Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα

*

μια (εντέλει εκτενής) σημείωση στην ηλεκτρονική έκδοση

 

 

 

Στις αρχή της δεκαετίας του 2000, μέσα από διάφορες συγκυρίες και μελοδραματικές αποφάσεις, το γράψιμο (μέχρι τότε, άλλοτε παράπλευρη κι άλλοτε απωθημένη ενασχόληση μιας εικοσαετίας) έγινε η καθημερινή μου ασχολία. Έτσι, ένα πλέγμα εξαιρετικά εξωστρεφών δραστηριοτήτων έδωσε τη θέση του, κυριολεκτικά από τη μια εβδομάδα στην άλλη, σε μια διαρκή (και διαρκώς ανολοκλήρωτη) πνευματική αυτοφαγία μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή.

 

Ωστόσο οι άνθρωποι δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε εύκολα το παρελθόν μας (ή, τουλάχιστον, δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε από τη μια εβδομάδα στην άλλη). Πολύ γρήγορα, αρκετές από τις δράσεις με τις οποίες μέχρι τότε ασχολούμουν διοχετεύτηκαν (μισοσυνειδητά, μισοασυνείδητα) μέσα στο γράψιμο. Μια απ’ αυτές ήταν και η ιδιότυπη πολιτική (;) μου έκφραση που, από τη μέση της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, είχε απολήξει στην πενταετή εθελοντική μου ενασχόληση με τους μαχαλάδες των σκηνιτών τσιγγάνων (δεν τολμώ να πω ενασχόληση με τους τσιγγάνους, καθώς δεν είμαι διόλου βέβαιος για το τι έκανα στους μαχαλάδες τους – το πιθανότερο είναι πως προσπαθούσα να κατανοήσω τη δική μου πολιτική, ή και συναισθηματική, ανημποριά).

 

Κάπως έτσι, αρχής γενομένης από το κείμενο Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2000 και δημοσιεύτηκε στις 24.12.2000 στην εφημερίδα Εποχή, προέκυψε μια σειρά αμιγώς πολιτικών κειμένων (γραμμένα μέσα στην πενταετία 2000-2005). Τα κείμενα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν σε διάφορες (όσο και ετερόκλητες) εφημερίδες και περιοδικά – κάποια από αυτά πρωτοεμφανίστηκαν απευθείας στο Διαδίκτυο. Κανένα τους δεν γράφτηκε κατά παραγγελία – δεν υπάρχει κείμενό μου που να μην είναι απολύτως δική μου επιλογή. Για κανένα από αυτά δεν έστερξα στην παραμικρή λογοκρισία μήτε μιας λέξης (για το λόγο αυτό, άλλωστε, το καλοκαίρι του 2005 διέκοψα ολοκληρωτικά τη 18μηνη συνεργασία μου με την εφημερίδα Μακεδονία – όταν αυτή αρνήθηκε τη δημοσίευση ενός κειμένου μου). Τέλος, για κανένα από αυτά τα κείμενα ουδέποτε διεκδίκησα και ουδέποτε πήρα την παραμικρή αμοιβή.

 

Κι εδώ μάλλον είναι απαραίτητη μια επεξήγηση – καθώς κάθε δημοσιευμένο κείμενο είναι, έτσι κι αλλιώς, και πολιτική πράξη (όπως άλλωστε πολιτική πράξη είναι και η σιωπή): Όταν μιλάω για αμιγώς πολιτικά κείμενα, αναφέρομαι σε κείμενα που γράφτηκαν για να ενταχτούν σε έναν δημόσιο διάλογο, για να γίνουν μέρος του ή (στην καλύτερη περίπτωση) να τον υπονομεύσουν – σε αντίθεση με τα άλλα βιβλία μου και γραπτά μου (ας τα πούμε λογοτεχνικά) που δεν μετέχουν σε κανέναν διάλογο, δεν γράφτηκαν για να ενταχτούν πουθενά ή να κατανοηθούν από κανέναν, δεν επιχειρηματολογούν για τίποτε, είναι μονάχα ατομική έκφραση, ή για να το πω κάπως λογοτεχνικότερα, είναι το βάδισμα ενός μονάχου λύκου μέσα στη νύχτα.

 

        Εν τω μεταξύ, η ίδια πενταετία ήταν για μένα και ο καιρός που (μάλλον καθυστερημένα) μπήκα σταδιακά στον κόσμο του Ίντερνετ (που φυσικά, είναι μια από τις σημαντικότερες πολιτισμικές τομές της ιστορίας). Έχοντας την πεποίθηση πως., έτσι κι αλλιώς, στο κοντινό μέλλον τα κείμενα θα διαβάζονται από οθόνες και νιώθοντας πως οι θέσεις μου θα με οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, στον αποκλεισμό μου από τις εφημερίδες και τα περιοδικά, αποφάσισα να προτρέξω: έτσι, το καλοκαίρι του 2004 έφτιαξα την ηλεκτρονική ιστοσελίδα μου (http://www.triaridis.gr/), όπου και απολήγουν όλα τα κείμενά μου και όλα τα βιβλία μου, ελεύθερα από κάθε «πνευματικό δικαίωμα». Πολύ σύντομα η αίσθησή μου επιβεβαιώθηκε· από το 2005 (όντας αποκλεισμένος από τις εφημερίδες και τα έντυπα), είμαι πρωτίστως ένας διαδικτυακός συγγραφέας (και, επιπλέον, είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό). Και παρά το ότι εξακολουθώ να εκδίδω βιβλία σε τυπωμένο χαρτί, ακόμη και μετά την έντυπη έκδοση ετούτων των βιβλίων η ηλεκτρονική τους παρουσία και ελεύθερή τους διάθεση εξακολουθεί (και αυτό δεν είναι κάτι που προκύπτει διαλανθάνοντας – είναι ρητός όρος που προτάσσω στα εκδοτικά συμβόλαια). 

 

Δυο λόγια για τη θεματογραφία μου – καθώς πάντοτε επέμενα πως οι επιλογές μας είναι η μόνη ταυτότητά μας. Όλα αυτά τα (αμιγώς πολιτικά) κείμενά μου (πιθανώς και όλα τα πολιτικά κείμενα μες στους αιώνες) εντέλει ανάγονται (και όχι συμπτωματικά) στην παμπάλαια σύγκρουση του ανθρώπινου σώματος (και όσων δικαιωμάτων απορρέουν από την ύπαρξή του) και των ιδεών (: της σκλαβιάς που προτείνουν ως μέθοδο «επιβίωσης» ή «εξημέρωσης» ή «Σωτηρίας»). Προσπάθησα να σκεφτώ αυτό το σώμα ως τρεμάμενο και όχι ως ομοίωμα αγάλματος, θνητό και φθαρτό, γεμάτο με τα υγρά της λαχτάρας και την αγωνία της ματαιότητάς του. Απέναντι σε τούτο το τρεμάμενο σώμα οι ιδεολογικές κατασκευές στέκονται ως σκιάχτρα ή ως στραγγάλες στοχεύοντας ευθέως στον έλεγχό του και τον αφανισμό του: οι θρησκείες και τα έθνη (πνευματικά συστήματα σκλαβιάς που όταν κυριαρχούν γίνονται κρατικοποιημένες μηχανές φόνου, τρόμου και ρατσισμού), ο ολοκληρωτισμοί (που βλέπουν το ανθρώπινο σώμα ως καύσιμο ή ως αναλώσιμο έρμα του φριχτού Σκοπού τους), ο κάθε κοσμοδιορθωτισμός (που θέλει να «ισιάξει» υποχρεωτικά τους ανθρώπους καταστρέφοντάς τους,) η «κοινή γνώμη» (ανά πάσα στιγμή έτοιμη να χειροκροτήσει κάθε τελετουργικό φόνο που θα εξασφαλίσει τη συνοχή της), τα «Ιερά Βιβλία», οι «Ουράνιες Εντολές», τα «Φωτεινά Μονοπάτια», η κάθε ακλόνητη «Αλήθεια» (που στο βάθος του δρόμου της έχει μια ντούμπα με πτώματα, την οποία διδάσκει ως προϋπόθεση της αγάπης).

 

Φυσικά προέβλεπα (δεν χρειάζονταν και μαντικές ικανότητες) πως μια τέτοια θεώρηση θα προκαλέσει ποικίλες επιθέσεις. Ωστόσο επαληθεύτηκα σε βαθμό μεγαλύτερο από όσον είχε ανάγκη η ματαιοδοξία μου. Ας πούμε: τα κείμενά μου που αναφέρονταν στον φονικό εθνικισμό και τις συνέπειές του (και κυρίως: α) η θέση μου πως η σφαγή των 32.000 αμάχων Τούρκων και Εβραίων της Τριπολιτσάς από το στράτευμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη τον Σεπτέμβριο του 1821 είναι η πρώτη συνειδητή εθνοκάθαρση της  ιστορίας, β) η θέση μου πως ο Ύμνος εις την Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού είναι μια δοξολογία του φόνου αμάχων, ένα ποίημα εθνοκαθαρτικού μίσους, και γ) η θέση μου πως η μακεδονική γλώσσα υπάρχει, παρά τους επί δεκαετίες διωγμούς της από μια εθνοκαθαρτική ελληνική πολιτική, και πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία των περιοχών όπου μιλιέται) προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις, συζητήσεις, αναδημοσιεύσεις, παραπομπές – και πολλές λυσσαλέες επιθέσεις τόσο από το χώρο των λογής νεοφασιστικών οργανώσεων, καναλιών και εντύπων (γεγονός αναμενόμενο), όσο κι από ολόκληρο το φάσμα  της «αριστεράς» (η δριμύτητα αυτών των τελευταίων επιθέσεων δεν κρύβω πως με εξέπληξε). Άλλα πάλι κείμενά μου (όπως Το δικαίωμα του να είσαι φασίστας) με έφεραν στο μάτι του κυκλώνα του λεγόμενου «αντιεξουσιαστικού χώρου» (καθώς τόνισα πως η κάθε χρήση βίας είναι μια φασιστική μέθοδος – από όποιον κι αν προέρχεται, με όποια επιχειρηματολογία κι αν συνοδεύεται). Τα κείμενά μου ενάντια στον ολοκληρωτισμό των θρησκειών μού απένειμαν το χαρακτηρισμό του «Αντίχριστου», ενώ μια σειρά κειμένων μου υπέρ της πορνογραφίας και της πορνογραφικής έκφρασης (συνδυασμένα με το βιβλίο μου τα μελένια λεμόνια) είχαν το αποτέλεσμα να κατηγορηθώ (επίσης με δριμύτητα) ως σεξιστής (από ανθρώπους που προτού χαρακτηρίσουν κάποιον δεν ανοίγουν καν ένα λεξικό για να δούνε τι σημαίνει η βρισιά που θα πούνε). Φυσικά δεν έλειψαν και οι (εντυπωσιακές) αντιφάσεις: η ενασχόλησή μου με το Ολοκαύτωμα και οι θέσεις μου για τον διαρκή αντισημιτισμό της ελληνικής κοινωνίας και την ανάγκη διαφύλαξης της μνήμης των χαμένων Εβραίων της Σαλονίκης (που μου είχαν εξασφαλίσει τη διαρκή και επί χρόνια στοχοποίησή μου από τους νεοναζί ως πράκτορα του διεθνούς σιωνισμού) δεν άρκεσαν να με προστατεύσουν από το χαρακτηρισμό του «αντισημίτη» που μου αποδόθηκε όταν εναντιώθηκα στην ολέθρια πολιτική εθνοκάθαρσης του Ισραήλ εις βάρος των Παλαιστινίων που εκφράστηκε με την κτηνώδη ανέγερση του Τείχους της Δυτικής Όχθης (πράξη καταδικασμένη από όλους τούς Διεθνείς Οργανισμούς). Λίγοι θέλησαν να σκεφτούν (ή να αναζητήσουν) το ότι όλη τούτη η αντίθεσή μου σε κάθε συντελεσμένο η επικείμενο φόνο και σε κάθε προπαρασκευή ή δοξολογία ετούτου του φόνου εκκινεί από την αντίθεσή μου στον ίδιο μου τον εαυτό – ακριβώς γιατί τον αναγνωρίζω ρητά (στο Θαμπό ταξίδι, στην Άρνηση του θανάτου, στο Αυτοί που κατουράνε τους αιχμαλώτους, στο Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα) στο κάδρο στην πλατιάς μάζας των φονιάδων… Μα φαίνεται πως μια τέτοια στάση γίνεται εξαιρετικά δύσκολα κατανοητή: ακόμη και το Ονειρεύτηκα τα Λευκά Χριστούγεννα (το κείμενο που πιθανώς διαβάστηκε και αναπαράχθηκε περισσότερο από κάθε άλλο – και σίγουρα ήταν το μόνο που συγκέντρωσε, γεγονός σπάνιο για μένα, μόνο θετικά σχόλια) δεν διαβάστηκε απ’ τη συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωστών του ως μία αληθινή ιστορία προδοσίας και εγκατάλειψης (μόλο που το γράφω κάτω από τον τίτλο) αλλά σαν ένα παραμύθι (συχνά στ’ αυτιά μου αντηχεί η απαίσια φράση «τι συγκινητική ιστορία, συγχαρητήρια!!!» – συγχαρητήρια για ποιον και για τι;)

 

***

 

Κάπως έτσι, στην πενταετία 2000-2005, έγραψα και δημοσίευσα 65 κείμενα που μέχρι σήμερα (και πέρα από την πρώτη δημοσίευσή τους) αναδημοσιεύτηκαν σε βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά και μπροσούρες, αναπαράχτηκαν από δεκάδες (ή και εκατοντάδες;) ιστοσελίδες στο Ίντερνετ, σχολιάστηκαν, προκάλεσαν (κυριολεκτικά ατέλειωτες) συζητήσεις (οι περισσότερες βέβαια για να με βρίσουν και να με λοιδορήσουν) σε forum και blog (και μιλάω για συζητήσεις  μέχρι και 150.000 λέξεων η κάθε μια – ή, αν θέλετε, 600 τυπωμένων σελίδων για ένα κείμενο!!!) – κι ακόμα, μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν ευρέως στο αγγλόφωνο Ίντερνετ, έγιναν αντικείμενο σχολιασμού από Διεθνείς Οργανισμούς και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, αποτελούν αναφορές σε ηλεκτρονικές εγκυκλοπαίδειες (όπως λ.χ. η Wikipedia). Με άλλα λόγια, ξεπέρασαν κατά το υπερπολλαπλάσιο το (πολύ περιορισμένο) αναγνωστικό κοινό που συνήθως διαβάζει τα βιβλία μου και παρακολουθεί με σχετική τακτικότητα τη συγγραφική μου δουλειά… Το γεγονός αυτό συχνά με μελαγχολεί καθώς σκέφτομαι πως η συμμετοχή στον όποιον δημόσιο διάλογο είναι μια παραχώρηση (ή και μια προσχώρηση) στην κοινοτοπία. Άλλοτε πάλι, δεν μπορώ να μην το παραδεχτώ, έρχονται ώρες που τα κείμενα αυτά μου δίνουν ικανοποίηση: σκέφτομαι πως συνεχίζουν να συζητιούνται και να αναπαράγονται, να αποτελούν αναφορές σε εξαιρετικά σημαντικά βιβλία αλλά και δράσεις, να υπάρχουν δίχως να αποτελούν την καθοδήγηση κανενός και δίχως να ταχταρίζουν κανένα «Θείο Βρέφος» και κανένα «Λαό»… Άρα (συνεχίζω την σκέψη μου) ίσως να μην ήταν ανώφελο το γράψιμό τους – και η όποια μεταβολή των δεδομένων της ζωής μου προκλήθηκε από αυτά…

 

        Ωστόσο πολύ σύντομα ήρθα (και εξακολουθώ να έρχομαι) αντιμέτωπος με ένα άλλο πρόβλημα –πρόβλημα αναγνωστικής παιδείας στην ουσία του– το οποίο θεριεύει ανεξέλεγκτα όταν τα γραπτά σου διαβάζονται από πολλούς (ή, έστω, από περισσότερους απ’ όσους έχεις συνηθίσει). Ένα κείμενο (: κάθε γραπτό που δημοσιεύει κανείς) αποτελεί μοναχά μια ψηφίδα της σκέψης του συγγραφέα του· αν διαβαστεί μεμονωμένα και επιπόλαια (δηλαδή: δίχως αίσθηση αναγνωστικού βάθους και δίχως αναζήτηση του όποιου συνολικού πνευματικού άξονα το διαπερνά), όπως συνηθίζεται σήμερα, ιδίως στην Ελλάδα, συχνά απομένει ένα διανοητικό σλάλομ που δεν οδηγεί πουθενά ή, κι αυτό είναι ακόμη χειρότερο από το πουθενά, οδηγεί στον πρόσκαιρο εντυπωσιασμό που πραγματικά αποστρέφομαι (προφανώς από έπαρση: τον θεωρώ χαρακτηριστικό των μικρών συγγραφικών δυνατοτήτων). Στην περίπτωσή μου (στην περίπτωση ενός ανθρώπου που προσπαθεί να σκεφτεί τις δυνατότητες του φθαρτού ανθρώπινου σώματος απέναντι στη βία ανεξάρτητα από το πολιτικό, ιδεολογικό και φιλοσοφικό της πρόσημο), η παρεξήγηση φτάνει μέχρι το σημείο της ακύρωσης.  Έτσι, νιώθοντας τούτη την πραγματικότητα, θέλησα να φτιάξω ένα βιβλίο όπου όλες αυτές οι ψηφίδες θα συγκροτούσαν, όσο επαρκέστερα μπορούσα, αυτό που εγώ λογαριάζω πολιτικό αίτημα για ανθρωπινότητα (νομίζω πως ετούτος ο όρος περιγράφει, όσο καλύτερα γίνεται, αυτό που θέλω να πω). Το βιβλίο συγκροτήθηκε το φθινόπωρο του 2005 με τον τίτλο Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα και εκδόθηκε την άνοιξη του 2006 από τις εκδόσεις Τυπωθήτω στη σειρά «Αντιρρήσεις» που συντονίζω (αναζητώντας «κείμενα και καταγεγραμμένες ευαισθησίες απέναντι σε κάθε έθνος, κάθε θρησκεία, κάθε κοσμοδιορθωτισμό και κάθε αυτοκατάφαση – ακόμη και την ενδεχόμενη αυτοκατάφαση των συγγραφέων τους»). Ως προμετωπίδα των Σημειώσεων διάλεξα ένα Υστερόγραφο του Μανόλη Αναγνωστάκη: Το ενοχλητικότερο ήταν πως επέμενε να γράφει την αλήθεια με άλφα κεφαλαίο. Νιώθω πως αυτό το ποίημα (;) καταγράφει μέσα σε μια γραμμή ό,τι μπορώ να φανταστώ ως προϋπόθεση του πολιτικού αιτήματος για ανθρωπινότητα για το οποίο μίλησα λίγο νωρίτερα: να μην διδάσκει καμιά «Αλήθεια» αλλά να διαλέγεται με κάθε ανάγκη.

 

Η έντυπη έκδοση του 2006 μπορεί να εκπλήρωσε μια δική μου ανάγκη, ωστόσο έχω την αίσθηση πολλοί λίγοι από τους αναγνώστες όλων αυτών των χρόνων την συμμερίστηκαν. Προφανώς σε αυτό να συνέτεινε και το γεγονός ότι τα 65 κείμενα που συγκρότησαν το βιβλίο εξακολούθησαν (και θα εξακολουθούν) να βρίσκονται αυτονομημένα και διασπαρμένα στο Διαδίκτυο – καθώς και όσα άλλα ανάλογα (περίπου 10) γράφτηκαν στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε. Και, φυσικά, η συντριπτική πλειονότητα των νέων (ή και των παλαιότερων) αναγνωστών εξακολουθεί να τα διαβάζει μεμονωμένα, λογαριάζοντάς τα συχνά ως ασκήσεις πρόκλησης, ή και ως ομολογίες «πίστης», ως ντοκουμέντα μιας προαποφασισμένης «αλήθειας» (και, συνακόλουθα, ως τέτοια τα αναπαράγει, τα ερμηνεύει, τα κρίνει, τα αποδέχεται ή τα απορρίπτει). Με άλλα λόγια: οι ίδιοι λόγοι που το 2005 μ’ έκαναν να συγκροτήσω το βιβλίο αυτό ισχύουν και τώρα – προφανώς επαυξημένοι, καθώς οι διαδικτυακοί αναγνώστες αυξάνονται γεωμετρικά (μα και καθώς όσο μεγαλώνω –όσο γερνάω;– αυξάνονται κι οι δικές μου απαιτήσεις μου από εκείνους που με διαβάζουν).

 

Έτσι, δύο χρόνια μετά την έκδοση των Σημειώσεων για το τρεμάμενο σώμα, ήρθε η ώρα να ανεβάσω στην ιστοσελίδα μου και την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου. Πέρα από τη γενικότερη (και με κάθε ευκαιρία) εξαγγελμένη βούλησή μου (σωστότερη λέξη: λαχτάρα) να είμαι ένας αυτοεκδιδόμενος (!!!) και ελεύθερα διατιθέμενος (τρομάρα μου) διαδικτυακός συγγραφέας, θαρρώ πως έγινε κατανοητό το ότι η ηλεκτρονική έκδοση ειδικά αυτού του βιβλίου κουβαλά ένα ακόμη βάρος: την επίμονη (κι ελπίζω όχι μονάχα ματαιόδοξη) προσδοκία μου να διαβαστούν οι Σημειώσεις ως πλέγμα σκέψεων, επιχειρημάτων, αντιρρήσεων, αρνήσεων και καταφάσεων, ως σύνθεμα διανοητικής αγωνίας και (σωματικής;) ανάγκης. Μακάρι να βρεθούν αναγνώστες, έστω και λίγοι, που θα θελήσουν να εμπλακούν σε τούτο το σύνθεμα.

       

        Και κάτι ακόμη: η αφιέρωση του φθινοπώρου του 2005, που προτάχτηκε στην έντυπη έκδοση, φυσικά στρέχει και τώρα. Ίσως γιατί το βιβλίο αυτό είναι η εξιστόρηση μιας προσωπικής ήττας,  η απολογία μιας προδοσίας.

 

 

Στους τσιγγάνους που από τον Σεπτέμβριο του 1998 μέχρι τον Νοέμβριο του 2000

έζησαν στην κοίτη του Γαλλικού ποταμού.

 

Σε όλους όσους ζουν σε κοίτες ποταμών.

 

Στα παιδιά τους, στα παιδιά των παιδιών μας.

 

 

Θανάσης Τριαρίδης – Ιούλιος του 2008