θανάσης τριαρίδης * Τέσσερις ιστορίες δακρύων  

 

 

 

θανάσης τριαρίδης

 

 

 

Η  παγωμένη καρδιά

των ευτυχισμένων ανθρώπων

 

 

 

 

Στη Xριστίνα Δεληγιωρίδου,

στην Eλισάβετ Παρίση,

στην Kατερίνα και τον Πέτρο Mπουκοβίνα

 

 

 

 

Πίσω από τα μεγάλα βουνά του Βορρά –μιλάω για κείνα τα βουνά που όσοι ξεκίνησαν για να τ’ ανεβούν δεν ξαναγύρισαν ποτέ πίσω– υπάρχει μια απέραντη χώρα γεμάτη με εύφορες, ατέλειωτες κοιλάδες, πυκνά δάση και επιβλητικά ποτάμια, μια χώρα που φτάνει μέχρι την Κρυσταλλένια Θάλασσα. Το όνομα της χώρας αυτής είναι Ευημερία και την κυβερνά ο Καλάγαθος Βασιλιάς.

 

Δεν ήταν βέβαια αυτό το κανονικό όνομα του βασιλιά, οι γονιοί του τον φώναζαν Ιωάννη· ωστόσο, ύστερα από μια ολόκληρη αιωνιότητα ευτυχίας, κανένας από τους υπηκόους του δεν θυμάται πια το πραγματικό του όνομα και όλοι τον φωνάζουν «Καλάγαθο Βασιλιά», καθώς δεν υπάρχει άλλος ηγεμόνας σαν κι αυτόν αγαθός, δίκαιος κι απόλυτα γενναιόδωρος, ηγεμόνας που να άλλαξε οριστικά τη μοίρα του τόπου του και του λαού του. Επί των δικών του ημερών η χώρα του πήρε το όνομα Ευημερία· πρωτύτερα ονομαζόταν Λυκοφωλιά, γιατί οι κάτοικοί της υπέφεραν από όλα τα βάσανα του ανθρώπου και μισιούνταν θανάσιμα αναμεταξύ τους, καθώς η μοναδική παρηγοριά και ευχαρίστηση του καθενός ήταν η δυστυχία κι η καταστροφή του άλλου. O Καλάγαθος Βασιλιάς ήταν αυτός που κατάργησε τον θάνατο, το χρόνο και τη νοσταλγία, αφού προηγουμένως είχε καταργήσει την κακία, το φόβο και τη θλίψη, τον Θεό και τον Διάβολο, κι έκανε έμβλημα της χώρας του μια παγωμένη νυχτερίδα που έφερε την αιώνια ευτυχία...

 

Ας πάρουμε όμως την ιστορία μας απ’ την αρχή...

 

***

 

Ήταν, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, ο πρίγκιπας Ιωάννης έκλεισε τα δώδεκά του, ο πατέρας του, ο βασιλιάς της Λυκοφωλιάς, τον κάλεσε και του είπε: «Mονάκριβε γιε μου,  νιώθω το σώμα μου και την ψυχή μου να φθίνουν σιγά-σιγά από τις έγνοιες για τα βάσανα αυτού του τόπου· θαρρώ πως δεν θα μπορέσω να κρατηθώ στη ζωή για πολύ καιρό... Η χώρα βασανίζεται από φριχτά δεινά, από φτώχεια, από αρρώστιες, μα και απ’ το μίσος, τον εγωισμό, το φθόνο και τα έξαλλα πάθη που έχουν φωλιάσει στις ψυχές των ανθρώπων... Όταν έρθει η ώρα να με διαδεχτείς, που εγώ δεν τη βλέπω να αργεί, πρέπει να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τούτες τις πληγές. Για το λόγο αυτό πρέπει το συντομότερο δυνατόν να φύγεις πέρα από τα μεγάλα βουνά, να γυρίσεις τον κόσμο, να γνωρίσεις άλλες χώρες και άλλους ανθρώπους, έτσι ώστε όταν επιστρέψεις να κατέχεις όλα εκείνα που θα σου δώσουν τη γνώση και τη σοφία να βασιλέψεις σωστά και δίκαια. Γι’ αυτό κι εγώ θα σου δώσω πενήντα κιλά χρυσάφι και χίλιους άντρες φρουρά για να μην έχεις προβλήματα στο δρόμο σου...»

 

O Ιωάννης αμέσως τού απάντησε: «Πατέρα, με πενήντα κιλά χρυσάφι και χίλιους άντρες φρουρά δεν μπορείς να γνωρίσεις τον κόσμο. Θα ξεκινήσω μόνος μου αύριο το πρωί, θα φοράω ρούχα φτωχικά και μαζί μου θα έχω ένα μικρό δισάκι. Το μόνο πολύτιμο πράγμα που θα πάρω μαζί μου είναι το μενταγιόν σου με τη βασιλική σφραγίδα...»

 

Στην αρχή ο βασιλιάς αρνήθηκε· όμως, ύστερα από αρκετές εβδομάδες σθεναρής πίεσης του Ιωάννη και κρυφοθαυμάζοντας την τόλμη και την πρώιμη σοφία του γιου του, το δέχτηκε. Το τελευταίο βράδυ πήρε μαζί του το δωδεκάχρονο παιδί και το οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο του παλατιού που ήταν πάντοτε κλειδωμένο· ο Ιωάννης έμπαινε μέσα για πρώτη φορά. Μύριζε κλεισούρα κι ήταν ντυμένο ολόκληρο με γαλάζια βελούδα: οι τοίχοι, το πάτωμα, το ξύλινο σκαλιστό κρεβάτι· και στο βελούδο του κρεβατιού και του πατώματος σκούρες κόκκινες τρομακτικές κηλίδες. O βασιλιάς μίλησε φανερά συγκινημένος: «Σε τούτο το δωμάτιο πέθανε η μητέρα σου, Ιωάννη, σε τούτο το δωμάτιο γεννήθηκες εσύ λίγο μετά τον θάνατό της. Ήταν έγκυος, ήσουν εσύ μέσα στα σπλάχνα της, όταν τρελάθηκε. Πρώτα θέλησε να αυτοκτονήσει πίνοντας ζωμό από κόκκινα βότανα, κι όταν απέτυχε, προσπάθησε να πηδήξει από το παράθυρο της κάμαρής της. γιατροί μού είπαν να τη φέρω στο γαλάζιο δωμάτιο· να βάλω σιδεριά στο παράθυρο, φρουρούς στην πόρτα. Περνούσαν οι μήνες, νόμισα πως συνερχόταν, αναθάρρησα. Κάθε βράδυ ερχόμουν και την έβλεπα να κοιμάται· ένα βράδυ με πήρε και μένα ο ύπνος... Όταν ξύπνησα, τη βρήκα μέσα στα αίματα· είχε πάρει από τη ζώνη μου το βασιλικό μαχαίρι –ανάθεμα το Νόμο που με υποχρεώνει να το έχω πάνω μου για όσο ζω– και είχε κόψει το λαιμό της. Με το ίδιο μαχαίρι έσκισε μια μαμή την κοιλιά της και σε έβγαλε ζωντανό σαν από θαύμα. Και τούτες οι κηλίδες που βλέπεις στο βελούδο είναι το αίμα της…» O βασιλιάς κόμπιασε, ένας κόμπος έκλεισε το λαιμό του. « τις έχεις πάντα στο νου σου τούτες τις κηλίδες· για να θυμάσαι πως η ζωή είναι κάτι που δεν κυβερνιέται από τον νου, μα από κάτι άλλο, που δεν το ξέρω...»

 

O Ιωάννης ξεκίνησε την άλλη μέρα προτού χαράξει· έκανε σαράντα πέντε μέρες για να περάσει τα μεγάλα βουνά, κοιμήθηκε σε σπηλιές και σε κουφάλες δέντρων, όταν τέλειωσε το φαγητό του τράφηκε με χιόνι και φλούδες από κορμούς βαλανιδιών, τα ρούχα του έγιναν κουρέλια... Σιγά-σιγά έπαψε να σκέφτεται και το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να βγάλει κάπου τη νύχτα και να συνεχίσει την επόμενη αυγή. Κάποτε έφτασε στις ηλιόλουστες πεδιάδες κι από εκεί τράβηξε νότια, για τις παραθαλάσσιες πόλεις. Για να επιζήσει, ζητιάνευε στους δρόμους και στις πλατείες· ιδίως όταν πετύχαινε πανηγύρι, χόρταινε καλά. Σ’ ένα τέτοιο πανηγύρι, μια ζεστή μαγιάτικη νύχτα, γνώρισε τον Πετράν...

 

O Πετράν ήταν ένας Τσιγγάνος, τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Ιωάννη. Είχε γαλάζια μάτια και μακριά δάχτυλα. Στα πανηγύρια έπαιζε φλογέρα, και του έδιναν νομίσματα και τον κερνούσαν κρασί. Όταν είδε τον Ιωάννη, τον ρώτησε πού πήγαινε. Εκείνος τού απάντησε: «Πηγαίνω οπουδήποτε... Θέλω να γνωρίσω τον κόσμο. Εσύ;» O Πετράν έβαλε τα γέλια: «Εγώ είμαι Τσιγγάνος· δεν πηγαίνω πουθενά. Απλά, κάνω τα κέφια του αγέρα...»

 

O Πετράν έλεγε πως μπορούσε να βγάλει οποιονδήποτε ήχο από τη φλογέρα του, πως μπορούσε να μιμηθεί το τραγούδι του κάθε πουλιού, το κλάμα των ζώων, ακόμη και το παράπονο των φιδιών· μπορούσε ακόμη με τη φλογέρα του να διώξει τον πυρετό, να ξεγεννήσει εγκύους πριν από τον μήνα τους, ν’ ανθίσει λουλούδια μες στον χειμώνα, ακόμη και να αναστήσει πεθαμένους, έτσι έλεγε και συμπλήρωνε: «Όμως όλα αυτά δεν είναι ο σκοπός μου, ο σκοπός μου είναι να παίζω στα πανηγύρια, να με ακούνε ο αγέρας και οι άνθρωποι και να το ευχαριστιούνται...» Πρότεινε μάλιστα στον Ιωάννη να τον ακολουθήσει· χρειαζόταν ένα δεύτερο άτομο μαζί του, να παίζει την νταραμπούκα και να μαζεύει κατόπιν τα νομίσματα...

 

***

 

Έτσι ο Πετράν και ο Ιωάννης άρχισαν να ταξιδεύουν μαζί από πόλη σε πόλη. Πηγαίνανε πάντοτε αντίθετα απ’ την πορεία του ήλιου, γιατί ο Πετράν δεν έπρεπε ποτέ του να δει το ηλιοβασίλεμα· αν το έβλεπε, θα ξυπνούσε μέσα του μια παλιά κατάρα της φάρας του και θα ’χανε για πάντα τη μνήμη του και τη λαλιά του. Περάσανε από μεγάλες πολιτείες, από λιμάνια, από φαράγγια και από ποταμούς, διαβήκανε μεγάλες γέφυρες και ανέβηκαν σε σχεδίες για να περάσουν λωρίδες θάλασσας που χωρίζαν τη στεριά. Κι έπειτα προχώρησαν και πάλι, ανέβηκαν σε άλογα και πέρασαν μέσα από ερήμους, από φαλακρά βουνά και απόκρημνα βράχια. Έτσι περάσαν χειμώνες και καλοκαίρια, ώσπου μιαν άνοιξη έφτασαν σε μια πολιτεία που ευωδίαζε υπέροχα. Ήταν τρία χρόνια που ταξίδευαν και δεν είχανε μείνει σε κανένα μέρος για περισσότερο από μια βραδιά· μα σ’ εκείνη την πολιτεία με τις κρεμαστές γέφυρες και τους πανέμορφους κήπους, ο αέρας ήταν ζεστός κι ανακάτευε τόσο μαγευτικά τις αλλόκοτες μυρωδιές, που οι δυο φίλοι αποφάσισαν να μείνουν και για δεύτερο βράδυ...

 

Τελικά έμειναν στην Πόλη των Ευωδιών (αυτό ήταν το όνομα της πολιτείας) για εννιά μέρες. Τίποτε δεν βρήκαν που να μην τους αρέσει. Τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από κίτρινη πέτρα και τα νερά του ποταμού είχαν το χρώμα της βιολέτας... Σε κάθε γωνιά το νερό κελάρυζε από περίτεχνα σιντριβάνια. Τις νύχτες τ’ αστέρια έλαμπαν ολόφωτα πάνω από τις γέφυρες, τους ναούς και το κόκκινο παλάτι. Τα πρόσωπα των γυναικών ήταν πανέμορφα, στα μάτια τους σπίθιζαν ερωτικές υποσχέσεις. Για μια βδομάδα δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να γυρνούν θαμπωμένοι στους δρόμους και τα στενά τούτης της πόλης. Όταν την έβδομη βραδιά, σε μια μικρή πλατεία, ο Πετράν έβαλε τη φλογέρα στα χείλη του, ακούστηκε μια εξαίσια μελωδία. Όλοι τον κοίταξαν με απορία και θαυμασμό, και πιο πολύ απ’ όλους ο Ιωάννης, καθώς ποτέ του δεν είχε ακούσει τον φίλο του να παίζει έτσι. Για τρεις ώρες έπαιζε ο Πετράν τη φλογέρα του και πολύ γρήγορα η μικρή πλατεία και τα γύρω δρομάκια γέμισαν από κόσμο που τον άκουγε εκστασιασμένος... Όταν ο Τσιγγάνος σταμάτησε, όλοι όσοι τον άκουγαν σηκώθηκαν αργά-αργά και περνώντας από μπροστά του ο καθένας τού άφηνε από ένα κόσμημα που φορούσε, άλλος βραχιόλι, άλλος σκουλαρίκι, άλλος δαχτυλίδι – μπροστά στον Πετράν μαζεύτηκε ένα βουναλάκι από κοσμήματα.

 

Το ίδιο βράδυ ο Πετράν εξομολογήθηκε στον Ιωάννη την αλήθεια: «Απόψε δεν έπαιξα εγώ τη φλογέρα, η φλογέρα έπαιξε μοναχή της... Εγώ απλά φυσούσα στο στόμιό της, έτσι όπως μου έδειξε ο γέρος Τσιγγάνος που μου την έδωσε. Αλήθεια σ’ το λέω, αυτή η φλογέρα αποφάσισε σε τούτη εδώ την πόλη να παίξει αυτή την εξαίσια μουσική που άκουσες». «Άρα είμαστε στον Παράδεισο...» μονολόγησε στοχαστικά ο Ιωάννης.

 

Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν εφτά καβαλάρηδες ντυμένοι στα κόκκινα και είπαν στους δυο φίλους πως τους γυρεύει ο Μεγάλος Βασιλιάς στο παλάτι του. Τους ακολούθησαν και σε λίγη ώρα βρέθηκαν στην αίθουσα του θρόνου· εκεί τους περίμενε ο Μεγάλος Βασιλιάς. Ήταν πανύψηλος, σχεδόν όσο δυο κανονικοί άνθρωποι μαζί, κι είχε άσπρα γένια, που έφταναν ώς τη μέση του. Αμέσως τους ζήτησε να του παίξουν τη μουσική που είχαν παίξει την προηγούμενη νύχτα...

 

Πράγματι, ο Πετράν έφερε τη φλογέρα στα χείλη του και ακούστηκε η ίδια υπέροχη μελωδία. Για τρεις ώρες όλοι άκουγαν μαγεμένοι· όταν ο Πετράν σταμάτησε, ο Μεγάλος Βασιλιάς τού είπε: «Ξένε, στη ζωή μου είδα πολλά· είδα να αγριεύει το πρόβατο και να δακρύζει το φίδι... Τέτοια μουσική όμως ποτέ μου δεν άκουσα... Θα ήθελα αύριο το βράδυ να παίξεις τη φλογέρα σου μπροστά απ' το παλάτι για να σ' ακούσει όλος ο λαός της πόλης μας. Κι εσύ ζήτησέ μου ό,τι θέλεις και θα το έχεις...»

 

«Μεγάλε Βασιλιά», του απάντησε με σταθερή φωνή ο Πετράν, «είμαι Τσιγγάνος και παίζω τη φλογέρα για να ευχαριστιούνται ο αγέρας και οι άνθρωποι. Θα παίξω αύριο μπροστά απ’ το παλάτι σου... Κι από σένα δεν θέλω τίποτε άλλο παρά μόνο να ακούς τη μουσική... Εξάλλου η φλογέρα μου παίζει από μόνη της· εγώ μόνο φουσκώνω τα μάγουλά μου και φυσάω».

 

Αυτά είπε ο Πετράν και μέσα στην αίθουσα του θρόνου απλώθηκε αλλόκοτη σιωπή· ποτέ κανένας δεν είχε αρνηθεί τα δώρα του Μεγάλου Βασιλιά. Τότε, κι ενώ όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους, ακούστηκε η φωνή του Ιωάννη: «Μεγάλε Βασιλιά, εγώ δεν είμαι Τσιγγάνος, έρχομαι από τη Λυκοφωλιά, μια χώρα μακρινή που βρίσκεται πίσω από τα μεγάλα βουνά, και θέλω κάτι να σου ζητήσω...» Όλοι κοίταξαν το αγόρι, ενοχλημένοι από τη θρασύτητά του· όμως ο Μεγάλος Βασιλιάς τού απάντησε με γλυκιά φωνή: «Παρόλο που δεν έπαιξες εσύ φλογέρα, θα σου κάνω το χατίρι, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί έχεις έναν τόσο περήφανο και ταπεινό φίλο. Εμπρός, λοιπόν, πες μου τι θέλεις.» «Θέλω να μου πεις πώς έφτιαξες τούτην εδώ την πολιτεία που μοιάζει με τον Παράδεισο», του αποκρίθηκε ο Ιωάννης.

 

Από το γέλιο του Μεγάλου Βασιλιά αντήχησε ολόκληρη η αίθουσα. «Και ποιος είσαι εσύ που θέλεις να μάθεις πώς φτιάχνεται μια πολιτεία; Τι σε νοιάζει; Αυτό είναι δουλειά του Βασιλιά κι όχι ενός νταραμπουκτζή». Το αγόρι δεν τα έχασε: «Μεγάλε Βασιλιά, δεν είμαι μοναχά νταραμπουκτζής. Με λένε Ιωάννη κι είμαι γιος βασιλιά· θα γίνω βασιλιάς κι εγώ ο ίδιος...» «Μπορείς να μου το αποδείξεις;» τον ρώτησε ο Μεγάλος Βασιλιάς. Τότε ο Ιωάννης γύμνωσε το στήθος του και του έδειξε το μενταγιόν με τη βασιλική σφραγίδα. «Δεν λες ψέματα», του είπε με έκπληξη ο Μεγάλος Βασιλιάς. «Έλα το βράδυ, αργά, την ώρα που ξαποσταίνω απ’ τις δουλειές της πολιτείας, για να σου πω αυτά που θέλεις...»

 

Τον δέχτηκε το ίδιο βράδυ και πάλι στην αίθουσα του θρόνου· αυτή τη φορά ήτανε μόνοι οι δυο τους. O Μεγάλος Βασιλιάς άρχισε να μιλάει στο νεαρό αγόρι: «Άκουσε, πριγκιπόπουλο, αυτός ο τόπος δεν είναι ο Παράδεισος, όπως νομίζεις εσύ· ο Παράδεισος δεν υπάρχει κι ούτε θα υπάρξει ποτέ. Απλώς ήρθες στην πόλη μας την Εποχή των Ευωδιών...» Και, καθώς ο Ιώαννης τον κοίταξε με απορία, εκείνος χαμογέλασε αχνά και συνέχισε: «Μη βιαζεσαι να απορήσεις, πριγκιπόπουλο, θα σου τα εξηγήσω όλα... Στην πόλη μας κάθε έξι χρόνια έρχεται η Εποχή της Ξηρασίας και για δύο χρόνια ξεραίνει τα πάντα· έπειτα αρχίζει η Εποχή των Βροχών, που κρατάει δύο χρόνια κι αυτή, και κατόπιν έρχεται για δύο χρόνια η Εποχή των Ευωδιών, αυτή που τώρα περνάμε. Και, μόλις τελειώσει τούτη η Εποχή, θα έρθει και πάλι η Ξηρασία, κι έπειτα πάλι οι Βροχές, κι έπειτα πάλι οι Ευωδιές, κι αυτός ο κύκλος δεν θα σταματήσει ποτέ...

 

»Όταν περνάμε την Εποχή της Ξηρασίας, τα σπαρτά ρημάζουν, τα τρόφιμα σώνονται, τα ζωντανά ψοφάνε, η πείνα, η αρρώστια και η κακία γίνονται οι αληθινοί βασιλιάδες στην πόλη αυτή. άνθρωποι τότε μεταμορφώνονται σε κτήνη, το μίσος και η διχόνοια κυβερνούν τις ψυχές και τις πράξεις τους...

 

»Όταν έρχονται οι Βροχές, είμαστε όλοι στο έλεός τους. Τα φράγματα που έχουμε φτιάξει γκρεμίζονται, οι κρεμαστές γέφυρες του ποταμού καταρρέουν, τα ρέματα ξεχειλίζουν, η πόλη πλημμυρίζει με λάσπη απ’ τα βουνά, τα σπίτια των φτωχών καταστρέφονται από χειμάρρους. Τότε, μόνο ο φόβος κυβερνά τους ανθρώπους, που κλείνονται στα σπίτια τους, γιατί αν βγουν στους δρόμους θα παρασυρθούν απ’ τα νερά και δεν θα βρει ποτέ κανένας το κουφάρι τους...

 

»Κι έπειτα απ’ όλα αυτά έρχεται ο καιρός που οι ευωδιές πλημμυρίζουν την πόλη μας. Η γλυκιά λιακάδα μάς ζεσταίνει τη μέρα και το απαλό αγέρι μάς δροσίζει τις ξάστερες νύχτες. Τότε καλλιεργούμε και πάλι τη γη, γεμίζουμε τις αποθήκες, φτιάχνουμε και πάλι τα φράγματα, χτίζουμε ξανά τα σπίτια και τις γέφυρες που καταστράφηκαν. Αυτή την εποχή οι άνθρωποι ομορφαίνουν απερίγραπτα, αγαπούν με πάθος τη ζωή, τον αγέρα και τους άλλους, οι άντρες ερωτεύονται τις γυναίκες παράφορα κι αυτές γίνονται λάγνες, όσο δεν βάζει ο νους σου. Είναι ο καιρός που η χαρά κι η ηδονή ανήκουν σε όλους, όπως σε όλους ανήκαν και τα προηγούμενα βάσανα...

 

»Κι έτσι, τούτη την Εποχή των Ευωδιών, η πόλη μας μοιάζει με ένα θαύμα που μαγεύει τους ξένους, κι αρκετοί, όπως εσύ, νομίζουν πως βρίσκονται στον Παράδεισο. Μα εμείς, που ζούμε εδώ, το ξέρουμε καλά πως, για να έρθουν οι Ευωδιές, πρέπει να περάσουμε την Ξηρασία και τις Βροχές, κι ακόμη ξέρουμε πως, όταν έρθουν οι Ευωδιές, θα κρατήσουν για λίγο, μέχρι να ξανάρθει η επόμενη Ξηρασία... Ίσως να είναι αυτή η μοίρα μας, να γευόμαστε τις πιο θεσπέσιες ηδονές της ζωής μονάχα αφού πρώτα περάσουμε μέσα απ’ τη θλίψη, το μίσος και το φόβο...»

 

Αυτά είπε ο Μεγάλος Βασιλιάς και πήρε βαθιά ανάσα, μυρίζοντας ηδονικά τις ευωδιές που έμπαιναν από τη βεράντα... Ωστόσο ο Ιωάννης είχε κάτι ακόμη να ρωτήσει: «Κι αν όλα αυτά είναι στη μοίρα σας, όπως μου είπες, Μεγάλε Βασιλιά, τότε ποια είναι η δική σου αποστολή; Γιατί εγώ νομίζω πως ο Βασιλιάς είναι αυτός που αλλάζει τη μοίρα του λαού του». O Μεγάλος Βασιλιάς δεν έδειξε να ενοχλείται από την αυθάδη ερώτηση του αγοριού: «Άκουσε, πριγκιπόπουλο: να φοβάσαι αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τη μοίρα των ανθρώπων. Η δική μου η αποστολή είναι μόνον αυτό: να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου και τους άλλους να είναι λίγο πιο ανθρώπινοι όταν περνούμε την Ξηρασία, λίγο πιο θαρραλέοι όταν έρχονται οι Βροχές, κι όταν οι Ευωδιές πλημμυρίζουν την πόλη, να γεύονται την ηδονή έχοντας συνείδηση του ότι δεν είναι δώρο κανενός, αλλά καρπός του πόνου, της αγωνίας και του φόβου που πέρασαν και θα ξαναπεράσουν...».

 

O Ιωάννης, αφού έμεινε για λίγο σκεφτικός, του είπε: «Δεν θέλω να σε προσβάλω, Μεγάλε Βασιλιά, μα δεν συμφωνώ μ’ αυτά που λες. Είμαι από μια χώρα όπου οι άνθρωποι ζουν μέσα στον πόνο και τη θλίψη και δεν έχουν την παραμικρή χαρά και σου λέω πως θα κάνω το καθετί για να τα ξεριζώσω τούτα τα δεινά και να φέρω στον τόπο μου την αιώνια ευτυχία...».

 

Τότε ο Μεγάλος Βασιλιάς χαμογέλασε με συγκατάβαση: «Αφού μιλάς για την αιώνια ευτυχία, πριγκιπόπουλο, θα σου πω κάτι που δεν το ξέρει κανένας άλλος. Πριν από πολλά χρόνια, ήρθε σ' αυτήν εδώ την πόλη ένας αλλόκοτος ξερακιανός ταξιδιώτης, που τα μάτια του είχαν μια παράξενη κόκκινη λάμψη· ήταν η Εποχή των Ευωδιών, όπως και τώρα. Έμεινε στην πόλη τρεις νύχτες· την τελευταία από αυτές ζήτησε να με δει. Μου συστήθηκε ως ο κάτοχος της γνώσης του καλού και του κακού. Tο ύφος του ήταν αινιγματικό· όταν μιλούσε, μου δημιουργούσε ένα αίσθημα ακαθόριστης ενοχής. Με ρώτησε περίπου αυτά που με ρώτησες κι εσύ· όταν του είπα για τις Εποχές της Ξηρασίας και των Βροχών, που έρχονται πριν από την Εποχή των Ευωδιών, αναστέναξε βαθιά. “Οι άνθρωποι είναι δειλοί...” είπε. Του ζήτησα να εξηγηθεί, γιατί αυτό δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι. Μου έδειξε ένα δέμα που είχε φέρει μαζί του· ήταν ένα μαύρο ξύλινο κασελάκι σφραγισμένο με κερί. “Μέσα στο κασελάκι είναι μια νυχτερίδα που πάγωσε λίγο πριν να ξεψυχήσει, κι έτσι η πνοή της ζωής θα μείνει για πάντα φυλακισμένη μέσα της. Βρήκα τούτο το σημείο της ανωτερότητας του σκοταδιού στην παγωμένη άκρη του κόσμου, το έβαλα μέσα στο μαύρο κασελάκι, κι αυτό το σφράγισα με αφρικάνικο κερί. O βασιλιάς που θα βγάλει απ' το κασελάκι την παγωμένη νυχτερίδα θα μπορεί για όσο διάστημα την αφήσει στο φως του ήλιου να ορίζει απόλυτα τη μοίρα του λαού του, είτε για το καλό είτε για το κακό... Είναι, λοιπόν, στο χέρι σου πια να καταργήσεις την Ξηρασία και τις Βροχές και να κάνεις την Εποχή των Ευωδιών παντοτινή...”. Αυτά μού είπε ο ξερακιανός ταξιδιώτης και σαν από θαύμα χάθηκε ξαφνικά από μπροστά μου, αφήνοντας το κασελάκι μπροστά στα πόδια μου. Για τρεις ώρες, ώσπου να έρθει το ξημέρωμα, έμεινα ακίνητος να κοιτώ το μαύρο κασελάκι και να συλλογίζομαι... Και βέβαια ήμουν πολύ ταραγμένος, καθώς, αν ο αλλόκοτος ταξιδιώτης με τα κόκκινα μάτια έλεγε ψέματα, τότε απλά ήταν ένας πολύ καλός θεατρίνος, που μπορούσε να τρομάξει ακόμη κι έναν βασιλιά· αν όμως έλεγε την αλήθεια, τότε εγώ μπορούσα με μια απλή κίνησή μου να ανοίξω το κασελάκι, να βγάλω την παγωμένη νυχτερίδα στο φως του ήλιου και να ορίσω τη μοίρα του λαού μου καταργώντας την Ξηρασία, τις Βροχές, τη θλίψη, το μίσος, το φόβο, την κακία και τη διχόνοια, κοντολογίς μπορούσα να αλλάξω την ίδια τη ζωή, μια για πάντα... Κι όμως, πριγκιπόπουλο, δεν το έκανα, γιατί φοβήθηκα· δεν ήταν ο ίδιος φόβος με το φόβο των Βροχών, μα ένας πολύ χειρότερος, ανεξήγητος, παγωμένος κι απόκοσμος, ένας φόβος που μου έλεγε πως η αιώνια ευτυχία ίσως είναι σκλαβιά, πως οι αιώνιες ευωδιές θα ξεθυμάνουν, πως, αν καταργηθεί απ’ τη ζωή η ματαιότητα, θα καταργηθεί και η ομορφιά, κι αν καταργηθούν η θλίψη, ο φόβος και το μίσος, ίσως καταργηθεί και η αγάπη... Για όλα αυτά προτίμησα να μην ανοίξω ποτέ το κασελάκι με τη νυχτερίδα που πάγωσε στην άκρη του κόσμου κι ούτε μίλησα σε κανέναν γι’ αυτό τόσα χρόνια, παρά μόνο σε σένα, που θα γίνεις βασιλιάς και πρέπει να ξέρεις όσο το δυνατόν πιο πολλά...» «Και το κασελάκι τι το έκανες;» τον ρώτησε με έξαψη ο Ιωάννης, συνεπαρμένος από την ιστορία του, «στα σίγουρα θα το πέταξες στη φωτιά...» O Μεγάλος Βασιλιάς αναστέναξε: «Σύμφωνα με το έθιμο του λαού μας, ένα δώρο που σου δόθηκε δεν μπορείς να το καταστρέψεις ή να το αποχωριστείς, πριγκιπόπουλο... Το έχω στο υπνοδωμάτιο του Βασιλιά, κάτω απ' το κρεβάτι μου· εκεί μπορώ να μπαίνω μόνον εγώ και κανένας άλλος, ούτε η βασίλισσα, ούτε καν ο γιος μου που θα με διαδεχτεί, κι έχω δώσει διαταγή να το θάψουν μαζί μου στον τάφο μου...»

 

***

 

Ήταν λίγο πριν από το ξημέρωμα, όταν ο Ιωάννης έφυγε από την αίθουσα του θρόνου. Βρήκε τον Πετράν να κοιμάται σε έναν απ' τους βασιλικούς ξενώνες· τον ξύπνησε και του διηγήθηκε όλη την κουβέντα που είχε με τον Μεγάλο Βασιλιά. Όταν τέλειωσε, ζήτησε απ' τον Πετράν να του πει τη γνώμη του· εκείνος έμεινε σιωπηλός. Τότε ο Ιωάννης ξέσπασε: «Μα δεν το βλέπεις πως ουσιαστικά είναι ένα δειλό ανθρωπάκι; Μπορεί ν’ ανοίξει το κασελάκι και να λυτρώσει το λαό του κι όμως δεν το κάνει. Μα, βέβαια, τι τον νοιάζουν αυτόν η Ξηρασία και οι Βροχές, αυτός ζει καλά προστατευμένος μέσα στο κόκκινο παλάτι... Είναι δειλός, σου λέω, και μέσα στη δειλία του είναι κι απάνθρωπος, κάθεται και φιλοσοφεί ενώ ο λαός του υποφέρει φριχτά δεινά. Ας ήμουν εγώ στη θέση του, ας μου έκαναν εμένα ένα τέτοιο ανέλπιστο δώρο, και θα ’βλεπες, φίλε μου, θα έφερνα την αιώνια ευτυχία στο λαό μου, γιατί υπάρχει αιώνια ευτυχία, Πετράν –κι ας λέει ο Μεγάλος Βασιλιάς ό,τι θέλει–, αιώνια ευτυχία είναι να μην υπάρχει μίσος, κακία, φόβος, διχόνοια, εγωισμός και βία ανάμεσα στους ανθρώπους... αυτό θα το κατάφερνα αν είχα το μαύρο κασελάκι με την παγωμένη νυχτερίδα...»

 

Και λέγοντας αυτή την τελευταία κουβέντα, ο Ιωάννης σταμάτησε απότομα και με αγωνία γύρεψε στα μάτια του φίλου του μια επιβεβαίωση· πέρασε σχεδόν ένα λεπτό ώσπου να μιλήσει ο Πετράν: «Άκουσε, Γιάννο, εγώ είμαι Τσιγγάνος και τις φοβάμαι τις νυχτερίδες». Τότε ο Ιωάννης έβαλε τις φωνές: «Αυτά είναι ανοησίες, Πετράν, η παγωμένη νυχτερίδα δεν έχει νου για να σκεφτεί το καλό και το κακό· το καλό και το κακό το διαλέγει ο άνθρωπος, κι εγώ τούτη τη νυχτερίδα θα την έβγαζα στο φως του ήλιου μόνο για το καλό και για τίποτε άλλο». Τα μάτια του Ιωάννη έλαμπαν πυρετικά, σα να ’βλεπε μπροστά του ένα όραμα. Πέρασε ένα λεπτό σιωπής· έπειτα ο νεαρός πρίγκιπας, μιλώντας αργά, ρώτησε τον φίλο του: «Απόψε το βράδυ δεν θα παίξεις τη φλογέρα σου στο παλάτι του Μεγάλου Βασιλιά;» «Nαι, απόψε θα παίξω», του απάντησε ο Πετράν. «Και θα παίξεις τόσο καλά που θα τους μαγέψεις όλους, έτσι δεν είναι;» O νεαρός Τσιγγάνος σηκώθηκε όρθιος, φανερά ενοχλημένος: «Θα παίξω επειδή ο αγέρας μ' έφτιαξε για να παίζω φλογέρα κι όχι επειδή το θέλεις εσύ...»

 

Πράγματι, το ίδιο βράδυ στην πλατεία μπροστά από το κόκκινο παλάτι μαζεύτηκε όλος ο λαός της Πόλης των Ευωδιών για να ακούσει τον νεαρό ξένο που θα έπαιζε τη φλογέρα του. Η νύχτα ήταν ζεστή, κι ένα ολόγιομο κόκκινο φεγγάρι φώτιζε τον ουράνιο θόλο. Στα σκαλιά του παλατιού καθόταν ο Μεγάλος Βασιλιάς, γύρω του όλη η οικογένειά του, οι σύμβουλοί του, οι ιερείς, οι στρατιώτες, ακόμη και οι φρουροί του παλατιού, που ο ίδιος ο Μεγάλος Βασιλιάς τούς είχε διατάξει να αφήσουν τις θέσεις τους για να ακούσουν την εξαίσια μουσική του ξένου· τα πρόσωπα των αντρών ήταν βαμμένα λευκά και των γυναικών κόκκινα, όπως σε κάθε μεγάλη γιορτή της πόλης. Κάποτε ο Μεγάλος Βασιλιάς έκανε ένα νεύμα, και ο Πετράν βγήκε στη μέση της πλατείας και άρχισε να παίζει με τη φλογέρα του την υπέροχη μελωδία...

 

Την ίδια ώρα μια σκιά γλιστρούσε στους πολυδαίδαλους διαδρόμους του κόκκινου παλατιού. Ήταν ο Ιωάννης, που είχε βάλει κερί στ' αυτιά του για να μην τον συνεπάρει κι αυτόν η μελωδία του Πετράν. Κι έτσι, καθώς όλη η φρουρά του παλατιού άκουγε τη φλογέρα του Τσιγγάνου, δεν ήταν δύσκολο για τον νεαρό πρίγκιπα να πετύχει το στόχο του. Γρήγορα βρήκε το υπνοδωμάτιο του Μεγάλου Βασιλιά και με μια φουρκέτα ξεκλείδωσε τις εφτά κλειδαριές που το ασφάλιζαν. Όταν μπήκε μέσα στο βασιλικό υπνοδωμάτιο, σκέφτηκε για μια ακόμη φορά τι πήγαινε να κάνει... «Γίνομαι κλέφτης και καταχραστής της φιλοξενίας του Μεγάλου Βασιλιά για το καλό των ανθρώπων. Ας κριθώ από τη Δικαιοσύνη της Γης και του Oυρανού». Πράγματι, το μαύρο κασελάκι ήταν κάτω απ' το βασιλικό κρεβάτι. O Ιωάννης το πήρε και με γοργές κινήσεις έφυγε. Βγήκε από τις πίσω πόρτες του κόκκινου παλατιού, καβαλίκεψε ένα άλογο απ' τους βασιλικούς στάβλους και σε λίγα λεπτά έβγαινε καλπάζοντας έξω από τις πύλες της Πόλης των Ευωδιών, έχοντας κλέψει το σκεύος που θα οδηγούσε στην αιώνια ευτυχία, ένα μαύρο κασελάκι με μια νυχτερίδα από την παγωμένη άκρη του κόσμου, μια νυχτερίδα που πάγωσε λίγο προτού ξεψυχήσει...

 

***

 

Έτσι ο Ιωάννης έφυγε από την Πόλη των Ευωδιών και πήρε το δρόμο της επιστροφής για τη Λυκοφωλιά, καθώς πίστευε πως είχε δει ό,τι είχε να δει απ’ τον κόσμο. Δεν αισθανόταν τύψεις που είχε κλέψει το μαύρο κασελάκι· ήταν άχρηστο για την Πόλη των Ευωδιών, αφού ο Μεγάλος Βασιλιάς δεν θα το άνοιγε ποτέ, ενώ εκείνος ήταν αποφασισμένος να το ανοίξει για το καλό του λαού της Λυκοφωλιάς. Το μόνο που τον στεναχωρούσε ήταν που έτσι όπως είχε φύγει δεν είχε χαιρετήσει τον Πετράν, τον αγαπημένο του φίλο των χρόνων της περιπλάνησης· σκέφτηκε όμως πως ο Τσιγγάνος θα καταλάβαινε ότι ο Ιωάννης, εφόσον ήταν προορισμένος να γίνει βασιλιάς, έπρεπε να βάζει το καλό της χώρας του πάνω από τις προσωπικές του επιθυμίες...

 

Αυτή τη φορά ο Ιωάννης ακολούθησε την πορεία του ήλιου, και το ταξίδι της επιστροφής του κράτησε κι αυτό τρία χρόνια, όσο το ταξίδι της αναζήτησης· μόνο που τούτη τη φορά τα ηλιοβασιλέματα γέμιζαν την ψυχή του με ελπίδα. Πέρασε τις ίδιες ερήμους, τους ίδιους βράχους, τα ίδια βουνά, τις ίδιες πολιτείες, τα ίδια ποτάμια και τις ίδιες θάλασσες που είχαν περάσει μαζί με τον Πετράν όταν πηγαίνανε, ώσπου κάποτε αντίκρισε τα μεγάλα βουνά, πίσω από τα οποία απλωνόταν η Λυκοφωλιά. Πέρασε τα μεγάλα βουνά τρώγοντας χιόνι και μένοντας σε σπηλιές και κουφάλες δέντρων και ένα πρωινό βρέθηκε στην πρωτεύουσα της Λυκοφωλιάς, την πόλη που είχε αφήσει πίσω του πριν από έξι χρόνια.

 

Όταν πήγε στο παλάτι και γύρεψε να δει τον πατέρα του, οι φρουροί και οι υπασπιστές δεν τον αναγνώρισαν· αν δεν είχε το μενταγιόν με τη βασιλική σφραγίδα, δεν θα τον άφηναν καν να δει τον πατέρα του, που ξεψυχούσε στο κρεβάτι, χτυπημένος από τη βαριά επιδημία που είχε απλωθεί σε όλη τη χώρα. Μόλις ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς είδε τον γιο του, μάζεψε τις τελευταίες δυνάμεις του, ανασηκώθηκε και του μίλησε: «Μονάκριβε γιε μου, μέσα στις τόσες δυστυχίες, ήταν μεγάλο το δώρο που μου έκανε ο Θεός και με αξίωσε, πριν με πάρει κοντά του, να σε δω να γυρίζεις ολόκληρος άντρας. Ένας φριχτός λοιμός, ο πιο φριχτός από όσους πέρασαν από τη χώρα μας, μας βρήκε πριν από έξι μήνες και θερίζει το λαό μας. Ήρθε η ώρα να συναντήσω την αγαπημένη μου βασίλισσα και μητέρα σου· να με θάψεις μαζί της, μαζί με το βασιλικό μαχαίρι που της πήρε τη ζωή και σε έφερε στον κόσμο. Κι εσύ να βασιλέψεις με δικαιοσύνη και επιείκεια, γιε μου... Και μέσα στη θλίψη ψάξε να βρεις την πίστη και την ελπίδα...»

 

Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο Ιωάννης, έσκυψε και τον έπιασε από τους ώμους: «Όχι, πατέρα, δεν μας χρειάζεται πια τέτοια ελπίδα... Έχω φέρει μαζί μου, μέσα σε τούτο το μαύρο κασελάκι, το μέσο που θα καταργήσει τη θλίψη, το φόβο και το μίσος. Στη χώρα μας θα κυριαρχήσει η αιώνια ευτυχία, πατέρα...». Θα έλεγε κι άλλα, μα ακούστηκε πίσω του η φωνή του πρώτου υπασπιστή: «Μη χαραμίζεις τα λόγια σου, πρίγκιπα Ιωάννη. O Βασιλιάς έχει ξεψυχήσει...»

 

Μια ώρα υστερότερα ο Ιωάννης στέφθηκε βασιλιάς. Έκαμε την κηδεία του πατέρα του την επόμενη μέρα, δίχως να κηρύξει γενικό πένθος σε όλη τη χώρα, όπως ήταν συνήθεια όταν πέθαινε βασιλιάς· μόλις πέταξε μέσα στον τάφο του το βασιλικό μαχαίρι, ένιωσε ένα παράξενο σκίρτημα στην καρδιά του, μα γρήγορα το ξεπέρασε, καθώς ο νους του έτρεχε αλλού. Μετά την κηδεία η πρώτη του δουλειά ήταν να καλέσει το γενικό συμβούλιο της χώρας και να ανακοινώσει πως, σε τρεις ημέρες, όλος ο λαός της Λυκοφωλιάς, από κάθε άκρη του Βασιλείου, έπρεπε να συγκεντρωθεί στη μεγάλη πλατεία έξω από το παλάτι για να ανοίξει μπροστά σε όλους το μαύρο κασελάκι και να αποκαλυφθεί αυτό που θα άλλαζε τη ζωή τους για πάντα. Ακόμη, παράγγειλε όλοι οι μαρμαράδες της πρωτεύουσας να εργαστούν νυχθημερόν και μέχρι την τρίτη ημέρα να έχουνε φτιάξει έναν πανύψηλο μαρμάρινο στύλο, που θα τοποθετούνταν στην πλατεία του παλατιού.

 

Πράγματι, την τρίτη ημέρα ο τσακισμένος από την επιδημία, την πείνα και τη φτώχεια λαός μαζεύτηκε στην πλατεία του παλατιού για να ακούσει τον νέο βασιλιά. H δυστυχία είχε κάνει τον κόσμο καχύποπτο κι επιθετικό· πολλοί δυσανασχέτησαν, όταν είδαν τον μαρμάρινο στύλο στο κέντρο της πλατείας: «Kαλός βασιλιάς και τούτος, εδώ δεν προφταίνουμε να θάβουμε τους νεκρούς μας κι αυτός φτιάχνει μαρμάρινους στύλους...» είπαν. O Ιωάννης βγήκε στο βασιλικό μπαλκόνι και μίλησε στον κόσμο χωρίς να φορά στέμμα και βασιλική πορφύρα· ήταν ντυμένος με μαύρα καθημερινά ρούχα:

 

«Άντρες και γυναίκες της Λυκοφωλιάς, γύρισα στη χώρα μας χθες και μόλις που πρόλαβα τις τελευταίες στιγμές του πατέρα μου. Γνωρίζω για τη επιδημία που ρημάζει τον λαό μας, γνωρίζω τη φτώχεια μας, τη δυστυχία μας, τη βία που γεννά τούτη η δυστυχία ανάμεσά μας. Γνωρίζω πόσο έχετε βασανιστεί και εσείς όλοι, πως αρκετές φορές έχετε βλαστημήσει τη στιγμή που γεννηθήκατε, πως μαραζώνετε βλέποντας τα παιδιά σας να τυραννιούνται, ανήμποροι να τα βοηθήσετε... Ωστόσο, σας λέω πως σήμερα είναι η μεγαλύτερη ημέρα της ιστορίας μας, καθώς από σήμερα θα αρχίσει μια καινούργια εποχή για τη χώρα μας, και όλα τα δεινά μας θα πάψουν για πάντα. Μέσα σε τούτο εδώ το κασελάκι υπάρχει μια νυχτερίδα που πάγωσε λίγο προτού ξεψυχήσει, πέρα μακριά, στην παγωμένη άκρη του κόσμου· το πώς βρέθηκε στα χέρια μου είναι πια άσκοπο να σας το διηγηθώ... Όταν βγάλω την παγωμένη νυχτερίδα από το κασελάκι και τη δει το φως του ήλιου, η μοίρα της χώρας μας θα αλλάξει για πάντα. Σας κάλεσα εδώ για να είστε μάρτυρες αυτής της πράξης, που στο εξής θα ορίζει τη ζωή όλων μας».

 

Κι αφού είπε αυτά τα λόγια, ο Ιωάννης έσκυψε με αργές αλλά σταθερές κινήσεις, πήρε το μαύρο κασελάκι, το άνοιξε, και με τις δυο παλάμες του έπιασε με προσοχή τη μαύρη παγωμένη νυχτερίδα και τη σήκωσε ψηλά: «Άντρες και γυναίκες της Λυκοφωλιάς, αυτή η παγωμένη νυχτερίδα θα είναι στο εξής η καρδιά όλων μας, η Καρδιά μας, η Καρδιά της αιώνιας ευτυχίας μας... Από σήμερα, από τούτη τη στιγμή, το μίσος, η θλίψη και ο φόβος θα πάψουν να μας τυραννούν και να σακατεύουν τη ζωή μας· κι αν φύγουν αυτά από μέσα μας, δεν θα υπάρχουν ανάμεσά μας ο εγωισμός, η διχόνοια, η ζήλια και η έπαρση, θα λυτρωθούμε από τη μελαγχολία, την καχυποψία, το μηδενισμό... Κι όταν το μυαλό μας καθαρίσει από όλα τούτα, τότε θα νικήσουμε την πείνα, τη φτώχεια και την αρρώστια...»

 

O κόσμος που είχε μαζευτεί στην πλατεία του παλατιού άκουγε έκπληκτος· ήταν ολοφάνερο πως ο Βασιλιάς πίστευε τα όσα έλεγε, και μάλιστα έδειχνε απόλυτα σίγουρος. Από την άλλη, ήταν τόσο απίθανη η ιστορία με την παγωμένη νυχτερίδα, που οι περισσότεροι μέσα από το πλήθος τον πέρασαν για τρελό, ιδιαίτερα μόλις τον είδαν να υψώνει τις φούχτες του με το παγωμένο πετούμενο ποντίκι της νύχτας, που καλά-καλά εκείνοι δεν μπορούσαν μήτε να το δουν... Τότε ένα παράξενο αεράκι φύσηξε στην πλατεία και μια ανεξήγητα ευχάριστη διάθεση κατέλαβε τους πάντες, κάτι σαν αίσθημα αδελφοσύνης και συνειδητοποίησης της κοινής μοίρας. O νέος Βασιλιάς δεν τους φαινόταν πλέον αστείος και ακαταλόγιστος, έτσι όπως σήκωνε την παγωμένη νυχτερίδα, μα ένας Προφήτης που οδηγεί το λαό του στη Γη της Eπαγγελίας· αμέσως ξέσπασαν σε έξαλλα χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Nαι, η παγωμένη νυχτερίδα θα ήταν στο εξής η Καρδιά τους, και χάρη σε αυτήν θα απαλλάσσονταν από όλα τα δεινά τους και θα κατακτούσαν την αιώνια ευτυχία. Και, χωρίς να σταματήσουν τους αλαλαγμούς, παρακολούθησαν τον Βασιλιά Ιωάννη να σκαρφαλώνει ο ίδιος στον μαρμάρινο στύλο και να τοποθετεί την παγωμένη νυχτερίδα στην κορυφή. Κι όταν εκείνος, αφού κατέβηκε και πάλι στο έδαφος, φώναξε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του, «Όχι στο μίσος, όχι στη θλίψη, όχι στο φόβο», ο κόσμος ανταποκρίθηκε με τρία μακρόσυρτα «Όχι», που ακούστηκαν σ' ολόκληρη την πόλη...

 

Το ίδιο βράδυ οι άντρες και οι γυναίκες της Λυκοφωλιάς κοιμήθηκαν γαλήνιοι ύστερα από πάρα πολύ καιρό. Δεν είχαν λυθεί τα προβλήματα που τους στερούσαν τον ύπνο τους, απλώς δεν ένιωθαν πια φόβο ή φθόνο ή θλίψη· ήξεραν πως πλέον είχαν την Καρδιά τους, την παγωμένη νυχτερίδα που θα οδηγούσε στην απόλυτη ευτυχία.

 

Πράγματι, μέσα στις πρώτες κιόλας εβδομάδες η κατάσταση στη χώρα της Λυκοφωλιάς είχε αρχίσει να αλλάζει εντυπωσιακά. πολίτες από μόνοι τους οργάνωσαν επιτροπές περιφρούρησης των πηγαδιών και καψίματος των μολυσμένων ρούχων, φρόντιζαν να εξοικονομούν φαγητό για τους πιο εξαντλημένους αρρώστους από το λοιμό, και οι πιο εύποροι με χαρά παραχώρησαν τα σπίτια τους για να γίνουν χώροι θεραπείας των αρρώστων. Πάνω στο μήνα, το συμβούλιο των βασιλικών γιατρών ανακοίνωσε στον Βασιλιά ότι ο λοιμός είχε πάψει.

 

Μα και σε όλους τούς άλλους τομείς της ζωής των ανθρώπων έγιναν απίστευτες αλλαγές. μεγαλοκτηματίες πρότειναν οι ίδιοι στον Βασιλιά να μοιράσουν τη γη τους στους κολίγους, οι έμποροι αποφάσισαν να προσφέρουν τα εμπορεύματά τους χωρίς πληρωμή σε όσους τα χρειάζονταν, οι εργάτες δούλευαν σκληρά χωρίς να γυρεύουν μεροκάματα, οι γιατροί άρχισαν να εξετάζουν όλον τον κόσμο δωρεάν, οι κουρείς κούρευαν, οι ράφτες έραβαν, οι γανωτήδες γάνωναν, οι γραμματικοί έκαναν μαθήματα και κανένας πια δεν ήθελε αμοιβή, ενώ οι δικαστές κι οι δικολάβοι καταργήθηκαν από το πρώτο τρίμηνο, καθώς με την παγωμένη νυχτερίδα είχαν πάψει οι διαφορές και οι έριδες των ανθρώπων...

 

Όταν συμπληρώθηκαν έξι μήνες από την ημέρα που έβγαλε την παγωμένη νυχτερίδα από το μαύρο κασελάκι στο φως του ήλιου, ο Ιωάννης συγκάλεσε και πάλι το λαό της Λυκοφωλιάς στην Πλατεία της Καρδιάς μας (γιατί έτσι είχε ονομαστεί η πλατεία του παλατιού). Μαζεύτηκαν χιλιάδες λαού, όχι μόνο από την πρωτεύουσα αλλά από ολόκληρη τη χώρα, η πλατεία πλημμύρισε από κόσμο, καθώς και όλοι οι γύρω δρόμοι. O Βασιλιάς Ιωάννης μίλησε από ένα τεράστιο χωνί που είχαν κατασκευάσει οι μηχανικοί του, για να ακούγεται σε ολόκληρη την πόλη:

 

«Άντρες και γυναίκες της Λυκοφωλιάς, χάρη στην Καρδιά μας η ζωή μας άρχισε να γίνεται αληθινά ευτυχισμένη... Μέχρι τώρα νομίζαμε πως η ευτυχία είναι να ικανοποιούμε κτηνώδη ένστικτα, να γλεντούμε εξαχρειωμένα, να παραδινόμαστε σε λάγνες φαντασιώσεις· τώρα πια γνωρίζουμε πως η αληθινή ευτυχία είναι να κοιμόμαστε χωρίς κανένα πρόβλημα, χωρίς να νιώθουμε στο λαιμό μας καυτή την ανάσα της φρίκης, του φόβου και του μίσους. Τώρα πια γνωρίζουμε πως η αληθινή ευτυχία δεν είναι το να γελάμε, αλλά το να μην έχουμε λόγο να κλαίμε... Αληθινή ευτυχία είναι να ζεις σε μια χώρα όπου κανείς δεν ξυπνά από εφιάλτες, ούτε κανένας υποφέρει από τύψεις. Και υπάρχει, άντρες και γυναίκες της Λυκοφωλιάς, ένας μόνο λόγος που βιώνουμε την αιώνια ευτυχία μας: το ότι πιστεύουμε όλοι μόνο σε μία καρδιά, στην Καρδιά μας... Γι’ αυτό κι εγώ από σήμερα καταργώ τον Θεό και τον Διάβολο και μετατρέπω όλες τις εκκλησίες σε ναούς της Καρδιάς μας και όλους τους παπάδες σε ιερείς της. Γιατί ο Θεός και ο Διάβολος χρειάζονται μόνο στους δυστυχισμένους· για όσους ζουν στη δική μας χώρα είναι άχρηστοι...»

 

Έτσι, μέσα σε ένα πρωινό, ο Βασιλιάς Ιωάννης κατάργησε τον Θεό και τον Διάβολο. Κανείς δεν αντέδρασε σε όσα εξήγγειλε, όχι βέβαια από φόβο, αλλά γιατί όλοι, ακόμη και οι παπάδες που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη λατρεία του Θεού και στον πόλεμο κατά του Διαβόλου, συμφώνησαν το δίχως άλλο με αυτό που άκουγαν. Τα λόγια του Ιωάννη τα ακολούθησε μια μυριόστομη ιαχή: «Ζήτω η Καρδιά μας!» Και το βράδυ κοιμήθηκαν όλοι αληθινά περήφανοι για την αιώνια ευτυχία τους.

 

Όταν συμπληρώθηκε ένας χρόνος από την ημέρα που ο Βασιλιάς Ιωάννης έβγαλε την παγωμένη νυχτερίδα μέσα από το μαύρο κασελάκι, έγιναν σε ολόκληρη τη χώρα λαμπρές τελετές προς τιμήν της. O Βασιλιάς μίλησε σε μια συγκέντρωση που λαμπρότερή της δεν είχε ξαναγίνει στη Λυκοφωλιά και οι μηχανικοί του έφτιαξαν ένα σύστημα από είκοσι τεράστια χωνιά, που μετέτρεπαν ακόμη και τον ψίθυρο σε ήχο βροντής. Εκείνη τη μέρα ο Βασιλιάς ανακοίνωσε ότι το όνομα Λυκοφωλιά ανήκε πια στο παρελθόν· στο εξής, είπε, η χώρα θα ονομάζεται Ευημερία, γιατί οι καιροί του μίσους, της φρίκης και του φόβου πέρασαν οριστικά, και ο τόπος θα πορεύεται στους αιώνες μονάχα ευημερώντας. Επίσης ανακοίνωσε ότι καταργούνται όλα τα βιβλία του παρελθόντος, όπως επίσης και η μουσική και οι τέχνες· όλα αυτά ήταν άχρηστα πια, αφού γράφτηκαν ή δημιουργήθηκαν σε καιρούς θλίψης, πόνου και θανάτου. Ακόμη είπε πως στα σχολεία της Ευημερίας θα διδάσκονται μόνο όσα είναι απαραίτητα για την αιώνια ευτυχία, δηλαδή μονάχα η επιστήμη ή το επιτήδευμα για το οποίο είναι προορισμένος ο καθένας και τίποτε άλλο. Μόλις ο βασιλιάς τέλειωσε, ακούστηκε η αναμενόμενη μυριόστομη ιαχή «Ζήτω η Καρδιά μας!» κι έπειτα ο λαός της Ευημερίας πήγε στο σπίτι του και κοιμήθηκε περήφανος για την αιώνια ευτυχία του…

 

Την επόμενη χρονιά, με τη συμπλήρωση του έτους δύο από την ημέρα που η παγωμένη νυχτερίδα βγήκε στο φως του ήλιου, οι μηχανικοί του Βασιλιά εγκατέστησαν σε όλα τα σπίτια των κατοίκων της Ευημερίας τα μεγάλα χωνιά, για να μπορούν όλοι να ακούν τα όσα είχε να τους πει ο Ιωάννης. Σε εκείνο το διάγγελμά του ο Καλάγαθος Βασιλιάς (γιατί έτσι τον έλεγαν πια οι κάτοικοι της Ευημερίας) κατάργησε από τη χώρα του τα χρώματα. Η φωνή του ακούστηκε μέσα σε κάθε σπίτι καθαρή και γαλήνια: «Τα χρώματα ήταν χρήσιμα για να ξεγελούν τους ανθρώπους, για να τους αποσπούν από τη δυστυχία της ζωής τους· για εμάς που βιώνουμε την απόλυτη ευτυχία, είναι πια άχρηστα», είπε. «Aπό σήμερα το μοναδικό μας χρώμα, το χρώμα των ρούχων μας, το χρώμα των σπιτιών μας, το χρώμα των λουλουδιών και των δέντρων, το χρώμα του ήλιου, του φεγγαριού και των αστεριών, το χρώμα του ουρανού, των ποταμών, της κρυσταλλένιας θάλασσας, το χρώμα της φλόγας της φωτιάς, το χρώμα της σάρκας μας και των ματιών μας θα είναι το μαύρο σε όλες του τις αποχρώσεις, από την πιο ανοιχτή έως την πιο σκούρα. Και το πιο σκούρο, το πιο μοναδικό, το πιο απόλυτο μαύρο θα είναι το χρώμα της Καρδιάς μας, και μόνο αυτό». Και μόλις έπαψε τα λόγια του, οι άντρες και οι γυναίκες της Ευημερίας σηκώθηκαν όρθιοι και φώναξαν δυνατά «Ζήτω η Καρδιά μας!» κι έπειτα κοιμήθηκαν περήφανοι για την αιώνια ευτυχία τους. Και πράγματι, από την επόμενη μέρα τα πάντα γίναν γκριζόμαυρα στη χώρα της Ευημερίας.

 

Έτσι περνούσαν τα χρόνια, και η Ευημερία βίωνε όλο και πιο πολύ την αιώνια ευτυχία. Το έτος τρία ο Καλάγαθος Βασιλιάς κατάργησε τα όνειρα, που έτσι κι αλλιώς είχαν πάψει από καιρό να βλέπουν οι κάτοικοι της χώρας του. Το έτος τέσσερα κατάργησε το γέλιο, καθώς, όπως είπε, «...είναι κατάλοιπο των καιρών της δυστυχίας...» Το έτος πέντε καταργήθηκε η οικογένεια και οι άνθρωποι άρχισαν να ζουν σε τεράστια πανύψηλα κτίρια ανάλογα με τη δουλειά που έκανε ο καθένας. Το έτος έξι καταργήθηκε η ιστορία· τι ωφελούσε να θυμάται κανείς τους καιρούς της θλίψης; Τέλος, το έτος εφτά ο Καλάγαθος Βασιλιάς έκανε το πιο θριαμβευτικό του διάγγελμα: «Άντρες και γυναίκες της Ευημερίας, από σήμερα στη χώρα μας καταργείται ο θάνατος. Χάρη στην Καρδιά μας, οι βασιλικοί γιατροί κατάφεραν έπειτα από μόχθο εφτά χρόνων να φτιάξουν το ελιξίριο της αθανασίας. Αύριο θα μοιραστεί σε όλους σας και για όλους σας θα πάψει το γήρας· τα παιδιά θα παραμείνουν παιδιά· οι μεσήλικες μεσήλικες και οι γέροντες γέροντες. Η αρρώστια δεν θα μας αγγίξει ποτέ ξανά κι ο θάνατος δεν θα έχει εξουσία. Ως εκ τούτου, από σήμερα καταργείται ο έρωτας και το ζευγάρωμα των ανθρώπων, καταργείται η τεκνοποιία, καθώς το είδος μας είμαστε πια εμείς οι ίδιοι, καταργείται το μέτρημα του χρόνου, αφού μας προσμένει η αιωνιότητα. Ακόμη καταργείται η ευχή “Ζήτω η Καρδιά μας”, γιατί πλέον είναι αυτονόητη: η Καρδιά μας θα είναι για πάντα ζωντανή και θα ορίζει την αιώνια ευτυχία μας». Και, μόλις η φωνή του Καλάγαθου Βασιλιά σταμάτησε να ακούγεται μέσα από το χωνί κάθε σπιτιού, όλοι πήγανε σιωπηλοί για ύπνο, περήφανοι για την αιώνια ευτυχία τους. Και την άλλη μέρα, όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι της Ευημερίας ήπιαν το μαύρο ελιξίριο, αυτό που καταργούσε μια για πάντα τον θάνατο...

 

Από εκείνη την ημέρα ο χρόνος σταμάτησε στη χώρα της Ευημερίας. Η ζωή των ανθρώπων έμοιαζε με την πορεία του γκριζόμαυρου ήλιου, που έφερνε τις σκοτεινές μέρες και τις πηχτές νύχτες στον αιωνίως ευτυχισμένο τόπο. O Καλάγαθος Βασιλιάς σταμάτησε να μιλά από τα χωνιά για τον απλούστατο λόγο πως δεν είχε τίποτε να πει· τα πάντα ήταν τέλεια στην πανέμορφη χώρα του. Εξάλλου, και ανάμεσα στους ανθρώπους η ομιλία είχε περιοριστεί και αυτή στις απολύτως αναγκαίες φράσεις που βοηθούσαν τους ανθρώπους στη δουλειά τους, ενώ οι καθημερινοί χαιρετισμοί όπως «καλημέρα» και «καληνύχτα» είχαν πάψει: οι μέρες και οι νύχτες ήταν και θα ήταν για πάντα καλές... Το καθημερινό πρόγραμμα των ανθρώπων ήταν ολόιδιο κάθε μέρα και, καθώς οι άνθρωποι παραμέναν κι αυτοί ολόιδιοι, άρχισαν να πιστεύουν ότι ζουν την ίδια μέρα...

 

Ωστόσο μια βραδιά συνέβη κάτι που συντάραξε τον Καλάγαθο Βασιλιά. Η πρώτη του εξαδέλφη, η πριγκίπισσα Άννα, που είχε γεννηθεί την ίδια μέρα με τον Ιωάννη, πήδηξε από τη στέγη τού πιο ψηλού πύργου του παλατιού και σκοτώθηκε. Ήταν ο πρώτος θάνατος σε ολόκληρη τη χώρα από τη μέρα που οι άνθρωποι ήπιαν το ελιξίριο της αθανασίας, και κάτω από το μαξιλάρι της βρέθηκε ένα σημείωμα που έγραφε: «Αφού δεν με αγαπά ο Βασιλιάς μου, η ζωή μου δεν έχει πια καμία αξία». O Ιωάννης παραξενεύτηκε πολύ όταν το διάβασε· πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος που βιώνει την αιώνια ευτυχία να ερωτεύεται σα να ζει στους καιρούς της φρίκης και της δυστυχίας και τελικά να αυτοκτονεί; Αμέσως κάλεσε το συμβούλιο των γιατρών και τους εξέθεσε το πρόβλημα· οι γιατροί εξέτασαν το πτώμα κι έπειτα έμειναν κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο για τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μέχρι που είπαν στον Ιωάννη τη γνωμάτευσή τους: «Καλάγαθε Βασιλιά, η πριγκίπισσα Άννα έπασχε από μια αρρώστια που κανένας από εμάς δεν την έχει ξανασυναντήσει... Το πιο σωστό όνομα για την αρρώστια αυτή είναι “Η Nοσταλγία του Θανάτου”, και οφείλεται στο ότι το κέντρο της λογικής του εγκεφάλου της πριγκίπισσας ήταν ατροφικό και το κέντρο της νοσταλγίας υπεραναπτυγμένο, με αποτέλεσμα να μην καταλάβει ποτέ πως η Καρδιά μας ήταν και δική της καρδιά και να νοσταλγεί το παρελθόν, τη φρίκη, τη δυστυχία και τον θάνατο...» «Δηλαδή το πρόβλημα βρίσκεται στη νοσταλγία», μονολόγησε ο Ιωάννης κι αμέσως έδωσε εντολή στο συμβούλιο των γιατρών να φτιάξουν το συντομότερο δυνατόν ένα ελιξίριο κατά της νοσταλγίας, παρόμοιο με το ελιξίριο της αθανασίας, γιατί μπορεί να υπήρχαν και άλλοι που θα είχαν την ίδια αρρώστια με την πριγκίπισσα Άννα. «Τελικά, για να καταργηθεί ο θάνατος, πρέπει να καταργηθεί και η νοσταλγία...» κατέληξε.

 

Εκείνες τις μέρες σχεδόν ασυναίσθητα το βήμα του τον έφερε στο κλειστό δωμάτιο του παλατιού όπου τον είχε οδηγήσει ο πατέρας του πριν από χρόνια, όταν εκείνος ετοιμαζόταν να ταξιδέψει για να γνωρίσει τον κόσμο. Ήταν το δωμάτιο όπου είχε πεθάνει η μητέρα του και εκείνος είχε γεννηθεί. Άνοιξε την πόρτα με τα βασιλικά κλειδιά, μπήκε μέσα· στους τοίχους, στα πατώματα, παντού βελούδο, άλλοτε γαλάζιο, πλέον μονάχα γκρίζο. Στο χαλί, στο κρεβάτι, μαύρες κηλίδες, κάποτε κόκκινες. O Καλάγαθος Βασιλιάς προσπάθησε να νιώσει κάτι από αυτό που ορίζει τη ζωή· δεν το κατάφερε. «Η ευτυχία είναι το ανώτερο όριο του ανθρώπου, πέρα από αυτό δεν υπάρχει τίποτε άλλο», ψιθύρισε σ’ έναν αόρατο ίσκιο. Βγήκε από την πόρτα κι έδωσε εντολή το δωμάτιο να γκρεμιστεί το ίδιο κιόλας βραδυ.

 

Σε λίγο καιρό το συμβούλιο των γιατρών ανακοίνωσε στον Καλάγαθο Βασιλιά πως είχε φτιάξει το ελιξίριο κατά της νοσταλγίας. O λαός της Ευημερίας είχε πολύ καιρό να ακούσει να του μιλά ο βασιλιάς του απ’ τα χωνιά: «Άντρες και γυναίκες της Ευημερίας, από σήμερα η αιώνια ευτυχία μας φτάνει στο υπέρτατο όριό της· μετά το φόβο, τη θλίψη, το μίσος, τη διχόνοια, τον Θεό και τον Διάβολο, τα χρώματα, τα όνειρα, την ιστορία, τον θάνατο, τον έρωτα, το χρόνο, σήμερα θα ξεπεράσουμε και το τελευταίο εμπόδιο: τη νοσταλγία. Με το ξημέρωμα του ήλιου οι βασιλικοί υπάλληλοι θα περάσουν από σπίτι σε σπίτι και θα σας δώσουν το ελιξίριο κατά της νοσταλγίας...» Και πράγματι, την άλλη μέρα όλοι οι κάτοικοι της Ευημερίας ήπιαν το ελιξίριο κατά της νοσταλγίας κι ήταν πια σίγουρο ότι δεν θα νοσταλγούσαν ποτέ...

 

Από τότε πέρασε πάρα πολύς καιρός με τα μέτρα τα δικά μας, μα για τους κατοίκους της Ευημερίας ξημέρωνε πάντοτε η ίδια γκριζόμαυρη μέρα, χωρίς κανένας να γεννιέται ή να πεθαίνει ή να γερνάει ή να νοσταλγεί... O Καλάγαθος Βασιλιάς ένιωθε απόλυτα δικαιωμένος: βγάζοντας την παγωμένη νυχτερίδα από το μαύρο κασελάκι, είχε οδηγήσει το λαό του στην αθανασία και την αιωνιότητα, και τη χώρα του στο ανώτερο όριο του ανθρώπου. Και κάθε βράδυ καθόταν στο βασιλικό μπαλκόνι και μέσα στο μαύρο σκοτάδι ανέπνεε τον ψυχρό αέρα της αιώνιας ευτυχίας...

 

Ένα απόγευμα οι υπασπιστές του Καλάγαθου Βασιλιά ήρθαν αναστατωμένοι στο παλάτι και του είπαν πως ένας πολύ παράξενος γέρος είχε εμφανιστεί στη χώρα τους, είχε σταθεί απ' το πρωί στην Πλατεία της Καρδιάς μας κι είχε αρχίσει να βρίζει και να ασχημονεί. Αμέσως ο Ιωάννης ζήτησε να τον δει. Όταν τον έφεραν μπροστά του, τον κοίταξε με έκπληξη: το ρυτιδιασμένο δέρμα του γέροντα δεν ήταν γκρίζο, όπως όλων των ανθρώπων στη χώρα της Ευημερίας από τότε που καταργήθηκαν τα χρώματα, αλλά κίτρινο, ενώ η κόρη του μοναδικού του ματιού ήταν απειλητικά γαλάζια... Είχε απαίσιο παρουσιαστικό, ήταν ξερακιανός και μαυριδερός, φορούσε ελεεινά βρομερά κουρέλια, το τυφλό του μάτι το σκέπαζε ένα άθλιο πανί, το στόμα του ήταν δίχως δόντια, κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο στο χέρι του κι η κάθε παλάμη του είχε τον αντίχειρα και άλλα δύο μόνο δάχτυλα· τα υπόλοιπα ήταν κομμένα. Κι η έκπληξη του Καλάγαθου Βασιλιά έγινε διπλή, όταν άκουσε τον ξένο να του λέει με συρτή διαπεραστική φωνή: «Εσύ, λοιπόν, Γιάννο, έφτιαξες τούτη την Κόλαση;».

 

O Καλάγαθος Βασιλιάς έμεινε για αρκετή ώρα σιωπηλός· πίεσε την αδυνατισμένη από την τόση ευτυχία μνήμη του για να θυμηθεί. Στο τέλος τον αναγνώρισε· ήταν ο Πετράν, ο Τσιγγάνος που για τρία χρόνια ταξίδεψαν μαζί αντίθετα με την πορεία του ήλιου. Αμέσως διέταξε να αποσυρθούν όλοι και να τον αφήσουν μόνο του με τον ξένο. Όταν έμειναν οι δυο τους, ο Ιωάννης, σα να μην είχε ακούσει την προηγούμενη κουβέντα του γέροντα Τσιγγάνου, άνοιξε τα χέρια του για να τον αγκαλιάσει:

 

«Πετράν, σύντροφε της εφηβικής μου περιπλάνησης, είναι αλήθεια πως δεν περίμενα να σε ξαναδώ από τότε που χωρίσαμε, από εκείνο το βράδυ που έφυγα από την Πόλη των Ευωδιών. Θυμάμαι μάλιστα πως εσύ πάντοτε προχωρούσες αντίθετα με την πορεία του ήλιου, οπότε ήμουν σίγουρος πως ο δρόμος σου ποτέ δεν θα σε έφερνε προς τη χώρα μου... Έλα να σε αγκαλιάσω, κι ύστερα να καθίσουμε και να μιλήσουμε· έχουμε τόσα να πούμε... Θα ήθελα να μάθω πού περιπλανήθηκες από τότε που σε άφησα στην Πόλη των Ευωδιών και πώς έφτασες εδώ πέρα· μήπως ο Μεγάλος Βασιλιάς σε θεώρησε συνένοχό μου και σ' έκλεισε στη φυλακή ή σε βασάνισε; Ωστόσο, ό,τι κι αν πέρασες, Πετράν, ό,τι κι αν έπαθες, τα βάσανά σου πήραν τέλος· ήρθες στη χώρα της Ευημερίας, θα πιεις ένα ελιξίριο και θα γίνεις αθάνατος, θα πιεις ένα δεύτερο και δεν θα νοσταλγήσεις ποτέ πια, και το μόνο που σε προσμένει είναι η αιώνια ευτυχία... Θα μείνεις μαζί μας για πάντα, ένας από εμάς. Εξάλλου, σου οφείλουμε ευγνωμοσύνη· αν δεν ήσουν εσύ, ποτέ μου δεν θα μπορούσα να πάρω το μαύρο κασελάκι με την παγωμένη νυχτερίδα...».

 

O Πετράν άκουσε τα λόγια του Ιωάννη ακίνητος: «Εγώ είμαι Τσιγγάνος, Γιάννο, και θα πεθάνω νοσταλγώντας... Αθάνατοι είναι μόνο οι νεκροζώντανοι... Μου ανοίγεις την αγκαλιά σου από συγκατάβαση κι όχι από αγάπη. Η αγκαλιά που μου προσφέρεις είναι μια αγκαλιά νεκρού· δεν τη θέλω... Και δεν υπάρχει τίποτε που να με πόνεσε τόσο όσο το ότι άθελά μου σε βοήθησα να κλέψεις το μαύρο κασελάκι του Μεγάλου Βασιλιά...

 

»Όταν ξημέρωσε η επόμενη μέρα της φυγής σου από την Πόλη των Ευωδιών, ήρθαν οι στρατιώτες στο δωμάτιό μου και με πήγαν στον Μεγάλο Βασιλιά. Καθόταν στο θρόνο του περίλυπος. “Ξένε”, μου είπε, “ο σύντροφός σου έκλεψε χθες απ’ το βασιλικό υπνοδωμάτιο ένα κασελάκι που κρύβει μέσα του το απόλυτο Τέλος... Ξέρω πως εσύ δεν φταις περισσότερο από εμένα, που του αποκάλυψα την ύπαρξή του. Σήμερα κιόλας θα φύγεις απ’ την Πόλη των Ευωδιών· συνέχισε το δρόμο σου ώς την άκρη του κόσμου... Κι αν ποτέ συναντήσεις μια ασπρόμαυρη χώρα με ανθρώπους που δεν γελούν και δεν κλαίνε, δεν υποφέρουν και δεν αγαπούν, να ξέρεις πως ο σύντροφός σου άνοιξε το μαύρο κασελάκι και πάγωσε τις καρδιές των ανθρώπων...”

 

»Έφυγα από την Πόλη των Ευωδιών μ’ ένα βάρος στην ψυχή μου. Περπατούσα συνέχεια αντίθετα από τον ήλιο, άφησα πίσω μου πεδιάδες, ερήμους και βουνά, πέρασα τέσσερις ωκεανούς πουλώντας τέσσερα από τα δάχτυλά μου... Ποτέ δεν κοίταξα ηλιοβασίλεμα και ποτέ μου δεν πήρα μαζί μου νταραμπουκτζή, πληγωμένος από τη δική σου προδοσία... Και πάντοτε έπαιζα τη φλογέρα μου για να ευχαριστιούνται ο αγέρας και οι άνθρωποι... Όσο ο κύκλος της ζωής μου έκλεινε, τόσο μεγάλωνε μέσα μου η ελπίδα πως δεν θα συναντήσω ποτέ ασπρόμαυρη χώρα με αδάκρυτους ανθρώπους, πως στο τέλος κρατήθηκες και δεν άνοιξες ποτέ το μαύρο κασελάκι με την παγωμένη νυχτερίδα... Eίχαν περάσει πενήντα χρόνια, όταν έφτασα στα μεγάλα βουνά· τα διέσχισα και βρέθηκα σε τούτη την Κόλαση, που εσύ τη λες Ευημερία... Στη χώρα αυτή κανενός καρδιά δεν φουσκώνει από τη μελωδία της φλογέρας μου... Δεν το καταλαβαίνεις, Γιάννο, πως τούτο το παγωμένο πετούμενο, που το αποκαλείτε “η Καρδιά μας”, σας έχει πάρει τη ζωή, σας έχει παγώσει την καρδιά που ο καθένας έχει στο στήθος του, δεν το καταλαβαίνεις, Γιάννο, πως είσαστε μια χώρα βαλσαμωμένων νεκροζώντανων

 

Στα λόγια του Τσιγγάνου ο Ιωάννης απάντησε με ήρεμη και σταθερή φωνή: «Δεν σου κρατώ κακία για όσα λες, Πετράν. Έζησες τη ζωή σου μέσα στη δυστυχία κι ίσως να τη συνήθισες, όπως τόσοι και τόσοι... Η μελωδία της φλογέρας σου είναι καλή για τις χώρες της θλίψης, μα στη δική μου χώρα είναι άχρηστη. Με λες κλέφτη, προδότη, μιλάς για Κόλαση και για βαλσαμωμένους νεκροζώντανους... Μα δες τη χώρα μου, Πετράν... Δεν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχουν γηρατειά, πείνα, δυστυχία, μίσος, διχόνοια και κτηνωδία... O λαός μου δεν επιθυμεί πια τίποτε, γιατί έχει φτάσει στην αιώνια ευτυχία, στο ανώτερο όριο της ζωής... Πώς είναι δυνατόν να λες Κόλαση μια χώρα που θα ζει στους αιώνες των αιώνων, πώς γίνεται να αποκαλείς πεθαμένους αυτούς που θα υπάρχουν για πάντα ίδιοι και απαράλλαχτοι, όταν όλοι οι υπόλοιποι, οι δειλοί, οι δυστυχισμένοι και οι φονιάδες, θα γίνουν τροφή για τα σκουλήκια; Δεν θεωρώ τον εαυτό μου κλέφτη και προδότη, ήμουν αυτός που είχε το θάρρος να οδηγήσει το ανθρώπινο είδος στην αιωνιότητα, στη διαρκή ευτυχία. Γιατί τίποτε πιο σπουδαίο δεν υπάρχει για τον άνθρωπο από το να ζει ευτυχισμένος...»

 

Στα λόγια του Ιωάννη ο Πετράν απάντησε σχεδόν ουρλιάζοντας: «Δεν μου κρατάς κακία, γιατί έχεις πεθάνει από καιρό, ίσως νωρίτερα κι από τη μέρα που έβγαλες την παγωμένη νυχτερίδα στο φως του ήλιου, ίσως από το βράδυ που έφραξες τα’ αυτιά σου με κερί για να μην ακούσεις τη μουσική της φλογέρας... Η ευτυχία των ανθρώπων αξίζει όταν σπιθίζει μέσα στη δυστυχία, η ζωή αξίζει επειδή υπάρχει ο θάνατος... Εσύ έβγαλες μια παγωμένη νυχτερίδα στο φως του ήλιου και κατάργησες την ίδια τη ζωή προκειμένου να καταργήσεις τα δεινά της. O λαός σου δεν έχει ελπίδα γιατί δεν έχει φόβο, δεν έχει αγάπη γιατί κατάργησες το μίσος, δεν έχει χαρά γιατί κατάργησες τη θλίψη· ο λαός σου είναι νεκροζώντανος, Γιάννο, και θα είναι νεκροζώντανος για πάντα. Καλύτερα οι άνθρωποι να είναι δειλοί, δυστυχισμένοι και φονιάδες, παρά να έχουν την παγωμένη καρδιά και την αιώνια ευτυχία που τους πρόσφερες... Αυτοί που γίνονται τροφή για τα σκουλήκια κάποτε έζησαν, εσύ και ο λαός σου είσαστε αθάνατοι χωρίς να ζείτε... Γιατί ο άνθρωπος ζει για το σπαρτάρισμα της χαράς μέσα στη θλίψη... Η αιώνια ευτυχία δεν είναι ευτυχία – είναι το Τέλος...»

 

O Ιωάννης αντέδρασε και πάλι ήρεμα και σταθερά: «Χωρίς αμφιβολία είσαι τρελός, Πετράν, τα χρόνια των περιπλανήσεων χάλασαν το μυαλό σου... Κι όσα λες είναι παράλογα και δεν στέκουν σε καμιά λογική· κι αν ισχυρίζεσαι το αντίθετο, εξήγησέ μου, εφόσον όπως λες η παγωμένη νυχτερίδα, δηλαδή η Καρδιά μας, πάγωσε τις καρδιές που έχουμε μέσα στα στήθη μας, γιατί δεν πάγωσε και τη δική σου, ώστε να μη σκέφτεσαι όλα τούτα που τώρα μού λες;»

 

O Πετράν απάντησε αμέσως: «Εγώ είμαι Τσιγγάνος, Γιάννο... Δεν έχουν σκοπό στη ζωή τους οι Τσιγγάνοι, και η ψυχή τους ακολουθεί τον άνεμο σαν το χλωρό στάχυ, μα, πίστεψέ το, η τσιγγάνικη καρδιά δεν παγώνει ποτέ, ούτε καν αφότου πεθάνουν. Αν όμως παγώσουν οι καρδιές όλων των άλλων, τότε οι Τσιγγάνοι δεν θ’ αντέξουν μόνοι τους, θα μαραζώσουν από τη μοναξιά, θα σβήσουν... Γι’ αυτό, Γιάννο, σ’ εξορκίζω στο όνομα της μουσικής που παίξαμε κάποτε μαζί: κλείσε τούτη την παγωμένη νυχτερίδα στο μαύρο κασελάκι της και θάψ’ την επιτέλους στο χώμα, να ησυχάσει η ψυχή της. Έτσι μονάχα θα ξεπαγώσει η παγωμένη καρδιά, η δική σου και του λαού σου... Εγώ θα φύγω απ' τη χώρα σου απόψε, τώρα κιόλας... Μα σκέψου όσα σού είπα, μήπως και μέσα σου έχει μείνει κάτι απ' το παλιό παράπονο και τη λαχτάρα των ανθρώπων...». Και λέγοντας αυτά τα λόγια, ο κουρελής γέροντας Τσιγγάνος έφυγε από το παλάτι του Καλάγαθου Βασιλιά...

 

***

 

Όταν ο Πετράν έφυγε, είχε πια νυχτώσει· ο Ιωάννης έμεινε για αρκετή ώρα σκεφτικός. Έπειτα προχώρησε στη βεράντα του παλατιού του και από εκεί κοίταξε όλη την πολιτεία, την πρωτεύουσα της χώρας της Ευημερίας. Το σκοτάδι βασίλευε στην πόλη, ο λαός του κοιμόταν γαλήνιος και ασφαλής. Μπροστά στο παλάτι, στην πλατεία της Καρδιάς μας, μπορούσε αχνά να ξεχωρίσει τον πανύψηλο μαρμάρινο στύλο, όπου βρισκόταν η παγωμένη νυχτερίδα, το σύμβολο της αιώνιας ευτυχίας που εκείνος είχε φέρει στη χώρα του πριν από τόσα χρόνια. Nαι, αυτή η αιώνια, η απόλυτη και καθολική ευτυχία βασίλευε στην παγωμένη καρδιά του λαού της Ευημερίας. Για μιαν ακόμη φορά προσπάθησε να κατανοήσει όσα τού είχε πει ο Πετράν, μα δεν μπόρεσε να καταλάβει σε τι χρειάζονται η πίστη, η αγάπη και η ελπίδα, όταν έχουν καταργηθεί η θλίψη, το μίσος και ο φόβος. «Η ευτυχία είναι το ανώτατο όριο του ανθρώπου, πέρα από αυτό δεν υπάρχει τίποτε άλλο», μονολόγησε...

 

Γύρισε στο βασιλικό γραφείο του και κάλεσε τους υπασπιστές του. Ήρθαν ανήσυχοι, ο Καλάγαθος Βασιλιάς δεν τους είχε συνηθίσει σε βραδινά καλέσματα. Τους έδωσε διαταγές και τους πρόσταξε να τις εκτελέσουν χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Όταν έφυγαν, κάθισε στο γραφείο του και έγραψε γενική διαταγή προς όλες τις φρουρές των συνόρων της χώρας του, να μην ξαναεπιτραπεί ποτέ η είσοδος σε Τσιγγάνο, κι αν κανένας εισχωρήσει λαθραία να εκτελεστεί αμέσως, να μη βρεθεί ποτέ ξανά στη χώρα τους κανένας από αυτή την αλλόκοτη, καταραμένη ράτσα, που η καρδιά της δεν παγώνει και δεν τρέχει στην αιώνια ευτυχία...

 

στρατιώτες του Καλάγαθου Βασιλιά βρήκαν τον Πετράν πριν από το ξημέρωμα, λίγο παραέξω από την πόλη. Είχε καθίσει στον κορμό ενός δέντρου κι έπαιζε τη φλογέρα του· εξάλλου η μελωδία της τους οδήγησε σ' αυτόν. H διαταγή ήταν συγκεκριμένη και ξεκάθαρη: όχι μόνο έπρεπε να τον σκοτώσουν, αλλά επειδή ποτέ κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος με τους Τσιγγάνους, έπρεπε να του ξεριζώσουν την καρδιά και να την πάνε στον Καλάγαθο Βασιλιά. στρατιώτες έκαναν ό,τι έκαναν χωρίς να τον μισούν και χωρίς να αισθάνονται τύψεις· δεν τους είχε τύχει ξανά να σκοτώσουν, αλλά, αφού αυτό θα προστάτευε την αιώνια ευτυχία, θα το έκαναν· στο στήθος τους είχαν την παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων. Δεν τους παραξένεψε που ο Τσιγγάνος δεν αντέδρασε, όταν τους είδε να τον ζυγώνουν, παρά συνέχισε να παίζει τη φλογέρα του. Το μόνο που τους παραξένεψε, αφότου τέλειωσαν τη δουλειά τους, ήταν που η καρδιά του Πετράν έκαιγε σαν πυρακτωμένο κάρβουνο...

 

 

~

 

 

[Γράφτηκε το καλοκαίρι του 1998. Το 2002 εκδόθηκε σε αυτόνομο βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη και το 2010 συμπεριλήφθηκε στη συγκεντρωτική έκδοση των τεσσάρων ιστοριών δακρύων από τις εκδόσεις δήγμα.]