θανάσης τριαρίδης * Τέσσερις ιστορίες δακρύων  

 

 

 

θανάσης τριαρίδης

 

 

 

Το τρυφερό μαχαίρι

του Πέτρο Μπόλε

 

 

 

 

Στον Δημήτρη Παπαδούλη

 

 

 

 

Ανάμεσα στις στρατιές των αλκοολικών τυχοδιωκτών, των τρελών επιστημόνων, των μανιακών συλλεκτών, των μισθοφόρων κυνηγών, των σαλεμένων που έχουν δει τον Θεό καταπρόσωπο, ανάμεσα σε αυτούς που με κάθε λογής κίνητρο που μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου αναζητούν χαμένα δισκοπότηρα, ακάνθινα στεφάνια, τίμια ξύλα, μαγικά μενταγιόν, βραχιόλια, περιδέραια και δαχτυλίδια, λησμονημένες λέξεις, δαιμονικές εικόνες, ιερά άνθη, απαγορευμένα βιβλία, φλεγόμενες βάτους, κοντολογίς κάθε αντικείμενο που βρέθηκε στο ενδιάμεσο μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ανάμεσα σε όλους αυτούς, λοιπόν, υπάρχουν μερικοί, ελάχιστοι είναι η αλήθεια, που δεν γυρεύουν τίποτε λαμπερό και περιζήτητο, παρά ένα ταπεινό μαχαίρι. Μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού ―αν είναι και τόσοι―, ρωτούν κοφτά για ασυνάρτητα περιστατικά άλλων αιώνων και κόβουν μονομιάς την κουβέντα σε όποιον θελήσει να μάθει το κίνητρο της αναζήτησής τους. Πρέπει να είσαι πολύ έξυπνος, να τους πετύχεις βράδυ σε καπηλειό, να τους διπλαρώσεις μιλώντας μόνον εσύ για διάφορα, για να έρθει η ώρα που θα τους πετύχεις σε στιγμή μεγάλης αδυναμίας και μοναξιάς και να σου πουν με ξεψυχισμένη φωνή μια μόνη, ακατανόητη έως παράλογη, φράση: πως ο Θεός έδωσε στο μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε και τη Δροσιά και την Oργή Του. Κι έπειτα, νιώθοντας πως είπαν περισσότερα από όσα έπρεπε, θα σηκωθούν από το τραπέζι σου και θα φύγουν σχεδόν τρέχοντας. Κι εσύ θ’ απομείνεις σύξυλος κι απορημένος· γιατί ποτέ σου δεν έχεις ακούσει το παραμικρό για τη φριχτή ιστορία του Πέτρο Μπόλε και του τρυφερού μαχαιριού του...

 

***

 

Ο Πέτρος Μπόλες (που έγινε θρύλος με τη λατινική εκδοχή του ονόματός του ως Πέτρο Μπόλε), αυτός που στη ζωή του βάδισε στον πικρό δρόμο της αγνότητας, το δρόμο που ωστόσο σε βγάζει στο στομάχι της Κόλασης, γεννήθηκε σε ένα μεσόγειο χωριό της Θράκης, στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Από μωρό παιδί ήταν βοσκός, βοσκός ο πατέρας του, βοσκός ο παππούς του καθώς και όλο του το σόι· το χειμώνα κατέβαιναν στα χειμαδιά και το καλοκαίρι ανέβαιναν στις πλαγιές του πράσινου βουνού. Εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια, όταν τα πρόβατα ησυχάζαν, ο Πέτρος ξάπλωνε ανάμεσά τους και μες στην απόλυτη γαλήνη της νύχτας κοιτούσε τον έναστρο θόλο· ήταν ευτυχισμένος.

 

Η οικογένεια του Πέτρου είχε τάμα από τον προπροπάππο του να μη φάει κρέας κανένα μέλος της για εφτά γενιές· όταν εκείνος ήταν δέκα χρονών, σε μια τρομερή καταιγίδα πέρασε κεραυνός από μέσα του χωρίς να πάθει τίποτε· από τότε έκανε το τάμα στον Άγιο Γεώργιο. Κι έτσι ο Πέτρος κι όλη του η οικογένεια τρεφόταν από το γάλα των προβάτων...

 

Ήταν δώδεκα χρονών, όταν ήρθε ο στρατός και επίταξε τα χειμαδιά. Ένα μήνα αργότερα ήρθε ο πατέρας του και του είπε πως ένας αξιωματικός ήθελε είκοσι σφαγμένα πρόβατα για να τα σουβλίσει σε μια γιορτή του στρατού. O Πέτρος αγαπούσε τα πρόβατα όσο τίποτε άλλο στη ζωή του, μιλούσε μαζί τους, ένιωθε τον κόσμο μέσα από τη δική τους γαλήνη. Είπε στον πατέρα του πως ζούσαν πίνοντας το γάλα των προβάτων· αν χαλούσαν τα πρόβατα, θα ήταν σα να χαλούσαν την ίδια τους τη σάρκα. Εκείνος τού απάντησε πως οι καιροί είχαν αλλάξει και πως ήταν στο χέρι εκείνου του αξιωματικού αν θα τους άφηναν να χρησιμοποιούν τα χειμαδιά για τα πρόβατά τους... Εξάλλου δεν θα έτρωγαν οι ίδιοι τα πρόβατα ώστε να χαλάσουν το τάμα της οικογένειας· στο κάτω-κάτω, τι ήταν προτιμότερο: είκοσι σφαγμένα πρόβατα ή ολόκληρο το κοπάδι νεκρό, παγωμένο από το χειμωνιάτικο κρύο;…

 

Εκείνο το βράδυ ο Πέτρος έκλαψε για πρώτη φορά στη ζωή του· περπατούσε ανάμεσα στα κοιμισμένα πρόβατά του κι ένιωθε το μυαλό του να σκίζεται στα δυο. Κάποτε έπεσε με το πρόσωπο στη γούρνα με το νερό προσπαθώντας να πνιγεί· δεν το κατάφερε. Αηδιασμένος με τον εαυτό του, κάθισε σε μια πέτρα και, την ώρα που η μέρα χάραζε, ορκίστηκε να μην ξαναγαπήσει ποτέ στη ζωή του.

 

Το μόνο που ζήτησε από τον πατέρα του ήταν να σφάξει ο ίδιος τα πρόβατα το πρωί της επομένης και αμέσως πήρε το δρόμο για το βουνό των γαλαζομάτηδων. Πέρασε τρεις μαχαλάδες, ώσπου, την ώρα που έγερνε ο ήλιος, έφτασε στο μαχαλά όπου έμενε ο γερο-Μουμίν, ο ξακουστός σιδεράς με τα μαγικά χέρια, που λέγανε πως μπορούσε να φτιάξει σίδερο πιο μαλακό από το φύλλο της λεύκας... Στον γέροντα μίλησε ξεκάθαρα: «Θέλω ένα μαχαίρι που να τελειώνει τα πρόβατα με τον πιο γλυκό τρόπο», του είπε. O γέρος γαλαζομάτης άργησε να του απαντήσει: «Ποτέ δεν μου έχουν ζητήσει κάτι τέτοιο. Θα προσπαθήσω να σου φτιάξω αυτό που ζητάς, μα δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτε…»

 

Αμέσως ο γέροντας κλείστηκε στην καλύβα του και ο Πέτρος κάθισε σ’ έναν κορμό και τον περίμενε όλη τη νύχτα. Λίγο πριν από το ξημέρωμα, ο γερο-Μουμίν άνοιξε την πόρτα του κρατώντας στα χέρια ένα τυλιγμένο μαύρο πανί. Τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν αλλόκοτα μες στο σκοτάδι: «Πάρε το τρυφερό μαχαίρι που μου ζήτησες... Σου λέω όμως τούτο: όλο το βράδυ το εργαστήρι μου βρομούσε θειάφι, που πάει να πει πως ο διάβολος ήταν δίπλα μου όταν το έφτιαχνα... Κι έχε το νου σου να μη βραχεί η λεπίδα του από κόκκινο κρασί, γιατί το ατσάλι που έβαλα για να το φτιάξω αγριεύει με το κρασί και δίνει τον θάνατο με τους πιο φριχτούς πόνους του κόσμου...»

 

Εφτά ώρες αργότερα ο Πέτρος έσφαξε τα πρόβατά του με το τρυφερό μαχαίρι που του έφτιαξε ο ξακουστός γαλαζομάτης σιδεράς. Όταν άνοιξε το πανί και ζύγισε στη χούφτα του το μαχαίρι, ζεστό ακόμη από το τρίψιμο της λεπίδας με φεγγαρόπετρα, ένιωσε πως ήταν φυσική συνέχεια του χεριού του, σα να γεννήθηκε κρατώντας το. Στη θαμπή λεπίδα του νόμισε πως είδε μια σκιά που του έγνεφε. Όταν την έμπηξε στο λαιμό του πρώτου ζωντανού, το πρόβατο παρέμεινε στην αγκαλιά του απολύτως ήρεμο, γαλήνιο, σα να ’ταν ο θάνατος απαλό αγέρι... Το ίδιο και με το δεύτερο πρόβατο, και με το τρίτο, και με όλα τα επόμενα... Μόλις τέλειωσε, έμεινε για αρκετή ώρα σιωπηλός κι έπειτα κλείστηκε μέσα σ’ έναν αχυρώνα, ενώ ο πατέρας του φόρτωνε τα σφαγμένα πρόβατα για να τα πάει στους στρατιώτες.

 

Το ίδιο βράδυ ο Πέτρος έφυγε για πάντα απ' το χωριό του· μαζί του δεν πήρε τίποτε άλλο από μια μαύρη κάπα του πεθαμένου παππού του, που του ’χε μάθει το άρμεγμα των προβάτων, και, βέβαια, το μαχαίρι του Μουμίν. Περπατούσε δίχως να ξέρει πού πηγαίνει· όταν την άλλη μέρα έφτασε σ’ ένα κεφαλοχώρι, οι άνθρωποι τον κοίταξαν παραξενεμένοι. Το αγόρι ήπιε λίγο νερό απ’ το πηγάδι κι έπειτα είπε στους έκπληκτους χωρικούς: «Αν έχετε ζώα για σφάξιμο, αφήστε να σας τα σφάξω εγώ...» Κι όταν τον ρώτησαν γιατί ήθελε να σφάξει τα ζώα, τους απάντησε πως είχε το τρυφερό μαχαίρι και τα ζώα δεν θα σκιάζονταν από το μαύρο του θανάτου, παρά μονάχα θα ’νιωθαν ένα απαλό αγέρι.

 

***

 

Kαι με τούτο το μαχαίρι στη ζώνη του ο Πέτρος άρχισε την περιπλάνησή του, πρώτα στη Θράκη κι έπειτα στη Μακεδονία, προσφέροντας στα ζώα που ήταν για σφάξιμο την τρυφερή λεπίδα του. Φυσικά οι χωρικοί τον περνούσαν για τρελό ή για νεραϊδοχτυπημένο και κάποιοι ―άλλοι από συμπόνια, άλλοι από φόβο, καθώς τους τρόμαζε εκείνο το γαλήνιο αγόρι που μιλούσε με τόση φυσικότητα για τον θάνατο― του έδειχναν ποια πρόβατα ήταν για σφάξιμο και τον άφηναν να τα θανατώσει εκείνος. Σε όσους θέλησαν να τον πληρώσουν (από συμπόνια και πάλι), το αγόρι αρνιόταν· το μόνο που δεχόταν ήταν ένα κομμάτι ψωμί ή παξιμάδια, τα έχωνε στις τσέπες της κάπας του και συνέχιζε το δρόμο του.

 

O καιρός κυλούσε, οι εποχές διαδέχονταν η μία την άλλη, και ο Πέτρος μεγάλωνε σαν ένα κυνηγημένο φάντασμα που περιπλανιόταν μοιράζοντας στα ζώα έναν γλυκό θάνατο. Εκτός από πρόβατα και γουρούνια, συχνά του ζητούσαν να θανατώσει κι άλλα ζώα: λυσσασμένους σκύλους, γέρικα ή τραυματισμένα άλογα, άρρωστα μουλάρια και βόδια. Τα μαλλιά του μάκρυναν ώς τη μέση του, το πρόσωπό του μαύρισε από τις τρίχες της εφηβείας· η κάπα του βρομούσε κι ήταν γεμάτη μπαλώματα. Και καθώς πήγαινε από τόπο σε τόπο άρχισε να μιλάει και άλλες διαλέκτους εκτός από τη δική του· είχε το χάρισμα να καταλαβαίνει μια ξένη γλώσσα μέσα σε λίγες μέρες και να τη μιλά τόσο όσο για να πει αυτά που ήθελε.

 

Είχαν περάσει περίπου πέντε χρόνια από τότε που έφυγε απ’ το χωριό του, όταν βρέθηκε στο Πράσινο Oροπέδιο, πάνω από τη Μακεδονία. Σ’ ένα παραποτάμιο χωριό, όπου κανένας δεν είχε ζώα για σφάξιμο, και την ώρα που ο Πέτρος ξεκινούσε για να φύγει, τον πλησίασε ένας γέροντας και του ζήτησε μια χάρη: η γριά γυναίκα του πέθαινε στο κρεβάτι από μια φριχτή αρρώστια· όλο της το κορμί είχε γίνει μια πληγή και έζεχνε από το πύον. Αν εκείνος την ησύχαζε με το μαχαίρι του, ο γέροντας θα του έδινε ό,τι του ζητούσε· είχε άλογα και ήταν καλά οικονομημένος. O Πέτρος τον ακολούθησε στο σπίτι του αμίλητος· όταν έφτασαν, ζήτησε από τον γέροντα να μείνει έξω απ’ το δωμάτιο. Μπήκε μέσα· η γυναίκα είχε αναφιλητό. Κάθισε πλάι της, έβγαλε το μαχαίρι και το τρυφερό ατσάλι χάιδεψε φευγαλέα το λαιμό της· το αναφιλητό σταμάτησε. O γέροντας του είχε ετοιμάσει ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα, μα ο Πέτρος δεν τα δέχτηκε. Τότε ο γέρος τού έδωσε ένα άλογο με σέλα· «για να φτάσεις πιο γρήγορα στον προορισμό σου», του είπε.

 

***

 

Έτσι, ο Πέτρος έγινε ο Πέτρο Μπόλε, που σκότωνε με το τρυφερό μαχαίρι του εκτός από ζώα και ανθρώπους. Ποτέ του δεν ζήτησε αντάλλαγμα ή αμοιβή, κι από όσα τού έδιναν κρατούσε μόνο όσα τού χρειάζονταν για το στάβλο του αλόγου του και τα άλλα τα μοίραζε στους ζητιάνους και στους μεθυσμένους των καπηλειών. Κρέας δεν έφαγε ποτέ του, ούτε και ήπιε κρασί, ούτε πλησίασε γυναίκα με σκοπό ερωτικό· μόνο τις νύχτες ξεχνιόταν και κοιτούσε τον μαύρο θόλο...

 

Και καθώς τα χρόνια περνούσαν, η περιπλάνηση του Πέτρου συνεχιζόταν: από το Πράσινο Oροπέδιο πήγε στη Μπόσνα, κι από κει στη Δαλματία, στη Λομβαρδία, στο Πεδεμόντιο, στη Γαλάζια Θάλασσα, στην Κοιλάδα των Ποταμών, στα Πυρηναία, στη Χώρα των Βάσκων, στην Καστίλη, στην Πορτογαλία· από έφηβος έγινε ώριμος άντρας, τα γένια του έγιναν γκρίζα, μόνο στο μέτωπό του ―τι παράξενο― δεν χαράχτηκε η παραμικρή ρυτίδα. Και βέβαια ούτε χίλιες σελίδες δεν θα έφταναν για να χωρέσουν τις ιστορίες εκείνων που γύρεψαν και πήραν τρυφερό θάνατο απ’ το μαχαίρι του όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν άντρες και γυναίκες, πλούσιοι και φτωχοί, ελεύθεροι και σκλάβοι, πρίγκιπες και ζητιάνοι, λεπροί, χωλοί, ανάπηροι, τυφλοί, σακατεμένοι από τους πολέμους, άρρωστοι από την πείνα της ειρήνης, συφιλιδικοί, φυματικοί, απελπισμένοι και μελαγχολικοί, τρελοί και απογοητευμένοι· κι εκείνος δεν αρνήθηκε σε κανέναν. Το όνομά του έγινε μύθος σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απ’ τη μιαν άκρη ώς την άλλη· όπου πήγαινε τον ακολουθούσε ένα παρδαλό μπουλούκι από ζητιάνους, γυρολόγους, χαρτορίχτρες, πλανόδιους τραγουδιστές, θρησκόληπτους, τρελούς κι απόκληρους· οι παπάδες τον αφόριζαν και κάναν αναθέματα, οι στρατιώτες τον παρακολουθούσαν δίχως να τολμούν να τον συλλάβουν, οι ρομαντικοί ποιητές έγραψαν ωδές για το τρυφερό μαχαίρι του, οι μυστικιστές συγγραφείς τον γύρεψαν σε αρχαίους θρύλους, ενώ οι τρελοί που τον ακολουθούσαν πήγαιναν στα καπηλειά και στα πανηγύρια και διακήρυσσαν πως το μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε είναι το χάδι του αρχαγγέλου, το μέσο με το οποίο ο Θεός έδειχνε την αγάπη του προς τους ανθρώπους.

 

Μερικά μονάχα περιστατικά, έτσι όπως καταγράφτηκαν σε συνόψεις παράδοξων διηγήσεων, που κάποτε ήταν περιζήτητες μα έχουν από καιρό παραδοθεί στη λήθη: Mια ξεπεσμένη σοπράνο, διάσημη στην ακμή της, που ζήτησε από τον Πέτρο Μπόλε να βρει τον θάνατο την ώρα που τραγουδούσε την άρια «Αddio del passato» από την Τραβιάτα· το μαχαίρι τη βρήκε στην κορυφαία νότα της άριας δίχως να τη χαλάσει. Ένας κοκκινογένης γέρος άρχοντας, ξακουστός για τη λαγνεία του,  που θέλησε να πεθάνει την ώρα που έσμιγε με μια γριά πόρνη. Μια χολεριασμένη γυναίκα στη Λομβαρδία, που ζήτησε από τον Πέτρο Μπόλε να την ησυχάσει· όταν ο Πέτρος τής έκοψε το λαιμό, εκείνη σηκώθηκε όρθια και εξαφανίστηκε μέσα σε ένα σύννεφο παγερού αέρα. Ένας Τσιγγάνος βιολιστής, που τον είχε αφήσει η γυναίκα του· προτού τον τελειώσει, τον παρακάλεσε να σκίσει στα δυο και το βιολί του. Ένας Αρμένιος χημικός στη Μασσαλία, που πίστευε πως έρχεται το τέλος του κόσμου εξαιτίας μιας ζεστής κόκκινης πέτρας που ο ίδιος είχε φτιάξει· αυτός, αφού μάζεψε τη γυναίκα του και τα εφτά παιδιά του, προσευχήθηκε μαζί τους και στη συνέχεια ζήτησε από τον Πέτρο να τους θανατώσει όλους εκτός από εκείνον, που, όπως είπε, δεν του άξιζε το τρυφερό μαχαίρι μα ένας θάνατος φριχτός και επώδυνος· μόλις ο Πέτρος έφυγε, στάθηκε μπροστά στον Κοίλο Καθρέφτη, τον έσπασε με το δαχτυλίδι του και κομματιάστηκε μαζί του... Κι ακόμη: ένας ξερακιανός πρίγκιπας που μαζί με την έγκυο αδελφή του θέλησαν να πεθάνουν με ενωμένα τα χείλη και με μια μαχαιριά, μη μπορώντας ν’ αντέξουν την κατακραυγή που θα ξεσπούσε για τον απαγορευμένο έρωτά τους. Μια γυναίκα σ’ ένα χωριό στα βράχια του Ατλαντικού, που του ζήτησε να κόψει ένα λουλούδι του γκρεμού, όπου κατοικούσε, όπως έλεγε, η ψυχή της.

 

***

 

Kάποτε, κι ενώ η περιπλάνησή του τον είχε φέρει στο άκρο όπου η Ευρώπη σχεδόν αγγίζει την Αφρική, μια επίσημη ακολουθία έφτασε στο πανδοχείο όπου θα περνούσε τη νύχτα, ενώ γύρω από αυτό είχαν κατασκηνώσει και τα μπουλούκια που τον συνόδευαν· ο επικεφαλής της, ένας αξιωματικός με πλουμιστή στολή, ζήτησε να μιλήσει στον Πέτρο Μπόλε και με ύφος επίσημο του ανακοίνωσε την επιθυμία του βασιλιά της Μεγάλης Λίμνης να τον επισκεφθεί στον τόπο του· την αμοιβή του θα την όριζε ο ίδιος σε χρυσάφι. O Πέτρος τον ρώτησε: «Ξέρει ο βασιλιάς σου πως εγώ πηγαίνω σε όσους γυρεύουν θάνατο;» Ο αξιωματικός τον βεβαίωσε ότι το ήξερε. Τότε ο Πέτρος τού είπε: «Θα έρθω σε όσους με γυρεύουν...» Στο λιμάνι τούς περίμενε το καράβι· μαζί του επιβιβάστηκαν κι όλοι εκείνοι οι απόκληροι που γυρνούσαν πίσω του, καθώς ο Πέτρος ζήτησε να μην εμποδιστούν όσοι θα ήθελαν να έρθουν μαζί του.

 

Ταξίδευαν για πολλές μέρες· όταν έφτασαν στην πρωτεύουσα της Μεγάλης Λίμνης, μια πολιτεία με πανύψηλους πύργους και γκρίζο ουρανό που βρεχότανε και από τη θάλασσα και από τη λίμνη, ο βασιλιάς Ιερώνυμος τον δέχτηκε με κάθε επισημότητα, θαρρείς και υποδεχόταν βασιλιά, και τον εγκατέστησε στο παλάτι του. Την άλλη μέρα τον κάλεσε στην Αίθουσα των Συμβουλίων τού Κράτους και ζήτησε να φύγουν όλοι εκτός από τον ίδιο και τις έξι κόρες του, που αποτελούσαν και το ανώτατο συμβούλιο της διακυβέρνησης: την Κατερίνα, τη Μαρία, τη Λουίζα, τη Βεατρίκη, την Άννα και την Κωνστάντζα. Ήταν όλες τους φημισμένες για την καταπληκτική ομορφιά τους και οι πέντε μεγαλύτερες για την εξυπνάδα τους και την ικανότητά τους στη διπλωματία και τη διακυβέρνηση της χώρας. Μόνο η μικρότερη, η Κωνστάντζα, έδειχνε πιασμένη στα δίχτυα μιας φαρμακερής μελαγχολίας· δεν είχε μιλήσει ποτέ στη ζωή της, μονάχα κοιτούσε στο κενό με βλέμμα σκοτεινό και απόκοσμο.

 

O βασιλιάς Ιερώνυμος μίλησε στον Πέτρο χωρίς περιστροφές: «Έχω ακούσει πολλά για σένα, Πέτρο Μπόλε, και σε κάλεσα στη χώρα μου ύστερα από σκέψη μακρά και βασανιστική. Στη Μεγάλη Λίμνη τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο αυξάνονται οι δυστυχισμένοι και οι απόκληροι, που δεν έχουν καμιά πιθανότητα στη ζωή τους, αυτοί που αργοπεθαίνουν από τη φτώχεια, την πείνα και την εξαθλίωση, από τις φριχτές χολέρες των ελών και τα μολυσμένα νερά. Κανείς δεν μπορεί να τους προσφέρει ούτε καν το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο, να διώξει έστω για λίγο τη θλίψη και την απόγνωση από τις ψυχές τους. Θεωρώ πως είναι χρέος μου να τους δώσω τη μοναδική ευκαιρία για ευτυχία που τους απομένει: τον θάνατο από το τρυφερό μαχαίρι σου. Αν δεχτείς την πρότασή μου, αύριο κιόλας θα σε διορίσω πρώτο άρχοντα της χώρας μου, θα σου δώσω όσα πλούτη επιθυμείς και θα βάλω κήρυκες να ανακοινώσουν σε όλες τις πολιτείες και τα χωριά της Μεγάλης Λίμνης πως όσοι απόκληροι και καταφρονεμένοι το θελήσουν θα έχουν την ευκαιρία να νιώσουν στο λαιμό τους το χάδι του αρχαγγέλου».

 

O Πέτρος έμεινε σκεφτικός για αρκετή  ώρα. Στο μυαλό του χωρούσε μόνο το σχήμα της αγνότητας: τα μάτια των προβάτων και τα μάτια των ανθρώπων, το τρυφερό μαχαίρι του που στάλαζε τη Δροσιά στις ψυχές την ώρα του θανάτου. Τα τόσα χρόνια που περιπλανιόταν στον κόσμο τού είχαν δημιουργήσει αποστροφή για τους βασιλιάδες· όμως ο Ιερώνυμος δεν του ζητούσε παρά να κάνει αυτό που πάντοτε έκανε... Κάποτε η ματιά του έπεσε στην Κωνστάντζα, την πανέμορφη μουγγή κόρη του βασιλιά· στο σκοτεινό βλέμμα της του φάνηκε πως είδε μια στιγμιαία λάμψη, που τον ηλέκτρισε αλλόκοτα. «Δέχομαι την πρότασή σου», απάντησε στον βασιλιά, «και δεν θέλω τίτλους και πλούτη. Μονάχα, κάθε φορά που χάνεται το φεγγάρι, θέλω να κάνω έναν βραδινό περίπατο με τη μικρή σου κόρη στον κήπο του παλατιού σου».

 

Έτσι κι έγινε· ο βασιλιάς Ιερώνυμος δέχτηκε τον όρο του χωρίς συζήτηση. Από την επόμενη κιόλας μέρα οι κήρυκες άρχισαν να γυρίζουν τη Μεγάλη Λίμνη απ’ άκρη σ’ άκρη και να μιλάνε σε πόλεις και χωριά για το χάδι του αρχαγγέλου· κι έπειτα έφτιαχναν ατέλειωτους καταλόγους με όσους επιθυμούσαν να βρουν τον θάνατο από το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε. Κι όταν εκείνος άρχισε να πηγαίνει στις πρώτες πόλεις και να μοιράζει τον θάνατο που ήτανε σαν απαλό αγέρι, έρχονταν να θανατωθούν τριπλάσιοι από όσους είχαν γραφτεί στους καταλόγους και κάναν ουρές δίπλα στις άμαξες που μετέφεραν αυτόν και την παράξενη συνοδεία του. Υπήρξαν φορές που ο Πέτρος θανάτωνε χωρίς σταματημό για τρεις συνεχόμενες μέρες, ενώ λίγο πιο πέρα οι στρατιώτες έσκαβαν μεγάλους ομαδικούς τάφους για τα πτώματα και οι παπάδες έκαναν ομαδικές κηδείες. Κι έτσι η Μεγάλη Λίμνη ζούσε την άγρια υστερία του τρυφερού θανάτου που πρόσφερε ο Πέτρο Μπόλε· σε όποια πόλη ή χωριό έφτανε, το έβρισκε σημαιοστολισμένο, θαρρείς και γιόρταζε ο πολιούχος άγιος, οι δρόμοι που θα περνούσε η άμαξά του ήταν στρωμένοι με μαύρο πανί, ο κόσμος αλάλαζε απ’ τα μπαλκόνια και του πετούσε λουλούδια. Μάλιστα στα περισσότερα απ’ τα χωριά του Βαλτότοπου, την πιο φτωχή περιοχή της χώρας, ζήτησαν να βρουν τον θάνατο όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοί τους. Κι όλα αυτά όχι με θρήνους και μοιρολόγια ή έστω με σκυθρωπά πρόσωπα και σκυμμένα κεφάλια, αλλά με τραγούδια, χορούς και γέλια, ένα τρελό πανηγύρι όπου γιόρταζαν το ολόδροσο τέλος της άθλιας ζωής τους.

 

Κάθε τέσσερις εβδομάδες ο Πέτρος επέστρεφε, απ’ όποιο σημείο της χώρας κι αν βρισκότανε, στην πρωτεύουσα, στο παλάτι του βασιλιά· ήταν οι μέρες που χανόταν το φεγγάρι, κι έκανε τον βραδινό περίπατο με την Κωνστάντζα στον κήπο του παλατιού. Περπατούσαν μόνοι τους, αυτός και η κοπέλα, στον δαιδαλώδη κήπο και κατέληγαν πάντοτε σ’ ένα ψηλό περίπτερο, όπου φυσούσε ο άνεμος. Φυσικά δεν αντάλλασσαν ούτε λέξη: η Κωνστάντζα δεν είχε μιλήσει ποτέ της κι ο Πέτρος μιλούσε μόνο για να σκοτώσει με το τρυφερό μαχαίρι του· κάθε άλλη κουβέντα τού ήταν περιττή και άρα άγνωστη. Έτσι έμεναν καθισμένοι στο περίπτερο για ολόκληρη την κατασκότεινη νύχτα χωρίς να μιλούνε, ν’ αγγίζονται ή να βλέπονται· ακουγόταν μόνο ο άνεμος. Κάποια στιγμή η Κωνστάντζα έλυνε τα μαλλιά της και αυτά ανεμίζοντας άγγιζαν το μάγουλο του Πέτρου. Γυρνούσαν στα δωμάτιά τους πριν από το ξημέρωμα· το άλλο πρωί ο Πέτρος έφευγε για να μοιράσει τον περιζήτητο θάνατο στους απόκληρους της Μεγάλης Λίμνης.

 

Στη δέκατη τρίτη συνάντησή τους, κι ενώ είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος που ο Πέτρος βρισκόταν στη Μεγάλη Λίμνη κι είχε γυρίσει σχεδόν ολόκληρη τη χώρα, την ώρα που κάθονταν οι δυο τους στο περίπτερο του ανέμου, ένιωσε ένα χέρι ν’ αγγίζει το δικό του. Στην αρχή νόμισε πως ήταν ιδέα του, αλλά το χέρι της Κωνστάντζας επέμενε, έπιασε την παλάμη του και την έσφιξε με όλη της τη δύναμη. Ύστερα, και προτού προλάβει αυτός να αντιδράσει, η κοπέλα σηκώθηκε και έφυγε τρέχοντας. O Πέτρος έμεινε στο περίπτερο για ώρα και για πρώτη φορά στη ζωή του αναρωτήθηκε αν αυτό που ένιωθε ήταν το ρίγος της αγάπης.

 

Γύρισε στο δωμάτιό του (ο Ιερώνυμος του είχε παραχωρήσει τον καλύτερο ξενώνα του παλατιού) λίγο πριν από το ξημέρωμα με πρωτόγνωρη έξαψη. Έπεσε στο κρεβάτι του χωρίς να ανάψει κερί, όταν ένιωσε ένα διπλωμένο χαρτί στο μάγουλό του. Ήταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή, γραμμένο με παράξενα καλλιγραφικούς χαρακτήρες:

 

Πέτρο Μπόλε, το γράμμα αυτό σού το γράφει κάποιος που πιστεύει πως δεν σου αξίζει να γίνεσαι υποχείριο πλασμάτων του Σατανά, όπως ο βασιλιάς και οι κόρες του. Γιατί, ό,τι κι αν σου είπε ο Ιερώνυμος, το μόνο που ήθελε ήταν να απαλλαγεί απ’ τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους και βρήκε τον αφελή που θα του έκανε τη δουλειά. Όσο για τις κουβέντες του περί του χρέους που τάχα έχει απέναντι στους δυστυχισμένους της χώρας του, να τους προσφέρει το χάδι του αρχαγγέλου, είναι όλες λόγια κάλπικα· η μοναδική του έγνοια είναι το πώς θα εξαφανίσει από τη χώρα του όλους αυτούς που σιγολιώνουν και που κάποτε μπορεί, μέσα στη δυστυχία τους, να σηκώσουν κεφάλι εναντίον του. Εσύ ήσουν το καταλληλότερο εργαλείο. Κι έχε υπόψη σου πως στο σχέδιο συμμετέχει και η Κωνστάντζα, αυτή που σου κάνει τη μελαγχολική και την αλλοπαρμένη. Φτάνει να κρυφτείς ένα βράδυ, που όλοι θα νομίζουν πως είσαι μακριά, στην Αίθουσα των Συμβουλίων και να ακούσεις τι λένε για σένα ο Ιερώνυμος και οι κόρες του.

 

Tο επόμενο πρωινό ο Πέτρος ξεκίνησε με τη συνοδεία του (τους στρατιώτες και το πλήθος) για να μοιράσει θάνατο στην Πόλη των Κύκνων, στις Βόρειες Επαρχίες, τέσσερις μέρες μακριά από την πρωτεύουσα. Το πρώτο κιόλας βράδυ το ’σκασε από την άμαξά του και με ένα άλογο γύρισε μυστικά στο παλάτι. στρατιώτες που τον συνόδευαν δεν αντιλήφθηκαν τη φυγή του, καθώς ο Πέτρος δεν έβγαινε ποτέ του από την άμαξα όσο ταξίδευε και δεν ήθελε να τον ενοχλεί κανείς· έτσι, η άδεια άμαξά του μαζί με την πολυάριθμη συνοδεία του συνέχισε το δρόμο της προς την Πόλη των Κύκνων. O Πέτρος έφτασε στο παλάτι λίγο μετά τη δύση του ήλιου και αποφεύγοντας τους φρουρούς κατάφερε να ξεγλιστρήσει στην Αίθουσα των Συμβουλίων. Εκεί κρύφτηκε πίσω από μια κουρτίνα και περίμενε. Σε μια ώρα μπήκαν ο Ιερώνυμος και οι κόρες του· η Κωνστάντζα ήταν μαζί τους.

 

Μόλις κάθισαν, ο Ιερώνυμος ζήτησε ένα ποτήρι κρασί· η Κατερίνα, η μεγαλύτερή του κόρη, του το πρόσφερε και φανερά ικανοποιημένη τού είπε: «Βασιλιά μου, πιες το στην υγειά του Πέτρο Μπόλε... Πήρα μήνυμα πως συνεχίζει τον δρόμο του χωρίς εμπόδιο. Μεθαύριο θα τελειώσουμε με την Πόλη των Κύκνων και θα μας απομείνουν μόνο τα χωριά των Βόρειων Επαρχιών· με τους ρυθμούς που σφάζει, το πολύ σε δυο μήνες θα έχει ξεκαθαρίσει τη χώρα μας από όλους εκείνους που περιέφεραν τη δυστυχία τους υπονομεύοντας την ευμάρεια των υπολοίπων». Έκανε μια παύση για να βάλει κρασί και στο δικό της ποτήρι και τότε η αδελφή της, η Λουίζα, ρώτησε: «Βασιλιά μου και πολυαγαπημένες μου αδελφές, είστε βέβαιοι πως δεν μας είναι χρήσιμοι όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι, οι άθλιοι που πηγαίνουν με τέτοιαν άγρια χαρά να σφαγούν απ' το μαχαίρι του; Αν γίνει ένας πόλεμος, ποιους θα στείλουμε να σκοτωθούν;» O Ιερώνυμος της απάντησε με σιγουριά: «Δεν είναι παράλογη η σκέψη σου, κόρη μου, μα λησμονείς πως οι καιροί έχουν αλλάξει. Κάποτε οι δυστυχισμένοι μάς ήταν απαραίτητοι για να ξοδέψουν χωρίς σκέψη το αίμα τους στους πολέμους, για να είναι αδιαμαρτύρητα σκλάβοι τον καιρό της ειρήνης δουλεύοντας τη γη, οργώνοντάς την, θερίζοντας τους καρπούς της, βγάζοντας πέτρα και σίδερο απ’ τα σπλάχνα της. Τώρα πια έχουμε μηχανές και για τον πόλεμο και για την ειρήνη, έχουμε ακόμη και μηχανές που φτιάχνουν τις μηχανές και όπου να ’ναι θα έχουμε μηχανές που θα κυβερνούνε τις μηχανές. Σήμερα οι φτωχοί το μόνο που κάνουν είναι να ζητούν ψωμί, οι ανήμποροι να μας μαυρίζουν την ψυχή μας και να μας δημιουργούν ενοχές, οι άρρωστοι να γεμίζουν τα νοσοκομεία μας μέχρι που να πεθάνουν. Όλοι αυτοί σήμερα είναι αποκρουστικοί· αύριο όμως μπορεί μες στην απελπισία τους να γίνουν επικίνδυνοι, να απαιτήσουν από εμάς ψωμί, να μας μεταδώσουν τις αρρώστιες τους, να μας μιάνουν με τη φτώχεια και την ασχήμια τους. Η ίδια η ζωή δεν τους δέχεται, τι δουλειά έχουν, λοιπόν, ανάμεσά μας; Ακόμη και τον κόπο που κάνουμε για να τους θάψουμε λυπάμαι, όμως παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως η ανθρώπινη σάρκα είναι καλό λίπασμα». Αυτά είπε ο Ιερώνυμος και ξέσπασαν στα γέλια κι αυτός κι οι κόρες του με την τελευταία φράση του.

 

«Κι αν, βασιλιά μου, δεν έβρισκες τον Πέτρο Μπόλε, τι θα έκανες;» ρώτησε μόλις κόπασαν τα γέλια η Βεατρίκη. Εκείνος ήπιε μια ακόμη γουλιά απ’ το κρασί του: «Μά την αλήθεια, είχα βρεθεί σε αδιέξοδο, είχα φτάσει στο σημείο να διαπραγματευτώ με γειτονικές χώρες έναν πόλεμο μόνο και μόνο για ν’ απαλλαγούμε από δαύτους, μα για τον πόλεμο έπρεπε ν’ ανοίξουν τα θησαυροφυλάκια του παλατιού. Ύστερα σκέφτηκα να σπείρω μιαν αρρώστια που θα τους ξεκάνει, μα οι γιατροί του παλατιού μού είπαν πως η αρρώστια μπορεί να εξαπλωνόταν και στους υπολοίπους. Κι ούτε μπορούσα να τους φορτώσω σε καράβια, τάχα για να τους πάω σε μια νέα γη και μόλις έβγαιναν στο πέλαγος να τα βούλιαζα· πού θα μπορούσα να τα βρω τόσα καράβια; Εκεί, λοιπόν, που είχα απογοητευτεί, άκουσα για τον Πέτρο Μπόλε και για τον τρυφερό θάνατο που από συμπόνια δίνει σε όσους υποφέρουν. Κι όπως είδατε, ήταν πανεύκολο για μένα να του παραστήσω τον πονετικό και να τον πείσω να σφάξει τους δυστυχισμένους της Μεγάλης Λίμνης, τάχα για το καλό τους... Και αυτή είναι η ιδανική λύση· αυτός θα τους σκοτώσει όλους χωρίς να ξεσηκωθούν ή να αντιδράσουν. Ίσα-ίσα μαθαίνω πως πεθαίνοντας δοξάζουν το όνομά μου που τους έφερα τον αρχάγγελο να τους χαϊδέψει...»

 

Και πάλι γέλασαν όλοι με το χωρατό του Ιερώνυμου. Έπειτα ήταν η σειρά της Άννας να ρωτήσει: «Κι όταν τελειώσει και με τις Βόρειες Επαρχίες, τι θα κάνεις με αυτόν, βασιλιά μου; Γιατί κάθε φορά που τον βλέπω σφίγγεται το στομάχι μου...» O πατέρας της της απάντησε κοφτά: «Θα τον παντρέψω με την Κωνστάντζα και θα τον κρατήσω κοντά μας. Γι’ αυτό άλλωστε η αδελφή σας βγαίνει αυτούς τους βραδινούς περιπάτους μαζί του. Απ' ό,τι φαίνεται, την έχει ερωτευτεί για τα καλά. Είν’ η αλήθεια πως και μένα με τρομάζει η μορφή του, μα στους καιρούς που έρχονται, ακόμη κι αν γλιτώσουμε από αυτούς που είχαμε, πάντα θα γεννιούνται καινούργιοι δυστυχισμένοι και πάντα θα χρειαζόμαστε κάποιον να μας απαλλάσσει από αυτούς. Και ποιος ξέρει, μπορεί ζευγαρώνοντας με την Κωνστάντζα να κάνουν ένα παιδί που να είναι ελαφροχέρης σαν τον πατέρα του...» Και πάλι γέλασαν με το αστείο του βασιλιά, μα αυτή τη φορά ένα τρομακτικό, στριγκλό γέλιο σκέπασε τα υπόλοιπα· ήταν η Κωνστάντζα που γελούσε.

 

O Πέτρος περίμενε πίσω από τις κουρτίνες μέχρι που ο βασιλιάς και οι έξι κόρες του αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους. Έπειτα, παραπατώντας από τη σύγχυση του νου του, πήγε στο δωμάτιό του για να σκεφτεί· πάνω στο μαξιλάρι του υπήρχαν μια αρμαθιά με εφτά κλειδιά και ένα μπιλιέτο με τα ίδια παράξενα καλλιγραφικά γράμματα: δεν τους αξίζει το τρυφερό μαχαίρι σου.

 

Τότε ο Πέτρος πήρε στα χέρια του την αρμαθιά με τα εφτά κλειδιά και πήγε στα μαγειρεία του παλατιού. Εκεί βρήκε μια κανάτα με κόκκινο κρασί, έβγαλε το τρυφερό μαχαίρι του από τον κόρφο του και το βούτηξε στην κανάτα. Το άφησε εκεί για μια ώρα· θυμόταν τα λόγια του γερο-Μουμίν, το ατσάλι του μαχαιριού του θα αγρίευε όταν βρεχόταν με κόκκινο κρασί και θα έδινε τον θάνατο με τους πιο φριχτούς πόνους του κόσμου. Κάποτε κοίταξε τη σκοτεινή λεπίδα του μαχαιριού: μια θαμπή σκιά τού έγνεφε, όπως παλιά...

 

Με σταθερό βήμα πήγε στο δωμάτιο του βασιλιά Ιερώνυμου, ξεκλείδωσε με το πρώτο κλειδί της αρμαθιάς. O βασιλιάς κοιμόταν· ο Πέτρο Μπόλε έσκυψε από πάνω του και με μια κίνηση τού έκοψε τον λαιμό. Το φοβερό μουγκρητό πόνου που ακούστηκε ήταν πια για εκείνον κάτι πολύ μακρινό και αδιάφορο. Κατόπιν πήγε στα δωμάτια της Κατερίνας, της Μαρίας, της Λουίζας, της Βεατρίκης, της Άννας και της Κωνστάντζας και τις έσφαξε όλες με τον ίδιο τρόπο. Μόνο όταν έφευγε απ' το δωμάτιο της Κωνστάντζας είδε ένα ακόμα σημείωμα στον καθρέφτη της με τους ίδιους παράξενα καλλιγραφικούς χαρακτήρες: Αν δεν είχαμε γεννηθεί για να σφάζουμε, ίσως να βρίσκαμε χρόνο για την αγάπη...

 

***

 

Tο επόμενο πρωινό οι στρατιώτες του βασιλιά συνέλαβαν τον φριχτό δολοφόνο Πέτρο Μπόλε στο ψηλό περίπτερο του κήπου του παλατιού. Το μαχαίρι του δεν το βρήκαν όσο κι αν έψαξαν στο παλάτι και τον κήπο. O θάνατός του ήταν παραδειγματικός: για εννιά μέρες τον κρέμασαν αλυσοδεμένο στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας, ενώ το τρίτο βράδυ έφτασε και κατασκήνωσε από κάτω το λεφούσι των τρελών και των δυστυχισμένων που τον ακολούθησαν στην περιπλάνησή του και προσεύχονταν για την ψυχή του. Πριν από το ξημέρωμα πάνοπλοι στρατιώτες όρμησαν και τους έσφαξαν όλους. Την ένατη μέρα μαζεύτηκε ο λαός της πρωτεύουσας στην πλατεία και παρακολούθησε τη θανάτωσή του. Έδεσαν το κορμί  του σε δύο τροχούς που τους γύριζαν σιγά-σιγά με αντίθετη αναμεταξύ τους φορά· όταν το κορμί του τεντώθηκε όσο δεν πήγαινε άλλο, χάραξαν το δέρμα της κοιλιάς του μ’ ένα μαχαίρι. Από τούτο το χάραγμα άρχισε να σκίζεται η σάρκα του. O Πέτρος, που είχε ακόμη τις αισθήσεις του, δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή πόνου. Μόνο τού φάνηκε πως είδε θαμπά την Κωνστάντζα να κοιμάται ανάμεσα στα πρόβατά του· έπειτα όλα σκοτείνιασαν. Όταν επιτέλους το κορμί του χώρισε στα δυο, το πλήθος αλάλαξε.

 

 

~

 

 

[Γράφτηκε το καλοκαίρι του 1999. Το 2002 εκδόθηκε σε αυτόνομο βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη και το 2010 συμπεριλήφθηκε στη συγκεντρωτική έκδοση των τεσσάρων ιστοριών δακρύων από τις εκδόσεις δήγμα.]