Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα

μια σημείωση για την ηλεκτρονική έκδοση του 2009

 

 

 

Το βιβλίο μου Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα γράφτηκε από το 1992 μέχρι το 1996 και ξαναγράφτηκε το 1998.

 

Εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 από τις εκδόσεις Πατάκη (σε διαστάσεις 14 επί 21,5 και 464 σελίδες) μετά από εισήγηση του τότε αγνώστου μου και μετέπειτα στενού φίλου μου συγγραφέα Μάνου Κοντολέων (ο οποίος εργαζόταν ως σύμβουλος εκδόσεων στον εν λόγω εκδοτικό οίκο). Σε εκείνη την πρώτη έκδοση του Πατάκη φιλολογική ανάγνωση έκανε ο Φίλιππος Μανδηλαράς και τυπογραφικές διορθώσεις ο Παναγιώτης Κερασίδης. Στο εξώφυλλο υπήρχε δικής μου επιλογής λεπτομέρεια από τον πίνακα Idilio Primavera του Giuseppe Pelizza da Volpedo.

 

Στο οπισθόφυλλο της πρώτης έκδοσης του 2000 έγραψα τα ακούλουθα:

 

 

Τον Φεβρουάριο του 1978 βρίσκεται νεκρή στο λόφο της Κουπέλας η Δομένικα Φραντζή, μια παράξενη και αινιγματική δασκάλα. Χρόνια αργότερα, ένας από τους μαθητές της γράφει την ιστορία της.

 

Σ’ αυτήν εμπλέκεται ένα φοβερό μυστικό, αλλόκοτα παιχνίδια, ακατoνόμαστα πάθη κι εμμονές, ένας απαγορευμένος λόφος, υπερφυσικά εμπόδια, θαύματα, φριχτά σημάδια του κακού...

 

Πίσω απ’ αυτά κρύβεται ένα καραβάνι απελπισμένων λεπρών, ένα σχέδιο κυριαρχίας του κόσμου, μάγισσες, μητροκτονίες, στοιχειωμένοι έρωτες, κατάρες, φαντάσματα, ανεκπλήρωτες οφειλές, χείλη που σκορπούν το θάνατο, ο ίδιος ο διάβολος.

 

Εντέλει, ο δρόμος της κυρίας Δομένικας ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στην ελευθερία και στην αγάπη, θα την οδηγήσει στην Κουπέλα: εκεί θα αναμετρηθεί οριστικά με τον άνεμο που σφυρίζει μανιασμένα ανάμεσα στις αμυγδαλιές του μαύρου λόφου.

 

                                                

Η δεύτερη έκδοση έγινε τον Μάιο του 2000 και η τρίτη τον Ιούλιο του 2000 – και οι δυο και πάλι από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο κείμενο της δεύτερης και της τρίτης έκδοσης έκανα και πάλι λιγοστές διορθώσεις.

 

Όλες οι μέχρι σήμερα δημοσιευμένες κριτικές του βιβλίου που υπέπεσαν στην αντίληψή μου (συνολικά 12 κείμενα) βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ: http://www.triaridis.gr/kritikes/kritikes01.htm

 

Κλείνοντας το ιστορικό εκείνων των τριών πρώτων εκδόσεων της Κουπέλας νιώθω την ανάγκη να εκφράσω (έστω και αναδρομικά) τις θέρμες ευχαριστίες μου προς την Άννα και την Έλενα Πατάκη – οι οποίες το 1999 πίστεψαν (νομίζω με ενθουσιασμό), εξέδωσαν και υποστήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις ένα ογκώδες βιβλίο που έφτασε στις εκδόσεις τους με το ταχυδρομείο, γραμμένο από έναν εντελώς άγνωστο συγγραφέα που δεν είχε δημοσιεύσει τίποτε. Μπορεί στη συνέχεια η συνεργασία μας να σταμάτησε και να βαδίσαμε σε άλλους αισθητικούς δρόμους (ενδεχομένως και διαμετρικά αντίθετους), ωστόσο ποτέ δεν θα λησμονήσω την ειλικρινή στήριξή τους και τη συμβολή τους στην όποια διαδρομή μου – όπως άλλωστε και τη συμβολή κάθε άλλου ανθρώπου που υποστήριξε τα γραπτά μου ή, έστω, συν-κινήθηκε από αυτά.

 

***

 

Κάποια στιγμή, το 2004, έλαβε τέλος η συνεργασία μου με τις εκδόσεις Πατάκη (όπου συνολικά είχα εκδώσει πέντε βιβλία μου). Το 2007 το μυθιστόρημα βρέθηκε και πάλι ελεύθερο δικαιωμάτων στα χέρια μου – και έκτοτε, εν μέσω πολλών άλλων γραψιμάτων,  άρχισα να σχεδιάζω την οριστική ηλεκτρονική (και την αντίστοιχη έντυπη) έκδοση της Κουπέλας.

 

Διαμορφώνοντας την οριστική μορφή του βιβλίου δεν άλλαξα ούτε μια λέξη από το αρχικό κείμενο, ούτε μια πρόταση από την αρχική ροή του κειμένου – και διατήρησα τον χωρισμό του βιβλίου σε πέντε μέρη. Ωστόσο (και αυτή είναι η σημαντικότερη αλλαγή) χώρισα επιπλέον το κείμενο σε 66 κεφάλαια, τα οποία και τιτλοφόρησα, φτιάχνοντας έτσι μια νέα δομή. Επίσης έδωσα τίτλους (ή ψευδότιτλους;) στα πέντε προϋπάρχοντα μέρη και πρόσθεσα μια πρόταση στην επιλογική σημείωση. Τέλος έφτιαξα ένα νέο οπισθόφυλλο (το οποίο, πλέον, όπως και στα υπόλοιπα βιβλία μου έχει για μένα σημασία πολύ μεγαλύτερη από ότι φαίνεται – σχεδόν είναι συνθήκη της  ύπαρξής τους).

 

Αυτή ας λογαριάζεται και η τελική (όσο σόλοικη ακούγεται τούτη η λέξη) μορφή του βιβλίου.

 

***

 

Στην ηλεκτρονική έκδοση θέλησα να προτάξω το νέο εξώφυλλο που ετοίμασα για την νέα έντυπη έκδοση. Είναι και πάλι το απόσπασμα από το Idilio Primavera του Giuseppe Pelizza da Volpedo, μα τούτη την φορά στην αρνητική του εκδοχή. Ο (επί χρόνια συνεργάτης μου) Στέλιος Ιγνατιάδης φτιάχνοντας την  εισαγωγική σελίδα της ηλεκτρονικής έκδοσης πείραξε με τη σειρά του αυτό το αρνητικό για να καταλήξουμε στο αποτέλεσμα που εντέλει βλέπει ο αναγνώστης.

 

Έτσι απολήγει στο Διαδίκτυο το σύνολο του μυθιστορήματος,  όπου και θα μπορεί να αναπαράγεται εν όλω ή εν μέρει και σε οποιαδήποτε μορφή, ελεύθερο από κάθε «πνευματικό δικαίωμα» (όπως άλλωστε συμβαίνει με το σύνολο των βιβλίων μου). Τούτη η ελεύθερη διάθεση θα εξακολουθήσει ανεξάρτητα από την επικείμενη νέα έντυπη έκδοση του βιβλίου – εξάλλου πολύ γρήγορα (και για να ρισκάρω μια εύκολη πρόβλεψη: πριν καν ενηλικιωθούν τα σημερινά παιδιά) νιώθω πως έρχεται ο καιρός όπου οι έντυπες εκδόσεις θα αποτελούν παρελθόν και θα διαβάζουμε (: θα ψαρεύουμε) τις ανθρώπινες ματαιόσπουδες ανθρώπινες αφηγήσεις μέσα στο Internet και τις πολλές οθόνες του. Και καθώς αναμετρώ (ή και: κυκλώνω) αυτή την ηλεκτρονική έκδοση σκέφτομαι, με κλιμακούμενη συγκίνηση, πως και τώρα και τότε (και πάντοτε;) κάθε βιβλίο ίσως (εξακολουθεί) να επιφυλάσσει μια συνάντηση, να την εμπεριέχει μέσα του – ή, έστω, να αναλίσκεται στη μάταιη αναμονή της.

 

***

 

Τέλος (μ’ όλο που δεν το συνηθίζω), ας καταγράψω μια σκέψη για το «περιεχόμενο» (στ’ αλήθεια, απαίσια λέξη) τούτης της αφήγησης.

 

Το βιβλίο αυτό δεν προσβλέπει σε κανένα «νόημα». Με ρώτησαν πολλές φορές «ποιο είναι το νόημα της Κουπέλας;». Δεν το ξέρω, δεν ξέρω καν αν υπάρχει κάποιο νόημα είτε στα βιβλία είτε στη ζωή γενικότερα. Γράφουμε (και διαβάζουμε) ιστορίες για να ψευτοπεριγράψουμε την υποψία μιας ανάγκης, που με την σειρά της μας τραβάει (θαρρείς απ’ τα ρουθούνια) σε ένα κρυφό πεπρωμένο, ανθρώπινο όσο και ολέθριο. Ας πούμε, λοιπόν, πως κάποτε είχα ανάγκη από έναν λόφο. Τίποτε περισσότερο.

 

Αν ωστόσο κάποιος αναγνώστης επιμένει να του ορίσω μια, πέραν του όποιου «νοήματος», στοχοθεσία για την Κουπέλα, προς έκπληξη του (και προς έκπληξη του ίδιου μου του εαυτού – πόσο αδύναμος είμαι στις γοητευτικές φενάκες…) θα το κάνω:

 

Το βιβλίο αυτό προσβλέπει στο σούρουπο – στην ώρα όπου τα δέντρα χάνουν το χρώμα τους και παραδίνονται στο μαύρο της νύχτας.

 

 

 

Θανάσης Τριαρίδης – Ιούλιος του 2009