Κριτικές και Δημοσιευματα

για το μυθιστόρημα του Θανάση Τριαρίδη

 

Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα

 

πρώτη έκδοση: Εκδόσεις Πατάκη, 2000 *

τέταρτη έκδοση, χωρισμένη σε 66 κεφάλαια: Εκδόσεις δήγμα, 2009 *

ηλεκτρονική έκδοση, 2009: http://www.triaridis.gr/koupela/

 

 

 

(Ακολουθούν όλες οι δημοσιευμένες κριτικές για το συγκεκριμένο βιβλίο που υπέπεσαν στην αντίληψή μου, καθώς και μια συνέντευξη που έδωσα το 2000, με αφορμή την κυκλοφορία της πρώτης έκδοσης Θ. Τ.)

  

 

 

 *****

 

 

Βαγγέλης Αθανασόπουλος

 

Παραμύθι της μύησης στο θανατικό τού έρωρα

 

Ο θάνατος και η ανάσταση της Δομένικας Φραντζή

 

Θανάσης Τριαρίδης, Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, Πατάκης 2000, σελ. 464

 

 

Στον ελληνικό βορρά, στην περιφέρεια Μακεδονίας, δίπλα σε ένα Δημοτικό Σχολείο βρίσκεται ένα πευκόδασος. και στο κέντρο του πευκοδάσους υπάρχει ένας λόφος γεμάτος μυγδαλιές. και στο κέντρο του ξέφωτου υπάρχει μια ρηχή γούβα: η γούβα του έρωτα. Και έτσι αρχίζει να συγκροτείται η συμμετρία της μυθικής αντίληψης της ζωής και του κόσμου, δηλαδή μια οργάνωση του χώρου, αλλά και του ψυχισμού που αποτελεί προϋπόθεση του ωραίου και του τρομερού. Η συμμετρία, στοιχείο αυτό καθ εαυτό αφύσικο ή και υπερφυσικό, που προκαλεί το θαυμασμό και επιβάλλει την αφύπνιση ενός διαφορετικού τρόπου αντίληψης, προετοιμάζει τον αναγνώστη για τις παράδοξες κανονικότητες της ζωής. Αυτές οι παράδοξες κανονικότητες θα αποτελέσουν το θέμα των ιστοριών του αφηγητή, που σαν μια αρσενική Χαλιμά (το χίλιες και μία νύχτες στο μυθιστόρημα γίνεται, όπως θα δούμε παρακάτω, χίλιες παρά μία ημέρες) με αμείωτο ζήλο έως και πάθος αφηγηματικό θα τις διηγηθεί στην αγαπημένη του, επιδιώκοντας ίσως τη δημιουργία των συναρπαστικών συνθηκών του έρωτα, και έτσι την εξασφάλιση μιας μεγαλύτερης έντασης, μιας έντασης που αποτελεί απόλυτη ανάγκη για κάποιον που επέζησε αλλά δεν ξέρουμε για πόσο ακόμη από την πιο συναρπαστική και βίαιη μύηση.

 

Ο λόφος λέγεται Κουπέλα, όνομα που, όπως εξηγείται στο βιβλίο, μπορεί να έχει πολλές θετικές ή αρνητικές σημασίες, αποτελώντας με τον τρόπο αυτόν μιαν από τις πολλές εκδηλώσεις της παράλληλης παρουσίας του καλού και του κακού στο μυθιστόρημα του Τριαρίδη μια παράλληλη, αντιστικτική παρουσία που αποτελεί τη θεμελιακή συμμετρία της μυθοπλασίας. Είναι ένας απαγορευμένος λόφος, τόπος παράφορων ερώτων, τελετουργικών θανάτων, αλλά και τελικής γαλήνης για τη Δομένικα Φραντζή, τη μυστηριώδη και σαγηνευτική στο μυστήριό της δασκάλα, της οποία τη ζωή διηγείται ο παλιός μαθητής της.

 

Η Κουπέλα είναι ένας λόγος που σχηματίστηκε από τα παγωμένα κουφάρια περίπου διακοσίων λεπρών, που διωγμένοι από το χωριό τους, καταφεύγουν στο πευκόδασος όπου, δηλητηριασμένοι από ένα θεραπευμένο λεπρό, πεθαίνουν σφιχταγκαλιασμένοι. Πάνω σε αυτή την έκτροπη, αποδιωγμένη, προδομένη και απελπισμένη ύλη της ζωής, φέρνει παρήγορα στρώματα χώματος, την ενταφιάζει τρυφερά, φυτρώνουν πάνω τις μυγδαλιές γεμάτες άνθη αλλά χωρίς καρπούς, για να μπορέσει έτσι, μέσα σε μια μαγικά ανανεούμενη διάρκεια του χρόνου, η ανολοκλήρωτη και ανικανοποίητη δηλαδή η αλύτρωτη ζωή να συνεχίσει ή να αποκαταστήσει την άγονη πορεία της. Εκείνος ο άνεμος που λάξευσε το θάνατο και τον έκανε τόπο της παραφοράς, δεν έπαψε να φυσάει: εξακολουθεί να σφυρίζει ανάμεσα στις μυγδαλιές, σχηματίζοντας τις λέξεις φύγε, έρχου, φίλησε, λέξεις που παίρνουν διαφορετικές σημασίες, αλλά που πάντα αποτελούν προστάγματα που αναφέρονται σε έναν ηδονικό ερωτικό αφανισμό.

 

Η Δομένικα είναι κόρη της Αύρας Φραντζή, μαθήτριας της φρικτής μάγισσας της Σύρου Μπαρμπακούλας, η οποία θέλει να ενσαρκώσει τον Διάβολο μέσω του παιδιού που θ γεννιόταν από την ένωση της Αύρας με το γιο της Δομένικο. Η Αύρα πείθει τον Δομένικο να σφάξει τη μάνα του, για αν αποτρέψουν τα σχέδιά της και να σώσουν το παιδί τους. Τη στιγμή που πεθαίνει, η Μπαρμπακούλα καταριέται την Αύρα να μη νιώσει πια επιθυμία για άντρα, το παιδί που θα γεννήσει να είναι κορίτσι και να μη χαρεί ποτέ της σμίξιμο με άντρα, ρώγες που θηλάζονται να μην έχει στο στήθος της, κι όποιον ερωτευτεί να τον δει να πεθαίνει σε χίλιες παρά μία ημέρας, κι άμα τύχει κι αυτός γλιτώσει, τότε εκείνη να μη δει το ξημέρωμα της χιλιοστής μέρας. Εκτός από την κατάρα της Μπαρμπακούλας, η Δομένικα κουβαλάει μέσα της το θάνατο και με έναν άλλο τρόπο: η μάνα της, για να την προστατέψει, της φαρμακώνει τα χείλια, με αποτέλεσμα να σκοτώνει με κάθε της φιλί, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην κατάρα της μάγισσας. Με φαρμακωμένα χείλια, έχοντας κλέψει τη ζωή από τον Διάβολο, που δεν ενσαρκώθηκε μέσα από τη γέννησή της, ο οποίος κάθε βράδυ την επισκέπτεται ζητώντας τη χαμένη ζωή του, η Δομένικα ερωτεύεται την Τζίλντα, μια σκοτεινά έως θανατερά ωραία ναρκομανή χορεύτρια. Συναντιούνται τις νύχτες στην Κουπέλα, στο ξέφωτο της Φωλίτσας που βρίσκεται στο κέντρο του λόφου, και αγκαλιάζονται μέσα στη γούβα της Φωλίτσας, στη γούβα του έρωτα. Η Τζίλντα δεν πεθαίνει από τα φιλιά της ερωμένης της, και έτσι η ερωτευμένη Δομένικα βαδίζει με επίγνωση προς τη χιλιοστή και τελευταία μέρα της ζωής της, μυώντας στο μεταξύ με την ένταση και τη γοητεία αυτού που ξέρει ότι θα πεθάνει τους μαθητές της στα μυστήρια της επιθυμίας και της επαφής. Όταν βρίσκεται νεκρή στη Φωλίτσα, οι μαθητές της, άξιοι της συναρπαστικής και βίαιης μύησης στο θανατικό του έρωτα, αποφασίζουν να πάρουν το σώμα της από την εκκλησία και να το θάψουν ρηχά, έτσι όπως η ίδια είχε θελήσει, στη γούβα του έρωτα, που έτσι γίνεται και λάκκος θανάτου.

 

Το μυθιστόρημα του Τριαρίδη κινείται μέσα στο πλαίσιο του μαγικού ρεαλισμού, αλλά η καταγωγή της μυθοπλασίας κυρίως και λιγότερο της πρόζας του ανάγεται περισσότερο στον αισθητισμό του τέλους του 19ου αιώνα παρά στη λατινοαμερικανική σχολή. Βασικά σχετικά στοιχεία αποτελούν: η υπερβολή, ο λυρικός αισθησιασμός, η ποιητικοποίηση της πρόζας στις περιγραφές, η λατρεία της ομορφιάς, ο εξωτισμός του χώρου και του χρόνου, η έξαρση των αισθήσεων και η εντατικοποίηση της ζωής, η αναζήτηση του ωραίου στο κακό, ο ωραιολατρικός αμοραλισμός που απαλύνει τη διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η αφομοίωση της ηθικής από την ομορφιά, το άνθισμα του αφύσικου, του νοσηρού, του αποκλίνοντος, του παράξενου και αλλόκοτου, του εξαιρετικού και του ασυνήθιστου.

 

Βασικό στοιχείο της συγγένειας με τον αισθητισμό είναι και η πρωταγωνίστρια που αποτελεί εκδοχή της μοιραίας γυναίκας, μιας γυναίκας-δαίμονα, που προκαλεί την έκσταση. Το σώμα της είναι για τους άνδρες όργανο ακαριαίου θανάτου: με ένα φιλί στα χείλια, ο επίδοξος εραστής πεθαίνει κεραυνοβολημένος από μια υπερφυσική δύναμη, τη στιγμή ακριβώς που η επιθυμία αρχίζει να απλώνεται στο σώμα, κάνοντας τις κινήσεις του έρωτα μια αναπόφευκτη συνέπεια. Ακόμη και οι μικροί μαθητές της, που δεν είχαν ακόμη λειτουργήσει σαν άνδρες, πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο κατά τη διάρκεια της μύησης ή ύστερα από λίγα χρόνια, σημαδεμένοι από την επιθυμία τους γι αυτήν ή από το άγγιγμά της. Έχει την ομορφιά της Μέδουσας η Δομένικα, την ομορφιά του τρομερού και της θλίψης. Είναι μια Σφίγγα που μιλά με μαγικές φράσεις, οι οποίες υποτίθεται πως ανοίγουν τον κόσμο και λύνουν τα αινίγματα, ενώ στην πραγματικότητα είναι μικροί γρίφοι που σημαίνουν συσκοτίζοντας.

 

Αυτές οι μαγικές φράσεις διαπερνούν σαν αστραπές την ιστορία, αποτελώντας αποκαλυπτικές σημάνσεις στην πορεία των χαρακτήρων: Εδώ και παντού, Αν είσαι, είμαι. Η δασκάλα μυεί τους μικρούς μαθητές στις παράξενες αφηγήσεις παράφορων ερώτων, κάνοντάς τους να την λένε ανάλογες φράσεις, όπως: εγώ είμαι πλασμένος από στάχτες και φόβο και θα σ αγαπώ για πάντα. Με τον τρόπο αυτό, η ιστορία της Δομένικας γίνεται ο μύθος της μύησης όχι μόνο στον έρωτα, αλλά και στην αφήγησή του, ένα ζοφερό παραμύθι της ερωτικής αφύπνισης με έναν πρωτεϊκό ερωτισμό. Τα προσωπεία του πόθου αλλάζουν, ο ερωτισμός ανατροφοδοτείται συνεχώς, καθώς η αινιγματική δασκάλα αλλάζει μάσκες, ανανεώνει ή ανατρέπει τις ιστορίες της, και ολοένα βαθαίνει και σκιάζει το νόημα των σιβυλλικών της φράσεων. Η όλη διαδικασία αποτελεί μια προετοιμασία για την έκσταση, για τη διαθεσιμότητα και ετοιμότητα των αισθήσεων, για την πρόθυμη αν και θλιμμένη σάρκα. Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα είναι ένα μυθιστόρημα που με αφήγηση όχι μαγική, αλλά μαγεμένη, μυθοποιεί τη διαδικασία εκείνη που φτιάχνει κορμιά ερεθισμένα κι έτοιμα για την καταστροφή.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, στις 17-3-2000.)

 

 

 

  *****

 

 

Mάρη Θεοδοσοπούλου

 

Μαγική Κουπέλα

 

(Θανάσης Τριαρίδης Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, Εκδόσεις Πατάκη, 2000, σελίδες 464.)

 

 

Ορισμένοι συγγραφείς ανοίγονται πέραν του ρεαλισμού. Πεδίο που μοιάζει ευρύχωρο άρα και δελεαστικό, ταυτόχρονα όμως και επισφαλές. Γιατί όταν η φαντασία σκάβει λαγούμια διαβρώνοντας την πραγματικότητα και η αφήγηση αποβάλλει τον χαλινόν του ορθολογισμού, το αποτέλεσμα είναι περισσότερο παρά ποτέ έρμαιο των ικανοτήτων του γράφοντος. Τελικά η διαφορά μιας ποιητικής έκφρασης από το αδόκιμο ή και το ασυνάρτητο κρέμεται κάποτε και από μία λέξη.

Τον τελευταίο καιρό, που οι συγγραφείς όλο και συχνότερα μιλούν και γράφουν για τις προθέσεις τους, ορισμένοι σπεύδουν να προκαταλάβουν τον αναγνώστη, δηλώνοντας ότι πρόκειται για αφηγήματα μαγικού ρεαλισμού. Είθισται να λέμε πως είσαι ό,τι δηλώσεις, όμως αυτό δυστυχώς ισχύει μόνο για τους ανθρώπους. Οι προγραμματικές εξαγγελίες ενός συγγραφέα, κατά κανόνα, ελάχιστα αφορούν το βιβλίο του. Τίποτα ευκολότερο μια διήγηση με την επίφαση του μυστικισμού να βαφτιστεί μαγικός ρεαλισμός, καθώς ο χαρακτηρισμός ασκεί ιδιαίτερη έλξη, χάρη και στην άνθηση της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας τις τελευταίες δεκαετίες.

 

Από τα βιβλία της πρόσφατης σοδειάς που δηλώνουν απροκάλυπτα ή και εμμέσως ότι ανήκουν στον μαγικό ρεαλισμό το μυθιστόρημα του Θ. Τριαρίδη νομίζουμε πως συνιστά τη μάλλον υποσχόμενη προσέγγιση. Σύντομο το βιογραφικό σημείωμα στο αφτί του βιβλίου, πληροφορεί ότι πρόκειται για την παρθενική εμφάνιση ενός Θεσσαλονικιού, ετών τριάντα. Προηγούμενες δημοσιεύσεις δεν αναφέρονται. Ωστόσο στο τέλος του μυθιστορήματος υπάρχει μια διευκρινιστική σημείωση του συγγραφέα. Τελικά όμως τόσο κρυπτική, ώστε να μοιάζει μάλλον ως μέρος της μυθοπλασίας. Στη σημείωση, πέραν των συνηθισμένων περί φανταστικών προσώπων, τόπων και συμβάντων, για να μη γίνει σύγχυση με την πραγματικότητα, αναφέρεται ότι το παρόν βιβλίο είναι το τέταρτο της σειράς Το μέλι και το μέλλον.

 

Ο συγγραφέας κλείνει το μάτι σε θιασώτες βραχύβιων περιοδικών, με καλή μνήμη. Κάποιοι από αυτούς πιθανώς έχουν συγκρατήσει το όνομα του Θ. Τριαρίδη και τα πεζά κείμενά του, που δημοσιεύονταν σε συνέχειες. Ακόμη τις δύο τελευταίες δεκαετίες παρουσιάζονταν λογοτεχνικά περιοδικά που ξεκινούσαν μεγαλεπήβολα, τραβούσαν για δύο-τρία χρόνια, στην αρχή σε τακτά χρονικά διαστήματα, αργότερα έβγαζαν με καθυστέρηση ένα διπλό ή και τριπλό τεύχος και μετά εξαφανίζονταν. Νέοι άνθρωποι οι εκδότες τους, γεμάτοι ενθουσιασμό, έδιναν πρώτα δείγματα γραφής και ύστερα σκορπούσαν. Ορισμένα ποιήματα ή πεζά γεννούσαν ελπίδες ότι θα υπάρξει συνέχεια με την έκδοση ενός βιβλίου.

 

Το μυθιστόρημα του Θ. Τριαρίδη μάς θύμισε τρία περιοδικά, διαφορετικής πνοής και εμβέλειας, που είχαν όμως τουλάχιστον ένα κοινό σημείο. Και τα τρία φιλοξένησαν παράξενες ιστορίες, κατά τη γνώμη μας, ταλαντούχων συγγραφέων. Το 1986 κυκλοφόρησε το Μαύρο Μουσείο, όπου πρωτοδημοσίευσε τις αλλόκοτες ιστορίες του ο Αρ. Αντονάς, που αργότερα βγήκαν και σε βιβλίο. Το 1988 ξεκίνησε Το παραμιλητό, στο οποίο, μεταξύ άλλων πρωτοεμφανιζομένων, ο Στάθης Κοψαχείλης δημοσίευσε διηγήματα μαγικού ρεαλισμού, που ακόμη δεν εκδόθηκαν σε βιβλίο. Τέλος, το 1990 κυκλοφόρησε το περιοδικό Τα ποταμόπλοια, όπου ο Θ. Τριαρίδης, που ήταν και ο ένας από τους δύο εκδότες, δημοσίευσε τα πεζά της σειράς Το μέλι και το μέλλον.

 

Αν τα διηγήματα του Αρ. Αντονά χαρακτηρίζονται από συντομία και ελλειπτικότητα, αντίθετα ο Θ. Τριαρίδης είναι ένας πληθωρικός αφηγητής. Το μυθιστόρημα ακολουθεί τη φόρμα των πεζών που δημοσιεύτηκαν στα Ποταμόπλοια. Και πάλι, ο κεντρικός ήρωας αφηγείται, απευθυνόμενος στην αγαπημένη του, με πάθος και ένταση, παράξενες ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια. Αντιγράφοντας από τα αστυνομικά μυθιστορήματα κάποιους στερεότυπους τρόπους, ξεκινά με τον μυστηριώδη θάνατο μιας νεαρής δασκάλας, ονόματι Δομένικας Φρατζή, και τη συνωμοτική στάση των μαθητών της τρίτης τάξης του εκατοστού πέμπτου δημοτικού σχολείου της περιφέρειας Μαλακοπής στη Θεσσαλονίκη.

 

Ο αφηγητής κάνει αναδρομή σε όσα φοβερά συνέβησαν στην παρέα των αγοριών, τις δύο χρονιές πριν από τον θάνατο της δασκάλας τους. Δηλαδή όταν πήγαιναν στην πρώτη και στη δευτέρα δημοτικού και η Δομένικα ήταν το αντικείμενο της λατρείας τους. Ομφαλός της ιστορίας ο πυκνοφυτεμένος λόφος δίπλα στην αλάνα του σχολείου.

 

Η περιβόητη Κουπέλα, που έπαιρνε σχεδόν υπερφυσικές διαστάσεις όταν σφύριζε ο βαρδάρης. Ιδανικός τόπος για πάσης φύσεως πονηρά ραντεβού. Εκπληκτοι οι μαθητές που παραμονεύουν τις νύχτες βλέπουν τη δασκάλα τους να συνευρίσκεται στον λόφο με μια όμορφη γυναίκα που ακούει στο εξωτικό όνομα Τζίλντα.

 

Κάθε ύποπτη και ανόσια πράξη όμως θα πάρει στο παιδικό μυαλό τη μορφή μυστηριακής τελετουργίας, όταν η δασκάλα αρχίζει να τους αφηγείται την τρομερή ιστορία της ζωής της. Μια ιστορία γεμάτη έρωτα και θάνατο, όμοια σαγηνευτική με τα παραμύθια που συνηθίζει να τους διαβάζει. Η Δομένικα, που βιώνει έναν ομοφυλόφιλο έρωτα και πάσχει από την κακιά αρρώστια, διηγείται, με περισσή γλαφυρότητα, ιστορίες για τη συριανή μητέρα της, ψυχοκόρη, λέει, μιας απαίσιας μάγισσας, για την κατάρα που η ίδια κουβαλάει, για τα ξόρκια που θα τη σώσουν. Εξωφρενικές ιστορίες, χαλαρά δεμένες μεταξύ τους, που συναγωνίζονται σε ευρηματικότητα.

 

Πνεύματα του κακού, δαιμονισμένοι και πάσης φύσεως παγανιστικά στοιχεία δημιουργούν τη ζητούμενη αίσθηση του αλλόκοτου και νοσηρού. Σαν να πρόκειται για ιεροτελεστία εξευμενισμού του επερχόμενου κακού, που επιτυγχάνεται με τη συνεργία των παιδιών. Η παρέα των αγοριών εμπλέκεται σε παράτολμες περιπέτειες και ιπποτικά κατορθώματα. Ωστόσο δεν υπάρχει η παιγνιώδης διάθεση που βρίσκουμε στον Τρελαντώνη της Π. Σ. Δέλτα ούτε βεβαίως η ερωτική πνοή της Eroica του Κ. Πολίτη.

 

Η λιλιπούτεια μαθητική συντροφιά στο μυθιστόρημα του Θ. Τριαρίδη ζει σε έναν θαυμαστό κόσμο, μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, και συγχρωτίζεται με απόκληρους και σημαδεμένους από κακιά μοίρα. Αυτός ο μυθιστορηματικός κόσμος δυστυχώς δεν βρίσκει ρίζες στην ελληνική παράδοση, καθώς η αφήγηση δεν αντλεί από τις λαϊκές δοξασίες, πλούσιες σε δεισιδαίμονες προλήψεις και απόκρυφες δυνάμεις. Μόνον, επί τροχάδην, κάποιες αναφορές σε ξόρκια και κατάρες, ανάκατα με ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη.

 

Οπως και αν έχει, ο Θ. Τριαρίδης πλάθει με άνεση και έντονο το στοιχείο της υπέρβασης εικόνες παραμυθιού, οπότε και το λεκτικό απογειώνεται, αποκτώντας ποιητική υφή. Προφανώς όλες οι ιστορίες που σοφίζεται δεν είναι το ίδιο ελκυστικές και κάποια μοτίβα επαναλαμβάνονται, όσο για τις αθυρόστομες περιγραφές, αν και λιγοστές, μοιάζουν να περισσεύουν. Πάντως υπάρχουν πολλές σελίδες στο μυθιστόρημα με μαγική ατμόσφαιρα, που κερδίζουν τον αναγνώστη.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Βιβλία στο Το Βήμα της Κυριακής, στις 27-2-2000 http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12859&m=S12&aa=1)

 

 

 

  

  *****

 

 

Μάνος Κοντολέων

 

[Προτάσεις για βιβλία]

 

Θανάσης Τριαρίδης, Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, Αθήνα, Πατάκης, 2000.

 

 

Μια νέα φωνή στην ελληνική λογοτεχνία είναι ο Θ. Τριαρίδης. Μα το μυθιστόρημά του Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από ένα έργο πεπειραμένου συγγραφέα. Πλούσια αφηγηματική τεχνική, προσωπική ενόραση των γεγονότων που επιλέγονται να περιγραφούν και ανάπτυξη επαρκής των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν.

 

Ο Θ. Τριαρίδης έχει στήσει ένα δικό του σύμπαν. Ένα σύμπαν που χαρακτηρίζεται από μια άλλη άποψη για το τι μπορεί να είναι η παιδική ηλικία και η διαδικασία μύησης στην ωριμότητα και στα μεγάλα μυστήριά της τον έρωτα και το θάνατο.

 

Το μαγικό στοιχείο κυριαρχεί. Και με τη δικιά του βοήθεια η δασκάλα θα προσφέρει στους μαθητές της την αυτογνωσία.

 

Το μυθιστόρημα Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα μας χάρισε ό,τι πιο ουσιαστικό μπορεί κανείς να περιμένει από έναν νέο συγγραφέα ιδιότυπη και παρθένα ανάγνωση μιας περιοχής της ανθρώπινης πορείας.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 409, Ιούλιος-Αύγουστος 2000.)

 

 

 

  *****

 

 

Τάσος Ρέτζιος

 

Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα

 

Μια συζήτηση με τον συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη

 

 

Η παιδική ηλικία κρύβει διάφορες εκπλήξεις και πολλά μυστικά, αλλά αυτό το καταλαβαίνουμε σε όλες του τις διαστάσεις μονάχα όταν μεγαλώνουμε. Ο Θανάσης Τριαρίδης χρειάστηκε να βαδίσει μέχρι την Κουπέλα για να δώσει μορφή και σχήματα σ αυτά που συγκλόνισαν την εφηβεία του και προφανώς τον συγκλονίζουν ακόμα.

 

Ο Θανάσης Τριαρίδης έγραψε το βιβλίο Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα (εκδόσεις Πατάκη) με την πρόθεση να αντιμετωπίσει την παιδική ηλικία ως ένα χώρο που δεν τελειώνει. Μ ενδιαφέρει πώς μέσα από αυτήν την ηλικία μπορούν να αναδυθούν χαρακτηριστικά όπως η πίστη και η συντροφικότητα, και να πάρουν διαστάσεις ανεξέλεγκτες, συχνά ανεπίτρεπτες λογικά και ηθικά, λέει ο ίδιος. Η Κουπέλα είναι ένας λόφος στη Μαλακοπή Θεσσαλονίκης, όπου το Φεβρουάριο του 1978 βρίσκεται νεκρή η δασκάλα Δομένικα Φραντζή, ενώ ένας μαθητής της αναλαμβάνει να διηγηθεί στους αναγνώστες την περίεργη ιστορία της.

 

Ο 30χρονος συγγραφέας εξηγεί πως ήθελε το όλο σχήμα να λειτουργεί όπως τα Ευαγγέλια, όπου τέσσερις μαθητές γράφουν τέσσερις συγκλίνουσες αφηγήσεις για το δάσκαλό τους. Το σημαντικό για μένα ήταν να πεις μια ιστορία σαν μαθητής κι αυτή η ιστορία να είναι του δασκάλου σου κι έτσι το κεντρικό θέμα του βιβλίου, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο, είναι η μαθητεία. Από την άλλη, η Δομένικα Φραντζή επιλέγει τη ζωή της, παρόλο που αυτή είναι προδιαγεγραμμένη. Μ ενδιέφερε κι αυτό, πώς δηλαδή κάνει επιλογές κανείς στη ζωή του, παρόλο που γνωρίζει ότι είναι καταδικασμένος.

 

Ο Τριαρίδης προβάλλει την ιστορία του στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι με τρόπο κάθε άλλο παρά διδακτικό. Απεναντίας: δεν είναι λίγες οι φορές που η αφήγησή του απλώνεται σε πεδία υπερβατικά και οι ποιητικές, μαγικές, στιγμές καθορίζουν χαρακτήρες, καταστάσεις κι εξελίξεις. Άλλο ένα δείγμα μαγικού ρεαλισμού; Αν μαγικός ρεαλισμός είναι αυτό που γράφει ο Μαρκές, έχω να πω ότι τον διάβασα στην εφηβεία μου και μου άλλαξε τον κόσμο μέσα μου. Όταν ξεκινάς, όμως, να γράψεις μια ιστορία, σε ενδιαφέρει αυτή και είναι αδιανόητο, για μένα τουλάχιστον, προτού την γράψεις να επιλέξεις μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία. Ήθελα να γράψω μια ιστορία, επέλεξα μια φόρμα, αλλά δεν προσδιόρισα τίποτα, τονίζει ο συγγραφέας.

 

Ωστόσο, φαίνεται να γνωρίζει ιδιαίτερα αυτά τα μονοπάτια της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας και σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι ο όρος μαγικός ρεαλισμός επινοήθηκε από τους Δυτικοευρωπαίους κριτικούς λογοτεχνίας για να κατηγοριοποιήσουν μια σειρά συγγραφέων, μετά από την επιτυχία του Εκατό χρόνια μοναξιάς του Μαρκές. Δεν είναι, όμως, όλοι το ίδιο. Δεν είναι το ίδιο ο Λιόσα, ο Αμάντο και ο Μαρκές, σημειώνει ο Θανάσης Τριαρίδης.

 

Ο αναγνώστης του βιβλίου παρασύρεται σχεδόν αμέσως από το κλίμα της ιστορίας, την ακολουθεί σαν όλα αυτά να του είναι οικεία, να τον αφορούν, να τα έχει ζήσει και ο ίδιος. Στο βιβλίο η πρωταγωνίστρια είναι βέβαιη πως πλασμένη με τα υλικά του Διαβόλου. Η Δομένικα Φραντζή ερχεται αντιμέτωπη με ολόκληρη την ηθική δομή του κόσμου με το ότι ζούμε κατασκευάζοντας ηθικά σκιάχτρα για το καλό και το κακό: τον Θεό, τον Διάβολο... Μα φυσικά Διάβολος δεν υπάρχει, όπως άλλωστε δεν υπάρχει και Θεός: υπάρχει ο βαθύτατος εαυτός μας που χρειάζεται έναν διάβολο για να του αποδίδει τη σκοτεινιά του που κουβαλάει. Ωστόσο οι άνθρωποι κάποτε έχουν την επιλογή να αρνηθούν την ερμηνεία του εαυτού τους μέσα από ηθικά σκιάχτρα Ή έστω, έχουν τη δυνατότητα να αγωνιστούν για να αποκτήσουν τούτη την επιλογή.

 

Σ αυτό το πλαίσιο, ίσως παρατηρήσει κανείς πως κανείς από τους ήρωες δεν είναι αυτό που θα λέγαμε κακός χαρακτήρας, παρά τις όποιες πράξεις του. Δεν πιστεύω ότι η αγάπη, το μίσος, η πίστη, η φιλία, ο έρωτας, αφορούν μόνο τους κάποιους καλούς, ισχυρίζεται ο Τριαρίδης και συμπληρώνει: Αυτοί οι καλοί είναι η ντελάληδες μιας νέας φρίκης Πιστεύω ότι η ζωή και η τέχνη είναι πέρα από την ηθική κατασκευή του καλού και του κακού πως είναι ένας υπέροχος βάλτος όπου τα σώματα βουλιάζουν δίχως να μπορούν να ξεχωρίσουν τα ηθικά πρόσημα. Εξάλλου υποψιάζομαι το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος, αλλά η αδιαφορία. Αυτή είναι για μένα μια εκδοχή του τρόμου, του διαβόλου, αν θέλετε: ένας κόσμος με ελεγχόμενη αγάπη, δίχως τις φοβερές παρεκτοπές της, δίχως την σκοτεινιά των ανθρώπων... Αυτό θα έμοιαζε πολύ με τον χριστιανικό Παράδεισο μια εικόνα απαίσια για τα μάτια μου

 

Ο Τριαρίδης έγραφε το βιβλίο επί τέσσερα χρόνια χρησιμοποιώντας σχεδιαγράμματα επί σχεδιαγραμμάτων και, όπως λέει ο ίδιος, περιορίστηκε γιατί τα πραγματικά συναισθήματα είναι πολύ πιο δυνατά από τη γραπτή αποτύπωσή τους. Επιπλέον είχε στο μυαλό του να γράψει ένα βιβλίο για τον κάθε ήρωα, κι έτσι η παρουσία του καθένα παραπέμπει σε άλλα μελλοντικά (;) βιβλία.

 

Έτσι κι αλλιώς, ο Θανάσης Τριαρίδης έχει παρελθόν στα λογοτεχνικά πράγματα. Για τρία χρόνια (1990-1992) εξέδιδε μαζί με το Γιάννη Κοτσιφό το λογοτεχνικό περιοδικό Ποταμόπλοια, το οποίο φιλοξένησε, μεταξύ άλλων, μερικές υπέροχες μεταφράσεις. Όσο για την απήχηση του βιβλίου του, ο Θανάσης Τριαρίδης, επιμένει πως μετριέται όχι από το πόσοι το διαβάζουν αλλά από το πόσους σημαδεύει Και δηλώνει σεμνά ότι μάλλον δεν έχει καταφέρει τίποτα όταν ξέρει ότι υπάρχουν τόσα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όσο πιο μεγάλο είναι ένα βιβλίο, τόσο πιο έντονο είναι το σήμα του καθώς ξεμακραίνει μέσα στο χρόνο Το δικό μου, όσο απομακρύνομαι από αυτό, δε νομίζω πως εκπέμπει τόσο δυνατά. Έτσι εξηγείται το ήθος του βιβλίου

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος της Κυριακής, στις 19-3-2000.)

 

 

 

  *****

 

 

Γιώργος Πετρόπουλος

 

[Βιβλιοπαρουσιάση]

 

Θανάσης Τριαρίδης, Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1999.

 

Ένα ακόμη υπερβατικό και παραψυχολογικό μυθιστόρημα είναι κι αυτό του Θανάση Τριαρίδη που επιγράφεται Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα. Δημιούργημα μιας γόνιμης φαντασίας με πληθωρικό ταλέντο και ευρηματικότητα το μυθιστόρημα αυτό θα έγραφα ότι αποτελεί ένα πραγματικό θρίλερ με εξαίσιο λογοτεχνικό τρόπο γραφής που κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι και την τελευταία σελίδα. Και σ αυτό ο Θανάσης Τριαρίδης αποδεικνύεται πραγματικός μάστορας. Το κλίμα μυστηρίου, ο ζόφος, η δράση και εν γένει ο παράξενος, μα και τόσο ελκυστικός μύθος, καθιστούν το παρόν έργο πρωτοποριακό για την ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα, που δεν φημίζεται και για την πληθώρα αναλόγων πονημάτων. Αυτό, αν και είναι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέως, είναι κάτι παραπάνω από ένα θετικό δείγμα γραφής.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 110, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2000.)

 

 

 

*****

 

 

Ισίδωρος Ζουργός

 

[Κριτική βιβλίου]

 

Θανάσης Τριαρίδης, Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, Εκδόσεις Πατάκη, 2000.

 

 

Θα ήταν πολύ δύσκολο να δώσει κανείς έστω και μια περιληπτική έκθεση των γεγονότων του βιβλίου, άλλωστε και το ίδιο το εκτενές οπισθόφυλλό του ουσιαστικά παραιτείται απ αυτό το ρόλο, γιατί από ένα σημείο και μετά προτιμά να δώσει το στίγμα χρησιμοποιώντας απομονωμένες λέξεις-ψηφίδες, που μπορούν να γνωρίσουν στον αναγνώστη περισσότερο την ατμόσφαιρα ως μωσαϊκό και λιγότερο τα γεγονότα. Μια επιγραμματική αναφορά στο περιεχόμενο θα μπορούσε να είναι η εξής: Μία νέα δασκάλα, η Δομένικα Φραντζή, βρίσκεται δολοφονημένη στο λόφο της Κουπέλας. Χρόνια αργότερα ένας απ τους μαθητές της γράφει την ιστορία της. Η χρονική παράθεση των γεγονότων είναι αντίστροφη. Το βιβλίο ξεκινάει απ τη στιγμή της ανακάλυψης ενός πτώματος και η αφήγηση είναι μόνιμα στραμμένη στο παρελθόν καθώς ξετυλίγεται ο μίτος γεγονότων και προσώπων. Μ αυτή την αναδρομή υποστυλώνεται ουσιαστικά η πορεία της μοίρας της Δομένικας, που κορυφώνεται δραματικά τη στιγμή του θανάτου της. Ποιοι λόγοι κρύβονται πίσω απ αυτή τη δολοφονία; Ένα σχέδιο κυριαρχίας του κόσμου, ένα καραβάνι λεπρών, στοιχειωμένοι έρωτες, κατάρες, μάγισσες, μητροκτονίες, ο ίδιος ο διάβολος

 

Είναι το πρώτο βιβλίο του Θανάση Τριαρίδη, όπως πληροφορούμαστε απ το σύντομο βιογραφικό του, και είναι πραγματικά ένα πολύ δύσκολο στοίχημα. Πέρα από την έκταση του βιβλίου που δημιουργεί αυτονόητα προβλήματα, κυρίως ελέγχου του συγγραφέα στο υλικό του, γίνεται η εισαγωγή ενός είδους λόγου του οποίου η πιθανή ταυτότητα να είναι ο μαγικός ρεαλισμός. Η μόνιμη συνύπαρξη πραγματικού και φανταστικού κόσμου και η απίστευτη όσμωση ανάμεσα σε γεγονότα μιας διακριτικής καθημερινότητας από τη μια και ενός μυθικού τοπίου (ίσως και λίγο γοτθικού) από την άλλη, δομημένου σε αρχέγονες δοξασίες για το κακό και τη μοίρα, είναι βασικό χαρακτηριστικό και του λόγου αλλά και του τρόπου δράσης όλων των σελίδων.

 

Θα μπορούσαμε να προσμετρήσουμε στα θετικά του βιβλίου την πλοκή του, την πυροδότηση μιας εκρηκτικής φαντασίας και το λόγο, που πολλές φορές μεταστοιχειώνεται σε καθαρή ποίηση. Υπάρχει όμως κάποιο πεδίο του μυθιστορηματικού χώρου στο οποίο θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σταθούμε. Πρόκειται για εκείνη τη γοητευτική καταγραφή της σχέσης μαθητείας ανάμεσα στην κυρία Δομένικα και στους μικρούς μαθητές της. Αν και ο συγγραφέας παίζει μονίμως ακόμα και με τις στοιχειώδεις βεβαιότητες του αναγνώστη, όπως για παράδειγμα μα είναι τα παιδιά της τάξης πραγματικά παιδιά;. Παρ όλα αυτά η καθημερινή σχέση-μύηση των μαθητών με τη δασκάλα τους στη μαγεία, βλέπε στα έγκατα της ζωής, είναι απ τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου. Τα ονόματα-παρατσούκλια των παιδιών, όπως Σώτερ, Όττο, Μανόλης, Βέλιας, ο Μεγάλος Πρόδρομος, είναι πραγματικά ακροκέραμα αυτής της σύνθεσης, αυτής της εξωφρενικής σχέσης μαθητείας που μυεί από νωρίς τα παιδιά στη ζωή, στον έρωτα και στο θάνατο. Γιατί όμως μια ιστορία μαθητείας, έστω και εξωφρενική, να είναι άραγε σήμερα τόσο θελκτική στα μάτια του αναγνώστη; Ίσως γιατί σήμερα ο έρωτας του βλέμματος ανάμεσα σε ένα δάσκαλο και τους μαθητές του έχει εξοστρακιστεί και αντικατασταθεί από εκπαιδευτικά προγράμματα επακριβούς στοχοθεσίας και κλειστά μορφωτικά πακέτα. Αλλά αυτό είναι πραγματικά μια άλλη ιστορία.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικός Ίνδικτος, τεύχος 13, Μάρτιος 2001)

 

 

 

  *****

 

 

Ηρώ Βακαλοπούλου

 

Ποιος ξέρει την αλήθεια;

Πένθιμη ωδή στο ανεξήγητο φως της ζωής και του θανάτου

 

Θανάσης Τριαρίδης, Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, εκδόσεις Πατάκη, 2000.

 

 

Το πρώτο μυθιστόρημα του Θεσσαλονικιού Θανάση Τριαρίδη είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Πρώτα, γιατί δηλώνει μια ώριμα συγκροτημένη λογοτεχνική γραφή και δεύτερο γιατί, παρά το νεανικό της ηλικίας του (γεννήθηκε το 1970), καταπιάνεται με ωριμότητα με τη μεταφυσική διάσταση της ζωής και του θανάτου. Που την αντιλαμβάνεται σαν συγγραφέας και όχι σαν μελετητής. Που τη μυθοπλάθει με σκοτεινή εισβολή στη μύχια αγωνία της ύπαρξης. Με μια εισβολή στα μετερίζια του Διαβόλου.

 

Ένας παράξενος λόφος, η Κουπέλα, κρατάει το αίνιγμα που θα κληθούν να λύσουν μια ομάδα παιδιών του Δημοτικού με μυήτρια τη νεαρή δασκάλα τους Δομένικα.

 

Στον αλληγορικό αυτό μύθο ο αναγνώστης καλό είναι να μην ενεργοποιήσει τη λογική του. Ας τον πλησιάσει με αίσθημα και αίσθηση ελεύθερη, σαν ένα αλληγορικό παραμύθι, σαν μια κρυπτογραφημένη γραφή πανάρχαιου μυστηρίου.

 

Οι κώδικες της ερμηνείας του μύθου είναι απλοί, η φόρμα όμως βρίθει από εφιαλτικά σύμβολα, κατάρες, δοξασίες, προλήψεις, φαντάσματα και στοιχειά, που συνθέτουν το υπερβατικό ύφος μιας μαύρης παραβολής μεταφυσικής και παραφυσικής τάξεως, που δε δίνει περιθώρια στο χιούμορ και την παρωδία παρά μόνο στο τελικό φως.

 

Ο Θανάσης Τριαρίδης θάβει και ξεθάβει τη ζωή ξορκίζοντας τον κεντρικό της άξονα. Το ένστικτο του θανάτου.

 

Πρωταγωνιστεί η ανθρώπινη μοίρα και το ακραίο ερωτικό πάθος. Ανάμεσα σε δύο πόλους κρίνονται και ανατρέπονται κάποιες παραδοσιακές λαϊκές προκαταλήψεις και θρησκοληψίας. Βάζοντας μια ομάδα μικρών παιδιών με ανήσυχη περιέργεια να ξεδιπλώνουν το κουβάρι της πλοκής, ο συγγραφέας βυθίζει τον εαυτό του και τον αναγνώστη σε ένα τοπίο απαλλαγμένο από την πραγματικότητα της ενήλικης άμυνας απέναντι στο υπαρξιακό, ενώ ταυτόχρονα, το θέμα του αποκτάει την αθώα διάσταση νυχτερινού εφιάλτη που δεν τον συνοδεύει ο φόβος, αλλά η παρόρμηση της παιδικής απολυτότητας. Γιατί ένα παιδί δε φοβάται το θάνατο και βαδίζει ατρόμητο στα μονοπάτια της όποιας αποκάλυψης.

 

Στην περίπτωση του Θανάση Τριαρίδη το ντελίριο του έρωτα και μάλιστα σε μορφή απαγορευμένη με κατάληξη το θάνατο θα δείξει στα παιδιά το κρυφό μυστικό της ανεξάρτητης ζωής. Θα τους το δείξει σκληρά και χωρίς φτιασιδώματα, όπως αρμόζει σε άντρες. Η επιλογή του καλού και του κακού, η αναγκαία συνειδητοποίηση της μηδενιστικής φρίκης, η κλειστή υποκειμενικότητα του δικαιώματος στη ζωή και το θάνατο, ο φόβος για το άλλο φύλο, η μάχη για την κατάκτηση μιας ατομικής ελευθερίας, ο αγώνας για την πνευματική πάταξη των δεισιδαιμονιών, είναι πεδία ζωής που τα παιδιά οφείλουν να κερδίσουν με το σπαθί τους μέσα από τη γνώση.

 

Η φαντασία των μικρών παιδιών ενωμένη με το μείγμα ονειροφαντασίας και πραγματικότητα που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα, η μετάβαση από ένα σχεδόν λυρικό πανθεϊσμό στη θριλερική μαυρίλα της εμμονής του θανάτου, το σύμπλοκο πίστης και απιστίας στη μορφή του παπα Λεπ Ταιρ, τα αέρινα ψυχανεμίσματα που κυκλώνουν τα παιδιά μυστηριακά, το εξολογικό στοιχείο που διαρκώς συγκρούεται με την κοινωνική πραγματικότητα, ο εφιάλτης που καθαίρεται με ποιητικές εξάρσεις, οι ενοχές που εκμηδενίζονται με σύμβολα θανάτου, οι τελετουργίες της ηδονής σε αντιπαλότητα με τις τελετουργίες της φύσης σφραγίζουν την παράξενη γοητεία αυτού του ιδιόρρυθμου, θα έλεγα, μυθιστορήματος για τα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα.

 

Ο Θανάσης Τριαρίδης καταθέτει με την πρώτη του λογοτεχνική σύνθεση ένα πληθωρικό ταλέντο και αξιόλογες μυθοπλαστικές και αφηγηματικές ικανότητες σύνθεσης.

Αυτό νομίζω πως είναι ο Θεός, ένας κοινός εφιάλτης με όποιον βρέθηκε απέναντί του, δίχως λογική και ερμηνείες. Μου μίλησαν και θα σας μιλήσουν για το Θεό που εύκολα ζωγραφίζεται μ ένα σταυρό, μ ένα μαστίγιο, μ ένα μαχαίρι, για ένα Θεό που δίνει και παίρνει πίσω ό,τι έδωσε, για ένα Θεό που κρίνει και πληρώνει και θανατώνει και σημαδεύει, για το Θεό που συντρίβει, για τους πονηρούς όφεις, που προσφέρει το έλεος με ζυγαριά. Μην τους πιστέψετε αν σας μιλήσουν για τούτο το θεό, θα σας λένε ψέματα, θα σας μιλούν τα εντόσθια του στομαχιού τους και όχι η γλώσσα τους. Γιατί ο Θεός της τελικής κρίσης είναι ένα ποτήρι με φαρμάκι Θεός είναι να φιλάς στο στόμα τα πιο φαρμακερά φίδια. Θεός είναι να δακρύζεις για όσους χάθηκαν δίχως να ξέρεις τις λεπτομέρειες, να δακρύζεις για ό,τι χάθηκε ακόμη και για τούτες τις μαργαρίτες που αύριο θα χαθούν. Το κάθε φιλί το βαραίνει όλο το αίμα της ιστορίας. Η κάθε συνάντησή μας προετοιμάστηκε μέσα στους αιώνες από εφιαλτικούς λαβύρινθους, φρίκες, πολέμους, επαναστάσεις, αφανισμούς φυλών και πολιτισμών, από λογής εκατόμβες κι αμέτρητες δολοφονίες. Αν όλη η ιστορία του κόσμου είναι ένα αυλάκι φρίκης για να συναντηθούμε, θα ταν χίλιες φορές κρίμα να μη φιληθούμε.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fix Carre, τεύχος 569, 26-4-2001.)

 

 

 

*****

 

 

Θανάσης Γεωργιάδης

 

[Τι ξεχώρισα]

 

 

[...]

 

Εντύπωση μου έκαναν τα εν πολλοίς αλληλένδετα διηγήματα της Στέλας Βογιατζόγλου Περνώντας βιαστικά ανάμεσά τους στον Κέδρο, με την σύνθετη πλοκή τους (και τη φανερή μαστοριά της συγγραφέας τους) αλλά και το μυθιστόρημα του Θανάση Τριαρίδη Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, στην εκδόσεις Πατάκη λόγος ποιητικός το διακρίνει και το διαπνέει, εξηρμένος διαρκώς ως την τελευταία σελίδα του, συνιστώντας ένα βιβλίο ευλαβές εν κρυπτώ και καταγγελία-καταδίκη συνάμα του μονίμως ενεδρεύοντως κακού.

 

[...]

 

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Πανσέληνος της Μακεδονίας της Κυριακής, στις 24-12-2000.)

 

 

 

  *****

 

 

Βαγγέλης Αθανασόπουλος

 

[Από το σκεπτικό της πρότασης για τα βραβεία του περιοδικού Διαβάζω]

 

 

Τρεις είναι οι συγγραφείς που με την πρώτη τους εμφάνιση δίνουν ένα πολύ δυναμικό παρών: Ο Βαγγέλης Χατζηγιανίδης με τους Τέσσερις τοίχους, ο Θανάσης Τριαρίδης με το Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα και η Βασιλική Κάππα με τη Δίαιτα της Ύαινας.

 

Ο Θ. Τριαρίδης δένει ένα μυθιστόρημα που συνδιάζει τον λυρικό αισθητισμό, την αφέλεια του παραμυθιού, την υπερβολή του αισθητισμού, το άνθος της νοσηρότητας με το βαρύ άρωμά του. Επιχειρεί μια αποδόμηση των παραμυθιών ανάλογη με εκείνη της Carter: δεν αποδομεί τα παραμύθια όπως η αγγλίδα συγγραφέας, αλλά κορφολογάει από τη μυστηριακή γοητεία τους περισσότερο μαγεμένος παρά μαγικός. Μεθυσμένος από την ηδονή του αισθησιακού αφανισμού, γητεμένος από ένα είδωλο αισθησιασμού και διαφθοράς, μαγεμένος από ένα φάσμα γυναικείας ομορφιάς που συνδιάζει σε ακαταμάχητη αναλογία της γοητεία του σωματικού κάλλους με εκείνη της σωματικής αναίρεσης, κάνει μια πρόζα που δεν στοχεύει σε έναν μετασμοντερνισμό τύπου Carter, αλλά προς την υπερβολή της έκφρασης του αισθητισμού. Μέσα στον Άνεμο ακούγεται η ηχώ από τον Πέδρο Κάζας του Κόντογλου (και μέσω αυτού ο Πόε), από την Αιολική γη του Ηλία Βενέζη, την Eroica του Κοσμά Πολίτη, το Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη, τον Παλαιό των Ημερών του Παύλου Μάτεση.

 

[...]

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιδικό Διαβάζω, τεύχος 423, Νοέμβριος 2001)

 

 

 

 

  *****

 

 

Άννα Πατάκη

 

Συνέντευξη στην ιστοσελίδα του www.greekbooks.gr

 

 

[...]

 

Πώς διακρίνεται ένα νέο συγγραφικό ταλέντο, έχει χαρακτηριστικά;

 

Νομίζω ότι το καταλαβαίνει κανείς, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν συγγραφείς οι οποίοι μπορούν να χτίσουν μια ιστορία με καλή δομή, από την άλλη η γλώσσα μπορεί να μην είναι πολύ δουλεμένη. Υπάρχουν ωστόσο άλλοι οι οποίοι σε εκπλήσουν με το πόσο ώριμη είναι η γλώσσα και με το πόσο καλά μπορούν να την χειριστούν και να της δώσουνε πολλές διαστάσεις. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν το βιβλίο του Θανάση Τριαρίδη. Όταν το διάβασα, ξέχασα πως ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα, έχει μια τρομερή γνώση στο πως να χειρίζεται τη γλώσσα.

 

[]

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα του www.greekbooks.gr τον Ιούνιο του 2001 http://www.greekbooks.gr/TONOS/interviews/annapataki.asp)

 

 

 

*****

 

 

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου

 

Έκπληξη και συγκίνηση

[Από τα βιβλία που ξεχώρισα]

 

 

Θα σταθώ στα βιβλία που μου πρόσφεραν χαρά, έκπληξη, συγκίνηση. [...] Τη χαρά της ανάγνωσης μου έδωσε το μυθιστόρημα της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου Οι δεξιώσεις και την χαρά της έκπληξης μου προσέφερε το μυθιστόρημα του νέου Θεσσαλονικιού Θανάση Τριαρίδη Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα από τις Εκδόσεις Πατάκη. [...]

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα, στις 10-12-2001-http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20011210&nid=4210974)

 

 

 

*****

 

 

 Γιάννης Ν. Παρίσης

 

Μαγικός ρεαλισμός

Λήμμα στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, συλ. εργ. Εκδόσεις Πατάκη,

 

 

[] Δυνατά στοιχεία από τον μαγικό ρεαλισμό μπορούν να ανιχνευτούν στην πρόσφατη νεοελληνική πεζογραφική παραγωγή (πχ. Στο Σοφό Παδί του Χ.Α. Χωμενίδη ή στον Πυρετό του Μ. Δήμου). Μια πιο επιτυχημένη εκμετάλλευση τέτοιου είδους φανταστικών και φαντασιακών στοιχείων επάνω σε ρεαλιστικό ιστό αποτελούν τα μυθιστορήματα Ο υπνοβάτης της Μαργαρίτας *Καραπάνου, το Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας *Ζατέλη, και το Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα του Θανάση *Τριαρίδη.

 

 

(Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Πατάκη, 2007, σελ. 1301)

 

 

 

*****

 

 

Σταυρούλα Σκαλίδη

 

Καλοκαίρι μεσημεριού

 

http://stavroulascalidi.blogspot.com/2009/07/blog-post_3923.html

 

 

Η αγαπημένη μου ώρα για διάβασμα, αν υπάρχει κάτι τέτοιο πια, είναι τα μεσημέρια του καλοκαιριού. Από παιδί. Στην πορεία ρύθμισα το βιολογικό μου ρολόι έτσι, ώστε και στην ενήλικη ζωή μου να ξαγρυπνώ τα μεσημέρια, δουλεύοντας, δηλαδή διαβάζοντας και γράφοντας. Το παιδικό όνειρο έγινε μεν πραγματικότητα, αλλά δεν εξαντλήθηκε. Έτσι, τα μεσημέρια που μου μένουν για ύπνο και πραγματικά όλοι κοιμούνται με τον καύσωνα ή τα κλιματιστικά να τους αδρανούν, εγώ συνεχίζω να διαβάζω.

 

Πριν δυο καλοκαίρια, στοίχειωσε τα μεσημέρια μου, αλλά και τα βράδια μου, ένα μυθιστόρημα, με τον τίτλο "Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα." Του Θανάση Τριαρίδη. Σε σημείο που μάζεψα τα πράγματά μου από το σπίτι που παραθέριζα, ένα διασωσμένο από το γκρέμισμα του χρόνου-αναπαλαιωμένο ιδιωτικό παλατάκι, κατά τη γνώμη μου, σε μια παλιά πόλη, γεμάτο μνήμες στους φαρδείς τοίχους του και στα ξύλινα πατώματά του που έτριζαν και μόνο με τον άνεμο, κι έφυγα. Σε μεγάλο βαθμό, λόγω του βιβλίου. Με υπέβαλε τόσο στην ατμόσφαιρά του το βιβλίο που ο μαγικός ρεαλισμός του με χτύπησε σαν ρεύμα. Και χρειαζόμουν γείωση επειγόντως. Το "μαγικό" σπίτι δεν την διέθετε και πήγα κάπου πιο πεζά να ολοκληρώσω και το βιβλίο και τις διακοπές μου.

 

Το προτείνω σε όλους εκείνους που ξεμεσημεριάζουν ξαγρυπνώντας, με μόνη ενόχλησή τους τα τζιτζίκια και τους γύφτους απ' τα μεγάφωνα που διαλαλούν τις γλάστρες και τα καρπούζια τους. Καλό μεσημέρι.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στις 26-6-2009, στο blog της Σ. Σ. http://stavroulascalidi.blogspot.com/2009/07/blog-post_3923.html)

 

 

 

*****

 

 

Σταυρούλα Σκαλίδη

 

Η κερδισμένη άνοιξη και η συνάντηση με το κρίμα

 

http://stavroulascalidi.blogspot.com/2010/01/blog-post.html

 

 

"...Σαν ένιωσα την αφή του κρύου ξύλου επάνω στο τρυφερό μου στέρνο, έξαφνα κατάλαβα πόσο, μα πόσο μεγάλη απελπισία χρειάζεται για να θερμάνεις μια ξύλινη καρδιά, να την κάνεις να μαλακώσει, να φουσκώσει με το αίμα και να πάλλεται στο γνώριμο ρυθμό της, κι έπειτα να πονέσει, όπως πονά η καρδιά του κάθε ανθρώπου... θα πρέπει να έχεις φτάσει στο μη περαιτέρω, εκεί όπου το λογικό, η θέληση, η πίστη δεν έχουν καμιά δύναμη και μόνη σου ελπίδα πια είναι η μαυρίλα ολόγυρά σου, η μοναξιά του λυσσασμένου σκύλου, η γαλήνη στις ρυτίδες των δολοφόνων* μόνο τότε ξεριζώνεις την καρδιά σου και τη μοιράζεις, όπως εκείνος, και στη θέση της βάζεις ένα ξερό κούτσουρο...".

 

Το βιβλίο το είχα διαβάσει δύο καλοκαίρια πίσω. Με είχε υποβάλει τόσο η ατμόσφαιρά του, με είχε ρουφήξει ο φόβος που ανέδυε -ο αρχέγονος φόβος που δεν τελειώνει ποτέ στη ζωή μας- τόσο που έχασα πτυχές του. Τις βρήκα τώρα που ήμουν και πιο ώριμη να καταλάβω πέντε πράγματα παραπάνω. Για μένα."...τα λόγια είναι ένας τρόπος παράφρασης της μικρής ασήμαντης αλήθειaς μας...". H επανακυκλοφορία του βιβλίου σε αναθεωρημένη μορφή από τις εκδόσεις δήγμα, εγχείρημα του ίδιου του συγγραφέα απολύτως επιτυχημένο αισθητικά κατά τη γνώμη μου, στάθηκε αφορμή να το ξαναδιαβάσω.

 

Οι φίλοι μου, και ιδίως οι λογοτεχνικοί, με έχουν ακούσει να μιλάω πολλές φορές με ενθουσιασμό   για το μυθιστόρημα "Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα". Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2000 από τις εκδόσεις Πατάκη. Κλείνοντας η δεκαετία, θα έλεγα ότι ήταν ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας. Ανεπιφύλακτα.

 

Στις γραμμές του εγώ διάβασα μια αλληγορία για τη λογοτεχνία και τη ζωή, την επιθυμία και την κάπως ξεχασμένη πια λαχτάρα. Για την αποτυχία και τη ματαιότητα. Για την κερδισμένη άνοιξη που υπόσχεται το παρόν. Για τη συνάντηση με τα πιο προσωπικά κρίματα του καθενός. Από ένα ματαιωμένο έρωτα μέχρι μια εντελώς ανώφελη ζωή. "Οι λέξεις είναι μια χυδαία απάτη". Δεν θα πω την ιστορία. Δεν έχει καμιά σημασία άλλωστε, ένα πρόσχημα είναι για να στηριχθούν οι πολλαπλές επιστρώσεις της αφήγησης. Αν και η πλοκή είναι το πρώτο ικανό επίπεδο για να κρατήσει τον αναγνώστη. Και τον μαγεύει. Με αγριότητα και γλυκύτητα. Αναταράζοντας τα δεδομένα.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στις 12-1-2010, στο blog της Σ. Σ. http://stavroulascalidi.blogspot.com/2010/01/blog-post.html)

 

 

 

*****

 

 

Μάρη Θεοδοσοπούλου

 

Στάσεις

 

Εκ Θεσσαλονίκης

 

http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4380

 

 

Το 1989, ένας κύκλος συγγραφέων της Θεσσαλονίκης είχαν δημιουργήσει τις εκδόσεις Χειρόγραφα, για να εκδίδουν τα δικά τους βιβλία ιδίοις αναλώμασιν. Δεν άντεξαν για πολύ. Αν δεν σφάλλουμε δεν θα πρέπει να κυκλοφόρησαν περισσότερα από δέκα βιβλία. Καλαίσθητα, ομοιόμορφα τομίδια, λευκά, με τετράγωνη ετικέτα, που έφερε κάποιο σχέδιο ή ζωγραφικό πίνακα. Την τυπογραφική και καλλιτεχνική επιμέλεια είχε αναλάβει ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, που φιλοτεχνούσε, κατά κανόνα, και το σχέδιο εξωφύλλου. Τα περισσότερα βιβλία των Χειρογράφων ήταν ποιητικά. Ανάμεσα στα πρώτα, συναντάμε και ένα σύντομο δοκίμιο του Βύρωνα Λεοντάρη (Γραφή και βιβλίο). Τότε παρατηρούσαμε ότι δείχνει σαν μανιφέστο ολόκληρης της εκδοτικής ομάδας. Ο Λεοντάρης διαπίστωνε την έκπτωση του βιβλίου σε εμπόρευμα και θύμιζε κάποιες παραγκωνισμένες, ήδη από τότε, αλήθειες: Ο συγγραφέας εμπιστεύεται το βιβλίο του στον αναγνώστη, που αναζητά και βρίσκει. Δεν το δημοσιοποιεί σε ένα αναγνωστικό κοινό, που μάλλον οχλαγωγία προκαλεί, με μοναδικό σκοπό την κατανάλωση. Ακόμη, πρότεινε επιστροφή σε παλαιότερες εκδοτικές συνήθειες, που έδειχναν ασκητικές ήδη πριν μια εικοσαετία.

 

Μιας μορφής συνέχεια εκείνου του εγχειρήματος παρουσιάστηκε πρόσφατα. Πρόκειται για τον νεότευκτο εκδοτικό οίκο, Δήγμα, και πάλι, εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενο. Δυο νεότεροι συγγραφείς, ο Κυριάκος Αθανασιάδης και ο Θανάσης Τριαρίδης, ιδρύουν έναν εκδοτικό οίκο για να συγκεντρώσουν σε στερεοτυπικές εκδόσεις, όπως αναγράφεται στο δελτίο Τύπου, τα βιβλία τους. Οι ίδιοι δικαιολογούν το εγχείρημά τους ως μια προσπάθεια αυτόνομης παρουσίας μέσα σε μια εκδοτική πραγματικότητα, μια βιβλιοπαραγωγή που με το (προσχηματικό ή πραγματικό) επιχείρημα της αναλογίας κόστους-κέρδους αποκλείει εκφραστικές απόπειρες που δεν απευθύνονται στο προ-κατασκευασμένο αναγνωστικό κοινό. Ταυτόχρονα, δηλώνουν πως έχουν κουραστεί από τις απαίσιες λέξεις βιβλιοπαραγωγή, αναγνωστικό κοινό, αγορά, αναλογία κόστους-κέρδους. Γι αυτό, και ως μεγάλα παιδιά πια, διεκδικούν το δικαίωμά τους όχι μόνο να μην τις προφέρουν (που, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν το έκαναν), αλλά και να μην τις ακούν. Το κείμενο του Δελτίου Τύπου δείχνει ότι έχουν πλήρη επίγνωση των σημερινών, μεταβατικών καιρών, αφού τα βιβλία του καινούριου εκδοτικού οίκου κυκλοφορούν ελεύθερα από κάθε πνευματικό δικαίωμα, καθώς, έτσι κι αλλιώς, πιστεύουν πως η έννοια των συγγραφικών δικαιωμάτων σε μια δεκαετία θα είναι μια παλιά μπούρδα

 

Κατά τα άλλα, καλά κάνουν και φροντίζουν να αναδείξουν τα βιβλία τους, δεδομένου ότι πρόκειται για δυο συγγραφείς, που δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής. Παρά την αντίθετη εντύπωση, που δημιουργούν τα αποσπάσματα από την κριτική υποδοχή των βιβλίων τους, που παρατίθενται στα αυτάκια των δυο πρώτων βιβλίων, διαπλατυσμένα, ειδικά για την περίσταση, στο εύρος σελίδας. Παρεμπιπτόντως, καλό θα ήταν, αφού τα εν λόγω αποσπάσματα παρατάσσονται κατά χρονολογική σειρά δημοσίευσης των κριτικών, αυτή να ακολουθείται απαρέγκλιτα και ανεξάρτητα από την θέση που κατέχει ένας βιβλιοκριτικός στην καρδιά του συγγραφέα ή στο κοινωνικό κατεστημένο.

 

Να θυμίσουμε ότι οι δυο συγγραφείς είναι Θεσσαλονικείς και ότι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές. Ο μεγαλύτερος, Κυριάκος Αθανασιάδης, γεννήθηκε το 1963 και πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τις Ιστορίες υπερβολής, το 1987. Ενώ, ο νεότερος, Θανάσης Τριαρίδης, γεννήθηκε το 1970 και πρωτοεμφανίστηκε το 2000. Συμπτωματικά, είναι ο πρώτος πρωτοεμφανιζόμενος που παρουσιάσαμε στις αρχές εκείνου του έτους, στις 27.2.2000, και συνεπώς, ο πρώτος του καινούριου αιώνα. Εκείνη τη χρονιά, το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω απονεμήθηκε στον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, επίσης Βορειοελλαδίτη και τρία χρόνια μεγαλύτερο, τον οποίο δεν συστήναμε με την ίδια θερμότητα.

 

Τα δυο πρώτα βιβλία των εκδόσεων είναι: Κακορραφίες το έπος του Αθανασιάδη, όπου, σύμφωνα με το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα, συγκεντρώνονται 28 ιστορίες, που γράφτηκαν στην Αθήνα κατά την τελευταία εικοσαετία (εκ παραδρομής αναφέρεται η περίοδος, 1998-2008). Κάποιες από αυτές δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά ή συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες, κάποιες άλλες δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Οι παραπομπές στις πρώτες δημοσιεύσεις παραλείπονται. Τελευταία, όλο και συχνότερα, στις συλλογές διηγημάτων δεν αναφέρονται οι πρώτες δημοσιεύσεις. Πρόσφατα παραδείγματα είναι οι συλλογές του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και του Ανδρέα Μήτσου. Βρίσκουμε άστοχη την παράλειψη, όταν, μάλιστα, ορισμένα διηγήματα καθορίζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από το έντυπο της πρώτης δημοσίευσής τους. Συχνά, μάλιστα, αποτελούν παραγγελίες με προσδιορισμένο το θέμα ή και την έκταση.

 

Το δεύτερο βιβλίο είναι Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα του Τριαρίδη. Πρόκειται για την τέταρτη επανέκδοση του πρώτου μυθιστορήματός του. Όπως σημειώνει, πρόκειται για τη νέα και τελική δομή του κειμένου. Ευχόμαστε καλοτάξιδα. Ένας λόγος παραπάνω, που τα έσοδα του ενός θα χρηματοδοτεί την έκδοση του επόμενου.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ στις 24-1-2009 http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4380)

 

 

 

*****

 

 

Νατάσα Χολιβάτου

 

Ο άνεμος σφυρίζει την Κουπέλα του Θανάση Τριαρίδη, εκδόσεις δήγμα

 

Μια μαγεμένη αφήγηση που σε παρασέρνει όπως ο άνεμος τα χαρτιά κάτω από το έδαφος

 

 

Το εν λόγω μυθιστόρημα του Θανάση Τριαρίδη πρωτοκυκλοφόρησε το 2000. Η παρούσα έκδοση, με την οποία ξεκινούν οι μη κερδοσκοπικές εκδόσεις δήγμα (στην οποίες έχουμε αναφερθεί προηγούμενη φορά σε αυτήν την στήλη, όταν έγινε λόγος για το βιβλίο του Κυριάκου Αθανασιάδη Κακορραφίες Το Έπος), είναι η τέταρτη εδώ περιλαμβάνεται το τελικό κείμενο, χωρισμένο πλέον σε 66 κεφάλαια. Από το καλοκαίρι του 2009 όλο το κείμενο της Κουπέλας κυκλοφορεί και στο διαδίκτυο ελεύθερο από κάθε πνευματικό δικαίωμα. Λίγα λόγια για το βιβλίο, το οποίo συνιστά μάλλον και το γνωστότερο έργο του συγγραφέα μαζί με τα μελένια λεμόνια. Σε μια μαγική και ονειρική ατμόσφαιρα, πολύ κοντά στη σαγηνευτική δύναμη του παραμυθιού, στήνει ο Τριαρίδης το σκηνικό του για να αφηγηθεί την ιστορία της δασκάλας Δομένικας η οποία ξετυλίγει το τρομερό κουβάρι της ζωής της. Ένα ταξίδι μύησης των μαθητών σε ένα σύμπαν μαγείας και αφύπνισης του ερωτικού τους ενστίκτου. Μια ευρηματική αφήγηση στην οποία ο έρωτας, ο θάνατος, η φύση και οι αναπόφευκτοι κανόνες της έχουν κεντρικό ρόλο. Μια ιστορία για την παιδική ηλικία και την εισαγωγή συχνά βίαια στον κόσμο των ενηλίκων, μια ιστορία με γοητευτικούς, αλλόκοτους χαρακτήρες στο μεταίχμιο ενός πραγματικού και ενός φανταστικού κόσμου, τα όρια των οποίων διαρκώς ολισθαίνουν από τον έναν στον άλλον, ένας νοσηρός εφιάλτης ποιητικής στόφας που δεν μπορεί παρά να σε παρασύρει στη δίνη του.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό City Urban Living, 12/3 18/3-2010 http://www.cityportal.gr/magazine/index.asp?issue_id=120)

 

 

 

*****

 

 

[Κώστας Μωραΐτης]

 

[Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα περιοδικό (δε)κατα]

 

 

Πολυσχιδές, πολυερμήνευτο και πολυπλόκαμο θα λέγαμε ότι είναι το μυθιστόρημα-ποταμός Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα (δήγμα) του Θανάση Τριαρίδη. Στις 458 σελίδες του συναγωνίζονται ως εσχάτων ο άκρατος αισθησιασμός, η απεριόριστη φαντασία, ο μαγεμένος ρεαλισμός, αλλά και η ανόθευτη αγάπη, οι αιώνες χυμένου αίματος και τα φυλαχτά των ερωτηματικών. Η αλήθεια είναι ότι ο Τριαρίδης και με αυτό το μυθιστόρημά του φέρνει νέον άνεμο στον χώρο της ελληνικής μυθοπλασίας της οποίας χαράσσει νέους δρόμους, σκάβοντας ταυτόχρονα νέους τάφους για το παλιό, πολυφορεμένο ελληνικό μυθιστόρημα.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατά, τεύχος 21ο, άνοιξη 2010, στη στήλη πνάδες, σελ 208)

 

 

 

 

*****

 

 

Μαρία Τοπάλη

 

Ο ιδιότυπος ουμανισμός του Τριαρίδη

Ενας υπερχειλίζων ποιητής-συγγραφέας

 

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_30/05/2010_402427

 

 

Μια πετριά είναι βίαιο σχίσιμο, είναι κραυγή. Μια εκτεταμένη καταστροφή είναι σφετερισμός, έστω κι απ την ανάποδη. Και ο συγγραφέας; Ο ποιητής; Η διαφορά ανάμεσά τους; Όταν ο Θεσσαλονικιός Θανάσης Τριαρίδης (1970) εκτίθεται σε ποιήματα περιορισμένης έκτασης που ελλειπτικά, καλοκουρδισμένα, αφηγούνται συγκεκριμένες ιστορίες (Ich bebe - όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ άλογα, 2007), υπηρετεί ένα στόχο πολιτικό (κάπως να σπάσεις τη μούγγα σου) χωρίς να σύρεται πίσω από αυτόν. Οταν, στην πρώτη του εμφάνιση, μας έδινε με το Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα (2000) ένα μυθιστόρημα υψηλής πρωτοτυπίας, ιδιότυπου μαγικού ρεαλισμού και ενός αφηγηματικού θάρρους που εμπιστευόταν εξίσου το θερμό βορειοελλαδίτικο ιδίωμα όπως και το θράσος της σάρκας, είχαμε κάθε λόγο να χαιρετίσουμε το καινούριο στη γέννησή του.

 

Φανταστείτε τώρα έναν έφηβο σε παράκρουση, να κατεβαίνει τον δρόμο σπάζοντας. Μια βιτρίνα, δυο, τρεις - γιατί συνεχίζει; Ο ίδιος βυθίζεται, ίσως, ολοένα και βαθύτερα στην άβυσσο του εαυτού του. Δεν βλέπει πια ότι τον βλέπουν. Ο παρατηρητής όμως (ο αναγνώστης) υπάρχει πάντοτε. Και η ανάγνωσή του θα διαφέρει, βεβαίως, ανάλογα με τον αν έχει μπροστά του μια βιτρίνα σπασμένη ή έναν ολόκληρο δρόμο με καταστήματα καμένα και σμπαραλιασμένα. Στην πρώτη περίπτωση θα έχουμε παρέμβαση στον χώρο (μιλώντας με όρους εικαστικούς). Στη δεύτερη μιαν ογκώδη εγκατάσταση - ενώ ο δράστης αναλαμβάνει εκών-άκων ρόλο ιστορικό (στους συγγραφείς μπορεί, τότε, να γίνει λόγος και για μανιέρα). Έτσι, με κάθε του αράδα, πεζολογική ή ποιητική (όλα τα κείμενά του, των παλαιότερων βιβλίων του συμπεριλαμβανομένων, διατίθενται πλέον ελεύθερα στην ιστοσελίδα του) ο Τριαρίδης επιτίθεται, πλέον, και οργιάζει.

 

Πορνογραφεί με θρησκευτική προσήλωση και αντικληρικό μένος: στα μελένια λεμόνια (2005) προτείνει μιαν ανασκευασμένη Καινή Διαθήκη με την ερωτική ηδονή στο επίκεντρο. Παρά τον φαινομενικό ευδαιμονισμό του επαγγέλλεται έναν ιδιότυπο νιτσεϊκό ουμανισμό. Ποιήματα, αφηγήματα, δοκιμιακά σχόλια, ανασκευές μύθων αγωνιούν μέσα από χείμαρρους λέξεων να στρατευθούν: να καταγγείλουν, να σοκάρουν, να αποκαλύψουν, να υμνήσουν.

 

Η ιδέα μιας σύγχρονης ελληνικής πορνογραφίας είναι, πράγματι, ελκυστική. Όταν την ελέγχει και την πλάθει, όταν τη μεταγγίζει προσεχτικά σε λογοτεχνικές φόρμες που δονούνται κι αναπλάθονται χάρη στη μετάγγιση (Κουπέλα, Ich bebe), η γραφή του είναι δραστική. Όταν ξεφεύγει και επαναλαμβάνεται, όταν η εμμονή κυριεύει τη γραφή, η γραφή ηττάται. Μπορεί να στέκει ακόμη το αίτημα (αντίθεση στον εθνικισμό και τον ρατσισμό, διαρκής ηδονή, ελεύθερος έρωτας), αυτό είναι άλλη συζήτηση. Η γραφή όμως του Τριαρίδη, που στην ελλειπτική, στη δομημένη εκδοχή της υπηρετεί καλά όλους τους αφέντες (σχίζει τη σιωπή, σπάει τη μούγγα, όπως ο ίδιος το ζητά), πνίγεται μέσα στον εαυτό της όταν υπερχειλίζει. Όπως (θα έπρεπε να) πνίγεται κάθε αυταρχική γραφή, κάθε γραφή ποιητή-προφήτη που αναζητά υπηκόους μάλλον, παρά συνομιλητές.

 

Είναι όμορφη, συνταρακτική η αμοιβαία αποπλάνηση Εύας και Αγγέλου (Η απώλεια, 2009) - την αποπλάνηση του Αγγέλου χρησιμοποιεί άλλωστε και ο Φίλιπ Πούλμαν για να οδηγήσει σε λύση τη γνωστή Τριλογία του για μεγάλα παιδιά και εφήβους (έτσι δυο αντι-εκκλησιαστικοί συγγραφείς συναντιούνται στην αναζήτηση εικονοκλαστικών μοτίβων). Ομως η ποιητική και εξαίσια πορνογραφική αυτή στιγμή βουλιάζει στο ξεχείλισμα των άλλων δύο πολύ μετριότερων κειμένων που την περιστοιχίζουν για να συγκροτήσουν την τριλογία Ειδύλλια. Ο σκληρός και ακμαίος ερωτισμός γίνεται βαρύ και δύσπεπτο σιροπιαστό γλυκό, αδικαιολόγητη υπερπαραγωγή. Το ίδιο συμβαίνει, φοβόμαστε, με τον αντεθνικιστικό λόγο του Κόψε-κόψε (2008): λίγοι στίχοι θα ήταν δηλητηριώδεις, όπως συμβαίνει τόσες φορές στα ποιήματα του Ich bebe (το ποίημα Οι μελανιασμένες Νύμφες του ποταμού θα έπρεπε να κάνει τον γύρο της Ευρώπης, τώρα που πυκνώνουν οι συζητήσεις για το μεταναστευτικό και για τα δύσκολα ελληνικά σύνορα, το ίδιο και το Ενα μουγγό αγόρι θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία αυτά τα ποιήματα).

 

Υπάρχει άραγε κάτι που χρήζει γενικού σχολιασμού; Πρόκειται απλώς για έναν ταλαντούχο επαναστάτη συγγραφέα, που δεν τιθασεύει πάντα επαρκώς τη γραφή του; Τι γίνεται αν ο Τριαρίδης δεν υπερχειλίζει μονάχα λόγω ταμπεραμέντου ή από άποψη; Μήπως κάποια συνθήκη κοινωνική τον εξωθεί; Δεν είμαστε οπαδοί της στρατευμένης τέχνης, είναι ωστόσο βέβαιο πως δεν ανθεί μια τέτοια τέχνη σε καιρό τυχαίο. Ας ελέγξουμε, με αφορμή τις εμμονές Τριαρίδη, την Ελλάδα που μας περιβάλλει ως προς την ανεκτικότητά της στη διαφορά, στην ελευθεροστομία, στην έκφραση. Ας στοχαστούμε πάνω στην υπόθεση: τι είδους κοινωνία γεννά καλλιτέχνες που το βάζουν στα πόδια προκειμένου να μην ωριμάσουν, συγγραφείς που επιμένουν, με τα βιβλία τους, να (θέλουν να) της προκαλούν ηλεκτροσόκ

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής στις 30-05-10, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_30/05/2010_402427)

 

 

 

*****

 

 

Μάκης Πανώριος

 

Το αίνιγμα του Ανθρώπου

 

Θανάσης Τριαρίδης, Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, μυθιστόρημα,

Εκδόσεις δήγμα, Θεσσαλονίκη 2009, σελ.: 464

 

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_06/07/2010_406997

 

 

Η στρατευμένη λογοτεχνία, είναι η πλέον ύποπτη και επικίνδυνη παράμετρος της πεζογραφίας. Διότι σκοπεύει στη νοηματική, πνευματική και κοινωνικοπολιτική χειραγώγηση του ανθρώπου. Η αυθεντική δημιουργική γραφή οφείλει να σχεδιάζει το μυστήριο = Άνθρωπος και τους αναρχικούς κυματισμούς της σκέψης του. Αυτό επιχειρεί ο Θανάσης Τριαρίδης (Θεσσαλονίκη 1970), που έκανε τη θριαμβευτική του είσοδο στον χώρο της λογοτεχνίας, με το ανά χείρας μυθιστόρημα, το 2000, το παρόν είναι η τελική μορφή του. Το επαναστατικό κείμενό του απορρίπτει και την προαναφερθείσα στρατευμένη λογοτεχνία και το πομπώδες νόημά του. Ίσως επειδή πιθανώς έχει συνειδητοποιήσει, φαντάζομαι, τη βαθύτερη σημασία της ύπαρξης. Δηλαδή την έλλειψη νοήματός της. Είναι απλώς μια τυχαιότητα. Δεν διερμηνεύεται. Δεν εξηγείται. Δεν αποκαλύπτεται. Υφίσταται μόνο. Το νόημα που της έχει προσδώσει η ανθρώπινη σκέψη είναι απλώς ένα ιδεολόγημα, η αποφλοίωση του οποίου αποκαλύπτει αν όχι την κενότητά του, τουλάχιστον ένα μάλλον, τραγικών διαστάσεων, αίνιγμα. Πιθανώς η θρησκειολογία και ο διανοουμενισμός να της προσδίνουν περιεχόμενο, όμως ο ποιητής-δημιουργός που αφουγκράζεται τον ήχο του Χάους, προτιμά να καταθέσει τον ανεξήγητο εαυτό του και τους κυματισμούς της φαντασίας, καθώς δέχεται την επίθεση του προαναφερθέντος αινίγματος, παρά να αποδεχτεί ανεδαφικές θεωρίες. Το κάνει ο Θ.Τ. και οι επισημάνσεις του μας ενδιαφέρουν, για να τις καταθέσει επιλέγει τη γοητεία του παραμυθιού μέσω του οποίου η πραγματικότητα-καθημερινότητα μεταστοιχειώνεται σε παράδοξες σκηνές και εικόνες που εκ του μακρόθεν παραπέμπουν στην πριμιτίφ ζωγραφική του Θεόφιλου.

 

Στο κέντρο της ιστορίας, την οποία ο Θ.Τ. αφηγείται με τη γοητεία του αρχαίου παραμυθά, εκφραστής οπωσδήποτε της υπαρξιακής αγωνίας του συγγραφέα, η δασκάλα Δομένικα Φραντζή, η οποία, υπερβαίνοντας τον γήινο εαυτό της, υψώνεται σε σύμβολο καθοδήγησης και αυτογνωσίας. Μυεί τους μαθητές της στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου, αναθέτοντας στον εαυτό της τον ρόλο του υπαρξιακού πειραματόζωου. Θεά, ξωτικό, νεράιδα, μάγισσα, αλλά και σπαραχτικά γήινη, αρθρώνει τον Λόγο της ως ποίημα και τραγούδι, πράττει ως σκεπτόμενη σάρκα, ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό, και αναχωρεί αφήνοντας πίσω της μια απόχρωση ονείρου και την τραγική βεβαιότητα του θανάτου.

 

Το μυθιστόρημα του Θ.Τ. λειτουργεί ως ένα μαγικό παλίμψηστο, αφηγείται ένα γοητευτικό, ονειρικό, αλλά κολασμένο, εφιαλτικό παράδεισο, αντανάκλαση του κόσμου μας. Που αναζητεί νόημα σε ένα άδειο υπαρξιακό τοπίο. Αυτή είναι και η τραγική ωραιότητά του.

 

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 05-7-2010, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_06/07/2010_406997.)