός σε
μια
δυνατότητα· να
διαχειρίζεται
τη ματαιότητά
του (ή την
αιωνιότητά του),
να αποφασίζει
μονάχος του το
αν και κατά
πόσο τον
αφορούν τα
ρήματα dubito ή cogito ή credo
ή όποιο άλλο. Οι
άνθρωποι
είμαστε
σημαντικοί σε
κάθε περίπτωση
και σε κάθε
εκδοχή μας - κι
όχι επειδή
περπατάμε, όσοι
περπατάμε, στο
ίδιο
πεζοδρόμιο.
Αλλιώς και παραφράζοντας
τον Βολταίρο
(ή μήπως μονάχα
τον μεταφράζω;):
διαφωνώ με
αυτό που λες, μα
η ύπαρξή σου
(αυτό που είσαι
και αυτό που πιστεύεις)
είναι ζωτική
μου ανάγκη. *** Με
την
σημερινή μου
παρουσία εδώ
δεν έχω σκοπό
να σας ξαναπώ
όσα έγραψα
πριν από 15 μήνες,
σε εκείνη το
κομμένη «Μικρή
σημείωση για
μια κομμένη
γλώσσα», που
τόσο θόρυβο
σήκωσε (βλ. http://www.triaridis.gr/keimena/keimD046.htm
και http://www.triaridis.gr/keimena/keimD047.htm).
Το μόνο που θα
σας πω είναι
πως με χαρά έδωσα
την άδεια στον
Γιώργο Νακρατζά
και στο
Ελληνικού
Γραφείου της ΕBLUL να
αναδημοσιεύσουν
το εν λόγω
κείμενο μου ως
επίμετρο στην
τόσο
σημαντική έκδοση
του ABECEDAR. Βλέπετε, εξακολουθώ
να πιστεύω πως
κανείς, ποτέ
και για κανέναν
λόγο δεν
έχει το
δικαίωμα να απαγορεύει
μια γλώσσα – την
κάθε γλώσσα. Να το πάω
και λίγο
παραπέρα. Στην
πόλη μας όλοι (και
το εννοώ: όλοι)
ξέρουμε πως η
μακεδονική
γλώσσα είναι η
υπαρκτή μητρική
γλώσσα
κάποιων
συμπολιτών
μας. Και για
δεκαετίες
όλοι κάναμε
τούτη την
αλήθεια μας γαργάρα:
εθνικόφρονες
πολιτικοί και
εθνικοί
δημοσιογράφοι,
εθνικιστές ιστορικοί
και εθνοκάπηλοι
παπάδες μας
επέβαλαν τον
τρόμο τους.
Αυτοί είναι
που φτιάξανε
τον Μινώταυρο
του νεοθεσσαλονικιώτικου
εθνικισμού
που τρέφετε με
τα πιο
ανορθολογικά
και τα πιο αλλοπρόσαλλα
ψέματα. Ιδού
ένα από αυτά: «την
μακεδονική
γλώσσα την
έφτιαξε το 1945 ο
Τίτο». Τώρα που
κρατάμε στα
χέρια μας το Αμπεσεντάρι
που έφτιαξε
από το 1925 η ίδια η
Ελληνική
Κυβέρνηση (με
τους Έλληνες –Βλαχικής
καταγωγής– γλωσσολόγους
Σαγιαξή,
Λαζάρου και Παπαβασιλείου,
σύμφωνα με την
Συνθήκη των
Σεβρών και το
Πρωτόκολλο
της Γενεύης),
όλοι αυτοί οι εθνοκάπηλοι
θα ζητήσουν
συγγνώμη για
τα απαίσια
ψέματά τους με
τα οποία τάισαν
μια ολόκληρη
γενιά,
σπέρνοντας το
εθνικιστικό
μίσος; Όχι,
βέβαια: απλώς
θα ψάξουν το
επόμενο, ακόμη
μεγαλύτερο,
ψέμα το οποίο
θα παλέψουν να
μας επιβάλουν
ως «εθνικό
χρέος». Θα
ήθελα να σας πω
και άλλα πολλά,
καλοί μου
φίλοι, μα δεν
μου φτάνει η
ώρα.
Κλείνοντας,
λοιπόν, ως ένας
ελληνόγλωσσος
Σαλονικιός, άεθνος,
άπιστος και άπατρις (έτσι
αυτοπροσδιορίζομαι),
έχω να σας
προτείνω
τούτο: να
μιλήσετε κι
εσείς για
αυτήν την
απαγορευμένη
μητρική
γλώσσα
κάποιων συνανθρώπων
μας. Και να
μιλήσετε
δημόσια και
καθαρά, με το
όνομά σας και
το επίθετό σας,
και όχι αναμεταξύ
σας, στα
μουλωχτά, στα μουγγά, που
λέμε – εξάλλου
δημόσια και
καθαρά
μιλούνε όσοι
βρίσκονται σε
τούτο το
τραπέζι. Το
παράδειγμα
του Ορχάν Παμούκ είναι
πρόσφατο: όπως
αυτός θεώρησε ανθρώπινο
καθήκον του
να μιλήσει, με
τόσο θάρρος
και τόση
καθαρότητα,
για τα φριχτά
εθνικιστικά
εγκλήματα της
Τουρκίας,
νομίζω πως
έχουμε κι
εμείς το ίδιο ανθρώπινο
καθήκον να
μιλούμε για τα
εθνικιστικά
εγκλήματα της
Ελλάδας. Αυτό σας
προτείνω,
λοιπόν: να μην
αφήσετε τον εθνοφασιστικό
τρόμο να γίνει
ο φόβος σας. Να
πείτε δημόσια
και καθαρά πως,
ναι, η γη κινείται
– πως, ναι, υπάρχει
μακεδονική
γλώσσα και πως
πρέπει να διδάσκεται
σε όσους,
λίγους ή
πολλούς,
αποτελεί
μητρική
γλώσσα.
Σκεφτείτε το
ως πρόσκληση:
μπορείτε τώρα,
εδώ, να
σηκώσετε το
χέρι σας και να
μιλήσετε… Προσέξτε
όμως: έχοντας
την εμπειρία μιας
τέτοιας δημόσιας
δήλωσης, μπορώ
να σας πω πως
κάτι τέτοιο θα
σας βγάλει στη
σέντρα του εθνοφασισμού.
Οι εφημερίδες
των νεοναζί θα
σας
επικηρύξουν, οι
εφημερίδες
του εθνικού
ιστού θα σας
πούνε «προδότη,
ανθέλληνα,
πράκτορα των
Αμερικάνων,
του Ισραήλ, του Σόρος,
θλιβερό θίασο»,
η εφημερίδα
Ελευθεροτυπία
θα σας χαρακτηρίσει
στις
εμβληματικές
στήλες της «αστείο, μπουρδολόγο,
ανόητο,
κουραμπιέ,
αγράμματο ή
πονηρό, ηλίθιο»,
η εφημερίδα
Αυγή θα
σιωπήσει
επιδεικτικά
για τέσσερις
εβδομάδες.
Τόσο καλά.
Φυσικά οι τηλεαστέρες
των
φασιστικών
εκπομπών του
(τόσο
κερδοφόρου) hate speech θα σας
περιλάβουν: θα
σας υβρίσουν
με τις ώρες και
επαναληπτικά,
λέγοντας σας
όλες τις
βρισιές που
μπορεί κανείς
να εφεύρει.
Στις πρωινές
εκπομπές των
ιδιωτικών
καναλιών οι
διάσημοι δημοσιογράφοι
θα
γνωμοδοτήσουν
για εσάς: «είστε
επικίνδυνος». Στο
σπίτι σας θα
έρθουν κατά
χιλιάδες μέιλ
με
ζωγραφισμένες
κρεμάλες και
απειλές. Τα
φασιστικά σάιτ
του
διαδικτύου θα
περιγράφουν
με
λεπτομέρειες ανατριχιστιακές
πως σας
χρειάζεται να σας
… «γαμήσουν τον
ανθελληνικό κώλο σας» και
στην συνέχεια
να σας … «θάψουν
σε ένα χαντάκι».
Θα
ακολουθήσει ο
Μητροπολίτης
Θεσσαλονίκης: εμβαθύνοντας
σε σφαίρες
θεολογικής
τελεολογίας
απροσμέτρητες,
θα σας
αποκαλέσει «σταγονίδιο».
Κανένα
κοινοβουλευτικό
κόμμα δεν θα σας
προστατεύσει,
καμιά
δημοτική ή
νομαρχιακή
παράταξη δεν
θα μιλήσει για
σας. Και
ολάκερη η πόλη
που ζείτε τόσα
χρόνια θα
κάνει πως δεν
σας ξέρει.
Κανείς
συμπολίτης
σας, ή έστω
ένας-δυο (έχω
λόγους να
μετράω σωστά: στην
δική μου
περίπτωση
ήσαν ένας άνθρωπος,
μια συλλογικότητα
και δυο έντυπα),
θα νοιαστούν αν
κινδυνεύετε,
αν απειλείστε, αν
έχετε
οικογένεια – η
συντριπτική πλειοψηφία
των
συμπολιτών σας
(άνθρωποι με
τους οποίους
γνωριζόσασταν
από παιδιά και συνεργάζεσταν
για δεκαπέντε
χρόνια) θα πει
«ας πρόσεχε ο μαλάκας». Αν
μάλιστα
προσπαθούσατε
να ζήσετε
γράφοντας στα
μέσα μαζικής ενημέρωσης,
αυτό ξεχάστε
το. Πουθενά πλέον
δεν θα βρείτε
δουλειά εσείς «ο
ανθέλληνας, ο
πράκτορας των
Αμερικάνων,
του Σόρος,
των Εβραίων,
της Μοσάντ».
Πιστέψτε με,
φίλοι μου, άμα
μιλήσετε
δημόσια και
καθαρά, με το
όνομά σας και
το επίθετό σας,
για την
κομμένη
μακεδονική
γλώσσα έχετε
να χάσετε πάρα
πολλά· το μόνο
που θα σας
μείνει θα είναι
μια ολόπικρη
μοναξιά. Ίσως
όμως, λέω ίσως, σε
τριάντα
χρόνια, τα
παιδιά σας να
είναι
περήφανα για
τούτη την τωρινή
σας μοναξιά. Σας
ευχαριστώ. (Ομιλία
που
διαβάστηκε
στις 13-11-2006 στην
παρουσίαση
του
αλφαβηταρίου
της μακεδονικής
γλώσσας ABECEDAR στη
Θεσσαλονίκη,
στο Εργατικό
Κέντρο
Θεσσαλονίκης)
|
|