θανάσης τριαρίδης * Τεσσερις ιστορίες δακρύων  

 

 

 

θανάσης τριαρίδης

 

 

 

Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε

και άλλες τρεις ιστορίες δακρύων –

μια σημείωση

 

 

 

Η απόφαση να γράψω τις τέσσερις ιστορίες που φιλοξενούνται στον ανά χείρας τόμο γεννήθηκε στα τέλη του 1997 ή στις αρχές του 1998. Ήμουν εθελοντής του Δικτύου DROM για τα κοινωνικά δικαιώματα των Τσιγγάνων και είχα αναλάβει μαθήματα αλφαβητισμού στα παιδιά των σκηνιτών του Δενδροποτάμου και του Ευόσμου της Θεσσαλονίκης (τους ίδιους που λίγο αργότερα βρέθηκαν για μια διετία και στην κοίτη του Γαλλικού ποταμού). Καθώς δεν είχα καμία πείρα παιδαγωγικής, προσπάθησα να δουλέψω αυτοσχεδιάζοντας με ιστορίες και παραμύθια. Ωστόσο όσα καθημερινά έβλεπα στους τσιγγάνικους μαχαλάδες με έκαναν να σκεφτώ πως τα παραμύθια με τους βασιλιάδες και τις πριγκίπισσες ήσαν τελείως ξένα σε έναν κόσμο όπου κάθε βράδυ τα ποντίκια έτρωγαν, συχνά από τη ρίζα, τα δάχτυλα των παιδιών. Ακόμη και το Κορίτσι με τα σπίρτα δε μπορεί να λειτουργήσει αναγνωστικά σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν σπίτια με παράθυρα (από ένα τέτοιο παράθυρο η μικρή πρωταγωνίστρια βλέπει το πλούσιο χριστουγεννιάτικο τραπέζι των άλλων κατανοώντας την ερημιά της), μα παράγκες καμωμένες από νάιλον κι εφημερίδες.

 

Έτσι σκέφτηκα πως ίσως μπορούσα να φτιάξω ιστορίεςπαραμύθια ή κάτι τέτοιο) που θα ήταν κοντινότερες στον κόσμο των Τσιγγάνων: σε έναν κόσμο δίχως στολές, σημαίες και χρόνο, όπου οι άνθρωποι παλεύουν να ζήσουν με το σάλιο τους και να μαγευτούν με τον ίσκιο τους. Έφτιαξα λοιπόν μια σειρά ιστοριών που τις ένιωθα να έχουν τον ίδιο κύκλο μα διαφορετική κάθε φορά ακτίνα για όλα αυτά που (νόμιζα πως) ήταν ο κόσμος των Τσιγγάνων.

 

Φυσικά έσφαλλα. Το τσιγγάνικο αίνιγμα (: το τσιγγάνικο θαύμα) είναι ένας κόσμος αυτοτροφοδοτούμενος μυστικά κι έξω από την τάξη του λόγου – και οι ιστορίες αυτές, που πάσχιζαν να μιλήσουν για τον κυκλικό χρόνο πατώντας μοιραία στον κανόνα του ευθύγραμμου χρόνου, θα ήσαν για τους Τσιγγάνους κούφιοι αντικατοπτρισμοί. Έτσι (και ευτυχώς) τα σκαριφήματά μου δε δουλεύτηκαν ποτέ με τα παιδιά – ούτε κοινοποιήθηκαν στους συνεθελοντές: έμειναν αποτυχίες, σκελετοί στο συρτάρι – ούτε καν πτώματα…

 

* * *

 

Ωστόσο όσοι ξέρουν λένε πως οι σκελετοί που απομένουν στα συρτάρια κάποτε τρίζουν ενοχλητικά. Η ματαιοδοξία μου μαζί με τη λαχτάρα μου να κατανοήσω τους Τσιγγάνους (και τον κόσμο) διά του εαυτού μου (και άραγε πώς αλλιώς;) με έκαναν να γράψω τέσσερις από τις ιστορίες, δίχως να έχω στο νου μου κανέναν νοερό αναγνώστη. Σαν τυφλή επιθυμία να ζυγώσεις ένα σκιάχτρο μέσα στη νύχτα – να του ψιθυρίσεις κάτι στο αυτί.

 

Έτσι, σε κλεμμένες ώρες και εν μέσω πολλών άλλων συγκυριών, προέκυψαν τα τέσσερα αφηγήματα που συγκροτούν αυτό το βιβλίο. Το Τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε γράφτηκε το καλοκαίρι του 1998, η Παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων το καλοκαίρι του 1999, το Χαραγμένο σιτάρι ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2001 και η Μουγγή καμπάνα το καλοκαίρι του 2002. Σκέφτηκα για τα αφηγήματα αυτά μια εκδοτική πορεία αυτόνομη, σε τέσσερα ξεχωριστά μικρογραφημένα βιβλία, ειδικά χαρτιά και σχήμα 24 επί 15 εκατοστά (που τότε ακόμη, λόγω της φύρας χαρτιού που είχε, περίπου απαγορευότανε στην «εκδοτική αγορά»). Οφείλω να πω πως η τότε εκδότριά μου Άννα Πατάκη έστερξε με τόλμη σε αυτήν την ανοικονόμητη πρόταση: οι τρεις πρώτες ιστορίες εκδόθηκαν ταυτόχρονα σε τρία ξεχωριστά βιβλία την άνοιξη του 2002 και η τέταρτη (η Μουγγή καμπάνα) την άνοιξη του 2003. Λίγο νωρίτερα μεγάλη τύχη για μένα ήταν η συνάντηση με τον μικρογράφο Μάρκο Καρπούζα, έναν από τους σημαντικότερους μικρογράφους βιβλίων τής άλλοτε Σοβιετικής Ένωσης, που μέσα από τους αγέρηδες της ιστορίας είχε βρεθεί στην Ελλάδα, γυρεύοντας ένα νέο ξεκίνημα. Ο Μάρκος, με συγκινημένη ένταση, έφτιαξε ειδικά αρχιγράμματα, λωρίδες, βινιέτες και εξώφυλλα και για τα τέσσερα βιβλία, πηγαίνοντας ίσως βαθύτερα κι από τα ίδια τα κείμενα. Επιπλέον ένα εξίσου συγκινημένο σχέδιο της Ρωξάνης Χαραντώνη προτάχτηκε στο Χαραγμένο σιτάρι.

 

Τα τέσσερα αυτά βιβλία δε μπόρεσαν να σταθούν στα βιβλιοπωλεία ούτε και να συναντηθούν με κάποιο ιδιαίτερο αναγνωστικό κοινό. Προφανώς δεν άξιζαν κάτι τέτοιο· επιπλέον, το ειδολογικό κενό στο οποίο αιωρούνταν τα έκανε περίπου ακατάτακτα ακόμη στα ράφια των βιβλιοπωλών – πόσο μάλλον στον ορίζοντα προσδοκίας του αναγνώστη. Έτσι σιγά-σιγά αποσύρθηκαν από το εμπόριο, και το 2007 τα (αρκετά) εναπομείναντα αντίτυπα οδηγήθηκαν στην πολτοποίηση.

 

* * *

 

Ωστόσο όσοι προσπαθούν να γράψουν ιστορίες είναι συνήθως άνθρωποι που μηρυκάζουν τον εαυτό τους: σχεδόν μοιραία οι τυφλές επιθυμίες (και οι τυφλές αφηγήσεις που σέρνουν πίσω τους) εξακολουθούν να με ενδιαφέρουν – και, καθώς είμαι εκδότης του εαυτού μου, οι εκδοτικές αποτυχίες (παλιές και επικείμενες) με αφήνουν αδιάφορο. Έτσι, οχτώ χρόνια μετά από τις μεμονωμένες εκδόσεις των τεσσάρων αφηγημάτων (και τρία μετά την απόσυρσή τους), σκέφτηκα (δίχως να έχω κανένα εξωτερικό σημάδι, είν’ η αλήθεια) πως ίσως μπορούν να συγκεντρωθούν σε έναν τόμο και σε στερεοτυπική έκδοση από τις αυτοδιαχειριζόμενες εκδόσεις δήγμα. Στην τωρινή συγκεντρωτική έκδοση προστέθηκε μια προμετωπίδα για το σύνολο των αφηγημάτων (γραμμένη από τον μυστηριώδη Στέφανο Φλεμποτόμο κάπου ανάμεσα στα 1241-1247), λιγοστές αλλαγές λέξεων και η σημείωση που τώρα διαβάζει ο αναγνώστης. Από τις πρώτες αυτόνομες εκδόσεις κρατήθηκαν τα αρχιγράμματα, οι λωρίδες και οι βινιέτες του Μάρκου Καρπούζα καθώς και η υποδειγματική σελιδοποίηση του 2002-2003 όπως την έφτιαξε η Σπυριδούλα Βονίτση. Η αρχική επιμέλεια του αγαπημένου φίλου Γιάννη Κοτσιφού εμπλουτίστηκε με την τωρινή ανάγνωση του (επίσης αγαπημένου φίλου) Κυριάκου Αθανασιάδη. Τέλος, στο τωρινό εξώφυλλο έβαλα ένα απόσπασμα από την Προσκύνηση των Μάγων του Λεονάρντο: σε καμιάν άλλη εικόνα δεν έχω νιώσει τον κόσμο τόσο ταραγμένο και απροστάτευτο, να γέρνει σε ένα ακαταλόγιστο μεταίχμιο, σε μιαν έσχατη στιγμή όπου μεταβάλλεται σε κάτι άλλο – και τούτο το όριο της ρευστότητας ίσως να τραβάει (: να έλκει) τις αφηγήσεις αυτές.

 

Φυσικά κρατήθηκαν και οι αφιερώσεις που είναι (εξαρχής ήταν) μέρος των κειμένων. Ο συγγραφέας Δημήτρης Παπαδούλης είναι ο ακριβός φίλος μου που μας έμαθε πως ζωή είναι αυτό που γύρεψες και όχι αυτό που έτυχε. Η Χριστίνα Δεληγιωρίδου, η Ελισάβετ Παρίση, η Κατερίνα και ο Πέτρος Μπουκοβίνας είναι παιδιά επίσης αγαπημένων φίλων: οι γονιοί τους βρέθηκαν στους τσιγγάνικους μαχαλάδες πιθανώς κλέβοντας χρόνο που δικαιούνταν αυτά – κι ένιωσα πως είχα ανάγκη από μια (έστω τεθλασμένη) ευχαριστία ή και συγγνώμη. Ο Θανάσης Δεληδημητρίου ήταν ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου. Η Κωνσταντίνα είναι η κόρη μου – δε θα μπορούσα καν να σκεφτώ την Καμπάνα δίχως αυτήν. Για ανθρώπους σαν και μένα, που δεν πιστεύουν σε κανέναν Θεό ή σε οποιαδήποτε μεταφυσική (ή άλλη) σωτηρία, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι κάτι σαν προσευχές λατρείας – και οι αφιερώσεις αυτές ίσως να αντιστοιχούν με τάματα, με τυφλά αγγίγματα αμήχανης αγάπης στον εφήμερο χαμένο χρόνο μας.

 

Όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια, όλα τα γραπτά μου (βιβλία και κείμενα), τα τέσσερα αφηγήματα (και όλες οι μεταφράσεις τους, στα αγγλικά από τον Λεωνίδα Λιάμπεη, στα γαλλικά από την Πόλυ Μακροπούλου και τον Χρήστο Κωτούλα, και στα ιταλικά από τον Αλέξη Τσομπανάκη) κυκλοφόρησαν στο Διαδίκτυο από το 2005, στην ιστοσελίδα http://www.triaridis.gr/tessera/, όπου και θα παραμείνουν ανεξάρτητα από την παρούσα έντυπη έκδοσή τους. Φυσικά και αυτά τα βιβλία μου είναι ελεύθερα από οποιοδήποτε «πνευματικό δικαίωμα» και μπορούν να αναπαραχθούν ελεύθερα εν όλω ή εν μέρει δίχως οποιαδήποτε άδεια.

 

* * *

 

Αναμετρώ σήμερα την έκδοση ετούτων των ιστοριών με ανάμεικτα αισθήματα γοητείας και αποστροφής. Η γοητεία προφανώς έγκειται στο ότι οι ιστορίες αυτές, μέσα στην αγωνία να ζυγώσουν τους Τσιγγάνους, γύρεψαν προγραμματικά (από την ίδια την κατασκευή τους) έναν ρευστό κόσμο, κάπου ανάμεσα στην ιστορία και τη μεταφυσική, ένα διανοητικό ενδιάμεσο που το έχεις και συνάμα δε θα το κρατήσεις ποτέ στο χέρι σου, δικό σου και ανοίκειο συνάμα – ας πούμε, κάτι σαν αυτό που βρίσκεται πίσω από τα βράχια του Λεονάρντο. Η αποστροφή γεννιέται από τον ίδιο λόγο: ο ρευστός κόσμος για να στηρίξει τον εαυτό του συχνά γίνεται παραβολή – και η παραβολή είναι μια προπαίδεια σκλαβιάς. Και τα τέσσερα αφηγήματα κυκλώνονται από την παραβολική διάθεσή τους – κάποιες φορές τα όρια στενεύουν ενοχλητικά.

 

Ωστόσο στο αφήγημα Το χαραγμένο σιτάρι τα όρια στένεψαν ανυπόφορα – μια πιθανώς μυστική ιστορία γίνεται οδηγία χρήσης και αποκρουστική διδαχή. Αν το συγκεκριμένο αφήγημα είχε υπότιτλο, θα ήταν σαφώς Το χαραγμένο σιτάρι * μια φασιστική ιστορία. Η συλλογική λατρεία του θανάτου κατανοείται ως ηθική, το συλλογικό ήθος υπερισχύει της σάρκας, η κοινότητα κανοναρχεί την ατομικότητα, ο ίσκιος ενός Θεού σκέπει και καθοδηγεί, ο ατομικός χαμός γίνεται «δίκιο» και κοινωνική εμπειρία. Συχνά διαβάζω το κείμενο και απορώ με τον εαυτό μου: θαρρείς να λατρεύω σε αυτό τα ανθρωποποιητικά ήθη στα οποία (ελπίζω πως) εναντιώνομαι εξακολουθητικά σε όλη μου τη ζωή.

 

Θα μπορούσα να αποκηρύξω σιωπηλά την ιστορία αυτή και να μην την ξαναεκδώσω, ή και να την αλλάξω – να μεταλλάξω το Χαραγμένο σιτάρι σε κάτι άλλο από την ανυπόφορη ανθρωποδιορθωτική διδακτική παραβολή που είναι. Μα σκέφτηκα πως όποιος κυνηγιέται με νυχτερινές εξιές πρέπει να είναι έτοιμος για όλα. Ο κόσμος του Σιταριού με τους μισοσαπισμένους απέθαντους που διεκδικούν το θάνατό τους ήταν για μένα κρίσιμο (ζωτικό) κομμάτι στο παλίμψηστο αυτών των αφηγημάτων· και για να υπάρξουν κάποιοι τόσο καταραμένοι έπρεπε να βρω μια βαριά αμαρτία… Εκ των υστέρων βλέπω τι έγινε: παλεύοντας να μην αφεθώ στη θεολογία, εκχώρησα χώρο στο μυστικισμό – κι έπειτα η αφήγηση καλουπώθηκε στους σκληρούς (: φριχτούς) κανόνες του μυστικισμού.

 

Τίποτε από όλα αυτά δε σκέφτηκα όταν έγραφα το βιβλίο: προφανώς με ενδιέφερε μονάχα η σταδιοποίηση της πνευματικής αγριότητας και η εναλλαγή της με τον ψυχικό πόνο. Μα πλέον αυτή τη συντελεσμένη σταδιοποίηση δεν μπορώ να την προσπεράσω – το κείμενο έχει δομηθεί πάνω της. Αν άλλαζα τώρα το αφήγημα, θα ήταν σα να ντύνω με καινούργια ρούχα ένα παλιό σκιάχτρο. Ή να του ψιθυρίζω άλλα λόγια στο παλιό αφτί.

 

Έτσι προτίμησα ν’ αφήσω το Σιτάρι όπως πρωτογράφτηκε – και σε τούτη τη σημείωση να μοιραστώ τις σκέψεις μου με τον ενδεχόμενο αναγνώστη. Τα γραπτά μας είναι τα ίχνη από ένα μακρύ ψυχορράγημα (ούτε καν οδόσημα μιας πορείας, όπως έγραφε ο Άρης Αλεξάνδρου). Οι άνθρωποι κάποιες (πολλές) φορές φοβόμαστε· ο φόβος μπορεί να καμώνεται τη διδαχή για να ξορκίσει τον εαυτό του, μα στο βάθος του παραμένει φόβος. Μακάρι αυτός ο βυθός του φόβου να αναδυθεί από το Χαραγμένο σιτάρι, περισσότερο από κάθε οδηγία και διδαχή…

 

* * *

 

Τέλος ας σημειώσω δυο λόγια για τον τίτλο του βιβλίου: Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε και άλλες τρεις ιστορίες δακρύων. Ο Πέτρο Μπόλε προτάσσεται ως η πρώτη χρονικά (και μοιραία αφετηριακή) ιστορία ανάμεσα στις τέσσερις. Μα αυτό δε σημαίνει τίποτε περισσότερο για το βάρος τής κάθε μιας αφήγησης στην ακολουθία που είχα (έχω;) στο νου μου.

 

Εκ των υστέρων, αρκετά χρόνια μετά από το γράψιμό τους, ονόμασα τούτα τα τέσσερα αφηγήματα ιστορίες δακρύων. Δεν είμαι σε θέση να πω τι εννοώ – δεν ξέρω καν αν υπάρχει νόημα σε όλο αυτό. Μα θαρρώ πως όταν τα έγραφα είχα στο νου μου τα δάκρυα, το βάθος των δακρύων. Εξάλλου, τον καιρό εκείνο πίστευα μ’ όλη μου την ψυχή πως υπάρχουμε για να δακρύζουμε· πως όλα είναι ένας μεγάλος θάνατος και μέσα σε αυτόν ζούμε μονάχα για όσο κυλούνε τα δάκρυά μας.

 

 

Θ. Τ. – Ιούνιος 2010

 

~