Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Ο πυρετός επιμένει

 

Για τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη

 

 

 

Ο Σαχτούρης ήταν ο πρώτος ποιητής που διαβάζοντάς τον σκέφτηκα να γράψω ποιήματα σαν κι αυτόν ίσως αυτό να σημαίνει πως ήταν ο πρώτος ποιητής που νόμισα πως κατάλαβα. Χρόνια αργότερα, όταν προσπαθούσα να προσδιορίσω το πότε άρχισε όλο αυτό, υπολόγισα πως θα ήμουν κάπου στα δώδεκα με δεκατρία σίγουρα πάντως πριν από μπω στα δεκατέσσερα: Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1983 εκείνη η αχρονολόγητη σαχτουρική φάση έδωσε την θέση της σε μια αυστηρά χρονολογημένη σεφερική φάση (μέχρι και την ώρα της μέρας που τέλειωνα το ποίημα έγραφα διόλου πρωτότυπο: πρότυπό μου ήσαν ο Σεφέρης του Μυθιστορήματος). Και μόλις έφτασαν οι Αποκριές του 1984 ο σεφερικός οίστρος διακόπηκε από μια μανιασμένη ελυτική φάση (κι εδώ πρότυπό μου ήσαν ο Ελύτης του Άξιον Εστί δυστυχώς)

 

Έκτοτε οι ποιητές με έβρισκαν όπως οι παιδικές αρρώστιες. Για ολόκληρη την εφηβεία μου έγραφα αδιάκοπα μιμήσεις (υπήρξαν χρονιές που έγραψα περισσότερα από χίλια ποιήματα) για πολλά χρόνια (κι εδώ που τα λέμε ίσως οι μιμήσεις να μην έχουν σταματήσει ποτέ). Συνήθως οι φάσεις κρατούσαν από έναν ως τρεις μήνες σπάνια περισσότερο. Ο Σεφέρης και ο Εμπειρίκος είχαν την μερίδα του λέοντος: τέσσερις γεμάτες φάσεις μιμήσεων ο καθένας ο Ελύτης τρεις (μα σε συνολικό χρόνο μάλλον τους ξεπέρασε όλους) Οι Καβάφης, Σολωμός, Σινόπουλος, Εγγονόπουλος, Αναγνωστάκης, Κατσαρός, Ρεμπώ (όπως τον διάβαζα μεταφρασμένο από τον Νίκο Σπάνια), Μπρεχτ επανήλθαν για περισσότερες της μιας φοράς μα όλως παραδόξως σαχτουρική φάση δεν ξαναπέρασα Το μαλλιοβράσε κράτησε κοντά εφτά χρόνια (γουρσουζιάς;): Όταν, την τελευταία τριετία, εμφιλοχώρησαν στο γαϊτανάκι των μιμήσεων και οι πεζογράφοι (εκείνα τα χρόνια δεν τολμάγαμε να τους πούμε διαφορετικά), ο Πεντζίκης, ο Μπακόλας, ο Χειμωνάς, ο Δημητριάδης. και, πλάι σε αυτούς, ο Μάρκες, η μπάλα χάθηκε εντελώς

 

Κάποτε στα είκοσί μου χρόνια, νιώθοντας πως ήμουν πλέον σε άλλο επίπεδο έκφρασης (και με την αλαζονική βεβαιότητα πως το επίπεδο αυτό είναι ωριμότερο) αποφάσισα να βάλω σε μια παλιά μπορντό δερμάτινη βαλίτσα που είχε πέσει σε αχρηστία όλες εκείνες τις πρωτόλειες ασκήσεις (αυτό εξάλλου έγραψα με περισσή αυταρέσκεια έξω απ΄ τη βαλίτσα με ανεξίτηλο μαρκαδόρο: πρωτόλειες ασκήσεις). Πάνω στην τοποθέτηση αναγκάστηκα να διαβάσω κάμποσες από αυτές τις ασκήσεις φυσικά μαράθηκα από το πόσο κακές ήταν... Για το αντέτι έκανα μια προσπάθεια να ξεδιαλύνω μερικά που άντεχαν σε μια δεύτερη ανάγνωση. Το αποτέλεσμα ήσαν προφανώς θλιβερό: Μια μίμηση Σικελιανού (ανυπόφορο ποίημα μα όχι σε μεγάλη απόσταση από τα εξίσου ανυπόφορα ποιήματα του Σικελιανού), δύο μιμήσεις του Εμπειρίκου που κουτσοεπέπλεαν (δύο από τις πεντακόσιες ποσοστό πέρα για πέρα απογοητευτικό), και μερικοί (όχι πάνω από είκοσι πέντε) σκόρπιοι στίχοι των σεφερικών μιμήσεων. Ωστόσο, με έκπληξή μου, στην απελπιστική συγκομιδή προστέθηκαν και καμιά εικοσαριά αρκετά συμπαθητικές σαχτουρικές μιμήσεις (περίπου τα μισά εκείνης της σχεδόν προεφηβικής σαχτουρικής περιόδου).

 

Προσπάθησα να ερμηνεύσω το γεγονός: Τι έκαμε εκείνα τα σαχτουρικά ποιήματα του δεκατριάχρονου παιδιού να μου φαίνονται τόσο περισσότερο ανεκτά (: υποφετρτά) από τα πέντε χιλιάδες ποιήματα της εφταετίας που ακολούθησε Μήπως η πληγωμένη μου αυταρέσκεια που έπρεπε ντε και ναι να βρει μια στάλα ποιότητας σε έναν ωκεανό μπουρδολογίας; Μήπως η συγκινημένη αναθύμηση του τρομαγμένου προέφηβου που διάβαζε την Λησμονημένη; Ή μήπως έπρεπε να ψάξω την αιτία έξω από μένα και τον ταραγμένο ψυχισμό μου θέλω να πω: μήπως, λοιπόν, υπήρχε κάτι στα ίδια τα ποιήματα του Σαχτούρη που έκανε προσφορότερη την μίμησή τους

 

Φυσικά διάλεξα την τελευταία εκδοχή (ήταν η πλέον συμφέρουσα για μένα). Σε ένα τετράδιο με ημερομηνία τον Ιανουάριο του 1990 έγραψα: Ο Σαχτούρης είναι ποιητής που δεν ποιεί μα λαγοκοιτάζει. Δεν τεχνουργεί το ποίημά του, δεν το φτιάχνει, δεν το δομεί κατ ομολογίαν του, τ ο ξ ε ν υ χ τ ά (σαν το νεκρό). Κατόπιν καρφώνει σταυρούς πάνω σε μνήματα. Τα ποιήματα του Σαχτούρη ορίζονται από ένα συναισθηματικό μετέωρο που δεν είναι τέχνη πιθανώς να είναι το αντίθετό της: η α τ ε χ ν ί α. Σαν τις ζωγραφιές που κάνουν τα παιδιά όσο πιο άτεχνες ζωγραφίζονται, τόσο καλύτερες είναι

 

Τούτη η σημείωση είναι πια το μόνο κείμενο (εδώ που τα λέμε: κειμενάκι) που μου απέμεινε από όλην την σαχτουρική μου περιπέτεια. Μόλο που εκείνες οι συμπαθητικές μιμήσεις μου ξεχωρίστηκαν σε έναν μεγάλο μπλε φάκελο (έξω από τις βαλίτσες), δεν διασώθηκαν Σε κάποια από τις μετακομίσεις που ακολούθησαν διαπίστωσα πως είχα χάσει τα ίχνη του επίμαχου φακέλου (όπως άλλωστε, αρκετά νωρίτερα, έχασα τα ίχνη κι από την μπορντό δερμάτινη βαλίτσα.)

 

***

 

Εδώ πού τα λέμε, ήταν μικρό το κακό δεν ήμουν παρά ένας ασήμαντος κρίκος στην αλυσίδα των σαχτουρικών μιμήσεων. Χρόνια αργότερα, σε μια επιφυλλίδα του Ευγένιου Αρανίτση (Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, 05-12-2003) διάβασα ένα μάλλον εντυπωσιακό παραλογοτεχνικό θρυλούμενο που, από όσο κατάλαβα, έλαβε χώρα περισσότερες από μια φορές στο (έτσι κι αλλιώς) μυθικό καφενείο Βυζάντιο εκείνα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 50. Καθισμένοι στις σημαδεμένες καρέκλες τους ο Ελύτης με τον Γκάτσο (ενδεχομένως κι άλλοι) παράβγαιναν αναμεταξύ τους στο ακόλουθο παιχνίδι: Επέλεγαν από κοινού λέξεις όπως φεγγάρι, μαχαίρι, νύχτα, αίμα, άστρα, κοράκια, φαντάσματα κι άλλες ανάλογες και στη συνέχεια διαγωνίζονταν στο ποιος θα συνθέσει γρηγορότερα ένα σαχτουρικό ποίημα δηλαδή ένα ποίημα παρόμοιο με όσα έγραφε ο αλλόκοτος εκείνος ποιητής που από τους φιλολογίζοντες λογαριάζονταν για μαθητής του Εγγονόπουλου κι είχε δημοσιεύσει ήδη τρία ποιητικά βιβλία: τη Λησμονημένη (1945), τις Παραλογαίς (1948) και το Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952). Το σχετικώς παράδοξο με όλα τούτα ήταν πως ο Σαχτούρης ήτανε, τουλάχιστον εν δυνάμει, μέλος της παρέας για την ακρίβεια, μέλος του κύκλου που μαζευόταν στο σπίτι του Εμπειρίκου (ο οποίος αργότερα τον συμπεριέλαβε και στα φωτεινά αστέρια της νεότερης ποίησης), άρα είχε κατά τεκμήριο καλές σχέσεις με τον Ελύτη και με τον Γκάτσο. Δεν είναι διόλου απίθανο (και μάλλον άχαρο) να έτυχε μια είσοδός του στο Βυζάντιο ενώ εξελισσόταν κάποιος τέτοιος διαγωνισμός σαχτουρικής ποίησης

 

Η ιστορία αυτή, εφόσον είναι αληθινή, χωράει κάμποσα σχόλια ο Αρανίτσης καταγράφει την δική του εκδοχή: Όλο το παιχνίδι των Ελύτη-Γκάτσου ήταν ένα σαφές σχόλιο για την ευκολία του να φτιάξει κανείς ένα ποίημα παραθέτοντας παρανοϊκά θραύσματα λεκτικών εικόνων οι οποίες υπακούουν σε ένα μάλλον περιορισμένο θεματολόγιο δηλαδή σε έναν πρώτης τάξεως μανιερισμό. Η εκδοχή αυτή δεν στερείται βάσης: η μπηχτή κατά των σαχτουρικών ποιημάτων από μέρους των δύο μοιάζει δεδομένη. Μπορεί μάλιστα κανείς να πιθανολογήσει και τα κίνητρα: τον Ελύτη μάλλον θα τον ξένιζε η στιχουργική ευκολία (εκείνα τα χρόνια ο Ελύτης κυνηγιόταν με τις φόρμες ενός εθνικού ποιήματος: ήταν αυτό που ο ίδιος θα ονόμαζε Άξιον Εστί και το οποίο για μένα είναι πια ένας απωθητικός θούριος, εξίσου απωθητικός με τον ομώνυμη θρησκευτική εικόνα), τον Γκάτσο πάλι περισσότερο θα τον ενοχλούσε η επαναληπτικότητα της ίδιας μανιέρας (σαν να έγραφε ο ίδιος κάθε εβδομάδα κι από μιαν Αμοργό).

 

Ωστόσο έχω την υποψία (για την ακρίβεια: κάτι περισσότερο από υποψία) πως τα ποιήματα του χουγιαγμένου νεαρού ερέθιζαν τους δυο ομότεχνους φίλους περισσότερο από όσο τους ενοχλούσαν. Μήτε ο Ελύτης, μήτε ο Γκάτσος θα έπιαναν μολύβι και χαρτί μονάχα για να σκαρώσουν μια αφ υψηλού μπηχτή σε έναν κατά δέκα χρόνια νεότερό τους αγοραφοβικό ποιητή κάτι τέτοιο θα παραήταν και χοντροκομμένο και (το κυριότερο) αρκετά μειωτικό για τα μεγέθη τους (και για την εικόνα που είχαν οι ίδιοι για τα μεγέθη τους). Προφανώς στα μάτια τους ο Σαχτούρης, πέρα από την όντως περιορισμένη λεκτική, εικονοποιητική και ρυθμική μανιέρα του (που έμοιαζε να μην εξελίσσεται και, όπως έδειξαν τα χρόνια, δεν εξελίχτηκε) είχε και κάτι άλλο, κάτι απρόσμενα φορτισμένο, που ωστόσο φαίνεται πολύ εύκολο να γίνει, πολύ προσβάσιμο, πολύ προσπελάσιμο, πολύ επιτεύξιμο, τέλος πάντων, κάτι που προφανώς μπορεί να πραγματοποιηθεί στις καρέκλες του Βυζάντιου, ιδίως αν είσαι ο Ελύτης κι ο Γκάτσος. Μα το γεγονός πως οι δυο τους θέλησαν (: ερεθίστηκαν) να ασχοληθούν με αυτό το κάτι (έστω και ως παιχνίδι καφενείου, έστω και κοροϊδεύοντας) μου λέει πως κάπου βαθιά μέσα τους γύρευαν να το τεστάρουν, να δουν αν γίνεται και να καταλάβουν (συμπληρώνω εγώ) πως δεν γίνεται.

 

Εδώ θα δοκιμάσω μονάχα να υπαινιχτώ το κάτι του Μίλτου Σαχτούρη.

 

***

 

Αναμφίβολα από τον καιρό της φάρσας των Ελύτη-Γκάτσου έχει κυλήσει κάμποσο νερό στο αυλάκι. Ο Σαχτούρης είναι πια μέρος της ιστορίας των γραμμάτων μας και του γραμματολογικού μας υποσυνειδήτου. Τα τελευταία σαράντα χρόνια γράφτηκαν κάμποσες μελέτες για την ποίησή του: Άλλες γύρεψαν (και πέτυχαν) να την εντάξουν μέσα στο κέντρο της πρώτης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς δεν ήταν και τόσο δύσκολο, κι άλλες να την αποδομήσουν, να καταγράψουν την λογική της περιγράφοντας τη μανιέρα της. Σαφώς και (λίγο ή πολύ) τα κατάφεραν στο δεύτερο σκέλος (την καταγραφή της μανιέρας), ωστόσο νομίζω πως ξαστόχησαν στο πρώτο. Αυτό δεν έγινε από έλλειψη αναγνωστικής ή φιλολογικής έμπνευσης έγινε επειδή στην ποίηση του Σαχτούρη δεν υπάρχει λογική, διότι δεν υπάρχει διαλεκτική. Για να το πω αλλιώς: ναι μεν κόσμος, μα μήτε βούληση, μήτε παράσταση, μήτε τίποτε παρόμοιο. Τούτο το διαλεκτικό κενό (που θαρρώ πως το ένιωσε η Νόρα Αναγνωστάκη στην πρώτη εκτενή μελέτη που γράφτηκε για τον Σαχτούρη για μένα την καιριότερη μέχρι τώρα) είναι απροσπέλαστο: Ο Σαχτούρης (εννοώ: το ποίημα του Σαχτούρη) δεν αποδομείται διότι δεν έχει δομή άρα, (προς δόξαν του παλιού σημειώματός μου) ο Σαχτούρης (ξανά: το ποίημα του Σαχτούρη) γυροφέρνεται, λαγοκοιτάζεται, ξενυχτιέται ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

 

Το είπα και πρωτύτερα: τα ποιήματα του ποιητή μας δεν εξελίσσονται το λέει και ο ίδιος στις συνεντεύξεις του (οι οποίες με τη σειρά τους δεν εξελίσσονται μήτε αυτές αν κανείς διαβάσει την συλλογή τους από τον Καστανιώτη με τίτλο Ποιος είναι τρελός λαγός; θα δει την μονότονη επανάληψη των ίδιων ιστοριών, των ίδιων αρεσκειών, των ίδιων ευχαριστιών και της ίδιας αποσιωπητικής αμηχανίας). Έχει γραφτεί για πολλούς, ωστόσο εδώ τα πράγματα είναι καθαρά πιο καθαρά δεν γίνεται: Από τον καιρό της Λησμονημένης μέχρι και το Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια κρατούμε στα χέρια μας τον ίδιο τρελό ζώο που ήρθε μέσα από τον ύπνο ξ ε φ ε ύ γ ο ν τ α ς ξεφεύγοντας άραγε από τι; Αυτό είναι κι όλο το ποίημα του Σαχτούρη: δεν υπάρχει μήτε πριν, μήτε μετά, δεν υπάρχει περιπέτεια και μοίρα, δεν υπάρχει χρόνος και τραγικότητα, διότι δεν υπάρχει μυθολογία μα τότε τι υπάρχει, λοιπόν;

 

Απαντώ πρωθύστερα: νομίζω πως στον Σαχτούρη υπάρχει ο πυρετός κι ας διαβαστεί αυτό όσο λιγότερο μεταφορικά γίνεται.

 

Για αιώνες η ποίηση ήταν δουλειά των μάγων και των προφητών και, όπως κι αν το σκεφτεί κανείς, δεν γίνεται απύρετος μάγος, μήτε απύρετος προφήτης. Κάποτε ήρθε η ώρα του λόγου δηλαδή του Ομήρου: ο ποιητής έγινε οδηγός-ιχνηλάτης (δηλαδή: Stalker) της ανθρώπινης περιπέτειας, άγγελος του τραγικού κόσμου του μόνου αληθινού κόσμου κατά τον Νίτσε. Ο ρόλος άλλαξε μες τους αιώνες: από τον Αλέξανδρο και μετά ο ποιητής έγινε τεχνίτης, είτε για λογαριασμό μιας κλειστής ελίτ, είτε, στους αιώνες που ακολούθησαν, για λογαριασμό μιας αυλής. Ο παρεκτρεπόμενος Δάντης ήταν που έβαλε την ποίηση στη φαρέτρα της νέας αστικής τάξης, ο Σαίξπηρ ξαναστοχάστηκε την τραγική μοίρα, το ίδιο και ο Γκαίτε. ο Μπάιρον και ο Ουγκώ και (ίσως βαθύτερα από όλους) ο Σολωμός δόθηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, στο σύμπλοκο θανάτου και αναγέννησης. Ο Μπωντλέρ ήταν ο πρώτος που συνειδητά επέλεξε την απελπισία, ο Ρεμπώ ήταν ο πρώτος που συνειδητά παραλήρησε, ο νηφάλιος Βαλερύ πήγε τα μεταφυσικά νοήματα μέχρι τα φυσικά όριά τους. Ο εικοστός αιώνας μαρκάρεται από τις υπόγειες μεταδραματικές παραβολές του Καβάφη, την ίδια ώρα που ο Έλιοτ και ο Πάουντ (και ο Σεφέρης) γυρεύουν το μωλωπισμένο νέο σώμα, ενώ ο Μπρετόν με την παρισινή παρέα δίνονται ολόψυχα σε μια ελευθερώτρια εξέγερση (ή έστω: σε μια ελευθερώτρια ρητορική). Συμπέρασμα: όλοι αυτοί, άλλοι καταστατικά και άλλοι οδηγημένοι από την ανάγκη, υπακούουν σε μια ποιητική διαλεκτική. Ακόμη και όταν αρνούνται αυτή την διαλεκτική (ας πούμε, ο Ρεμπώ ή οι υπερρεαλιστές) και πάλι προσδιορίζονται σε σχέση με αυτήν διότι (έτσι θαρρώ πως αυτό διδάσκει η λογική φιλοσοφία) η συνειδητή άρνηση εμπεριέχει την συνειδητή περιγραφή, άρα και την (έστω και φαντασιακή) θέαση της θέσης που αρνείσαι.

 

Βεβαίως από τα χρόνια των μυστικών ποιητών και (κυρίως) του Γουίλιαμ Μπλέικ είχε μπει το αίτημα του πυρετού στον λόγο, είτε ως σύμπτωμα του Θεού, είτε ως σύμπτωμα του έρωτα: Ήταν το αίτημα μιας εμπύρετης ποίησης που θα αγνοεί την τάξη του κόσμου. Ο ρομαντισμός έκανε τούτο το αίτημα παντιέρα: Και ο Κητς και ο Μπάιρον και ο Ουγκώ και ο Πούσκιν (ο καθένας με το τρόπο του και όσο το άντεχε) έψαυσαν τούτη την εμπύρετη ποίηση. Ο Ρεμπώ και οι καταραμένοι ποιητές του Βερλέν κάμανε τον πυρετό καθαρό αίτημα (φτάνοντας τη διαλεκτική σχέση στα όριά της), ο Ρίλκε και ο Τρακλ τον κάνανε ποιητικό θέμα καλύτερα: εκφραστική ύλη. Ο ποιητής που έχουν στο νου τους ετούτοι οι δύο τελευταίοι είναι μεν εμπύρετος δίχως να είναι προφήτης, παραληρεί δίχως να μασάει ναρκωτικά χόρτα, δεν έχει συναντηθεί με καμία μούσα που θα εναποθέσει στα χέρια τους μιαν θεϊκή ή διαβολική λύρα, ωστόσο ένα κρίσιμο βράδυ έχει αναρωτηθεί τη ζωή του δίχως την ποίηση και την έχει βρει αδιανόητη: Είναι κάποιος που έχει προσβληθεί από ποίηση δίχως να μπορεί να προσδιορίσει το πώς και το γιατί.

 

Ένας τέτοιος ποιητής είναι ο Σαχτούρης: Ήδη από το τέλος της Κατοχής έχει επιζήσει από την φυματίωση και έχει απαντήσει μια και καλή στο νυχτερινό ερώτημα του Ρίλκε. Έτσι κι αλλιώς οι αναφορές του βρίσκονται στην Κεντροευρώπη ο ίδιος είναι που μιλά για τον Τρακλ, για τον Ρίλκε, για τον Χέντελριν, για τον Μπωντλέρ, για τον Ρεμπώ, οι ίδιος είναι που αποκαλύπτει πως ξεκίνησε από εξπρεσιονιστικά διηγήματα πύκνωναν και γίνονταν ποιήματα. Θα μείνει μέχρι το τέλος μόνο ποιητής, πάντοτε θα μαστίζεται από την ποίησή του, θα γίνει μέρος της, μέρος του ρυθμού και της ρητορικής της. Η σχέση του Σαχτούρη με τον υπερρεαλισμό είναι συμπτωματική για την ακρίβεια: ευλογημένα συμπτωματική: Ο υπερρεαλισμός (: η στιχουργική του Εγγονόπουλου) του έδωσε τη φόρμα (δίχως αυτήν δίνει την εντύπωση πως θα πνίγονταν). Μα η σχέση του με τον υπερρεαλισμό σταματάει εκεί: Μήτε οι εικόνες του, μήτε ο ρυθμός του είναι απόρροια ενός συστήματος από-λογικοποίσης είναι ακανόνιστο τρέμουλο ανυποχώρητου πυρετού. Ο φαινομενικός γεννήτοράς του Εγγονόπουλος γράφει για να σκηνογραφήσει τον κόσμο ανάποδα. Ο Σαχτούρης γράφει γιατί γράφει για τίποτε άλλο: Προσβάλλεται από την ποίηση για να απαντήσει στις αιμοπτύσεις, στο ματαιωμένο ραντεβού με τη λησμονημένη αγάπη του, ανάβει την σόμπα για να κάψει τα βιβλία της Νομικής: Ο κόσμος του είναι ο πυρετός που τον κυβερνά. Μπορεί κανείς να το πει και εξπρεσιονισμό μπορεί να το πει και κάπως αλλιώς.

 

Έχω σκεφτεί κάμποσες φορές (για άλλα γραψίματα) τι ονομάζουμε εξπρεσιονισμό. Δεν μπορώ να πω πως είμαι βέβαιος πως υπάρχει κάτι που μπορούμε να ονομάσουμε εξπρεσιονισμό: αν τον λογαριάσω με τα κριτήρια του έσχατου Βαν Γκογκ θα πω πως είναι η μετάβαση των υποκειμενικής αίσθησης στο (κατα σύμβαση) αντικειμενικό σύμπαν. Αλλιώς: ζωγραφίζουμε ένα σταροχώραφο σαν να ζωγραφίζουμε το πρόσωπό μας ή τον επικείμενο θάνατό μας. Αυτός ο περίπου ορισμός μου βγαίνει και με τον Γκογκέν, μου βγαίνει και με τους Γερμανούς, μου βγαίνει και με τον πρώτο Πικάσο. Είναι η αλήθεια πως ο ίδιος ορισμός δεν μου βγαίνει με τον Μποντλέρ, μήτε και με τον Χέντερλιν, ωστόσο μου πιάνει κάτι από τον Ρίλκε, πιάνει το κέντρο (ή, καλύτερα, αυτό που λογαριάζω για κέντρο) στον Ρεμπώ και καπακώνει ολάκερο τον Τρακλ (τα μαύρα δάση, τα χνάρια των άστρων, σκοτεινά ποτάμια, τα κοτσύφια που κρώζουν). Αυτός ο ορισμός μού κάνει και για τον Σαχτούρη μα γιατί όλα αυτά να το πούμε εξπρεσιονισμό και να μην τα πούμε εμπύρετη ποίηση;

 

Μπορούμε να δούμε τα ίδια πράγματα από τη μεριά του βιογραφισμού: Έχουν μιλήσει πολλοί για την ταύτιση του ποιητικού έργου με τον ίδιο τον Σαχτούρη, για την επίμονη αυτοπεριχαράκωσή του, για την έμφοβη απόστασή του από το δημόσιο γίγνεσθαι, για την προφανή αδυναμία του να υπάρξει πέρα από τα ποιήματά του. Ενώ τούτη η ανάγνωση με ενοχλεί, ίσως γιατί συχνά πυκνά αξιοποιείται για λόγους δημοσιογραφικής αμηχανίας, δεν είναι εσφαλμένη. Αν δει κανείς την απάντησή του Σαχτούρη στην ερώτηση του Λευτέρη Ξανθόπουλου στο (κυριολεκτικά μοναδικό) τηλεοπτικό Παρασκήνιο ποιος είναι ο τρελός λαγός;, εκείνο το κοφτό, μισοφοβισμένο, βιαστικό εγώ είμαι, είναι σχεδόν αδύνατο να μην νιώσει το ρίγος της ποιητικής συγκίνησης, ιδίως αν έχει διαβάσει για κείνον που βούρκωναν τα μάτια του, πρήσκονταν η γλώσσα, βόγγαε μαύρο έντομο. Η ματιά του Σαχτούρη (για όσο την έχω δει από την τηλεόραση) είναι σαν τα ποιήματά του: Δεν σε αναλύει, δεν σε σκέφτεται, αγωνίζεται να σε καταπιεί, να σε κάνει μέρος του κόσμου του έχει κάτι από την ματιά του Βικέντιου Βαν Γκογκ σε εκείνη την άγρια στερνή Αυτοπροσωπογραφία του Μουσείου Ντ Ορσέ.

 

Στον Σαχτούρη η ποιητική τέχνη, έτσι όπως την σκέφτηκαν ο Σολωμός και ο Καβάφης (μιλάω σκόπιμα για δυο ποιητές που ο ίδιος λέει πως τον σημάδεψαν), δεν υπάρχει στην θέση της υπάρχει ποιητική ανάγκη. Ο Σαχτούρης όντως γραφεί μια ποίηση που δεν ποιήθηκε και μακάρι να μην διαβαστεί αυτό ως λογοπαίγνιο. Το ποιήματά του μοιάζουν να κόβονται με το μαχαίρι: από ένα καρβέλι, από ένα σώμα, από έναν ουρανό. Τα ποιήματά του μοιάζουν να αποσπώνται από την μήτρα, να γεννιούνται με πόνους και αίματα και θανάτους η κατασκευή τους, η αιτία τους, ο πυρήνας τους, η προοπτική τους είναι αθέατες θαρρώ γιατί δεν υπάρχουν. Η τέχνη εξαρχής βύζαινε το ακατανόητο μα στον Σαχτούρη το ακατανόητο δεν είναι θαύμα, δεν είναι θεϊκή απόφαση ή αποκάλυψη, μήτε το ζωογόνο γάλα της μάνας φύσης: είναι αρρώστια. Τα ποιήματα του Σαχτούρη θρέφονται από τον πυρετό, με τον ίδιο τρόπο που ένα έμβρυο θρέφεται από το αίμα της μητέρας που το κυοφορεί. Και δεν νομίζω πως είναι μόνο δικός του τούτος ο πυρετός.

 

***

 

Αν προσπαθήσουμε να δούμε τον Σαχτούρη με τραγικούς όρους, θα δούμε ένα σάρμα, έναν σωρό από σκουπίδια. Ο κόσμος του υπάρχει μονάχα ως ένας προ-τραγικός, προ-στοχαστικός πλανήτης γεμάτος τρεμάμενες αγριότητες και ανοιξιάτικους κανιβαλισμούς όπου πρέπει να βγούμε σύρριζα, πρέπει να βγούμε μέσα από τα ποτάμια. Όταν ένα ποίημά του πάει να μιλήσει για τον Οιδίποδα αυτοπροστατεύται από τον ίδιο του τον τίτλο: Δεν είναι ο Οιδίποδας. Μήτε το ποίημα Κύριε από τη συλλογή Το Σκεύος είναι, όπως μπορεί εύλογα να σκεφτεί κανείς, ένα σχόλιο για τον θάνατο του Θεού μα μια εμπύρετη προσευχή ενός τρελού λαγού που ξέφευγε απ τα σύρματα προσευχή στον ίδιο τον φονιά του, στον κυνηγό του. Να το πω πιο απλά: ο Σαχτούρης εννοεί αυτά που γράφει. Ο κήπος που μυρίζει πυρετό είναι ο κήπος του, ο κήπος ετούτου του λαγού ο αντίστοιχος Κήπος με κεφαλαίο Κάπα που τόσο λαχταρούνε χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Μα σε τούτο τον κήπο δεν υπάρχει μήτε σωτηρία, μήτε βεβαιότητα, μήτε προφητεία. Αν το πάμε μέχρι το τέλος του όλο αυτό το σχήμα, φτάνουμε σε μια ποίηση που, καθώς δεν γυρεύει τον έλεο και τον φόβο, είναι αναγκασμένη να σπαράξει τον ίδιο της τον εαυτό. Όλα στον Σαχτούρη βρίσκονται εντός του πυρετού, απρόσβλητα από τον πόνο, από τον φόβο, από την αμαρτία, από τη μοίρα, από τον χρόνο κανίβαλο τρόμο απρόσβλητα από την μίμηση, την εκλογίκευση και την συναίνεση.

 

Να, λοιπόν, πού έσφαλαν ο Ελύτης με τον Γκάτσο: Ο πυρετός φαίνεται εύκολος, διότι συμβαίνει σε όλους και, όντας εξ ορισμού ακατάληπτος, δεν είναι (: δεν μπορεί να είναι) σκοτεινός ή δυσερμήνευτος. Ωστόσο δεν μπορούμε να τον καμωθείς, μήτε και να τον ελέγξουμε: μπορούμε να καμωθούμε πως πονά το δόντι μας ή η κοιλιά μας, μπορούμε ακόμη και να κάνουμε τους πεθαμένους, δεν μπορούμε όμως να υποδυθούμε τον πυρετό. Οι λέξεις φεγγάρι, μαχαίρι, νύχτα, αίμα, άστρα, κοράκια φαντάσματα, μπορούν να μπουν σε μια σειρά ή σε όποια σειρά θέλει ο καθένας το δύσκολο με τις λέξεις είναι να αγριέψουν. Ο πυρετός είναι αυτό ακριβώς: παύει τον κόσμο ως παράσταση και τον προσφέρει μόνο ως βίωμα τότε είναι η ώρα που κάποιος πράγματι μπορεί να δει το αποκριάτικο φεγγάρι γεμάτο μίσος ή το σταροχώραφο γεμάτο θάνατο. Εδώ η μίμηση της πράξεως δεν συντελείται γιατί δεν γίνεται γιατί ο πυρετός δεν είναι πράξη, δεν είναι καν επιλογή. Ο Βαν Γκογκ είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση: μια απλοϊκή μανιέρα ενός αυτοδίδακτου μάλλον αδέξιου ζωγράφου. Μα όσες χιλιάδες (: όσα εκατομμύρια) ζωγράφων κι αν θέλησαν να ξαναζωγραφίσουν τα σταροχώραφα και τα λιόδεντρα και τα λουλούδια εκείνου του Βίνσεντ, δεν το κατάφεραν, όχι γιατί δεν μπορούσαν να ζωγραφίσουν αυτά καθαυτά τα σταροχώραφα ή τα λιόδεντρα ή τα λουλούδια, μα γιατί ήσαν έξω από τον πυρετό, αυτόν που προϋπάρχει και της βούλησης και της τέχνης.

 

Για τον ίδιο λόγο η τόσο γοητευτικά (και τόσο προσλήψιμα) παρα-μιλητή ποίηση του Σαχτούρη μένει ουσιαστικά ασυνέχιστη στα γράμματά μας: Δεκάδες κατοπινοί ποιητές ξεπατίκωσαν την μάλλον απλοϊκή μανιέρα του, τη διαρκώς πρωτόλεια σύνταξή του, τον ρυθμό του, τα θέματά του: Δεν βγήκε τίποτε, ή τουλάχιστον δεν βγήκε τίποτε που να τον συνεχίζει. Αν στρέχει η ανάγνωση που επιχειρώ κάτι τέτοιο είναι απολύτως αναμενόμενο: η εμπύρετη ποίηση προκύπτει πριν από την ποιητική επιθυμία. Κι απ όση νεότερη ποίηση έχω διαβάσει (και λέω από όση ποίηση, γιατί ευτυχώς εκδίδονται ακόμη στην γλώσσα μας και ποιητικές συλλογές που κυκλοφορούν ουσιαστικά ή δηλωμένα εκτός εμπορίου οι οποίες μοιραία δεν φτάνουν στα χέρια μου, ωστόσο κάποιες κάποτε μπορεί να φτάσουν), από όση νεότερη ποίηση έχω διαβάσει, λοιπόν, μονάχα μια ποιητική περίπτωση βρίσκω ανάλογη του Σαχτούρη. Η Θεσσαλονικιά Μαρία Καραγιάννη (γεννημένη το 1934) νομίζω πως βρίσκεται στον ίδιο αστερισμό της αντιδιαλεκτικής αποίητης ποίησης που γεννιέται ματωμένη δίχως να φτιάχνεται ποτέ της: μοιραία τα (μόλις τρία μέχρι σήμερα) ποιητικά της βιβλία βρίσκονται πολύ κοντά στον Σαχτούρη, όχι φυσικά ως διαλεκτική πρόθεση μα ως ανεξέλεγκτη ορμή. Για την Καραγιάννη έχω γράψει την άποψή μου αλλού (Εντευκτήριο 64, Μάρτιος 2004) εδώ μονάχα να πω πώς ό,τι στον Σαχτούρη είναι πυρετός, στην Καραγιάννη είναι αγριεμένη αγάπη: πένθιμη όσο και ανυποχώρητη.

 

***

 

Συνήθως οι ποιητές (τουλάχιστον όσοι δεν προσβλέπουν σε μια φωτεινότητα θεολογική, εθνική ή κομματική) έλκονται από την σκοτεινιά. Ο Καρυωτάκης ένιωθε την πραγματικότητα με σωματικό πόνο η Πρέβεζα ήταν για αυτόν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ο Σαχτούρης έλκεται από τον ίδιο του τον πυρετό είναι πέρα από την απελπισία γατί δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη μιας κάποιας ελπίδας.. Τι σημαίνει αυτό; Ας πούμε: πως σφυρίζουν τα μεγάφωνα μιας θλίψης που φτεροκοπάει σαν (προσοχή: σαν) χαρά. Η πως τα κοράκια σηκώθηκαν πάνω από το χωράφι γιομάτα ζωντάνια κι αγριότητα.. Ας μην το κρύβουμε: η εμπύρετη ποίηση δεν σώζει ίσα-ίσα, ελευθερώνει από την αγωνία της σωτηρίας ή από τη σκλαβιά της σωτηρίας. Ακριβώς αυτό είναι που με κολλάει στον Σαχτούρη: Το ότι ο πυρετός του δεν θεολογείται και ιστορείται. Το ότι το κάθε τι γίνεται και δεν έρχεται ως επιταγή. Το ότι τα κοράκια του δεν είναι σύμβολα και το ρίγος δεν είναι προάγγελος κανενός αποκαλυπτικού γεγονότος Αφήστε (ή αν το θέλεις: άσε) τον Ουρανό που σκέπει στους παπάδες διψούμε (: διψάω) για τον μαχαιρωμένο ουρανό για να ρουφήξουμε το αίμα του.

 

Και πρέπει να το σκεφτούμε: Αυτό που εμείς νιώθουμε για δίψα, ο Σαχτούρης το έχει για πυρετό. Εκεί που ανταμωνόμαστε, όσο και όπως, μια θαμπή ακατάπαστη διαύγεια κουνάει την εικόνα, την καμπυλώνει.

 

Όταν ξεκινούσα αυτό το κείμενο, είπα να μην βάλω, κομματιασμένα ή ολόκληρα, ποιήματα του Σαχτούρη κυρίως γιατί δεν θα ήξερα από πού να αρχίσω και πού να σταματήσω. Ωστόσο οι αποφάσεις είναι (και) για να μην τηρούνται. Αγαπάω πολύ το έκτο μέρος της Λησμονημένης (μιλώ για το ποίημα του ομότιτλου βιβλίου) να γιατί:

 

Η λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε

η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε

η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε

η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε

η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε

η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε

η λησμονημένη είναι η πλάτη που ανατρίχιασε

η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε

η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε

η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε

η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε

 

Πιθανώς να είναι η γοητεία μιας παρα-ρυθμικής όσο και παρα-νοϊκής παράθεσης ή πιθανώς να έχουμε (για μια ακόμη φορά) το μεγάλο κόλπο της ποίησης: τα λόγια που ξελένε το ίδιο τους το νόημα αν το τραβήξει κανείς: τα λόγια που αυτοκαταστρέφονται, καίγονται, γίνονται στόματα που καταπίνουν τις λέξεις που τα σημαίνουν, γίνονται το τέλος τους, η άρνησή τους. Πιθανώς, πάλι, να είναι το δεκατριάχρονο αγόρι που τρελαμένο ξαναγυρεύει να μιμηθεί στίχους αναποδογυρίζοντάς τους. Ας το δοκιμάσουμε (μια δοκιμή ποτέ δεν βλάπτει): Το ποίημα δεν ποιήθηκε * η λησμονημένη δεν λησμονήθηκε ή, ακόμη, το μαχαίρι δεν ξαστόχησε * η λάσπη δεν ξεράθηκε * ο πυρετός δεν έπεσε.

 

Αυτό το τελευταίο ίσως να έχει ενδιαφέρον: Ο πυρετός επιμένει.

 

 

Θ.Τ. 2004, 2008.

 

 

(Δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.triaridis.gr/keimena/keimA011.htm. Μια πρώτη συντομευμένη μορφή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, στις 14-2-2004. Στην τελική του μορφή δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 84, την άνοιξη του 2009 στο αφιέρωμα του περιοδικού για τον Μίλτο Σαχτούρη.)