θανάσης τριαρίδης * Τέσσερις ιστορίες δακρύων  

 

 

 

θανάσης τριαρίδης

 

 

 

Το χαραγμένο σιτάρι

 

 

 

 

Στη μνήμη

του Θανάση Δεληδημητρίου

(1905-1999)

 

 

 

 

Στην πιο απόκρημνη χαράδρα του Κεραυνού, του πιο ψηλού και πιο άγριου βουνού του Μεγάλου Βασιλείου, υπάρχει σκαρφαλωμένο στα βράχια ένα χωριό με σπίτια καμωμένα από μαύρη πέτρα. Το λένε Ανεμόδεντρο· πήρε τούτο το όνομα από ένα αλλόκοτο θεόρατο δέντρο, που στέκει στην άκρη του γκρεμού με τα κλαδιά του ανοιχτά, θαρρείς προσπαθεί να αγκαλιάσει τον άνεμο. Είπαν γι’ αυτό το δέντρο πως είναι σίγουρα σπορά του ανέμου, πως από αυτόν ήρθε και σε αυτόν θα επιστρέψει· του δώσαν το όνομα «Ανεμόδεντρο», κι αυτό με τη σειρά του έδωσε το όνομα στο χωριό. Και κάτω από το δέντρο, σχεδόν στη ρίζα του, οι άνθρωποι άνοιξαν ένα πηγάδι και πίναν το γλυκό νερό.

 

Εδώ και πολύ, πάρα πολύ καιρό το χωριό είναι έρημο από ανθρώπους. Μένουν μονάχα τα πέτρινα σπίτια, αδειανά από ζωή· νομίζεις πως μια υπερκόσμια δύναμη κι όχι το χέρι του ανθρώπου τα έμπηξε στον μαύρο βράχο. Μένει βέβαια και το Ανεμόδεντρο, γυμνό και απειλητικό, καθώς και το πηγάδι στη ρίζα του να περιμένει.

 

Κανείς δεν ανεβαίνει στο Ανεμόδεντρο. Το όνομα σβήστηκε από χάρτες και βιβλία και κανείς δεν γνωρίζει πια την ύπαρξή του, εκτός ίσως από κάποιους γέροντες, κουφούς πια, που όλη την ώρα βήχουν τα φλέματα του γήρατος και αγριοκοιτούν όποιον τούς ζυγώσει. Μια παλιά ιστορία, φριχτή, ανεπιθύμητη στη μνήμη, θαμμένη στο φόβο και τη σιωπή.

 

***

 

  O Κεραυνός είναι βουνό πραγματικά τρομακτικό. Ξερός μαύρος βράχος σκισμένος στα δυο, λιγοστοί θάμνοι και μυτερές κορυφές να τρυπούν τα σύννεφα. Λέγαν για το βουνό εκείνο πως κάποτε ήταν καταπράσινο, γεμάτο δάση και ποτάμια, ώσπου μια μέρα ο Θεός μελαγχόλησε και έριξε πάνω του έναν φοβερό κεραυνό, που το έσκισε στη μέση. Άλλοι πάλι λέγαν πως ο Θεός την ώρα που έριχνε τον κεραυνό το μετάνιωσε· επειδή όμως είχε φύγει από το χέρι του και δεν μπορούσε να τον πάρει πίσω, τον φυλάκισε μέσα στην καρδιά του βουνού. Μα από τη φωτιά του ξεράθηκε η γη, ο βράχος μαύρισε, ράγισε. Και σιγά-σιγά οι άνθρωποι έπαψαν να ανεβαίνουν εκεί πάνω, στο βουνό με το παράξενο όνομα, από τον φόβο μην ερεθίσουν τον κεραυνό που κοιμόταν βαθιά στα σπλάχνα της γης· εξάλλου τι είχε να κάνει κάποιος στα έρημα ξερά βράχια;

 

Oύτε οι γέροντες του Ανεμόδεντρου ούτε κανείς άλλος από τους κατοίκους του ήξερε να πει πότε και πώς κατοικήθηκε το χωριό τους· άνθρωποι και σπίτια έμοιαζαν να είχαν ξεπηδήσει μέσα απ’ τον βράχο. Κι ούτε είχαν σκεφτεί ποτέ να κατέβουν από το πληγωμένο βουνό τους: το νερό της πηγής, το γάλα των κατσικιών, οι ευωδιές των αγριολούλουδων του μαύρου βράχου, το φύσημα του ανέμου, η ανατολή και η δύση του ήλιου ήταν για τους Ανεμοδεντρινούς ότι μπορούσαν να επιθυμίσουν· τι θα μπορούσαν να λαχταρήσουν πέρα από αυτά; Δεν είχαν εκκλησία, καθώς για αυτούς θεός ήταν ο ίδιος ο κόσμος, από τη μιαν άκρη του ορίζοντα ώς την άλλη· και κοινωνούσαν το σώμα και το αίμα του Χριστού με τα μάτια, την ώρα που η λαχτάρα τους κοκκίνιζε τον ουρανό. Κι ένας αρχαίος όρκος –που κανείς δεν ήξερε πώς και γιατί πρωτοδόθηκε– επαναλαμβανόταν από κάθε Ανεμοδεντρινό τη μέρα που συμπλήρωνε τα δέκατέσσερά του χρόνια, σημαίνοντας έτσι την ενηλικίωσή του: να μη σηκώσει ποτέ το χέρι του πάνω σε άνθρωπο, ακόμη κι αν απειλούνταν η ζωή του ή η ζωή των παιδιών του· γιατί το δίκαιο θα δοθεί σε αυτόν που δέχεται δίχως να αντιγυρίζει.

 

Κάποτε βρέθηκε στον Κεραυνό ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Πρώτος, ο Μεγάλος Φονέας των Απίστων και των Αετών, όπως τον αποκαλούσαν οι αυλοκόλακές του, οι γραμματικοί του και οι ποιητές του. Αυτός, ο Θεόδωρος, στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του είχε εξαπολύσει μεγάλο διωγμό ενάντια σε όσους πίστευαν άλλο Θεό απ' τον δικό του· αφού έκαψε στις κεντρικές πλατείες των πόλεων όσους πρόλαβε, οι υπόλοιποι φύγαν κακήν-κακώς από το Μεγάλο Βασίλειο. Έκτοτε, και καθώς δεν είχε πια αλλόθρησκους να στέλνει στη φωτιά, έβαλε στο μάτι τους αετούς· κάποιος από τους μάντεις της αυλής του προφήτεψε πως αυτός που θα σκοτώσει τον τελευταίο αετό των αιθέρων θα μείνει αθάνατος. Με το χρησμό αυτό ο Θεόδωρος έχασε το νου του· άρχισε να κυνηγά λυσσαλέα τους αετούς ελπίζοντας πως θα τους σκοτώσει όλους, κυρίως πως θα σκοτώσει τον τελευταίο και έτσι θα κερδίσει την αθανασία. Τις περισσότερες μέρες του χρόνου δεν έμενε στα παλάτια του, παρά γυρνούσε το Βασίλειο με τη θλιβερή του ακολουθία, την προσωπική φρουρά του, τους αυλοκόλακες και τους σαλτιμπάγκους, τους κατασκευαστές των τόξων του και των βελών του, τους οιωνοσκόπους, τους ταριχευτές που βαλσάμωναν όσους αετούς εκείνος σκότωνε, για να κρεμαστούν έξω από το παλάτι και να τους βλέπει ο κόσμος στους αιώνες, σύμβολο της εξουσίας του βασιλιά τους.

 

Για το κυνήγι ενός αετού είχε έρθει και στον Κεραυνό· του είχαν μιλήσει για έναν σταχτόχρωμο με χάλκινα μάτια, που η όψη του σου πάγωνε το αίμα: ίσως να ήταν αυτός, λοιπόν, ο τελευταίος αετός των αιθέρων… Έμεινε στις απόκρημνες κορυφές του βουνού για τρεις εβδομάδες· πουθενά δεν συνάντησε τον αετό με τα χάλκινα μάτια. Σιγά-σιγά ο εκνευρισμός για την άστοχη αναζήτηση κατέλαβε και αυτόν και την ακολουθία του. Κάποτε, σε μια απόκρημνη ρεματιά, είδαν μια κοπελιά να γυρίζει ένα κοπάδι κατσίκια απ’ τη βοσκή. στρατιώτες πήγαν να τη ρωτήσουν για τον αετό· μα η κοπέλα μόλις τους είδε να έρχονται προς το μέρος της τρόμαξε και χάθηκε μέσα στα βράχια. στρατιώτες φέραν στον βασιλιά το κεντητό μαντίλι της· ο Θεόδωρος το μύρισε και φρένιασε. Ξέχασε μεμιάς τον αετό με τα χάλκινα μάτια και διέταξε να βρουν το χωριό της κοπέλας και να τον οδηγήσουν εκεί.

 

Η κοπέλα ήταν βέβαια από το Ανεμόδεντρο· ούτε ένας από τους είκοσι γραμματικούς που συνόδευαν τον βασιλιά ήξερε την ύπαρξή του, κι ούτε θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πως θα υπήρχαν απόκοτοι που θα ζούσαν στο βουνό όπου κούρνιαζε ο ερεθισμένος κεραυνός. O βασιλιάς Θεόδωρος με την ακολουθία του μπήκαν στο χωριό το επόμενο πρωινό· οι σαλπιγκτές του έπαιξαν το βασιλικό εμβατήριο. Αμέσως ο αρχικολαούζος φώναξε τη διαταγή: η κοπέλα που είχε το λευκό μαντίλι έπρεπε να παραδοθεί στον βασιλιά για να τη χαρεί στο κρεβάτι του.

 

Μισή ώρα μετά βγήκαν από τα σπίτια οι αρχηγοί των οικογενειών, ντυμένοι με τις καλές φορεσιές τους· περπάτησαν με βήμα αργό την πλατεία του Ανεμόδεντρου και στάθηκαν μπροστά στον βασιλιά και στην ακολουθία του. O γηραιότερος, στητός σαν κορμός δέντρου, με γένια ολόλευκα, πήρε το λόγο: «Tο όνομά μου είναι Κωνσταντίνος, βασιλιά Θεόδωρε, και είμαι ο πιο παλιός αυτού του τόπου. Άσπρισαν τα μαλλιά μου και τα γένια μου κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πλαγιάζω και σηκώνομαι με τον ρόγχο του Κεραυνού. Το κορίτσι που γυρεύεις για το κρεβάτι σου είναι κόρη του Αλέξη. Ό,τι σου πει αυτός είναι η απόφαση όλων μας…»

 

Μόλις ο γέροντας σώπασε, ένας γαλανομάτης με μαύρα σμιχτά φρύδια έκανε ένα βήμα μπροστά· μιλούσε με σταθερή φωνή και κοίταζε τον βασιλιά στα μάτια: «Είμαι ο Αλέξης· δική μου είναι η κόρη που ’κλεψες το μαντίλι της. Μου τη ζήτησαν φίδια, λύκοι και γέρακες, κι εγώ την αρνήθηκα. Δεν θα τη δώσω σε σένα να τη χαλάσεις…»

 

O βασιλιάς κιτρίνισε απ’ το κακό του· παρόμοια λύσσαξαν κι οι δούλοι της ακολουθίας του. O αρχικολαούζος άρχισε να ωρύεται για βρομερούς χωριάτες που αρνούνται να υπακούσουν σε αυτόν που ο ίδιος ο Θεός επέλεξε για τα δώρα Του, για ρυπαρά κτήνη που δεν σκύβουν το κεφάλι στο μεγαλείο του βασιλιά, για αχρείους επαναστάτες που σπέρνουν την αναρχία και την ανυπακοή. O βασιλιάς Θεόδωρος τον σταμάτησε με ένα νεύμα. Έπειτα γύρισε το βλέμμα του προς τον Πρώτο Σύμβουλο του Βασιλείου, έναν παράξενο σκυφτό άντρα, που κανένας ποτέ δεν είχε δει τις κόρες των ματιών του· μόνο το ασπράδι φαινόταν. O Πρώτος Σύμβουλος μίλησε χαμηλόφωνα, ίσα για να τον ακούσει ο βασιλιάς: «Αυτοί που έμαθαν να ζουν με το ρόγχο του Κεραυνού δεν θα φοβηθούν ποτέ το μαστίγιο του ανθρώπου».

 

Λίγη ώρα αργότερα ανακοινώθηκε η διαταγή του βασιλιά Θεόδωρου: όλα τα αρσενικά του Ανεμόδεντρου θα εκτελούνταν με τη στραγγάλη, ακόμη και τα μικρά παιδιά και τα βρέφη. Και τις γκαστρωμένες γυναίκες θα τις γονάτιζαν και θα τις κλοτσούσαν στην κοιλιά για να χάσουν το παιδί. Έτσι κι έγινε: για τρεις μέρες οι στρατιώτες σκοτώνανε. Όλοι οι αρσενικοί Ανεμοδεντρινοί, γέροντες, ώριμοι άντρες, παλικάρια, έφηβοι και μικρά παιδιά, θανατώθηκαν με τη στραγγάλη. Δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση· οι άντρες του Ανεμόδεντρου ήταν δεμένοι με τον αρχαίο όρκο: δεν θα σήκωναν ποτέ το χέρι τους κατά ανθρώπου, ακόμη κι αν απειλούνταν η ζωή τους ή η ζωή των παιδιών τους… Έτσι θανατώθηκαν και οι εκατόν έντεκα άντρες του χωριού· κατόπιν ήρθε η σειρά των εγκύων: αυτές σύρθηκαν στην πλατεία και χτυπήθηκαν με κλοτσιές στην κοιλιά μέχρι που μάτωσαν από κάτω – σημάδι ότι είχαν αποβάλει. Όλα τα πτώματα πετάχτηκαν στο πηγάδι που ήταν στη ρίζα του Ανεμόδεντρου για να ξέρουν οι γυναίκες του χωριού πως για όσο ζούσαν θα πίναν το νερό που σάπισε τη σάρκα των αντρών τους. Όλα αυτά ο βασιλιάς Θεόδωρος τα παρακολούθησε αυτοπροσώπως για να είναι βέβαιος πως οι κάτοικοι εκείνου του χωριού, αυτοί που δεν θα φοβόντουσαν ποτέ το μαστίγιο του ανθρώπου, είχαν ξεκληριστεί, κι ούτε επρόκειτο ποτέ, εις τους αιώνας των αιώνων, να αναπαραχθεί η καταραμένη ράτσα τους, η ράτσα αυτών που ζουν με το ρόγχο του Κεραυνού και δεν λυγά η ψυχή τους στη διαταγή των αρχόντων.

 

Όταν ξημέρωσε η τέταρτη μέρα, όλα είχαν τελειώσει. Εκατόν έντεκα στραγγαλισμένα πτώματα –όλος ο αρσενικός πληθυσμός του χωριού– ρίχτηκαν στο πηγάδι. Και μόλις οι στρατιώτες τέλειωσαν τη δουλειά τους, οι σαλπιγκτές έπαιξαν το βασιλικό εμβατήριο και η βασιλική πομπή έφυγε· η ανιαρή παρένθεση των ανυπότακτων είχε κλείσει, κι ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Πρώτος, ο Μέγας Φονέας των Απίστων και των Αετών, αδημονούσε να συναντήσει τον σταχτόχρωμο αετό με τα χάλκινα μάτια…

 

Μόλις έφυγαν ο βασιλιάς και οι στρατιώτες του, βγήκαν από τα σπίτια τους οι γυναίκες και μαζεύτηκαν γύρω από το πηγάδι, γύρω από τον τάφο των αντρών τους. Η Αναστασία, η κόρη του Αλέξη, αυτή που άθελά της έγινε η αιτία του μακελειού, άκουσε τους θρήνους και βγήκε αλαλιασμένη από την καρβουναποθήκη όπου την είχε κρύψει η μάνα της. Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, όρμησε στο πηγάδι κιι έπεσε μέσα, πριν να προλάβει καμιά να τη συγκρατήσει.

 

γυναίκες κλαίγαν, όλες ένα κουβάρι, μέχρι το απόγευμα. Κι όταν ο ήλιος βούτηξε κοκκινίζοντας τον ουρανό του Κεραυνού, μια από αυτές, η Δήμητρα, φώναξε στις άλλες: «Γυναίκες, δεν έχουμε πια τίποτε να περιμένουμε· ούτε άντρες για ν’ αγαπηθούμε, ούτε σπόρο να φυτρώσει στις κοιλιές μας, ούτε μπορούμε να συνεχίσουμε μονάχες τη γενιά μας. Άντε, λοιπόν, να πέσουμε στο πηγάδι μαζί με τους άντρες μας και τους γιους μας, προτού μας πιάσει η νύχτα». Τότε μια βραχνή φωνή έσκισε τον αέρα: «H νύχτα είναι πια ο μόνος δρόμος…»· ήταν η Γαβριήλα, η αποκρουστική μάγισσα του χωριού, που αρνούνταν να ζήσει σε πετρόχτιστο σπίτι και κοιμόταν σε μια σπηλιά του Κεραυνού έξω από το χωριό. «Τι ανάγκη έχεις εσύ;» της είπαν, «ποτέ σου δεν είχες άντρα για να νιώσεις την απουσία του». «Εσείς χάσατε καθεμιά από έναν· εγώ τους έχασα όλους…» τους απάντησε πληγωμένα η μάγισσα. Κι αμέσως μετά συνέχισε: «Aκούστε με, η νύχτα είναι πια ο μόνος δρόμος… Και για σας και για μένα…» Από τον κόρφο της έβγαλε ένα παράξενο λουλούδι· «σε κάθε δέντρο υπάρχει η κουφάλα με το μεγάλο μυστικό», είπε διφορούμενα. Τα μάτια των γυναικών έπεσαν στο λουλούδι: τα πέταλά του μοιάζαν με εκείνα της παπαρούνας, μα ήταν ολόμαυρα. «Ετούτο είναι το Μαυρολούλουδο· φυτρώνει μόνο του μέσα στο πιο ψηλό σημείο του Κεραυνού. Μυρίστε αυτό το λουλούδι και θα σας τυλίξει η νάρκη τού σκοταδιού… Και να το ξέρετε, το σκοτάδι δεν λαθεύει ποτέ».

 

Και πράγματι οι γυναίκες του ξεκληρισμένου Ανεμόδεντρου πείστηκαν από τα αλλοπρόσαλλα λόγια της μάγισσας και αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν το δρόμο της νύχτας. Ήταν απελπισμένες, μόνες, δέντρα δίχως ρίζες, μίσχοι δίχως άνθη, κλαδιά δίχως φύλλα, κι όμως, η μια μετά την άλλη, μύρισαν το Μαυρολούλουδο που τους πρόσφερε η Γαβριήλα. Και τους τύλιξε η νάρκη του αλάθητου σκοταδιού. Κι αμέσως μετά ήρθε η νύχτα, ολόμαυρη κι απροσπέλαστη, γεμάτη με τον άνεμο που φέρνει τις πιο μεγάλες νοσταλγίες, τις πιο αρχαίες ελπίδες, τις πιο φριχτές αγάπες, την πιο παράλογη πίστη. Κι οι ναρκωμένες γυναίκες είδαν καταπρόσωπο τη νύχτα και περπάτησαν το δρόμο της και συναντήθηκαν με τα αόρατα στοιχειά της, τα φαντάσματά της, τα ξωτικά της, τους βρικόλακές της, τους δαίμονές της· κι όλοι αυτοί τις φίλησαν στο μέτωπο, τις δάγκωσαν στα μάγουλα, μπήκαν στα ρουθούνια τους, στις ανάσες τους, στις ψυχές τους. Και λίγο πριν από το ξημέρωμα μέσα από το πηγάδι πέταξαν τα σπουργίτια. Ήταν εκατόν έντεκα, ακριβώς όσα και οι σκοτωμένοι· έκαναν δυο γύρους στον αέρα κι έπειτα στάθηκαν για μια στιγμή στο χείλος του πηγαδιού, εκεί στη ρίζα του Ανεμόδεντρου. Κι έπειτα πέταξαν ψηλά, πιο ψηλά απ’ όσο μπορεί να σκεφτεί κανείς...

 

Όταν έσκασε το πρώτο φως της ανατολής, οι γυναίκες ξύπνησαν από τη νάρκη τους. Με στόμα πικρό και μάτια βαθουλωμένα πλησίασαν στο χείλος του πηγαδιού. Κι εκεί που λίγο πρωτύτερα είχαν σταθεί τα σπουργίτια βρίσκονταν εκατόν έντεκα σπυριά σιτάρι – όσοι και οι σκοτωμένοι… Και μόλις οι γυναίκες πήραν διστακτικά αυτά τα σπυριά σιτάρι στις χούφτες τους (ποτέ δεν είχαν ξαναπιάσει σπόρους σιταριού στα χέρια τους), είδαν κάτι ακόμη πιο απίστευτο: σε κάθε σπυρί ήταν χαραγμένο, θαρρείς από τη βελόνη της απελπισμένης Περσεφόνης, το όνομα του καθενός απ’ τους νεκρούς τους.

 

Δεν υπήρχε αμφιβολία: το σιτάρι το είχαν φέρει τα σπουργίτια από τη μακρινή κόκκινη κοιλάδα, όπου όλα μετριούνται και δίνονται με δικαιοσύνη. «Το σιτάρι αυτό είναι η ψυχή των αντρών μας, των γιων μας και των πατέρων μας», είπε η Δήμητρα· «στο εξής αυτό θα μας ζήσει, αυτό θα καρπίσει τη γαστέρα μας, αυτό θα οδηγήσει το βήμα μας…» Κι η Γαβριήλα συμπλήρωσε μονολογώντας: «Σας το είχα πει, η νύχτα είναι ο μόνος δρόμος…».

 

Κι έτσι οι γυναίκες του Ανεμόδεντρου πήραν η καθεμιά το χαραγμένο σπυρί του σιταριού που έγραφε το όνομα του στραγγαλισμένου άντρα της και το έβαλαν κάτω από το μαξιλάρι τους. Και πλάγιασαν το βράδυ και κοιμήθηκαν πάνω του. Και έγινε αυτό που φαινόταν απίστευτο: όλες οι γυναίκες του χωριού, γριές και νέες, γκαστρώθηκαν. Και σε εννιά μήνες γέννησαν τους γιους και τις κόρες του χαραγμένου σιταριού· από το σπυρί με το όνομα του Αλέξη γεννήθηκε ξανά η Αναστασία. Μέχρι και η κακάσχημη Γαβριήλα, η μάγισσα, γκαστρώθηκε, καθώς η αδελφή του γέροντα Κωνσταντίνου τής έδωσε το σπυρί που είχε χαραγμένο το όνομά του – ο Κωνσταντίνος δεν είχε παιδιά, μήτε και είχε ποτέ του κοιμηθεί με γυναίκα· είχε παντρευτεί πριν από εξήντα χρόνια, μα όταν ξάπλωσε τη γυναίκα του στο νυφικό τους κρεβάτι, εκείνη έφτυσε αίμα και πράσινη χολή· ξεψύχησε την ίδια νύχτα και ο Κωνσταντίνος ορκίστηκε να μην αγγίξει ποτέ του σάρκα γυναίκας. Με το σπυρί που είχε χαραγμένο το όνομα αυτού του Κωνσταντίνου γκαστρώθηκε, λοιπόν, η Γαβριήλα. Κι όταν γεννήθηκε η κόρη της, η Αγγελική, όλες το παραδέχτηκαν πως ήταν το ωραιότερο παιδί που είχε ποτέ γεννηθεί στο Ανεμόδεντρο.

 

Κι έτσι το χαραγμένο σιτάρι που φέραν τα σπουργίτια στο χείλος του πηγαδιού, εκείνη τη νύχτα που ακολούθησε το μακελειό, έγινε η συνέχεια της ζωής για το Ανεμόδεντρο. Και τα σπυριά του σιταριού που είχαν χαραγμένα τα ονόματα των ανύπαντρων εφήβων και των αγοριών οι μανάδες τα κράτησαν πλάι απ’ το καντήλι· κι όταν τα κορίτσια έφταναν σε ηλικία γάμου, τους δίναν κι ένα χαραγμένο σπυρί για να το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους. Κι αμέσως οι κοπέλες γκαστρώνονταν και γεννούσαν σε εννιά μήνες. Κι αυτό συνεχίστηκε για μια γενιά και την επόμενη, μέχρι που τα πρώτα αγόρια που γεννήθηκαν από το χαραγμένο σιτάρι άντρεψαν, ζευγάρωσαν και με τη σειρά τους γέννησαν άλλα παιδιά. Και ποτέ κανένας δεν έριξε κουβά για νερό στο πηγάδι του Ανεμόδεντρου, καθώς εκεί είχαν πεταχτεί τα κουφάρια των στραγγαλισμένων αντρών· εκείνο το ίδιο βράδυ που τα σπουργίτια φέραν το χαραγμένο σιτάρι, ανάβλυσαν όχι μία μα εφτά πηγές από τα ξερά βράχια για να ποτίζουν στο εξής το μακελεμένο χωριό.

 

Φυσικά κανένας στο Μεγάλο Βασίλειο δεν έμαθε πως η ζωή συνεχίστηκε στο Ανεμόδεντρο. O βασιλιάς Θεόδωρος ο Πρώτος, σίγουρος για την υποταγή των ανθρώπων, συνέχισε να αναζητά τον τελευταίο αετό των αιθέρων· δεν κράτησε πολύ η αναζήτησή του. Κάποια φθινοπωρινή μέρα ξεκίνησε μια νέα επιχείρηση κυνηγιού στο Όρος των Αλεπούδων· πριν καν φτάσει στο βουνό, κι ενώ ήταν ακόμη στην πεδιάδα, ένα φοβερό τέρας ξεχύθηκε από τον ουρανό και τον κομμάτιασε. αυλικοί του έντρομοι παραληρούσαν για έναν πελώριο αετό με χάλκινα μάτια και φτερούγες στο χρώμα της στάχτης, που σκέπασαν ολόκληρο τον ουρανό. Κανείς από όσους ήταν μπροστά δεν μπόρεσε στο υπόλοιπο της ζωής του να απαλλαγεί από τον εφιάλτη της φριχτής σκηνής και από τις απόκοσμες κραυγές τρόμου τού άλλοτε αγέρωχου βασιλιά. στρατιώτες του δεν μπόρεσαν να μαζέψουν ούτε ένα απομεινάρι από το σώμα του· στην πρωτεύουσα επέστρεψαν με ένα φέρετρο γεμάτο πέτρες. Φυσικά οι γραμματικοί και οι ποιητές έπιασαν αμέσως δουλειά: για τον πολύ κόσμο και για τα βιβλία της Ιστορίας, ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Πρώτος, ο Μεγάλος Φονέας των Απίστων και των Αετών, απλώς ανέβασε έναν ανεξήγητο πυρετό, εξομολογήθηκε και πέθανε ορθός και άτρομος, κοιτώντας τον θάνατο κατάματα, καταπώς ταίριαζε στη μεγαλοσύνη του.

 

Όσο για τον Πρώτο Σύμβουλο του Βασιλείου, τον παντοδύναμο και τρομερό άντρα που δεν είχε δει ποτέ κανένας τις κόρες των ματιών του, κι αυτός πολύ γρήγορα ακολούθησε τον βασιλιά του. Τα πράγματα έγιναν ως εξής: την επομένη κιόλας της μεγαλοπρεπούς ταφής του Θεόδωρου, ο Πρώτος Σύμβουλος ζήτησε να ετοιμαστεί το ταχύτερο δυνατόν ένα εκστρατευτικό σώμα με τους καλύτερους στρατιώτες· στο Μεγάλο Συμβούλιο του Βασιλείου, που είχε αναλάβει τις διαδικασίες της διαδοχής, αρνήθηκε να αποκαλύψει τον τόπο και το λόγο της εκστρατείας του, λέγοντας: «Υποψιάζομαι κάτι που, αν στρέχει, δεν πρέπει να το μάθει κανείς». Ωστόσο δεν πρόλαβε καν να ξεκινήσει· την παραμονή της αναχώρησής του, κι ενώ ο στρατός ήταν έτοιμος, ο Πρώτος Σύμβουλος έπεσε να κοιμηθεί. Το πρωί οι υπηρέτες του βρήκαν στο κρεβάτι του ένα μαρμάρινο άγαλμα με τη μορφή του, ντυμένο με το χιτώνα του ύπνου· τα χέρια του ήταν σφιγμένα σε γροθιές, και –τι παράξενο– στον μαρμάρινο δεξιό παράμεσό του φορούσε το χρυσό δαχτυλίδι του. Τα βλέφαρά του ήταν ανοιχτά· για πρώτη φορά τα άδεια μάτια του δεν προκαλούσαν το φόβο…

 

Φυσικά το Μεγάλο Συμβούλιο του Βασιλείου αναστατώθηκε από το φοβερό γεγονός· τι είχε συμβεί στον Πρώτο Σύμβουλο; Είχε πέσει θύμα μιας τόσο καλοσχεδιασμένης απαγωγής, είχε σκηνοθετήσει ο ίδιος μια αινιγματική αποχώρηση από τη ζωή (μα τότε γιατί ετοίμασε ολόκληρο εκστρατευτικό σώμα;) ή μήπως είχε στ’ αλήθεια μαρμαρώσει η σάρκα του; Κι αν είχε γίνει αυτό το τελευταίο, ποια ήταν εκείνη η τρομερή δύναμη που μπορούσε να μαρμαρώσει την ανθρώπινη σάρκα; Τι είχε σκεφτεί και ετοίμασε το επίλεκτο εκστρατευτικό σώμα;… Ύστερα από πολύωρες συνεδριάσεις που δεν οδήγησαν πουθενά, τα μέλη του Συμβουλίου αποφάσισαν να πνίξουν το γεγονός στη σιωπή. Τον μαρμαρωμένο Πρώτο Σύμβουλο τον σπάσαν σε πολλά κομμάτια, τα φόρτωσαν σε καράβι και τα πέταξαν στα βάθη της θάλασσας, εκεί όπου δεν θα μπορούσε να τα βρει κανείς. Καινούργιος βασιλιάς έγινε ο Θεόπεμπτος, ο γιος του Θεόδωρου· αμέσως μετά ορίστηκε νέος Πρώτος Σύμβουλος, ο οποίος ευθύς διέλυσε το επίλεκτο εκστρατευτικό σώμα που είχε συγκροτήσει ο προκάτοχός του. Κι έτσι συνεχίστηκε η ζωή στο Μεγάλο Βασίλειο, με τους άρχοντες να παραμένουν άρχοντες και τους δούλους να παραμένουν δούλοι. O Θεόπεμπτος και οι διάδοχοί του δεν είχαν ιδιαίτερη δουλειά: σφάζαν τους άπιστους, καίγαν τους αιρετικούς, μαστίγωναν τους αδύναμους, στραγγάλιζαν τους αλλοπαρμένους και διαφέντευαν το Μεγάλο Βασίλειο. Και κανένας δεν έβαζε στο νου του να ανέβει στον Κεραυνό, στο βουνό που στα σπλάχνα του έβραζε η οργή του Θεού· εξάλλου τι είχε να κάνει στα έρημα ξερά βράχια;

 

***

 

Έτσι πέρασαν ενενήντα εννιά χρόνια από το βράδυ που τα σπουργίτια άφησαν το χαραγμένο σιτάρι στο πηγάδι του Ανεμόδεντρου. Από τη γενιά των γυναικών που γονιμοποιηθήκαν από τα σπυριά του σιταριού δεν ζούσε καμία· είχαν όλες τους κοιμηθεί μες στη γαλήνη, σε βαθιά γηρατειά, έχοντας γύρω τους παιδιά κι εγγόνια να τις ξεπροβοδίσουν για το μεγάλο ταξίδι. χαραγμένοι σπόροι είχαν μείνει στο καντηλέρι τού κάθε σπιτιού, ψυχή τού μακελεμένου προγόνου, ιερός σπόρος τής συνέχειας της ζωής για κάθε σπίτι. Τα παιδιά μεγάλωναν ακούγοντας την ιστορία της συνέχειας της γενιάς τους σαν το πιο τρομερό και συνάμα το πιο μαγικό παραμύθι, και τα βράδια κρύβονταν στα βράχια γύρω από το πηγάδι, μήπως και δουν τα σπουργίτια να φέρνουν ξανά το χαραγμένο σιτάρι, παρόλο που οι γερόντισσες το λέγαν ξανά και ξανά: «Για να έρθει το χαραγμένο σιτάρι, δεν αρκεί να το περιμένεις· πρέπει να το ζητήσεις».

 

Τον καιρό εκείνο βασίλευε στο Μεγάλο Βασίλειο ο τρισέγγονος του Θεόδωρου του Πρώτου, ο Θεόδωρος ο Τρίτος, αυτός που από την Ιστορία ονομάστηκε και Χοιρόφιλος. Αναμφισβήτητα δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος αυτός ο Θεόδωρος ο Τρίτος· για την ακρίβεια, του έλειπαν όλες εκείνες οι αδυναμίες που μπορούν να χαρακτηριστούν ανθρώπινες. Από πολύ νωρίς είχε δείξει τον σπάνιο αυτοέλεγχό του και την παγερή ιδιοφυΐα του: διάβαζε στα τρία του χρόνια, στα πέντε του μπορούσε να αποστηθίζει και στα έξι του, όταν ένας δηλητηριώδης σκορπιός τσίμπησε τον πρώτο παιδαγωγό του την ώρα του μαθήματος, ο μικρός πρίγκιπας, ενώ τον έβλεπε να σφαδάζει από τους πόνους, αντί να φωνάξει για βοήθεια, προτίμησε να συνεχίσει την απαγγελία της δέκατης ραψωδίας της Oδύσσειας. Φυσικά ο πρώτος παιδαγωγός πέθανε αβοήθητος· όταν τον ρώτησαν γιατί δεν κάλεσε βοήθεια, ο εξάχρονος διάδοχος του θρόνου απάντησε ατάραχος: «Μαγεύτηκα από το ραβδί της Κίρκης…». Πριν καν κλείσει τα οχτώ του, οι παιδαγωγοί του ανακοίνωσαν στον πατέρα του, τον βασιλιά Θεόπεμπτο τον Δεύτερο, πως ήταν ανεπαρκείς για να απαντήσουν στα όσα τούς ρωτούσε… O Θεόπεμπτος, ένας διεστραμμένος μέθυσος, που η κύρια ασχολία του ήταν να φτάνει στον οργασμό με αμοιβαίο στραγγαλισμό (λέγαν πως έτσι είχε σκοτώσει και τις τρεις από τις τέσσερις συζύγους του –μόνο η μάνα του Θεόδωρου είχε γλιτώσει καταφεύγοντας σε μοναστήρι– και δεκάδες άλλες ερωμένες του) και που ο ίδιος δεν είχε μπορέσει να μάθει απέξω ούτε καν τον αυτοκρατορικό όρκο, κολακεύτηκε που ο γιος του ήταν μια τέτοια μεγαλοφυΐα· αμέσως διέταξε να φέρουν στην Αυλή του τους πιο σοφούς δασκάλους από τα πέρατα της γης: φιλοσόφους, μαθηματικούς, θεολόγους, θεραπευτές, μάγους, γραμματικούς, ποιητές, γυμναστές, βοτανολόγους, γλύπτες, ζωγράφους και μουσικούς, δασκάλους των τεχνών της ειρήνης και του πολέμου. Και όλοι αυτοί, ο ένας μετά τον άλλον, συμφωνούσαν: ο πρίγκιπας Θεόδωρος θα γινόταν ένα από τα φωτεινότερα μυαλά στην Ιστορία του Ανθρώπου…

 

Η εφηβεία του ήταν ανάλογη της μεγαλοφυΐας του: κανείς ποτέ δεν τον είχε δει να θυμώνει, ούτε να χάνει το μυαλό του έστω για μια στιγμή· ο πρίγκιπας έμοιαζε να μη φοβάται για τίποτε, να μην επιθυμεί τίποτε, να μην παθιάζεται με τίποτε, ούτε με τις γυναίκες της Αυλής, ούτε με τους νεαρούς σκλάβους του πατέρα του, ούτε με τα κυνήγια και τις έξαλλες διασκεδάσεις του παλατιού. Δεν είχε φίλους και κοιτούσε με παγερό βλέμμα τους κόλακες του παλατιού, τις παρέες του πατέρα του, τους συνομηλίκους του γιους των βασιλικών συμβούλων και στρατηγών· όποτε δεν έκανε μάθημα με τους δασκάλους του, θα τον έβρισκες είτε στη Βιβλιοθήκη, χαμένο πίσω από σπάνιους τόμους, είτε στα Αρχεία του Μεγάλου Βασιλείου, να μελετάει ξεχασμένα έγγραφα με ύφος απόκοσμα στοχαστικό.

 

Κάποτε ο Θεόπεμπτος ο Δεύτερος πέθανε· μια ζωή γεμάτη με διεστραμμένα όργια συμπληρώθηκε όπως της άξιζε: ο Θεόπεμπτος αυτοστραγγαλίστηκε με τα ίδια του τα χέρια στην προσπάθειά του να φτάσει σε οργασμό. Στο θρόνο ανέβηκε ο πρίγκιπας Θεόδωρος, ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος πλέον, κι αμέσως έδειξε πως ήταν αποφασισμένος να αλλάξει πολλά στο Μεγάλο Βασίλειο. Με συνοπτικές διαδικασίες εκτέλεσε όλους τους συμβούλους στους οποίους, εν μέσω των οργίων, ο πατέρας του είχε αναθέσει τη διαχείριση του βασιλείου, διόρισε καινούργια μέλη στο Μεγάλο Συμβούλιο και βασιλικούς τοπάρχες σε κάθε επαρχία, τετραπλασίασε τον αριθμό των στρατιωτών κάθε φρουράς, απαγόρευσε την κυκλοφορία στους δρόμους μετά τη δύση του ήλιου, καθώς και το να ανάβει για περισσότερο από τρία λεπτά το κερί σε κάθε σπίτι. Και έπειτα νομοθέτησε: δεν αντικατέστησε απλώς τους παλιούς νόμους με καινούργιους, μα για κάθε παλιό έφτιαξε είκοσι καινούργιους· ανακάλυψε καινούργια φριχτά εγκλήματα, επινόησε καινούργιες αποκρουστικές λέξεις, θέσπισε είδη ποινών που τρόμαζαν και τον πιο αδίστακτο κακοποιό. Έφτιαξε για πρώτη φορά Συμβούλια Παρακολούθησης, Καταγγελίας και Λογοκρισίας, καθώς και το Ανώτατο Συμβούλιο Ελέγχου του Φόβου… Κι ακόμη –τι παράξενο, αυτός που είχε διαβάσει τόσο πολύ στη ζωή του– απαγόρευσε την ιδιωτική κατοχή οποιασδήποτε μορφής γραπτών κειμένων ή εικαστικών απεικονίσεων και διέταξε να συγκεντρωθούν όλα τα βιβλία του Μεγάλου Βασιλείου, μα και κάθε άλλο δημιούργημα του ανθρώπινου νου –εικόνες, σχέδια, γλυπτά, παρτιτούρες μουσικών έργων, επιστημονικά όργανα και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς–, σε ένα πελώριο Μουσείο στην πρωτεύουσα, ένα κτίριο που διέταξε να το χτίσουν δίχως παράθυρα και στο οποίο δεν έμπαινε κανένας, παρά μόνο κάποιοι ελάχιστοι που είχαν ειδική άδεια, καθώς φρουρούνταν από πάνοπλους στρατιώτες.

 

Όχι, δεν ήταν άδικος ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος· όταν διέταξε να καταργηθούν όλες οι φορεσιές εκτός από τρεις για κάθε υπήκοό του, μια γιορτινή, μια καθημερινή και μια φορεσιά μαθητείας, όχι μόνο το εφάρμοσε ο ίδιος, μα διέταξε να μαστιγώσουν δημόσια όσους από τη βασιλική οικογένεια δεν συμμορφώθηκαν με τη βασιλική διαταγή, ακόμη και τον ίδιο τον αδελφό του, τον Θεόφιλο. Όταν πάλι νομοθέτησε την απαλλοτρίωση της γης των ευγενών με επαπειλούμενη ποινή τον θάνατο σε όποιον την αρνούνταν, οι μεγαλύτερες εκτάσεις που δημεύτηκαν ανήκαν στην οικογένειά του: ήταν τα δάση όπου κυνηγούσαν οι πρόγονοί του. όταν νομοθέτησε το κόψιμο του χεριού από τον καρπό στην περίπτωση της κλοπής, και μάλιστα με τον όρο ο πατέρας του κλέφτη να είναι αυτός που θα ακρωτηριάσει τον γιο του, έβαλε τον Πρώτο Στρατηγό του Μεγάλου Βασιλείου να κόψει ο ίδιος το δεξί χέρι του μοναχογιού του που είχε κλέψει μια επιπλέον μερίδα φαγητού στη στρατιωτική σχολή.

 

Δεν ήταν άδικος, λοιπόν, ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος· ήταν όμως αναμφίβολα παρανοϊκός: στον τρίτο χρόνο της βασιλείας του διέταξε να ζωγραφιστεί σε κάθε πόρτα σπιτιού του Μεγάλου Βασιλείου η μορφή της Χίμαιρας, του αρχαίου τέρατος με το κεφάλι του λονταριού, το σώμα της κατσίκας και την ουρά του φιδιού που ξεφυσά φλόγες, για να στοιχειώσει η φριχτή μορφή της τους εφιάλτες των υπηκόων του. Κι όταν δεκαέξι χωριά της δυτικής ακτής αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τη διαταγή, θεωρώντας τη Χίμαιρα είδωλο του Διαβόλου, ο Θεόδωρος έστειλε το στρατό να κάψει τα χωριά και να σφάξει τους κατοίκους τους μέχρις ενός. Μόνο τις έγκυες γυναίκες εξαίρεσε από τη σφαγή· αυτές διέταξε να μεταφερθούν στην πρωτεύουσα, τις εγκατέστησε στο παλάτι του και τις περίμενε να γεννήσουν, προσφέροντάς τους κάθε περιποίηση. Και μόλις γεννούσαν τις άφηνε να θηλάσουν τα μωρά τους· κι όταν τους κοβόταν το γάλα, τις κρεμούσε τη μία μετά την άλλη.

 

Στον έβδομο χρόνο της βασιλείας του τα πράγματα αγρίεψαν: ο βασιλιάς διέταξε να αφήσουν χιλιάδες φίδια σε κάθε πόλη και χωριό του Μεγάλου Βασιλείου. Ήταν κάτι παράξενα φίδια, σκούρα μπλε στο χρώμα με μια κίτρινη ρίγα στη ράχη, που ο Θεόδωρος είχε στείλει τους βασιλικούς φυσιοδίφες να τα φέρουν από κάποιο μυστικό νησί των θαλασσών της Ανατολής – προφανώς θα είχε μάθει την ύπαρξή τους στα απόκρυφα βιβλία που του είχαν φέρει οι δάσκαλοί του και μπορούσε να διαβάζει μόνο αυτός. Αυτά τα παράξενα φίδια, που δεν ξεπερνούσαν στο μήκος μια ανοιχτή παλάμη, παραμόνευαν το βλέμμα του ανθρώπου στα πιο παράξενα μέρη· κι όποιος τα κοιτούσε κατάματα ήταν καταδικασμένος: σαν την αστραπή φτύναν ένα διάφανο φαρμάκι μέσα στους βολβούς των ματιών. Ευθύς ο άνθρωπος έπεφτε καταγής ουρλιάζοντας από τους φριχτούς πόνους· μέσα σε λίγα λεπτά πέθαινε. ήταν τόσο ανυπόφορος ο πόνος, που μες στο σπαρτάρισμά του ο φαρμακωμένος έβγαζε με τα ίδια του τα χέρια τους βολβούς των ματιών του. O Θεόδωρος στα βασιλικά διατάγματα τα ονόμαζε «τα φίδια του εξανθρωπισμού», μα ο κόσμος τα έλεγε θανατόφιδα ή διαβολόφιδα· και πολύ σύντομα οι άνθρωποι περπατούσαν με δεμένα τα μάτια, με τα χέρια απλωμένα μπροστά, σαν τους τυφλούς, μην τυχόν και το βλέμμα τους συναντηθεί με τα φίδια – και τότε αλίμονο…

 

Ήταν η πρώτη φορά από τη μέρα που ο Θεόδωρος ανέβηκε στο θρόνο που το Μεγάλο Συμβούλιο του Βασιλείου τού ζήτησε ακρόαση. Εκείνος τούς δέχτηκε αμέσως. Του μίλησε –εξ ονόματος όλων– ο Πρώτος Σύμβουλος, ένας παλαιός ευγενής που πίστευε πως όταν έχεις λάσκα το χαλινάρι, ο λαουτζίκος οδηγείται πιο εύκολα. Με φωνή τρεμάμενη –ήξερε ότι έπαιζε το κεφάλι του– είπε στον βασιλιά πως κανένας από το Συμβούλιο δεν μπορούσε να κατανοήσει τι εξυπηρετούσαν τα φίδια του εξανθρωπισμού, πως ο κόσμος βρισκόταν σε πρωτόγνωρο πανικό και ο πανικός ήταν κακός σύμβουλος, πως, τέλος, τα φίδια αυτά δεν απειλούσαν με φριχτό θάνατο μόνο τον απλό λαό, οπότε μικρό το κακό, μα και τους ευγενείς, τα μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου, ακόμη και τον ίδιο τον βασιλιά… O Θεόδωρος τον άκουσε προσεκτικά· μόλις ο Πρώτος Σύμβουλος τέλειωσε, ρώτησε τους υπόλοιπους αν είχαν να συμπληρώσουν τίποτε. Κανείς δεν μίλησε· τότε ο βασιλιάς μίλησε με φωνή απόλυτα νηφάλια – έμοιαζε να μην απευθύνεται σε κανέναν: «Σκεφτήκατε ποτέ σας την ιστορία της Κίρκης; Άραγε τι σημαίνει ν’ αγγίζεις τους ανθρώπους μ’ ένα ραβδί και να τους μεταμορφώνεις σε γουρούνια; Σκεφτήκατε ποτέ σας σε τι διαφέρουν οι άνθρωποι απ’ τα γουρούνια; Ένα σκουλήκι είναι που τους ερεθίζει, τους κάνει να ποθούν, να είναι αλαζόνες, υπερόπτες, υβριστές, ένα σκουλήκι είναι που κάνει τους ανθρώπους αναρχικούς, θρασείς κι ανυπότακτους, ένα σκουλήκι που τους κάνει να νομίζουν πως μπορούν να ορίζουν τις ζωές τους. Αυτό το σκουλήκι της εξαχρειωμένης ελευθερίας πρέπει να συντρίψω, αυτό το σκουλήκι κυνηγά η Χίμαιρα στις πόρτες των σπιτιών, γι’ αυτό το σκουλήκι έφερα τα φίδια από τις θάλασσες της Ανατολής. Γιατί τα φίδια είναι αυτά που εξανθρωπίζουν τους ανθρώπους, που τους κάνουν να περπατούν με τα μάτια δεμένα και την ψυχή μουδιασμένη απ’ το φόβο, δηλαδή τους καθοδηγούν προς τον μοναδικό σκοπό της ύπαρξής τους, τα φίδια είναι που τους κάνουν να φοβούνται τον θάνατο, να τρέμουν τους φοβερούς πόνους, τα φίδια είναι αυτά που τους οδηγούν στην ταπείνωση, που τους βοηθούν να μην ξεστρατίζουν από το δρόμο τους, υπενθυμίζοντας τη μικρότητα και την ασημαντότητά τους, τα φίδια δείχνουν σε όλους πως οι αξίες, οι ιδέες και οι θεωρίες είναι βρομερά ψέματα μπροστά στην κτηνωδία των ενστίκτων, τα φίδια αποδεικνύουν πως ο άνθρωπος είναι απλά ένα σακί με κρέας και κόπρανα που κυβερνιέται μονάχα από τον Φόβο. Κι όταν το νιώσουμε αυτό, τότε θα δεχτούμε το άγγιγμα της Κίρκης: δεν θα είναι τιμωρία· θα είναι η Λύτρωση, η Αναγέννηση και η Τελείωσή μας».

 

Το Μεγάλο Συμβούλιο δεν ξαναζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά Θεόδωρο τον Τρίτο· δεν υπήρχε λόγος. Τα μέλη του κλείστηκαν στα σπίτια τους και σιωπηλά προσευχήθηκαν σε όποιον Θεό ή Διάβολο πίστευε ο καθένας να τους λυπηθεί. Κι όποτε έβγαιναν έξω, είχαν δεμένα τα μάτια τους, όπως όλος ο κόσμος, για να μη δουν τα θανατόφιδα και πεθάνουν. Κι ο βασιλιάς Θεόδωρος συνέχισε να νομοθετεί για να συντρίψει το σκουλήκι της εξαχρειωμένης ελευθερίας, για να κάνει τους ανθρώπους να φοβηθούν τόσο ώστε να μισήσουν τον εαυτό τους. Και έναν χρόνο αργότερα έχτισε στο παλάτι του ένα πολυτελές χοιροστάσιο και έφερε είκοσι ένα γουρούνια, ειδική παραγγελία απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Πριν τα βάλει στο παλάτι, διέταξε να παρελάσουν σε όλη την πρωτεύουσα και ο κόσμος να βγει στους δρόμους για να τα δει. Έτσι κι έγινε· μόνο που στην πλατεία του παλατιού ένα από τα γουρούνια στρίγκλισε, μάλλον από την πείνα. O βασιλιάς ζήτησε το σπαθί από τον πρώτο αξιωματικό του, το πλησίασε με αργό βήμα και με μια αστραπιαία κίνηση το έσφαξε· γέμισε ολόκληρος με αίματα. Και σ’ έναν μήνα ήρθε με το πλοίο καινούργιο γουρούνι στη θέση του σφαγμένου για το χοιροστάσιο του βασιλιά.

 

Ήταν ο δέκατος χρόνος της βασιλείας του, όταν ξαφνικά ο Θεόδωρος ο Τρίτος κλείστηκε για αρκετές μέρες στο Μουσείο. Μάλιστα είχε διατάξει να μην τον ενοχλήσει κανείς· προφανώς τον απασχολούσε κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Μόλις βγήκε, έδωσε εντολή να ετοιμαστεί αμέσως επίλεκτο εκστρατευτικό σώμα για τον Κεραυνό· επικεφαλής θα ήταν ο ίδιος… Ήταν η καρδιά του καλοκαιριού. Όλοι απόρησαν: τι γύρευε ο βασιλιάς στα ξερά βράχια;

 

Σωστά μαντεύει ο αναγνώστης: o βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος θα ανέβαινε στο ίδιο χωριό που είχε μακελέψει ο προπροπάππος του πριν από ενενήντα εννιά χρόνια. Κανείς δεν είχε ανέβει στον Κεραυνό από τότε, εξάλλου ποιο λόγο θα είχε· η κοινή λογική έλεγε πως οι γυναίκες που απέμειναν στο Ανεμόδεντρο θα γερνούσαν και θα πέθαιναν, πως δίχως τους άντρες η γυναικεία μήτρα θα έμενε άσπαρτη και η ζωή θα έσβηνε στο χωριό. Μα ο Θεόδωρος ο Τρίτος δεν πίστευε στην κοινή λογική· προφανώς βρήκε στα αρχεία του Μεγάλου Βασιλείου κάτι που του κίνησε τις υποψίες, κατόπιν το συνδύασε με τα υπόλοιπα, με τον θάνατο του προπροπάππου του και του Πρώτου Συμβούλου του, κι όσα δεν ήξερε τα συνέδεσε με έναν δαίδαλο υποθέσεων. Κι έτσι ξεκίνησε για τον Κεραυνό με τη βεβαιότητα πως δεν θα έβρισκε ένα ερειπωμένο χωριό στην άκρη του γκρεμού. Και φυσικά επαληθεύτηκε…

 

Στο Ανεμόδεντρο, όταν έμαθαν πως οι στρατιώτες ανεβαίνουν το βουνό τους, δεν είχαν αυταπάτες για τη συνέχεια· είχε έρθει ξανά ο καιρός για να δοκιμαστούν, ο καιρός που θα έδειχαν αν ήταν αντάξιοι του παλιού παραμυθιού. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε το μαντίλι ενός κοριτσιού· ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος μπήκε μέσα στο χωριό και ο κολαούζος του διέταξε όλους τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στην πλατεία. άνθρωποι φόρεσαν τις καλές φορεσιές τους και βγήκαν με βήμα σταθερό· ήταν η μέρα που την περίμεναν έναν αιώνα. Nιώθαν έτοιμοι· ό,τι κι αν τους έκανε ο βασιλιάς, τα σπουργίτια θα ξαναφέρναν το χαραγμένο σιτάρι…

 

O Θεόδωρος τους μίλησε με παγερή, άψυχη φωνή, θαρρείς και μιλούσε κάποιος άλλος με το στόμα του: «Πριν από ενενήντα εννιά χρόνια ένας πρόγονός μου πέρασε από τα μέρη σας. Τα βασιλικά αρχεία γράφουν πως οι πρόγονοί σας στασίασαν και στραγγαλίστηκαν όλοι μέχρι τον τελευταίο. Κι όμως, απ’ όσο βλέπω, η γενιά σας δεν έσβησε από το πρόσωπο της γης… Υπάρχει κάποιος που μπορεί να μου δώσει μια πειστική εξήγηση γι’ αυτό;»

 

Στον βασιλιά Θεόδωρο απάντησε ο γεροντότερος του χωριού· ήταν ο γέροντας Εμμανουήλ, παρά δύο χρόνια εκατόχρονος, γεννημένος από το χαραγμένο σιτάρι του Ηλία, ο μοναδικός από όσους είχαν γεννηθεί από χαραγμένο σπυρί και ήταν ακόμη στη ζωή. Τα γένια του γέροντα έφταναν μέχρι τα γόνατά του· η ομιλία του αργή, τα λόγια του έπεφταν σαν πετριές: «O πρόγονός σου που πέρασε απ’ το βουνό μας ήταν ένας φονιάς. Καλά το γράφουν τα δεφτέρια των αμαρτιών σας· θέλησε να χαλάσει τη γενιά μας μια κι έξω. Δεν το κατάφερε. Κι έρχεσαι τώρα εσύ, ύστερα από έναν αιώνα, γυρεύοντας μια πειστική εξήγηση για το ότι ζούμε. Πειστικές εξηγήσεις ψάχνεις εσύ κι οι όμοιοί σου φονιάδες, που καίτε τους ανθρώπους στις φλόγες· γιατί αυτό είναι το μόνο που έχετε: τις φλόγες για να χουγιάζετε τους ανθρώπους. Άναψτε τες, λοιπόν· εμείς θα ζήσουμε όπως ζήσαμε: με την απελπισία της νύχτας μας…».

 

Η παγερή φωνή του βασιλιά ξανακούστηκε: «Eσείς θα επιζήσετε όπως επιζήσατε: θα κρυφτείτε σαν τους λαγούς μέσα στα θάμνα, όπως κρύφτηκαν κι οι πρόγονοί σας… Και οι γυναίκες σας θα γίνουν οι πόρνες των δαιμόνων για να γκαστρωθούν από αυτούς, όπως κάναν οι μανάδες και οι γιαγιάδες σας για να γεννήσουν εσάς»

 

O γέροντας Εμμανουήλ μίλησε με φωνή σπασμένη απ’ την οργή: «Δειλός, κιοτής και σφαγέας αμάχων είσαι εσύ και οι πρόγονοί σου και πόρνη των δαιμόνων ήταν η μάνα σου κι οι μανάδες των προγόνων σου… Κι αν δεν ήμουν δεμένος με τον αρχαίο όρκο, θα έπλενα στο αίμα τη βρισιά σου… Και μάθε εσύ κι οι όμοιοί σου πως στο Ανεμόδεντρο μόνο η νύχτα συνεχίζει τη ζωή· όταν ο πρόγονός σου στραγγάλισε τους προγόνους μας, σπουργίτια φέραν σε τούτο το πηγάδι σπυριά σιταριού που είχαν χαραγμένα επάνω τους ανθρώπινα ονόματα: τα ονόματα των στραγγαλισμένων. Αυτά τα χαραγμένα σιτάρια γονιμοποίησαν τις μανάδες μας. Κι αν μας ξεκάνεις, τα σπουργίτια θα φέρουν καινούργια σπυριά σιταριού, χαραγμένα κι αυτά από τη νύχτα, για να συνεχίσουν τη γενιά μας…»

 

Μόλις τέλειωσε ο γέροντας, ο βασιλιάς έμεινε για ένα λεπτό ακίνητος σαν άγαλμα. Κατόπιν έκανε μεταβολή και πήγε στη σκηνή του· είχε ακούσει αυτά που ήθελε. Έδωσε εντολή στον στρατό του να φρουρεί το χωριό γύρω-γύρω, μην τυχόν και ξεφύγει κανείς στο βουνό, κι έπειτα κλείστηκε στη βασιλική σκηνή για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο χωρίς να δει κανέναν.

 

Το μεσημέρι της επομένης οι στρατιώτες μπήκαν σε όλα τα σπίτια του χωριού και με το στανιό πήραν απ’ τα καντήλια των γυναικών τα χαραγμένα σπυριά του σιταριού· και μια γυναίκα, την Αναστασία, τη δισέγγονη του Αλέξη, που έκλεισε το σπυρί με το όνομα του προπάππου της στη χούφτα της και δεν την άνοιγε με τίποτε, την ξάπλωσαν σε μια τάβλα και της κόψαν το χέρι απ’ τον καρπό για να της το πάρουν… Κι όταν μάζεψαν έτσι τα χαραγμένα σιτάρια, έσυραν με το στανιό όλους τούς Ανεμοδεντρινούς στην πλατεία για να τους μιλήσει ο βασιλιάς. Ένα γκρίζο δυσοίωνο σύννεφο είχε σταθεί πάνω από το χωριό. O Θεόδωρος ο Τρίτος τούς περίμενε καθισμένος σ’ έναν παράξενο ξύλινο θρόνο. Η φωνή του ήταν το ίδιο παγερή όπως την προηγούμενη μέρα· μόνο σε κάποιους φθόγγους η χροιά της γινόταν μιαν ιδέα πιο στριγκλή.

 

«Δεν θέλω να σας μακελέψω, άντρες και γυναίκες του Ανεμόδεντρου… Δεν σας μισώ· είμαι βασιλιάς και δεν μου επιτρέπεται κανένα πάθος, κανένα μίσος και καμιά αγάπη. Κι ούτε θυμώνω από τα προσβλητικά λόγια των γερόντων σας· δεν θα ανέβαινα ο ίδιος ώς εδώ για να τιμωρήσω λόγια γερόντων… Ήρθα στα βράχια σας για να συντρίψω το σκουλήκι που ερεθίζει τον άνθρωπο, που τον κάνει να ξεστρατίζει απ’ το σκοπό του – μονάχα γι’ αυτό…

 

»Όλοι οι σύμβουλοι του Βασιλείου απόρησαν μόλις έμαθαν για τούτη την εκστρατεία μου στο χωριό σας· σκέφτηκαν πως είμαι τρελός για να ανεβαίνω στα ασήμαντα βράχια του Κεραυνού. Και τώρα που σας βρήκα ζωντανούς, παρά το θέλημα του προπροπάππου μου, και πάλι απορούν: γιατί δεν σας περνάω στο λαιμό τη στραγγάλη να τελειώνουμε… Είναι κι αυτοί ηλίθιοι, ανάξιοι να καταλάβουν πραγματικά, ανάξιοι να δουν με τα μάτια της ψυχής τους το Όραμα…

 

»Έχετε σκεφτεί, Ανεμοδεντρινοί, ποιος είναι ο αληθινός λόγος που το αίμα κυλά μέσα στη σάρκα σας και την κρατά ζωντανή; Έχετε νιώσει ποτέ σας πως το καθετί εμπεριέχει το τέλος του, δηλαδή το τέλειο σχήμα του; Συλλογιστήκατε ποτέ ποιο είναι το τέλειο σχήμα του ανθρώπου; Σίγουρα όχι ένα δίποδο που μεγαλώνει, γερνάει, πεθαίνει κι έπειτα γίνεται δυο φούχτες κόκαλα και στάχτη· σίγουρα όχι ένα ον που αλαζονικά νομίζει πως σκοπός του είναι να φτάσει έστω για μια στιγμή τον ουρανό πριν ταφεί στην καρδιά της γης… O πραγματικός σκοπός του εφήμερου ανθρώπου είναι να γίνει γουρούνι αιώνιο, ένα τετράποδο που θα παχαίνει ολοένα δίχως να ανυψώνεται και συνέχεια θα γρυλίζει από το φόβο· γιατί μόνο ο Αιώνιος Φόβος χαρίζει την Αθανασία…

 

»Nαι, Ανεμοδεντρινοί, ο προορισμός του ανθρώπου είναι να γίνει ένας αθάνατος χοίρος που φοβάται· κι είναι το σκουλήκι της ύβρεως που φωλιάζει μέσα του και τον κάνει να ξεστρατίζει από τον δρόμο του. Αυτό το σκουλήκι θα το συντρίψω εγώ· κάποιος έπρεπε να βγάλει από τη χρυσή θήκη του το ραβδί της Κίρκης, να το ξανακρατήσει στο χέρι του, ν’ αγγίξει με αυτό τα σώματα των ανθρώπων καθαρίζοντάς τους από την ύβρη τους. Γι’ αυτό είμαι εδώ, απέναντί σας…

 

»Δεν με πειράζει που ζείτε, Ανεμοδεντρινοί, δεν με πειράζει που εξακολουθείτε να υπάρχετε παρά την αντίθετη θέληση του προγόνου μου… Με πειράζει που δεν φοβάστε τον θάνατο· με πειράζει που δεν φοβάστε τη στραγγάλη του βασιλιά σας, το μαχαίρι του ισχυρού, τη δύναμη των στρατιωτών, με πειράζει που μάθατε να ζείτε με τον Κεραυνό δίχως να τρέμετε μήπως κάψει τη σάρκα σας, με πειράζει που μάθατε να γυρεύετε το χαραγμένο σιτάρι, με πειράζει που πιστεύετε πως θα επιζήσετε με τη νύχτα κι όχι με τον Φόβο. Ένα σκουλήκι φωλιάζει στο μυαλό και την ψυχή του καθενός από εσάς: είναι το σκουλήκι που εγώ πρέπει να το συντρίψω για να σας ελευθερώσω, για να σας οδηγήσω στον αληθινό σας προορισμό… Ανοίξτε τα μάτια και δείτε μπροστά σας το Όραμα· η Αιωνιότητα σας περιμένει…»

 

O βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος σταμάτησε το παγερό του παραλήρημα και αναμέτρησε με τα μάτια του τα πρόσωπα των ανθρώπων απέναντί του. Έπειτα σήκωσε ψηλά το χέρι του· κρατούσε ένα δερμάτινο σακούλι: «Σε τούτο το σακούλι βρίσκονται τα σπυριά του χαραγμένου σιταριού που γονιμοποίησαν τις γυναίκες του χωριού σας, όταν στραγγαλίστηκαν οι άντρες σας· οι στρατιώτες μου θα το αλέσουν εδώ μπροστά σας και θα το κάνουν αλεύρι… Κι έπειτα θα το ανακατέψουν με άλλο αλεύρι, θα ρίξουν νερό και θα το ζυμώσουν φτιάχνοντας ένα καρβέλι ψωμί… Κι έπειτα θα ανάψουν μπροστά σας φωτιά και θα ψήσουν τούτο το καρβέλι…»

 

Και λέγοντας αυτά τα λόγια έδωσε το δερμάτινο σακούλι σ’ έναν υπασπιστή του· οι στρατιώτες φέραν έναν μύλο του χεριού και έριξαν μέσα του σπυρί-σπυρί και τα εκατόν έντεκα χαραγμένα σιτάρια. Κι άρχισαν αργά-αργά να τα αλέθουν. Τα πρόσωπα των Ανεμοδεντρινών είχαν μαυρίσει από τη φρίκη· οι γυναίκες και οι νεότεροι έκλαιγαν βουβά. Κάποτε οι στρατιώτες τέλειωσαν τη δουλειά τους: είχε αλεστεί μισό πιάτο αλεύρι. Και το αλεύρι αυτό το ανακάτεψαν με άλλο αλεύρι, ρίξαν νερό και το ζύμωσαν, το κάναν ένα στρόγγυλο ψωμί, κι έπειτα άναψαν φωτιά και το έψησαν πάνω σε κόκκινες πέτρες. Και πριν από το ψήσιμο ο βασιλιάς χάραξε με το μαχαίρι του πάνω στο ζυμάρι μια ακατανόητη φράση: Έρχεο νυν συφεόνδε, μετ’ άλλων λέξο εταίρων.

 

Μόλις ψήθηκε το ψωμί, ο βασιλιάς διέταξε να το αποθέσουν σ’ ένα ξύλινο πιάτο και είπε στους Ανεμοδεντρινούς: «Ήρθε η ώρα το σκουλήκι μέσα σας να συντριβεί. Όσοι αρνηθείτε να φάτε μια γωνιά από τούτο το ψωμί θα πεθάνετε με τη στραγγάλη και τα κορμιά σας θα πεταχτούν στο πηγάδι για να σαπίσουν. Το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες και τα παιδιά και τα βρέφη. Όσοι όμως φάτε μια βούκα και την κατεβάσετε στο στομάχι δίχως να την ξεράσετε, όχι μόνο δεν θα πεθάνετε, μα θα σας πάρω μαζί μου, θα σας δώσω πλούτη και τίτλους ευγενείας, θα σας κάνω Συμβούλους του Μεγάλου Βασιλείου, θα σας δώσω εξουσία που ποτέ σας δεν τη διανοηθήκατε· γιατί τέτοιες τιμές αξίζουν σε όσους συντρίβουν το σκουλήκι μέσα τους… Θα μείνετε εδώ, σε τούτη την πλατεία, για όλη τη νύχτα· αύριο με το χάραμα θα ξανάρθω· και τότε θα έχετε αποφασίσει αν θα ζήσετε ή αν θα σπαρταρήσετε στη στραγγάλη…» Αυτά είπε ο Θεόδωρος ο Τρίτος κι αμέσως έφυγε, ενώ οι στρατιώτες του έμειναν να φυλάνε τους Ανεμοδεντρινούς.

 

Μέχρι να γείρει ο ήλιος, δεν ακούστηκε κουβέντα απ’ την πλατεία· μόλις σκοτείνιασε, άρχισε ένα ελαφρύ σούσουρο. Τότε ακούστηκε βροντερή η φωνή του γέροντα Εμμανουήλ: «Πάψτε τις κουβέντες, Ανεμοδεντρινοί… Δεν το καταλαβαίνετε πως τούτο το σούσουρο ήταν κι ο στόχος του αρχιφονιά… Γι’ αυτό δεν μας έβαλε να διαλέξουμε αμέσως, αλλά μας άφησε να περιμένουμε όλη τη νύχτα· για να μας πλανέψει ο φόβος και να φάμε τις ψυχές των προγόνων μας. Γι’ αυτό πάψτε τις κουβέντες κι ετοιμαστείτε να νιώσετε στο λαιμό τη στραγγάλη. Και μη φοβάστε για τη γενιά μας· η νύχτα θα μας σώσει».

 

Μια νεανική φωνή ακούστηκε από το πλήθος των Ανεμοδεντρινών, στην αρχή διστακτική κι έπειτα όλο και πιο καθαρή: « ίδια θα έλεγα, γέροντα Εμμανουήλ, αν ήμουν τόσο κοντά στον θάνατο όσο εσύ… Όμως εγώ ακόμη δεν πρόλαβα να χαρώ τον έρωτα, να γλυκαθώ σπέρνοντας τη γυναίκα, να δω τα παιδιά μου να γεννιούνται, να μεγαλώνουν, να ερωτεύονται, να κάνουν δικά τους παιδιά… Ακόμη δεν πρόλαβα να δω τα σκαλίσματά μου στους κορμούς των δέντρων να παραλλάζουνε από τον καιρό, τα χαράγματά μου στους βράχους να λειαίνονται απ’ τις βροχές, το παιδικό μαχαίρι μου να στομώνει. Ακόμη δεν χόρτασα το χάραμα και το σβήσιμο της μέρας, τη σιγαλιά της νύχτας, το κελάηδημα των πουλιών, το κλάμα των λύκων, το άνθισμα των πετρολούλουδων. Αξίζει να τα χάσουμε όλα αυτά για να μην κατεβάσουμε μια βούκα ψωμί; Τόσο πολύ σημαντικό είναι αυτό το σιτάρι που φύλαγαν οι γιαγιάδες μας στα καντηλέρια, που αξίζει να αφανιστούμε από το πρόσωπο της γης για δαύτο; Ακόμη κι αν κάποτε μας έσωσε, θα πρέπει να χαθούμε εξαιτίας του;»

 

Άγριο τρέμουλο οργής γέμισε τη φωνή του Εμμανουήλ: «Mιλάς για τις χαρές της ζωής, εσύ που κρύβεσαι μέσα στο σκοτάδι, μέσα στους ίσκιους των πολλών. Γιατί δεν λες το όνομά σου, να το ακούσει η μάνα σου, να μάθει για ποιον κοιλοπόνεσε; Μιλάς για τη χαρά να ερωτεύεσαι, να σπέρνεις τη γυναίκα, να γεννάς και να μεγαλώνεις παιδιά, να βλέπεις τη μέρα, να ακούς τη νύχτα· θαρρείς πως όλα αυτά δεν υπακούουν σε κάποιο νόμο; Μάθε, λοιπόν, πως δύο είναι οι νόμοι της ζωής: η δύναμη και η νύχτα· μάθε, λοιπόν, πως εμείς ζούμε με την νύχτα. Γι’ αυτό δεν θα φάμε το χαραγμένο σιτάρι που η δύναμή σου αλέθει και ζυμώνει και ψήνει μπροστά στα μάτια μας. Δεν θα γίνουμε υπηρέτες στο άδικο· το χαραγμένο σιτάρι γονιμοποίησε τις μανάδες μας. κατεβάσουμε μια βούκα από τούτο το καρβέλι, θα αδικήσουμε· και τότε θα γλιτώσουμε τη στραγγάλη, μα θα χαθούμε για πάντα…»

 

Σούσουρο ακολούθησε τα λόγια του γέροντα· η νύχτα είχε πέσει για τα καλά. Δεν πέρασε πολλή ώρα, όταν και πάλι ακούστηκε μια φωνή, διαφορετική απ’ την προηγούμενη: «Δεν είναι έτσι όπως τα λες, Εμμανουήλ· κι ούτε τα άσπρα σου μαλλιά σημαίνουν πως μόνο εσύ κατέχεις το σωστό. Κι αν θέλεις να μιλάς, μίλα για λογαριασμό σου κι άσε κι εμάς να μιλούμε για τη δική μας ζωή. Μας λες για το σιταρι, ότι τάχα αυτό έσωσε τη γενιά μας· είναι καλό παραμύθι για τα μωρά που φοβούνται που λυσσομανάει ο άνεμος. Μα τώρα που η ζωή μας είναι στην άκρη του γκρεμού, ας αφήσουμε τα παραμύθια. Όχι, δεν υπάρχει σιτάρι· το μόνο σιτάρι είναι η λαχτάρα του ανθρώπου να ζήσει. Γιατί όλοι μας γεννηθήκαμε για να ζούμε. Κι αν οφείλω τη ζωή μου σε ένα χαραγμένο σπυρί, δεν έχω πρόβλημα να το φάω για να συνεχίσω να ζω. Και για να μην πει κανείς πως μιλάω μόνο μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας, σας λέω πως είμαι ο Βασίλειος, ο γιος του Διονυσίου, που σκοτώθηκε στη μάχη του με τον κοκκινομάτη λύκο μα τον σκότωσε κι αυτός, κι έτσι γλίτωσε τα ζωντανά του χωριού μας».

 

Τα λόγια του τα ακολούθησε σιωπή μισού λεπτού. Κατόπιν ακούστηκε μια στριγκή φωνή· ήταν η Αλεξάνδρα, η μάνα του Βασιλείου που μόλις πριν είχε μιλήσει: «Kαλότυχος ήταν ο πατέρας σου που ο λύκος τού έφαγε την καρδιά του. Θυμάμαι σαν τώρα που μου τον φέραν κατασπαραγμένο στο σπίτι κι όλοι τον μακάριζαν που είχε σκοτωθεί στη μάχη του με το λύκο, κι εγώ τους καταριόμουν όλους γιατί είχα χάσει τον άνθρωπό μου. Μα τούτη τη νύχτα λέω πως ήταν τυχερός που δεν σε άκουσε εδώ απόψε. Φάε ανεμπόδιστος τις ψυχές των προγόνων σου. Μα ξέχασε πως είσαι γιος μου· χίλιες φορές προτιμότερο να ’χα βγάλει τον κοκκινομάτη λύκο απ’ τη γαστέρα μου παρά εσένα».

 

Μετά την Αλεξάνδρα μίλησε και πάλι ο γέροντας Εμμανουήλ· η φωνή του δεν έτρεμε πια από οργή, στάλαζε θλίψη: «Στ’ αλήθεια τούτος ο βασιλιάς δεν μοιάζει σε τίποτε με τους προγόνους του. Εκείνοι ήταν φονιάδες, χασάπηδες, κτήνη που τρέφονταν με αίμα· ετούτος τρέφεται με τις ψυχές των ανθρώπων. Για τούτο ήρθε εδώ: για να κατασπαράξει τις ψυχές μας· κι επειδή το ξέρει πως με τη στραγγάλη απλώς πεθαίνεις, θέλει να μας χαλάσει οριστικά και να μας βάλει να φάμε το σπόρο που μας γέννησε – θέλει να μας βάλει να φάμε τον ίδιο μας τον εαυτό… Συλλογιστείτε το πώς μας χωρίζει η δόλια μηχανή του· το πώς χωρίζει τον γιο από τη μάνα που τον γέννησε… Σας εξορκίζω, Ανεμοδεντρινοί, να κρατηθούμε ώς το πρωί· ας σιωπήσουμε μέσα στο σκοτάδι κι ας μιλήσουμε ξανά με την ανατολή. Τότε που θα βλεπόμαστε καταπρόσωπο».

 

Και πάλι δεν εισακούστηκε ο γέροντας Εμμανουήλ· ίσως επειδή είχε άπνοια εκείνη τη νύχτα και τα αστέρια είχαν χαθεί πίσω από τα σύννεφα. Μέσα στο σκοτάδι πολλοί πιάστηκαν στο δόκανο του βασιλιά· όχι μόνο δεν σταμάτησε το σούσουρο, μα έγινε πιο δυνατό. Όχι τόσο ο επικείμενος θάνατος όσο η δυνατότητα επιλογής που ο Θεόδωρος ο Τρίτος άφησε στους Ανεμοδεντρινούς ήταν αυτό που έβαλε σε δοκιμασία τις ψυχές τους: αν ο θάνατος ήταν μονόδρομος, θα πέθαιναν όλοι κρατώντας την νύχτα τους· τώρα μπορούσαν να γλιτώσουν. O άνθρωπος είναι πλασμένος για να ξαστοχά τον εαυτό του· η παλιά διήγηση του χαραγμένου σιταριού που έφεραν κάποτε τα σπουργίτια στο στόμιο του πηγαδιού όλο και υποχωρούσε μπροστά στη δυνατότητα να ζήσει κανείς, αρκεί να έτρωγε μια βούκα από ένα καρβέλι. Κι ολοένα αυξάνονταν αυτοί που λιγωνόταν η ψυχή τους μπροστά στο δίλημμα.

 

Λίγο πριν από το ξημέρωμα, η ένταση δυνάμωσε· το σούσουρο είχε μεταβληθεί σε άγρια αντιδικία. Ακούγονταν φωνές, απειλές, κατάρες και προσευχές. Ήταν φανερό πως το χωριό είχε χωριστεί στα δύο. Από τη μια πλευρά αυτοί που λέγανε πως δεν θα φάνε το σπυρί που τους φύτρωσε, πως δεν θα τους σώσει η υποταγή αλλά η νύχτα· από την άλλη αυτοί που θέλαν να μην πεθάνουν για να χαρούν τη ζωή, για να ερωτευτούν και να αγαπήσουν, για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, αυτοί που δεν θέλαν να χαθούν για ένα παλιό παραμύθι. Άκουγες πλέον κραυγές, κι ανάμεσά τους κομμένες λέξεις και φράσεις, που τις σκέπαζαν άλλες δυνατότερες, λέξεις όπως «λογική», «δίκιο», «τρέλα», «άδικο», «ζωή», «θάνατος» κι άλλες παρόμοιες· και δεν μπορούσες πια να καταλάβεις ποιος μιλούσε και τι έλεγε μέσα στο άγριο σκοτάδι.

 

Με την ανατολή του ήλιου σώπασαν και κοιτάχτηκαν στα μάτια· ήταν εύκολο από το βλέμμα του καθενός να καταλάβεις με ποια πλευρά θα πήγαινε. Άμα το βλέμμα του έκαιγε στυλωμένο εμπρός, θα πήγαινε στη στραγγάλη· άμα πετάριζαν τα βλέφαρά του και κρυφοκοιτούσε χαμηλά, θα έτρωγε τη βούκα από το ψωμί που έφτιαξε ο υβριστής για να μηδενίσει την ψυχή των Ανεμοδεντρινών. Κι αυτοί που είχαν αποφασίσει να φάνε το ψωμί ήταν δέκα φορές περισσότεροι από αυτούς που θα διαλέγανε τον θάνατο. O γέροντας Εμμανουήλ έκπληκτος είδε τα έξι αρσενικά εγγόνια του να είναι με αυτούς. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του· και μες στην άγρια θλίψη του είπε με σπασμένη φωνή αυτές τις κουβέντες: «Σε ένα βράδυ χαλάσαμε ό,τι σμίλεψε ο Κεραυνός στην ψυχή μας· τουλάχιστον ας είμαστε εκατόν έντεκα αυτοί που θα πάμε στη στραγγάλη μη μετρηθούμε λιγότεροι από τους εκατόν έντεκα προγόνους μας, να μη μετρηθούμε λιγότεροι από τα εκατόν έντεκα χαραγμένα σιτάρια…»

 

Τότε έφτασε στην πλατεία ο βασιλιάς· ήξερε πως εκείνη ήταν η κατάλληλη ώρα: προφανώς όλο το βράδυ τον ενημέρωναν οι στρατιώτες του για το τι συνέβαινε. Φυσικά όλα τα είχε καλά μελετημένα. Διέταξε τους δημίους του να στήσουν τρεις στραγγάλες κι άρχισε να στέλνει εκεί αυτούς που στα σίγουρα θα αρνούνταν να φάνε το ψωμί με τη φράση της Κίρκης· έτσι δεν θα μπορούσαν να χουγιάζουν με τα μάτια και τα λόγια τους όσους αποφασίζαν να ζήσουν. Απέφυγε καν να κάνει διάλογο μαζί τους· δεν ήθελε να τους δώσει κι άλλη ευκαιρία να του δείξουν πως δεν τον φοβούνται. Πρώτος στάλθηκε στη στραγγάλη ο γέροντας Εμμανουήλ κρατώντας απ’ το χέρι τις δυο εγγονές του, την Πίστη και την Ελπίδα. Όταν τους πέρασαν το σκοινί στο λαιμό, ο γέροντας είπε την ακόλουθη φράση: «Πατέρα, ζήσε μέσα από τον θάνατό μου»· στραγγαλίστηκαν κι οι τρεις ταυτόχρονα και τα χέρια τους μείναν πλεγμένα. στρατιώτες δεν μπόρεσαν να τα χωρίσουν· πετάχτηκαν στο πηγάδι κι οι τρεις μαζί. Κι έπειτα οδηγήθηκαν στη στραγγάλη δώδεκα φορές από τρεις. Ήταν οι γέροντες και οι γερόντισσες: ο Αυγερινός, ο Μάνθος, ο γοργοπόδαρος Γιωργάκης, ο Ιορδάνης με τον γιο του Τηλέγονο, ο Μιχαήλος με την Ασημένια, η Αναστασία με τον γιο της Αντώνη, ο Εύανθος με τους εννιά από τους δέκα εγγονούς του, η Αλεξάνδρα η χήρα του Διονύση, ο Χρυσοδάχτυλος, ο Πέτρος, ο Στέφανος ο νεότερος, η Κατερίνα με τα τρίδυμα αγόρια της, οι έξι Αλέξηδες που κρατούσαν από το σιτάρι του Αλέξη, εκείνου που κάποτε αρνήθηκε να δώσει την κόρη του να τη χαλάσει ο Θεόδωρος ο Πρώτος, οι δύο Δήμητρες και η Αιολία που πήρε το όνομά της από το φύσημα του ανέμου. Κι όλοι πριν σπαρταρήσουν στη στραγγάλη επαναλάμβαναν τη φράση του Εμμανουήλ: «Πατέρα, ζήσε μέσα από τον θάνατό μου». Και, μόλις στραγγαλίζονταν, οι στρατιώτες πετούσαν τα πτώματά τους στο πηγάδι.

 

Μόλις τέλειωσε με αυτούς, ο Θεόδωρος ζήτησε με την παγερή φωνή του από όσους ήθελαν να ζήσουν να σταθούν στην ουρά για να φάνε το ψωμί που έγινε από το άλεσμα του χαραγμένου σιταριού. Πρώτος, κρατώντας στην αγκαλιά τα δυο παιδιά του, στάθηκε ο Βασίλειος, ο γιος του Διονύσιου και της Αλεξάνδρας, που μόλις την προηγούμενη νύχτα τον είχε αρνηθεί. Όταν έφτασε μπροστά στο ψωμί, είπε τη φράση, «Πατέρα, ζήσε μέσα από τη ζωή μου»· έπειτα δάγκωσε μια βούκα και την έφτυσε στο στόμα του γιου του, δάγκωσε άλλη μια και την έφτυσε στο στόμα της κόρης του, δάγκωσε μια τρίτη και την κατέβασε στο στομάχι. Και πίσω από αυτόν ερχόταν ο Σηφάς με παιδιά κι εγγόνια, και πίσω ο Γιάννης, ο γιος της Δήμητρας, οι τρεις Nίκουδες, ο Πέτρος ο Ασβεστάς, τα έξι αρσενικά εγγόνια του Εμμανουήλ με όλες τους τις φαμίλιες, κι άλλοι πολλοί, ατέλειωτοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, ερωτευμένα ζευγάρια, όλοι με βήμα διστακτικό και μάτια χαμηλωμένα στάθηκαν στην ουρά της ζωής και για να ζήσουν έφαγαν τις ψυχές των προγόνων τους προφέροντας όλοι την ίδια φράση. Και, κάθε φορά που ένας Ανεμοδεντρινός έτρωγε μια βούκα απ’ το ψωμί, το πρόσωπό του συσπαζόταν παράξενα, κάτι ανάμεσα σε πόνο και ηδονή, και ψιθύριζε την ίδια ακατανόητη φράση που είχε χαράξει ο βασιλιάς στο ανίερο καρβέλι: «Έρχεο νυν συφεόνδε, μετ’ άλλων λέξο εταίρων».

 

Στο τέλος έφαγαν το φριχτό ψωμί πάνω από χίλιοι· και για κάθε δεκαπέντε που το τρώγαν υπήρχε κι ένας που πήγαινε και στεκόταν μπροστά στις τρεις στραγγάλες. Κι όταν οι αποφασισμένοι για θάνατο γινόντουσαν τρεις, με νεύμα του βασιλιά οι δήμιοι τους στραγγαλίζαν και τους πετούσαν στο πηγάδι – δεν το ’θελε ο Θεόδωρος να μαζευτούν πολλοί που δεν θα υπάκουαν στο πρόσταγμα της Κίρκης. Κι οι άλλοι, αυτοί που τρώγαν το ψωμί, πήγαιναν με σκυμμένο κεφάλι στη δεξιά πλευρά της πλατείας του Ανεμόδεντρου και περίμεναν και τους άλλους.

 

Όλα τέλειωσαν αργά το μεσημέρι· τότε διάλεξαν και οι τελευταίοι Ανεμοδεντρινοί, ήταν έντεκα που ξέμειναν αναποφάσιστοι. Προχώρησαν όλοι μαζί διστακτικά, έφαγαν με τη σειρά τη βούκα του ψωμιού που τους αναλογούσε, ψιθυρίζοντας μέσα απ' τα δόντια τους τη φράση «πατέρα, ζήσε μέσα από τη ζωή μου» και πήγαν στο μέρος των ζωντανών. Όσοι Ανεμοδεντρινοί είχαν μείνει ζωντανοί είχαν φάει το χαραγμένο σιτάρι που έναν αιώνα πριν συνέχισε τη γενιά τους. Όσοι αρνήθηκαν ήτανε πια στραγγαλισμένοι, πτώματα μες στο πηγάδι· ένας από τους κολαούζους του βασιλιά ανακοίνωσε το τέλος με τα μακάβρια νούμερα: οι στραγγαλισμένοι ήταν εκατόν δέκα άνθρωποι. Πάνω από χίλιοι αυτοί που είχαν διαλέξει να ζήσουν. Με την αναγγελία του τέλους ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος έβγαλε ένα επιφώνημα θριάμβου –για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του– επαναλαμβάνοντας για μια ακόμη φορά την αρχαία φράση: «Έρχεο νυν συφεόνδε, μετ’ άλλων λέξο εταίρων».

 

Τότε έγινε κάτι απρόσμενο: μέσα από το πλήθος εκείνων που είχαν διαλέξει να ζήσουν βγήκε μια κοπέλα και προχώρησε προς το ανίερο καρβέλι – είχε απομείνει μια κόρα. Ήταν η πανέμορφη Αγγελική, η δεκαπεντάχρονη απόγονος της Γαβριήλας, τέταρτης γενιάς εγγονή εκείνης που γκαστρώθηκε από το χαραγμένο σιτάρι του Κωνσταντίνου, εκείνου που δεν είχε σμίξει με γυναίκα στη ζωή του, κι από την ένωση αυτή γεννιόντουσαν μόνο κορίτσια, κι όλες τις λέγανε Αγγελικές, κι είχαν όλες τους ομορφιά απερίγραπτη, κι ήταν η κάθε κόρη καλύτερη από τη μάνα, και κάθε φορά όλοι περίμεναν να αντικρίσουν την επόμενη Αγγελική που θα γεννιόταν, για να δουν πόσην ομορφιά χωράει η απελπισία. Κι όταν την είδαν να πηγαίνει στην ουρά και να δαγκώνει το ψωμί, οι άλλοι ζωντανοί χάρηκαν ανέλπιστα, γιατί η μάνα της και η γιαγιά της είχαν διαλέξει τη στραγγάλη κι είχαν την υποψία πως κι αυτή θα τις ακολουθούσε. Αυτή, λοιπόν, η πέμπτη Αγγελική, κόρη της τέταρτης Αγγελικής και εγγονή της τρίτης, με την αναγγελία του τέλους της επιλογής από τον κολαούζο σκιάχτηκε από κάτι και σαν υπνωτισμένη προχώρησε προς το απομεινάρι του ψωμιού· κι όταν έφτασε εκεί, έβγαλε απ' το στόμα της τη βούκα που λίγο πριν υποτίθεται πως είχε φάει, μα δεν την είχε καταπιεί, παρά την είχε κρατήσει κάτω από τη γλώσσα της, την έφτυσε στο χέρι της, λοιπόν, και την έμπηξε μέσα στην κόρα του καρβελιού, επαναλαμβάνοντας μεγαλόφωνα τα λόγια του γέροντα Εμμανουήλ: « μη μετρηθούμε λιγότεροι από τους εκατόν έντεκα προγόνους μας, να μη μετρηθούμε λιγότεροι από τα εκατόν έντεκα χαραγμένα σιτάρια…» Κι έπειτα προχώρησε προς τις στραγγάλες· πήρε τη θέση της στη μεσαία. O βασιλιάς Θεόδωρος έκανε νόημα στον δήμιο να τη στραγγαλίσει αμέσως· μα ακόμη κι εκείνος σάστισε με την υπερκόσμια ομορφιά της και άργησε για ένα δευτερόλεπτο να σφίξει τη στραγγάλη. Σε αυτό το δευτερόλεπτο η κοπέλα πρόλαβε να πει τη στερνή κουβέντα της, όχι την ίδια με τους άλλους στραγγαλισμένους, μα μια φράση πολύ πιο αινιγματική και σκοτεινή: «Λάμπρο, πίσω από μένα είναι η έξοδος». Φυσικά το πτώμα της πετάχτηκε στο πηγάδι.

 

Έτσι, χάρη στη δεκαπεντάχρονη Αγγελική, οι στραγγαλισμένοι Ανεμοδεντρινοί δεν μετρήθηκαν λιγότεροι από τους εκατόν έντεκα στραγγαλισμένους της προηγούμενης φοράς, πριν από ενενήντα εννιά χρόνια... Και στα σίγουρα του βασιλιά Θεόδωρου του Τρίτου τού σκίασε το θρίαμβό του το ότι πληρώθηκε ο παλιός αριθμός εκείνων που αρνήθηκαν το άγγιγμα του ραβδιού του, όπως φαίνεται πως τον θύμωσε και η αργοπορία του δημίου να στραγγαλίσει την κοπέλα, με αποτέλεσμα εκείνη να προλάβει να πει την τελευταία αινιγματική της κουβέντα. Κι αμέσως, ύστερα από αυτό το τελευταίο στραγγάλισμα, ο βασιλιάς έδωσε εντολή στους τοξότες του να σκοτώσουν και τους τρεις δημίους, όχι μόνο αυτόν που καθυστέρησε μα και τους άλλους δυο – κανείς δεν κατάλαβε το γιατί. Κι αυτωνών τα πτώματα πετάχτηκαν στο πηγάδι.

 

Μα και οι Ανεμοδεντρινοί που είχαν διαλέξει να φάνε το ψωμί του χαραγμένου σιταριού σκιάχτηκαν με την πράξη της Αγγελικής και με την τελευταία της κουβέντα. Γύρισαν το βλέμμα τους προς τον Λάμπρο, τον δέκατο εγγονό του Εύανθου, τον μοναδικό που δεν πήγε μαζί με τον παππού του στη στραγγάλη – αυτόν τον Λάμπρο θα εννοούσε η Αγγελική, δεν υπήρχε άλλος Λάμπρος στο Ανεμόδεντρο. Ήταν ένα παλικάρι στα δεκαοχτώ του χρόνια, ψηλός σα λεύκα, με μαύρα μάτια και μαλλιά, ο πιο όμορφος νέος του χωριού· κανείς δεν είχε καταλάβει να τρέχει τίποτε με αυτόν και την τελευταία απόγονο της Γαβριήλας· φαίνεται πως ό,τι είχαν το κρατούσαν κρυφό. Προφανώς το είχαν αποφασίσει μαζί από την προηγούμενη νύχτα να φάνε το χαραγμένο σιτάρι και να ζήσουν, και πράγματι την επομένη πέρασαν από την ουρά, πιο μπροστά ο Λάμπρος, έπειτα η Αγγελική. Κι όταν εκείνος την είδε να πηγαίνει πίσω στο ψωμί για να γυρίσει τη βούκα της και κατόπιν να στέκεται στη στραγγάλη, δεν έκανε την παραμικρή κίνηση για να την εμποδίσει· τα μάτια του πήραν το χρώμα της στάχτης. Κι όταν εκείνη τού φώναξε την αινιγματική της κουβέντα, έμεινε να κοιτά με άδειο βλέμμα, σαν κάποιος να του ’χε πάρει την ψυχή από μέσα του· κι από τότε δεν ξαναμίλησε για ενενήντα εννιά χρόνια.

 

Γρήγορα όμως κι ο Λάμπρος έφυγε από το κέντρο της προσοχής – ήταν μια μέρα που έγιναν πολλά. Με νέο νεύμα του Θεόδωρου οι στρατιώτες έφεραν στην πλατεία είκοσι μία χρυσές άμαξες· από αυτές βγήκαν τα είκοσι ένα γουρούνια, αυτά που ο αφέντης τους τα είχε μαζέψει από όλες τις γωνιές του κόσμου και τα είχε πάρει μαζί του σ’ αυτή τη φριχτή εκστρατεία. Τότε ο βασιλιάς έπιασε την κόρα που είχε απομείνει από το καρβέλι του χαραγμένου σιταριού και την πέταξε στα γουρούνια φωνάζοντας στους χουγιασμένους ανθρώπους: «Κοιτάτε, Ανεμοδεντρινοί, ο νέος κόσμος θα φάει τον παλιό...» Και μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό τα γουρούνια έφαγαν την κόρα του ψωμιού και γρύλιζαν ανυπόμονα ζητώντας κι άλλο.

 

Ύστερα από αυτό ο βασιλιάς σταύρωσε τα χέρια του και μίλησε σε εκείνους που πριν από τα γουρούνια έφαγαν το ανίερο καρβέλι. Η φωνή του ήταν και πάλι παγερή, ουδέτερη: «Θα 'ρθείτε μαζί μου, Ανεμοδεντρινοί, στην πρωτεύουσα του Μεγάλου Βασιλείου. Έχω μια χώρα ολόκληρη ν’ αγγίξω με το ραβδί της τρομερής θεάς, κι αυτοί που έχουν φάει το σπόρο που τους γέννησε μου χρειάζονται. Στο εξής, σας λογαριάζω για προέκτασή μου. Αύριο θα φύγουμε από τούτο το βουνό για πάντα».

 

Με τα λόγια αυτά τέλειωσε εκείνη η φοβερή μέρα. Ανεμοδεντρινοί πέρασαν τη νύχτα στην πλατεία χωνεύοντας το χαραγμένο σιτάρι· στην ίδια πλατεία που οι γιαγιάδες κι οι προγιαγιάδες τους είχαν μυρίσει το Μαυρολούλουδο της Γαβριήλας και τα σπουργίτια τούς έφεραν τα χαραγμένα σπυριά από το βάθος του πηγαδιού. Μα τούτη τη φορά κανένας δεν τόλμησε να κοιτάξει στο χείλος του· κι η νύχτα δεν θα σου φέρει τίποτε, άμα δεν το ζητήσεις…

 

Με το ξημέρωμα της επομένης ξεκίνησαν μαζί με τον βασιλιά, την ακολουθία του και τους στρατιώτες για την πρωτεύουσα του Μεγάλου Βασιλείου· έφτασαν μετά είκοσι μέρες. O βασιλιάς διέταξε οι Ανεμοδεντρινοί να μείνουν για έναν μήνα σ’ ένα στρατόπεδο· έγινε αναλυτική καταγραφή των οικογενειών. Στο μήνα απάνω βγήκε η βασιλική διαταγή: σε κάθε οικογένεια Ανεμοδεντρινού δινόταν πολυτελές σπίτι στο κέντρο της πρωτεύουσας και ο αρχηγός τής κάθε οικογένειας διοριζόταν σε μια σημαντική θέση εξουσίας του Μεγάλου Βασιλείου. Άλλοι στελέχωσαν το στρατό, άλλοι ορίστηκαν δικαστές, άλλοι νομοθέτες, άλλοι ελεγκτές του εμπορίου, άλλοι δάσκαλοι κι άλλοι σύμβουλοι του ίδιου τού βασιλιά. Και κανένας από το παλιό συμβούλιο δεν τόλμησε να εκφράσει στον βασιλιά την απορία του για το τι μπορεί να ξέρουν από εξουσία άνθρωποι που μέχρι χθες ζούσαν απομονωμένοι στα μαύρα βράχια.

 

Ωστόσο, τρεις μήνες μετά, συνέβη κάτι που άλλαξε τα πάντα στο Μεγάλο Βασίλειο. O βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος, αυτός που η Ιστορία ονόμασε Χοιρόφιλο, για τη μεγάλη του αγάπη προς τους χοίρους, πέθανε. Στην ανακοίνωση του παλατιού η αιτία θανάτου ήταν η καρδιακή εμβολή την ώρα του ύπνου. Φυσικά η αλήθεια ήταν διαφορετική.

 

Μετά τα γεγονότα του Ανεμόδεντρου, ο βασιλιάς περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο στο χοιροστάσιό του· εκεί μιλούσε με τα γουρούνια του σε μια γλώσσα ανάμεικτη με ομηρικούς στίχους και γρυλίσματα. Κανείς δεν τολμούσε να τον ενοχλήσει. Ένα πρωί ο Θεόδωρος μπήκε στο χοιροστάσιο και δεν βγήκε ούτε την πρώτη μέρα ούτε τη δεύτερη· το ξημέρωμα της τρίτης οι υπασπιστές του έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Κι εκεί τι είδαν: μέσα στο χοιροστάσιο βρίσκονταν μόνο γουρούνια και πάνω σ’ ένα τραπέζι ανοιγμένη μια χρυσόδετη Oδύσσεια· ο βασιλιάς άφαντος... Έψαξαν για ώρα μάταια, ώσπου κάποιος από τους υπασπιστές σκέφτηκε να μετρήσει τα γουρούνια: ήταν είκοσι δύο, ένα παραπάνω από τα είκοσι ένα γουρούνια που είχε ο βασιλιάς στο χοιροστάσιο. Δυσκολεύτηκαν να το πιστέψουν, μα ήταν η μόνη δυνατή εκδοχή: ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος είχε μεταμορφωθεί σε γουρούνι· είχε αγγίξει με το ραβδί της Κίρκης τον ίδιο του τον εαυτό, το είδωλό του μες στον καθρέφτη της Αλήθειας – αυτός ήταν άλλωστε και ο υπέρτατος σκοπός στη ζωή του. υπασπιστές το κράτησαν μυστικό· συγκάλεσαν το Μεγάλο Συμβούλιο του Βασιλείου και ζήτησαν απόφαση. Αφού ξεπεράστηκε η πρώτη έκπληξη, το Συμβούλιο δεν έκανε περισσότερα από μερικά λεπτά της ώρας για να αποφασίσει: μια και δεν ήξεραν ποιο γουρούνι ήταν ο βασιλιάς, και τα είκοσι δύο γουρούνια του βασιλικού χοιροστασίου θα σφάζονταν αυθημερόν και θα καίγονταν στη φωτιά, αφού ξεριζώνονταν οι καρδιές τους. Και τις καρδιές αυτές θα τις έψηναν και για είκοσι δύο μέρες θα έδιναν κάθε μεσημέρι κι από μια καρδιά για να τη φάει η γερόντισσα μητέρα του Θεόδωρου, για να είναι όλοι σίγουροι πως η αρρωστημένη του ψυχή θα σβήσει μέσα στο σώμα που τη γέννησε. Η απόφαση εκτελέστηκε ακριβώς όπως σχεδιάστηκε: τα είκοσι δύο γουρούνια σφάχτηκαν και, αφού ξεριζώθηκε η καρδιά τους, κάηκαν και η στάχτη τους σκορπίστηκε στον άνεμο. Η βασιλομήτωρ ήρθε από το μοναστήρι της στην πρωτεύουσα και επί είκοσι δύο μέρες έτρωγε υποχρεωτικά σούπα με χοιρινά σπλάχνα δίχως να ξέρει το γιατί· το βασιλικό χοιροστάσιο κλειδώθηκε για πάντα χωρίς να ξανανοίξει… Και κανείς δεν σκέφτηκε να δει στη χρυσόδετη έκδοση της Oδύσσειας ποιοι ήταν οι τελευταίοι στίχοι που είχε υπογραμμίσει ο βασιλιάς Θεόδωρος ο Τρίτος, πριν από τη μεταμόρφωσή του: Αλλά πριν επί έθνε· αγείρετο μυρία νεκρών ηχή θεσπεσίη· εμέ δε χλωρόν δέος ήρει, μη μοι Γοργείην κεφαλήν δείνοιο πελώρου εξ Άιδος πέμψειεν αγαυή Περσεφόνεια.

 

Oλόκληρο το Μεγάλο Βασίλειο ανακουφίστηκε από τον θάνατο του παρανοϊκού βασιλιά. Το Συμβούλιο ανακήρυξε αμέσως αυτοκράτορα τον αδελφό του, τον Θεόφιλο· μέσα σε μια βδομάδα όλοι οι νόμοι του αδελφού του καταργήθηκαν και ξανάρθαν σε ισχύ οι παλιοί. Με βασιλική διαταγή οι Χίμαιρες σβήστηκαν από τις πόρτες των σπιτιών του Μεγάλου Βασιλείου· επτά καραβιές σκαντζόχοιροι με φαρμακερά αγκάθια ήρθαν σε ειδικά κλουβιά από τις χώρες του νοτιοδυτικού ωκεανού και ρίχτηκαν στους δρόμους για να εξολοθρεύσουν τα θανατόφιδα. Η ζωή στο Μεγάλο Βασίλειο ξαναβρήκε τη λογική της διαδοχή· οι πλούσιοι πλούτιζαν, οι φτωχοί δυστυχούσαν, οι ανήμποροι πέθαιναν στις γωνιές των δρόμων και οι διαφορετικοί κλείνονταν στα τρελάδικα εγκαίρως. Όπως παντού και πάντοτε, όπως σε όλα τα βασίλεια των αιώνων. Και το μόνο που έμεινε από τη βασιλεία του Θεόδωρου του Τρίτου του Χοιρόφιλου ήταν οι περισσότεροι από χίλιοι Ανεμοδεντρινοί που βρέθηκαν από το πουθενά ανάμεσα στους κρατούντες. Όταν το παλιό Συμβούλιο υπέβαλε στον βασιλιά Θεόφιλο το σχετικό αίτημα αποπομπής τους, εκείνος ήταν κατηγορηματικά αρνητικός: «Όσοι τρώνε τις ψυχές των προγόνων τους είναι οι ιδανικοί δούλοι, άρα θα γίνουν τα πιο καλά αφεντικά...»

 

***

 

  χρόνια που ακολούθησαν ήταν χρόνια ευημερίας για το Μεγάλο Βασίλειο – έτσι γράφουν τα βιβλία της Ιστορίας. O στρατός του γινόταν όλο και πιο ισχυρός, οι πόλεμοι που κήρυξε κερδήθηκαν όλοι, τα γειτονικά βασίλεια εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν μαζί του συνθήκες, το κράτος λειτουργούσε όλο και πιο οργανωμένα, η παραγωγή αυξανόταν κάθε χρόνο. Τον βασιλιά Θεόφιλο τον Πρώτο τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεόπεμπτος ο Τρίτος, κι αυτόν ο γιος του, κι εκείνον ο δικός του γιος· όλοι ήταν άξιοι και ενάρετοι βασιλιάδες και το όνομά τους γράφτηκε με χρυσά γράμματα στα βιβλία της δόξας. Φυσικά τα βιβλία της Ιστορίας λένε ψέματα· ο Θεόφιλος ο Πρώτος και οι διάδοχοί του ήταν αιμοβόρικα όρνια, όπως όλοι οι βασιλιάδες: για να γεμίσουν το φίσκο των παλατιών τους, δεν δίστασαν να πιουν το αίμα των ανθρώπων, να ληστέψουν φτωχούς, να πνίξουν ανάπηρους, να φτιάξουν πολέμους στους οποίους ψυχές θερίστηκαν σαν τα στάχυα... Όσο για «τη σωστή κι οργανωμένη λειτουργία του κράτους» που γράφουν τα βιβλία της Ιστορίας, τούτη σήμαινε πως οι λίγοι πεταλώναν τις ψυχές των πολλών, έφτιαχναν κανόνες, μοίραζαν προκατασκευασμένο φόβο και εγκεκριμένα όνειρα, αγκύλωναν το νου, βάζαν χαλινάρια στη μνήμη, στήναν εγκώμια στη σκλαβιά και μνημεία στο ψέμα. Και οι πολλοί ζούσαν τα καθημερινά τους βάσανα και τις λιγοστές χαρές τους με τον τρόπο που όριζαν τ’ αφεντικά· με τα μάτια καρφωμένα στο χώμα, δίχως ούτε στιγμή να σηκώσουν κεφάλι.

 

Ανάμεσα σ’ αυτά τα αφεντικά ήταν και οι Ανεμοδεντρινοί που έφαγαν το χαραγμένο σιτάρι – κι ήταν αφάνταστα αποτελεσματικοί σε τούτο το πόστο. Αυτοί που μέχρι χθες τρέφονταν από το γάλα των κατσικιών ήπιαν με θαυμαστή ευκολία το αίμα των πολλών, αυτοί που δεν πετάλωσαν ποτέ τους άλογο άρχισαν να πεταλώνουν ανθρώπινες ψυχές, θαρρείς και το είχαν μέσα τους από γεννησιμιού τους. Παντρεύτηκαν αρχοντοπούλες, έκαναν παιδιά, αυξήθηκαν και πληθύνανε, ρίζωσαν στην άρχουσα τάξη, φορούσαν μεταξένιους λαιμοδέτες, μιλούσαν για πρόοδο, προκοπή και εξέλιξη, και εννοούσαν τη δική τους πρόοδο, τη δική τους προκοπή και τη δική τους εξέλιξη, μιλούσαν για το σωστό και εννοούσαν το συμφέρον, μιλούσαν για τον Θεό και εννοούσαν αυτόν που τους όρισε αφεντικά, μιλούσαν για ελευθερία και εννοούσαν το δικαίωμα των άλλων να είναι σκλάβοι τους, μιλούσαν για αμφιβολία και εννοούσαν το δικαίωμα των πεινασμένων να αμφιβάλλουν για την πείνα τους, μιλούσαν για ηθική και εννοούσαν το δικαίωμα των χορτάτων να θεωρούν το φαγητό τους ευλογημένο, μιλούσαν για υγεία και θεωρούσαν αρρώστια τα όνειρα των φτωχών, μιλούσαν για τη ζωή και εννοούσαν τον θάνατο των άλλων. Και φυσικά δεν μιλούσαν ποτέ τους για τον Κεραυνό, για το Ανεμόδεντρο, για το χαραγμένο σιτάρι, για την προηγούμενη ζωή τους.

 

Πέρασαν χρόνια. Το χωριό Ανεμόδεντρο και η φριχτή ιστορία του είχαν σβήσει από τη μνήμη των ανθρώπων. άνθρωποι που είχαν φάει το χαραγμένο σιτάρι είχανε γίνει μεγάλοι και τρανοί μέσα στο Μεγάλο Βασίλειο· μια πανίσχυρη κάστα που έλυνε κι έδενε το δερμάτινο λουρί της στραγγάλης. Όλοι οι υπόλοιποι τους ζήλευαν και για τα πλούτη και τη δύναμή τους, μα κυρίως για το ότι κανένας από αυτούς και τους απογόνους τους δεν είχε πεθάνει ούτε είχε αρρωστήσει ούτε καν είχε γεράσει στο ελάχιστο από τη μέρα που έφαγε το ανίερο καρβέλι του Χοιρόφιλου. Μονάχα τα βρέφη και τα μωρά αναπτύσσονταν, γίνονταν άντρες και γυναίκες και κάπου στην ηλικία που συναντιούνται η νεότητα με την ωριμότητα έπαυαν να γερνάνε. Και φυσικά όλοι τούς λογαριάζαν για «ευλογημένη σπορά» κι ερχόντουσαν γιατροί και μάγοι απ’ όλο τον κόσμο για να τους συναντήσουν. Κι όσοι τρελοί μιλούσαν για τον άνθρωπο που απομένει ξάγρυπνος και συναντιέται με τη νύχτα του, το πυρωμένο σίδερο τους σφράγιζε τη γλώσσα και σωπαίναν. Και οι γεροντότεροι Ανεμοδεντρινοί άρχισαν να πείθονται πως ήταν το θέλημα του Θεού να φάνε το χαραγμένο σιτάρι με την ψυχή των προγόνων τους, πως ίσως αυτοί ήταν οι άνθρωποι της νέας εποχής, οι εκλεκτοί, που για να αποδείξουν την αξία τους έπρεπε να φάνε το σπόρο που τους γέννησε. Κι έτσι έπεισαν τους εαυτούς τους πως αυτοί έκαναν το σωστό τρώγοντας τη βούκα τους από εκείνο το καρβέλι, γι’ αυτό τούς επιβραβεύει ο Θεός… Σάμπως οι άλλοι που αρνήθηκαν και θανατώθηκαν με τη στραγγάλη τι κατάλαβαν; Πέθαναν προτού προλάβουν να διεκδικήσουν κάποιο μερτικό από τη ζωή. Δεν χωρούσε αμφιβολία: η στάση τους ήταν λιγοψυχία έναντι του Καιρού, του Ριζικού και της Ιστορίας. Αληθινός ηρωισμός είναι να μπορείς να αλλάζεις, έτσι σκέφτονταν. Και όλο και περισσότερο σχεδίαζαν μηχανές που ελέγχουν τα όνειρα και προκαταλαμβάνουν το μέλλον· κι όλο και περισσότερο ζύμωναν καρβέλια σαν κι αυτό που είχε φτιάξει ο Χοιρόφιλος για εκείνους, καρβέλια με τις ψυχές των άλλων, και τα βάζαν στο στόμα των νηστικών. Κι όποιος τα έτρωγε γινόταν παντοτινός ένοχος, άρα καλύτερος δούλος και καλύτερο αφεντικό.

 

***

 

Eίχαν περάσει ενενήντα εννιά χρόνια αφότου που οι Ανεμοδεντρινοί έφαγαν το χαραγμένο σιτάρι που κράτησε στη ζωή τη γενιά τους, αφότου που χώνεψαν τις ψυχές των προγόνων τους… Τα πρώτα συμπτώματα φάνηκαν ακριβώς τη μέρα του καλοκαιριού που συμπληρώθηκε ο ενενηκοστός ένατος χρόνος: μια έντονη ωχρότητα κάλυψε τα πρόσωπα όλων των Ανεμοδεντρινών και των εξ αίματος απογόνων τους… Έξαφνα οι αθάνατοι γόνοι του Ανεμόδεντρου, αυτοί που από όλους πια λογαριάζονταν σπορά ευλογημένη απ’ τον Θεό, άρχισαν να βλέπουν να αποτυπώνονται στο κορμί τους τα σημάδια μιας πρωτοφανούς αρρώστιας: το σώμα τους άρχισε να σαπίζει ενώ ήταν ζωντανοί. Μέρα με τη μέρα η σάρκα τους έλιωνε και γυμνώνονταν τα κόκαλά τους, όπως των πεθαμένων που μένουν άταφοι. Ήταν πια κοντά στις έξι χιλιάδες: από τους υπέργηρους που έφταναν και τα εκατόν πενήντα χρόνια (εκείνοι που έφαγαν το σιτάρι στο Ανεμόδεντρο), τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, τα δισέγγονά τους, μέχρι τα τρισέγγονά τους, που ήταν ακόμη παιδιά, μωρά και βρέφη. Όλοι αυτοί έγιναν στην κυριολεξία νεκροζώντανοι. Μέρα με τη μέρα, κι ενώ το καλοκαίρι έκαιγε γύρω τους, οι απόγονοι του Ανεμόδεντρου σάπιζαν ολοένα, γινόντουσαν όλο και πιο αποκρουστικοί, βρομούσαν ανυπόφορα, πονούσαν φριχτά, απέμεναν μονάχα οι σκελετοί καθώς η σάρκα σκουλήκιαζε κι έπεφτε.

 

Ήταν στ’ αλήθεια κάτι το απερίγραπτο: θαρρείς και ο Σκύλος τού Κάτω Κόσμου είχε ανεβεί να φάει τα σώματα των ζωντανών· θαρρείς και όλες οι χθόνιες μυθικές θεότητες είχαν γεννήσει από κοινού ένα τέρας και το τέρας αυτό διεκδικούσε τη σάρκα του από τους αδελφούς του. Θαρρείς και οι ψυχές των προγόνων είχαν ξυπνήσει μέσα στους επιγόνους τους και εκδικούνταν τη σάρκα που κάποτε θέλησε να τους χωνέψει. Ήταν ένα απίστευτο κακό· συνάμα ήταν όμως και μια απάντηση: για τα καμένα πτώματα των τρελών και των μαγισσών, για τα παιδιά των ορυχείων που πέθαιναν από πνευμονία, για τους φτωχούς που αργοσβήναν στα πεζοδρόμια, για τα απομεινάρια των διαμελισμένων στρατιωτών και τα κουφάρια των στραγγαλισμένων κολίγων, επειδή κλέψαν μια φουχτιά κριθάρι ή ρύζι. Ήταν μια απάντηση για ό,τι αρνήθηκαν από την ημέρα που έφαγαν το χαραγμένο σιτάρι.

 

Φυσικά οι γιατροί και οι θεραπευτές του Βασιλείου σήκωσαν τα χέρια· δεν είχαν ξαναδεί κάτι τέτοιο και εύχονταν να μην το ξαναδούν ποτέ. αλχημιστές ομολόγησαν πως είχαν να κάνουν με μια δύναμη ανώτερη από την τέχνη τους, μια δύναμη που υπάρχει δίχως να κυβερνιέται. ποιητές έγραψαν διφορούμενα πως κάποιος σκοτεινός άγγελος δίχως μάτια και με μακριά νύχια στα δάχτυλά του περπατά στο κατόπι μας. Και οι ιερείς έντρομοι απάντησαν πως ο Θεός δεν μπαίνει πάντοτε εμπόδιο στο δρόμο του Διαβόλου, πως συχνά λείπει για να δοξαστεί διά της απουσίας Tου.

 

Όταν οι Ανεμοδεντρινοί αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε, είδαν τον κόσμο να καταρρέει κάτω απ’ τα πόδια τους· προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν με όλους τούς γνωστούς τρόπους, αλλά και με κάθε άλλον που μπορεί να βάλει ο ανθρώπινος νους: ήπιαν φαρμάκια, έπεσαν στη θάλασσα με πέτρα στο λαιμό τους, αγκαλιάστηκαν με δυναμίτιδα και δώσαν φωτιά, πήδηξαν από γκρεμούς, άλλοι έμπηξαν μαχαίρια στην καρδιά τους, πυροβολήθηκαν με λογιών σφαίρες, μολυβένιες, ασημένιες και χρυσές. Του κάκου: οι απόγονοι του Ανεμόδεντρου δεν μπορούσαν να πεθάνουν με τίποτε, θαρρείς ο θάνατος αποστρεφόταν την ύπαρξή τους. Κι όταν βγήκε διαταγή από τον νεαρό βασιλιά, τον Θεόπεμπτο τον Έκτο, όλοι οι νεκροζώντανοι του Μεγάλου Βασιλείου να παυθούν από τις θέσεις εξουσίας, να αφαιρεθούν όλα τους τα προνόμια και να καούν στη φωτιά, όλοι τους το δέχτηκαν, οικειοθελώς και δίχως την παραμικρή αντίσταση. Μα ούτε οι φλόγες μπόρεσαν να πεθάνουν επιτέλους μαζί με το σώμα τους. Έσβησαν εκείνες πρώτες χωρίς να κάψουν ό,τι απέμενε από το σκουληκιασμένο κορμί τους…

 

Φυσικά έγινε έκτακτο Μεγάλο Συμβούλιο του Βασιλείου. Η απόφαση ήταν η εξής: όλοι οι Ανεμοδεντρινοί και οι απόγονοί τους να συλληφθούν και, καθώς ήταν απέθαντοι, να εκτοπιστούν προσωρινά στην περιοχή του Βάλτου, μέχρι να βρεθεί ένα ξερονήσι για να εξοριστούν εκεί. Επίσης να φορέσουν μάσκες ή μαύρες κουκούλες που να κρύβουν τα φριχτά χαρακτηριστικά τους, για να μην τους βλέπουν οι υπήκοοι του Μεγάλου Βασιλείου και από την τόση φρίκη ερεθιστεί η ψυχή τους για ανυπακοή, εξέγερση και καταστροφή.

 

Έτσι, έξι χιλιάδες νεκροζώντανοι Ανεμοδεντρινοί βρέθηκαν στον Βάλτο. Κάθε οικογένεια έφτασε εκεί με την πολυτελή της άμαξα, στην οποία είχαν στριμώξει (από συνήθεια και όχι από ανάγκη) όσα αντικείμενα αξίας μπορούσαν να μεταφερθούν. Κι ήταν στ' αλήθεια πολύ παράξενο το θέαμα: τόσες χιλιάδες άνθρωποι να φορούν τις αλλόκοτες μάσκες τους – ακόμη και τα μικρά παιδιά και τα βρέφη. Το πρώτο βράδυ οι παλαιότεροι άναψαν μια μεγάλη φωτιά και μαζεύτηκαν γύρω της για να μιλήσουν. Δεν ήταν εύκολο: κάποιοι φώναζαν, κάποιοι καταριόντουσαν, κάποιοι προσεύχονταν, κάποιοι έδιναν ψεύτικες ελπίδες. μανάδες έκλαιγαν, ούρλιαζαν· έλεγαν πως τα παιδιά τους δεν είχαν κάνει τίποτε για να σαπίσει η σάρκα τους και να γεμίσει σκουλήκια. Κι όλες τούτες οι φωνές έβγαιναν μέσα από τις ακίνητες μάσκες, είτε αυτές κάγχαζαν είτε –βλοσυρές– απειλούσαν· πόσο παράλογα μπορούν να γίνουν τα έργα του ανθρώπου... Τότε ακούστηκε μια φωνή: «Μην κλαίτε, γυναίκες... Διαλέξαμε το Άδικο, υπηρετήσαμε το Άδικο, γεννήσαμε παιδιά μέσα στο Άδικο. Εμείς βάλαμε μέσα μας τα σκουλήκια που τρώγουν τη σάρκα μας. Εμείς διαλέξαμε να σαπίσουμε...» Ήταν ο Στέφανος που μιλούσε, ο Μέγας Γραμματικός του Βασιλείου.

 

O Στέφανος ήταν δισέγγονος του γέροντα Εμμανουήλ· εξάχρονο παιδί είδε τον προπάππο του να πεθαίνει στη στραγγάλη του Χοιρόφιλου και λίγη ώρα μετά οι γονιοί του τον βάλαν στην ουρά για να φάει το χαραγμένο σιτάρι. Έγινε Μέγας Γραμματικός του Βασιλείου, κι οι γέροντες σοφοί έλεγαν πως απ' τον καιρό του Χοιρόφιλου είχαν να δουν μυαλό σαν το δικό του. Μιλούσε δώδεκα γλώσσες και λέγαν πως θυμόταν απέξω τα περιεχόμενα εκατό χιλιάδων κωδίκων της Βιβλιοθήκης του Μεγάλου Βασιλείου, που οργάνωσε ο ίδιος. Και εκείνο το βράδυ της απόγνωσης όλοι σώπασαν για να τον ακούσουν· φορούσε μιαν απαίσια μάσκα που παρίστανε τον αιματοβαμμένο λύκο – στα σίγουρα δεν ήταν τυχαία η επιλογή του.

 

«Καταλάβετέ το, Ανεμοδεντρινοί, όλα τέλειωσαν τη μέρα που φάγαμε τις ψυχές των προγόνων μας. Μέχρι τότε ζούσαμε με το νύχτα· αυτή μας γεννούσε, αυτή μάς έτρεφε, αυτή μάς κρατούσε στη ζωή, αυτή μάς κοίμιζε. Πονάω για τα παιδιά σας, γυναίκες, όπως πονώ και για τα εγγόνια μου, που σαπίζουν μαζί με τα δικά σας. Εμείς όμως διαλέξαμε να συνεχίσουμε τη γενιά μας μες την αδικία. Φάγαμε το ψωμί του Χοιρόφιλου· γίναμε τα άξια αφεντικά που ήθελε για να δυναστεύουν τους ανθρώπους. Χαρήκαμε όταν έφαγαν τον Χοριόφιλο, θαρρέψαμε πως ξεμπερδευτήκαμε μαζί του: αλίμονο, το σχέδιό του πέτυχε. Μας έκανε αυτό που ήθελε: ενόχους που θα φτιάξουν άλλους ενόχους και αυτοί κι άλλους κι άλλους...

 

»Όχι, δεν πρέπει να κλαίμε και να ουρλιάζουμε· γιατί διαλέξαμε αυτό που μας συμβαίνει, ενώ στους πολλούς το επιβάλλουμε δίχως να τους δίνουμε άλλη επιλογή. Όταν μάς λέγανε “ευλογημένη σπορά”, εμείς κορδωνόμασταν ευτυχισμένοι. Και κοροϊδευόμασταν με τη σκέψη πως κάναμε το σωστό, πως το αληθινό δίκιο είναι το άδικο. Όλοι ξέρετε την αλήθεια:  διαλέξαμε να είμαστε οι δήμιοι και όχι οι αθώοι. Αυτοί που σφίγγουν το λουρί της στραγγάλης κι όχι αυτοί που τη νιώθουνε στο λαιμό. Σφάξαμε, σκοτώσαμε, προσβάλαμε, ατιμάσαμε. Φάγαμε και χωνέψαμε αυτό που μας γέννησε. O σκύλος που μας τρώγει το πρόσωπο και τα σκουλήκια που λιγοστεύουν το σώμα μας είμαστε εμεί οι ίδιοι».

 

Αυτά είπε ο Στέφανος. Σιωπή απλώθηκε· μόνο το τρίξιμο της φωτιάς που έκαιγε τα ξύλα ακουγόταν. Κάποτε μίλησε ο Βασίλειος, ο γιος του Διονύσιου και της Αλεξάνδρας· φορούσε τη μάσκα ενός φιδιού: «O Στέφανος μιλάει σωστά· τα σκουλήκια μέσα μας και μέσα στο σώμα των παιδιών μας τα βάλαμε εμείς. Και πρώτος εγώ, που σας οδήγησα να φάμε το ψωμί για να γλιτώσουμε τη στραγγάλη. Τότε είχα βρει τα επιχειρήματα για το άδικο· μα τώρα δεν μπορώ να βρω έναν τρόπο για να πεθάνουμε. Γιατί ακόμη κι ο θάνατος μας έχει αφήσει...»

 

Κανένας δεν πήρε το λόγο να φέρει αντίρρηση στον Στέφανο ή στον Βασίλειο. Ανεμοδεντρινοί είχανε νιώσει πια τι κάνανε και τι είχαν· το μόνο που θέλαν ήταν να δοθούν στη νύχτα για μια τελευταία φορά, να πεθάνουν μέσα της. O Στέφανος μίλησε ξανά:

 

«Ακούστε, Ανεμοδεντρινοί· στη νύχτα θα παραδοθούμε όπως τότε παλιά: γυρεύοντας το χαραγμένο σιτάρι. Κι όλοι μας ξέρουμε το πού μπορούμε να το ζητήσουμε. Επομένως, ένας δρόμος μάς μένει: πρέπει να γυρίσουμε στο Ανεμόδεντρο και εκεί να ξαναβρούμε τα χαραγμένα σπυριά, ετούτα που θα μας οδηγήσει στον θάνατο – στον θάνατό μας. Μα η παλιά ιστορία –αυτή που καμωνόμαστε πως λησμονήσαμε– διδάσκει: για να μας φέρουν τα σπουργίτια το χαραγμένο σιτάρι, πρέπει να το γυρέψουμε μέσα στη νύχτα, πρέπει να μυρίσουμε το Μαυρολούλουδο της Γαβριήλας· και κανείς δεν ξέρει πού είναι κρυμμένο τούτο το Μαυρολούλουδο...»

 

Τα λόγια του Στέφανου τα ακολούθησε σούσουρο, στην αρχή μεγάλο, που όσο η ώρα περνούσε κόπαζε. Κάποτε κυριάρχησε και πάλι η σιωπή· αδιέξοδο. Και τότε κάποιος από το πλήθος φώναξε τα ονόματα της Αγγελικής και του Λάμπρου…

 

νεότεροι, η μεγάλη πλειοψηφία, σήκωσαν τους ώμους με απορία· τούτα τα ονόματα δεν τους έλεγαν τίποτε. Όμως στο άκουσμα των δύο ονομάτων (τι παράξενο: τότε, κι όχι στα λόγια του Στέφανου λίγο πρωτύτερα) οι παλιοί Ανεμοδεντρινοί, αυτοί που είχαν γεννηθεί στον Κεραυνό, βυθίστηκαν σε μια εκστατική νάρκη που κράτησε για αρκετή ώρα: από μπροστά τους πέρασαν με απόλυτη διαύγεια, η μία μετά την άλλη, όλες οι φριχτές εικόνες εκείνης της μέρας πριν από ενενήντα εννιά χρόνια, όταν ο Χοιρόφιλος τους έβαλε μπροστά στο καρβέλι με τις ψυχές των προγόνων τους, εικόνες που εδώ και πολύ καιρό νόμιζαν πως τις είχαν θάψει οριστικά στη λήθη, κι ούτε στα πιο σκοτεινά τους όνειρα ερχόντουσαν πια. Και βέβαια σε αυτό το αλλόκοτο όραμα είδαν ξανά και την Αγγελική, την τελευταία απόγονο της Γαβριήλας, τη δεκαπεντάχρονη πανέμορφη κοπέλα που έφυγε από τους ζωντανούς και πήγε να πεθάνει στη στραγγάλη ώστε να γίνουν οι νεκροί εκατόν έντεκα και να μη μετρηθούν λιγότεροι από τους προγόνους τους, εκείνους που τα ονόματά τους χαράχτηκαν στα σπυριά του σιταριού· και άκουσαν ξανά τα αινιγματικά τελευταία λόγια της την ώρα που ο δήμιος καθυστέρησε για μια στιγμή θαυμάζοντας την ομορφιά της: «Λάμπρο, πίσω από μένα είναι η έξοδος».

 

O Λάμπρος ήταν ο μοναδικός Ανεμοδεντρινός απ’ όσους είχε φέρει μαζί του ο Χοιρόφιλος που δεν έγινε κι αυτός ένας από κείνους που νέμονταν την εξουσία στο Μεγάλο Βασίλειο: από τη στιγμή που είδε την Αγγελική στη στραγγάλη κι έχασε τη μιλιά του και τα μάτια του σκοτείνιασαν, θαρρείς και σβήσαν, ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει μαζί του. Τον πρώτο καιρό πέσαν πάνω του κάμποσοι από τους υπόλοιπους, του είπαν πως η σιωπή του δεν θα ξανάφερνε πίσω την αγαπημένη του και πως το μόνο που του έμενε ήταν να ζήσει λησμονώντας και την Αγγελική και τη βούκα που έφαγε απ' το φριχτό καρβέλι: του κάκου· ο Λάμπρος δεν ξαναμίλησε. Κάποτε, αφού είδαν και απόειδαν, τον έστειλαν στο πιο απομονωμένο κελί ενός μακρινού μοναστηριού της Βόρειας Ακτής, για να μην τον συναντούν και τους θυμίζει το παρελθόν τους. Και φυσικά φρόντισαν να τον ξεχάσουν, τόσο που ούτε στους καταλόγους για τον υποχρεωτικό εκτοπισμό στον Βάλτο βρήκανε το όνομά του...

 

Μέσα στην απόγνωσή τους, λοιπόν, οι νεκροζώντανοι θυμήθηκαν ξανά την Αγγελική και τον Λάμπρο· κυρίως θυμήθηκαν τα τελευταία λόγια της κοπέλας πριν πεθάνει: απευθυνόταν σ’ αυτόν και μιλούσε για κάποια έξοδο που βρισκόταν πίσω από κείνη. Κι έπειτα ο νους τους γύρισε στη θρυλική Γαβριήλα, την αποκρουστική μάγισσα που έδωσε στις γυναίκες του Ανεμόδεντρου να μυρίσουν το Μαυρολούλουδο και να γυρέψουν την έξοδό τους μέσα από τη νύχτα· στα σίγουρα το μυστικό της Γαβριήλας περνούσε από μάνα σε κόρη· άρα ποια άλλη πέρα από την τελευταία της γενιάς της θα μπορούσε να ξέρει πού ήταν κρυμμένο το Μαυρολούλουδο;… Και δεν μπορεί, για τούτο θα μιλούσε η Aγγελική όταν, με τη στραγγάλη στο λαιμό, φώναζε στον Λάμπρο πως η έξοδος είναι πίσω από αυτήν...

 

Αποφασίστηκε να πάνε ο Στέφανος, ο Βασίλειος και ο Σηφάς στο μακρινό μοναστήρι του Λάμπρου. Θα του ζητούσαν να τους βοηθήσει· εξάλλου είχε φάει κι αυτός το χαραγμένο σιτάρι, άρα σάπιζε και το δικό του σώμα... Με την άμαξα το ταξίδι τους κράτησε τρεις μέρες· άλλη μισή μέρα έκαναν με το γαϊδούρι ν’ ανέβουν στο κελί του. Τον βρήκαν να σκαλίζει μια βέργα με το μαχαίρι του. Πράγματι, το μισό πρόσωπο του Λάμπρου ήταν άγρια φαγωμένο από το Σκύλο τού Κάτω Κόσμου· το άλλο μισό, ανέγγιχτο κι εφηβικό, έκανε ακόμη πιο φριχτή την αντίθεση. Όταν είδε τους τρεις μασκοφόρους, αδιαφόρησε, παρόλο που είχε να δει άνθρωπο για περισσότερο από μισόν αιώνα. Του μίλησαν, του είπαν ποιοι είναι. Του είπαν για την κατάρα που βρήκε τους Ανεμοδεντρινούς του Μεγάλου Βασιλείου· του είπαν πως όλα οφείλονταν στο χαραγμένο σιτάρι που έφαγαν, πως έπρεπε να τους βοηθήσει. Εκείνος εξακολουθούσε να μένει αδιάφορος, σα να μην υπήρχαν. Τότε ο Στέφανος επανέλαβε κατά λέξη τα τελευταία λόγια της Αγγελικής...

 

Μια παράξενη λάμψη πέρασε από τα μάτια του Λάμπρου· τους κοίταξε για κάμποση ώρα. O Στέφανος, βλέποντας πως τα λόγια του έπιασαν, συνέχισε να μιλά· του είπε για το Μαυρολούλουδο, για την ανάγκη τους να ζητήσουν ξανά το χαραγμένο σιτάρι, κι αν τους δοθεί, να το φαν για να παραδοθούν στη νύχτα και να βρουν επιτέλους τον θάνατο, για τα λόγια της Αγγελικής που κάτι σήμαιναν, για το ότι δεν μπορεί να μην αναφέρονταν στη φριχτή κατάρα της αιώνιας ζωής· του θύμισε ακόμη και τον εκνευρισμό του Χοιρόφιλου μόλις άκουσε τη φράση της. O Λάμπρος μ’ ένα του νεύμα σταμάτησε τον Στέφανο και με τη γλώσσα των χεριών ζήτησε χαρτί και μελάνι. Του τα έδωσαν, είχαν προνοήσει πως ίσως τους χρειαστούν... O Λάμπρος έγραφε πάρα πολύ αργά, στην κυριολεξία σκάλιζε τα γράμματα με το καλάμι· είχε να γράψει για ενενήντα εννιά χρόνια. Φυσικά τα γράμματά του ήταν σαν ιερογλυφικά· μόνον ο Στέφανος μπόρεσε να τα διαβάσει:

 

«Ήμουν με την Αγγελική κάθε βράδυ· όταν όλο το Ανεμόδεντρο κοιμόταν, συναντιόμασταν στην πηγή της Διχάλας. Κρυβόμασταν από όλους, από δική της επιθυμία, δίχως λόγο· κανείς δεν είχε καταλάβει για μας. Το βράδυ που ο Χοιρόφιλος μας μάντρωσε στην πλατεία, βρεθήκαμε μέσα στους άλλους· μιλούσαμε με μισόλογα, μην και μας καταλάβουν. Την πίεσα να φάμε το ψωμί με τα χαραγμένα σιτάρια· δεν άντεχα να τη χάσω, να χάσω τα φιλιά της, τη θλίψη των ματιών της, τον ηδονικό τρόμο που με κύκλωνε σαν την αγκάλιαζα· εκείνη μου απάντησε με μια ασυνάρτητη φράση, κάτι για τη νύχτα. Της είπα πως δεν γίνεται η νύχτα να είναι πιο δυνατή απ' την αγάπη. Έδειξε να πείθεται. Την άλλη μέρα την έστειλα πρώτη να φάει το καρβέλι για να είμαι σίγουρος. Έπειτα πήγα κι εγώ, ο μόνος εγγονός του Εύανθου που δεν στάθηκε στη στραγγάλη. Έζησα μονάχα για να ζήσω μαζί της. Όμως εκείνη είχε κρατήσει τη βούκα κάτω απ' το στόμα της...

 

»Μη με ρωτάτε για το Μαυρολούλουδο· ποτέ μου δεν μίλησα με την Αγγελική γι’ αυτό, ποτέ της δεν μου είπε τίποτε. Κι ούτε πιστεύω πως μας αξίζει λυτρωμός γι’ αυτό που κάναμε· φάγαμε το σπόρο που μας γέννησε μιλώντας για Ζωή και για Αγάπη, ενώ στην πραγματικότητα πιστεύαμε μονάχα στη δική μας ζωή και αγαπούσαμε μονάχα τον εαυτό μας και άλλον κανέναν. Μόνο οι δίκαιοι πεθαίνουν. άδικοι ας ζήσουμε αιώνια σαπισμένοι...»

 

Όταν ο Λάμπρος τούς έδωσε αυτό το χαρτί και το διάβασαν, κατάλαβαν πως δεν είχε να τους πει τίποτε άλλο. Μόνο μια σκέψη μπορούσε πια να σταθεί στο μυαλό του Στέφανου: να γυρίσουν στο Ανεμόδεντρο όλοι μαζί, όσοι έφαγαν το χαραγμένο σιτάρι και οι απόγονοί τους. Κι εκεί, στην πλατεία με το αρχαίο δέντρο στην άκρη του γκρεμού, να ζητήσουν λύση στο γρίφο. Στην πλατεία που τους είχε προσφερθεί το ψωμί, το ζυμωμένο με το χαραγμένο σιτάρι.

 

Ήταν το τελευταίο που τους έμενε. Φεύγοντας από το μοναστήρι της Βόρειας Ακτής, πήραν μαζί τους και τον Λάμπρο· παραδόξως δεν τους έφερε αντίρρηση. Σε τρεις μέρες φτάσαν στο Βάλτο και συναντήθηκαν με τους υπόλοιπους. Κι από εκεί ξεκίνησε το καραβάνι των έξι χιλιάδων μασκοφορεμένων. Με τις άμαξες φτάσαν στον Κεραυνό σε πέντε μέρες. Άλλες δυο έκαναν για να ανεβούνε ώς το χωριό· περάσαν τα γκρεμοτσακίσματα του βράχου δίχως φόβο· κι αν πέφτανε, θα σηκώνονταν ξανά: ο θάνατος σιχαινόταν να τους αγγίξει.

 

Κάποτε έφτασαν στο Ανεμόδεντρο· όλα είχαν μείνει όπως τα είχαν αφήσει πριν από ενενήντα εννιά χρόνια: τα σπίτια, τα ταπεινά σκεύη, τα μισάνοιχτα παράθυρα, η πλατεία, το πηγάδι, το δέντρο στην άκρη του γκρεμού, ακόμη και οι πάσσαλοι όπου είχαν περαστεί οι στραγγάλες. Κάποτε φύσηξε ο άνεμος· ήταν ο ίδιος άνεμος. Κάπου βαθιά μες στο βουνό ακούστηκε ένα υπόκωφο γουργούρισμα: ο κεραυνός. Τότε ακούστηκε η φωνή του Βασίλειου: «Ανεμοδεντρινοί, βγάλτε τις μάσκες. Είμαστε στο Ανεμόδεντρο πια».

 

Και πράγματι οι έξι χιλιάδες νεκροζώντανοι έβγαλαν τις μάσκες τους και τις πετάξανε καταγής· κι ο άνεμος, μ’ ένα δυνατό φύσηγμα, τις μάζεψε και τις πήρε και τις σκόρπισε πέρα, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, πολύ μακριά από το Ανεμόδεντρο και τον Κεραυνό. Και τότε οι Ανεμοδεντρινοί κοιτάχτηκαν για πρώτη φορά αναμεταξύ τους· κι ο καθένας ένιωσε πως έβλεπε τον εαυτό του στο σαπισμένο πρόσωπο του άλλου. Θαρρείς και δεν ήταν έξι χιλιάδες άνθρωποι μα ένας, ένας άδικος που γύρευε εκεί, στην άκρη του κόσμου, να δοκιμαστεί από τον δίκαιο κεραυνό.

 

Τότε έγινε αυτό που έλπιζε ο Στέφανος: ο γρίφος λύθηκε σε εκείνη την πλατεία που άλλοτε είχε στηθεί η στραγγάλη. Έξαφνα όλοι είδαν τον Λάμπρο να περπατά σαν υπνωτισμένος προς τους πασσάλους όπου κάποτε οι δήμιοι του Χοιρόφιλου περνούσαν τις στραγγάλες. Στάθηκε στον μεσαίο, όπως και η Αγγελική πριν από ενενήντα εννιά χρόνια. Κι έπειτα γύρισε ακριβώς πίσω του. Το ανεμόδεντρο έγερνε στον γκρεμό. Σχεδόν τρέχοντας έφτασε μέχρι την άκρη· κι έπειτα χάθηκε. Δεν είχε πηδήξει όμως στο κενό· κάποιοι έτρεξαν στο χείλος του γκρεμού και τον είδαν: σαν έφηβος σκαρφάλωνε στην άκρη του γκρεμού, πιανόταν από τις ρίζες του Ανεμόδεντρου που βγαίναν γυμνές απ’ το βράχο. Κι εκεί που οι ρίζες ενώνονταν σχηματίζοντας τον κορμό υπήρχε μια κουφάλα. O Λάμπρος άπλωσε το χέρι του, έπιασε κάτι και το έβαλε στον κόρφο του· κι έπειτα με ευκινησία αίλουρου ανέβηκε και πάλι στο χείλος του γκρεμού. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω του· με αργές κινήσεις έβγαλε αυτό το κάτι απ' τον κόρφο του και το κράτησε στα σαπισμένα τρομακτικά χέρια του σα μικρό πληγωμένο πουλί: ήταν το Μαυρολούλουδο.

 

«Λάμπρο, πίσω από μένα είναι η έξοδος»: νά, λοιπόν, που η τελευταία φράση της Αγγελικής σήμαινε περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να φανταστούν. Πίσω από την πλάτη της, πίσω από τον πάσσαλο της στραγγάλης, πίσω από τον δήμιο, πίσω από το ανεμόδεντρο, σε μια κουφάλα, στην άκρη του γκρεμού, εκεί όπου τη βρίσκεις μόνο αν τη ζητήσεις… Εξάλλου, όσοι είχαν μεγαλώσει στο Ανεμόδεντρο ήξεραν και την παλιά κουβέντα της Γαβριήλας: σε κάθε δέντρο υπάρχει η κουφάλα με το μεγάλο μυστικό. Και πέντε γενιές μετά από τη Γαβριήλα και δύο αιώνες παρά δύο χρόνια έπειτα από τη νύχτα που τα σπουργίτια έφεραν στις μόνες γυναίκες το χαραγμένο σιτάρι, ήταν η σειρά της Αγγελικής, έστω κι έναν αιώνα πεθαμένη, να δώσει το Μαυρολούλουδο σ’ αυτούς που είχαν χάσει κάθε ελπίδα.

 

Κάποτε μίλησε ο Στέφανος· η φωνή του έτρεμε από συγκίνηση: «Tούτο το Μαυρολούλουδο που κρατά ο Λάμπρος είναι ο μοναδικός μας δρόμος... Ας το μυρίσουμε, Ανεμοδεντρινοί· ίσως υπάρχει χώρος και για μας στο αλάθητο σκοτάδι. Κάποτε φάγαμε το σιτάρι που συνέχισε τη γενιά μας για να γλιτώσουμε τη ζωή μας· και τώρα ζητούμε έναν θάνατο, οποιονδήποτε θάνατο, φτάνει να πάψουμε να βλέπουμε το σάπισμά μας. Ας γυρέψουμε από εκείνους που φάγαμε να μας κλείσουν τα μάτια· ας γυρέψουμε τον θάνατό μας από τη νύχτα, τη νύχτα του καθενός μας και ολονών...»

 

Σουρούπωνε· οι Ανεμοδεντρινοί που έφαγαν το χαραγμένο σιτάρι, με τα πρόσωπά τους φαγωμένα από τον Σκύλο του Κάτω Κόσμου, κάθισαν στη γη των προγόνων τους, για να γυρέψουν αυτό που κάποτε αρνήθηκαν. Και μύρισαν το Μαυρολούλουδο ο ένας μετά τον άλλον. Και αφέθηκαν στο αλάθητο σκοτάδι, στη νύχτα, που ήταν πια ο μόνος δρόμος...

 

Κι η νύχτα ήρθε. Η νύχτα που τυλίγει τα πάντα, που μένει πάντοτε η ίδια, ολόμαυρη και απροσπέλαστη, δοσμένη στις πιο μεγάλες νοσταλγίες, τις πιο αρχαίες ελπίδες, τις πιο φριχτές αγάπες, την πιο παράλογη πίστη. Και οι απελπισμένοι νεκροζώντανοι, οι Ανεμοδεντρινοί που είχαν φάει το σπόρο της γενιάς τους κι ο θάνατος τούς είχε γυρίσει την πλάτη, συνάντησαν τη νύχτα καταπρόσωπο. Όπως εκείνες οι γυναίκες πριν από εκατόν ενενήντα οχτώ χρόνια. Και τα φαντάσματα, τα ξωτικά, οι βρικόλακες, οι δαίμονες, όλοι αυτοί κύκλωσαν τους νεκροζώντανους και μπήκαν μέσα τους. Κι έπειτα, από το πηγάδι πετάχτηκαν σα γαλάζιες φλόγες τα σπουργίτια, εκατόν έντεκα, όπως και τότε, εκατόν έντεκα, όσα και αυτοί που αρνήθηκαν να φάνε το χαραγμένο σιτάρι. Έκαναν δυο γύρους στον αέρα κι έπειτα στάθηκαν για μια στιγμή στο χείλος του πηγαδιού. Κι έπειτα πέταξαν ψηλά, πιο ψηλά απ’ όσο μπορεί να σκεφτεί κανείς.

 

Το πρώτο φως της μέρας έδωσε τέλος στη δοκιμασία των ζωντανών-νεκρών. Τα φριχτά πρόσωπά τους στράφηκαν προς το πηγάδι: πάνω στο χείλος του ήταν εκατόν έντεκα χαραγμένα σιτάρια. νεκροζώντανοι πλησίασαν με βήμα διστακτικό. Όσοι πλησίασαν και είδαν το είπαν και στους άλλους: πάνω στα σπυριά του σιταριού ήταν χαραγμένα εκατόν έντεκα ονόματα. Τα ονόματα εκείνων που πριν από ενενήντα εννιά χρόνια, μπροστά στον Χοιρόφιλο, προτίμησαν τη στραγγάλη από το να φάνε τις ψυχές των προγόνων τους. Θαρρείς και τα ξαναχάραξε με τη βελόνη της η απελπισιά τους, όπως και τότε...

 

O Βασίλειος, ο γιος του Διονυσίου και της Αλεξάνδρας, ο πρώτος που πριν από ενενήντα εννιά χρόνια διάλεξε να φάει το ανίερο ψωμί, έβγαλε το μαύρο μαντίλι του και φύλαξε μέσα του τα καινούργια χαραγμένα σιτάρια. O γέροντας Σηφάς πήγε στο σπίτι που εγκατέλειψε από εκείνη τη μαύρη μέρα και έφερε το τσουκάλι, ο Γιάννης, ο γιος της Δήμητρας, το γέμισε νερό απ' την πηγή των βράχων, ο Πέτρος ο Ασβεστάς άναψε τη φωτιά. Κι όταν το νερό στο τσουκάλι έβρασε, ο Βασίλειος άδειασε τα χαραγμένα σιτάρια απ' το μαντίλι του λέγοντας: «Εσύ, Περσεφόνη, στείλε μας την κεφαλή της Γοργώς…»

 

Μετά μια ώρα η παράξενη σούπα κόχλαζε· οι νεκροζώντανοι Ανεμοδεντρινοί μαζεύτηκαν σε μια ατέλειωτη ουρά. Μ' ένα νεύμα του ο Λάμπρος έδωσε σε όλους να καταλάβουν πως αυτός θα σερβίριζε τη σούπα· κι όλοι υποτάχτηκαν στη θέλησή του. Πρώτος ήπιε από τη σούπα ο Βασίλειος· κι αυτή τη φορά είπε το ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι ενενήντα εννιά χρόνια πρωτύτερα: «Πατέρα, ζήσε μέσα από τον θάνατό μου». Και πίσω του ακολούθησε ο Σηφάς με την ατέλειωτη φαμίλια του κι ο Ασβεστάς κι ο Γιάννης κι ο Στέφανος κι όλοι οι άλλοι. Κι όλοι πίνοντας τη σούπα έλεγαν την ίδια φράση. Γιατί μόνο με τον θάνατό μας θα γεννηθούν οι άλλοι μέσα από μας.

 

Κι όποιος έπινε την κουταλιά του πήγαινε και ξάπλωνε πλάι στο πηγάδι δίπλα στους άλλους της φαμίλιας του, έβγαζε τα γάντια του και έπλεκε τα σαπισμένα δάχτυλά του με τα σαπισμένα δάχτυλα του τελευταίου· και γύρω από το πηγάδι όλο πλήθαιναν οι σειρές των ανθρώπων. Και μετά δυο ώρες η ταπεινή πλατεία του Ανεμόδεντρου γέμισε με έξι χιλιάδες ξαπλωμένους νεκροζώντανους, που γαλήνιοι πια περιμέναν τη νύχτα.

 

Μόλις τέλειωσε με όλους τούς άλλους, ο Λάμπρος ήπιε την τελευταία κουταλιά της σούπας με τα χαραγμένα σιτάρια κι έπειτα ξάπλωσε πιάνοντας το χέρι του πλαϊνού του. Πριν βάλει την κουτάλα ανάμεσα στα σαπισμένα του χείλη, μίλησε ξανά, για πρώτη και τελευταία φορά ύστερα από ενενήντα εννιά χρόνια. Δεν είπε την ίδια φράση με τους άλλους· χρωστούσε έναν στερνό χαιρετισμό: «Μονάχα εσύ είσαι η έξοδος, Αγγελική...»

 

Μέχρι το μεσημέρι είχανε ξεψυχήσει όλοι τους. Κι όταν ο ήλιος έφτασε στο κατακόρυφό του, έγινε μια στιγμή απόλυτης σιωπής κι έξαφνα τα σαπισμένα φριχτά κουφάρια της πλατείας μεταβλήθηκαν σε κανονικά πτώματα, με σάρκα ζεστή, όλα με πρόσωπο σχηματισμένο κι ανθρώπινο και με ένα έντονο σημάδι από στραγγάλη στο λαιμό. Τότε τα σύννεφα έσμιξαν απότομα, ο ουρανός σκοτείνιασε κι ακούστηκε το φοβερό μουγκρητό του Κεραυνού.

 

  ***

 

Aπό τότε πέρασαν πολλά χρόνια, αιώνες... Το Μεγάλο Βασίλειο εξακολουθεί να υπάρχει, ίσως με λίγο αλλαγμένο όνομα· οι λίγοι εξακολουθούν να πεταλώνουν τις ψυχές των πολλών στους ανίερους κανόνες τους. Και το χειρότερο, οι πολλοί είναι έτοιμοι να φάνε τις ψυχές των προγόνων τους, φτάνει να γίνουν κι αυτοί αφεντικά στη θέση των σημερινών αφεντικών τους. Και μονάχα στα τρελάδικα κάποιοι μισεροί μιλούν με τους αποδιωγμένους του Θεού, τους δαίμονες και τους αγγέλους, δίνονται μέχρι θανάτου σε έρωτες άλλων αιώνων και πιστεύουν πως θα επιζήσουν με τη νύχτα – ή και με τα δάκρυά τους.

 

Φυσικά υπάρχει και ο Κεραυνός· είναι πια φραγμένος με τείχη, φράχτες, συρματοπλέγματα, τον φυλάγουν στρατιώτες, τον εποπτεύουν όλο και πιο καινούργιες μηχανές που η καθεμιά έχει τα μάτια δέκα χιλιάδων αετών, τη δύναμη δέκα χιλιάδων λεόντων, το φαρμάκι δέκα χιλιάδων φιδιών. Και υπάρχει διαρκής διαταγή: κανένας υπήκοος ή ξένος να μην ανέβει στο μαύρο βουνό· γιατί τάχα μέσα του καίει κακιά φωτιά που θ’ αφανίσει όποιον την πλησιάσει...

 

Αν όμως το θέλεις στ' αλήθεια, θα αψηφήσεις τη διαταγή, θα βρεις το χάλασμα στα τείχη, τον τρόπο να τρυπήσεις τα συρματοπλέγματα, να γελάσεις τους στρατιώτες και τις μηχανές τους. Και τότε θ’ ανέβεις τον ξερό βράχο περνώντας από λογής γκρεμοτσακίσματα. Κάποτε, από τα βάθη του βουνού θα ακούσεις το ρόγχο του παλιού κεραυνού· άγριος φόβος και ανεξήγητη λαχτάρα θα πλημμυρίσουν την ψυχή σου.

 

Και θα συνεχίσεις το βήμα σου πάνω στο ρόγχο του άγρυπνου κεραυνού· γιατί το ξέρεις πως στην πιο απόκρημνη χαράδρα υπάρχει ακόμη το έρημο Ανεμόδεντρο, τα πέτρινα σπίτια, τα αδειανά από ζωή. Υπάρχει ακόμη το αρχαίο δέντρο που οι ρίζες του βγαίνουν στο χάσμα του γκρεμού· σε μια κρυφή κουφάλα τούτου του δέντρου ένα Μαυρολούλουδο μας περιμένει. Υπάρχει, τέλος, και το πηγάδι: στο χείλος του τα σπουργίτια θ’ αφήσουν και πάλι και ξανά και πάντοτε χαραγμένα σιτάρια για όσους τα ζητήσουν μέσα στη νύχτα, χαραγμένα σιτάρια για ζωή και για θάνατο.

 

 

~

 

 

[Γράφτηκε από την άνοιξη του 1999 έως το καλοκαίρι του 2001. Το 2002 εκδόθηκε σε αυτόνομο βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη και το 2010 συμπεριλήφθηκε στη συγκεντρωτική έκδοση των τεσσάρων ιστοριών δακρύων από τις εκδόσεις δήγμα.]