θανάσης
τριαρίδης * Η επερχόμενη πείνα
κεφάλαιο πέμπτο
5. Η μόλυνση: όταν οι
ίσκιοι
ορέγονται τους ήρωές τους
Βάκχες
Επιτελουσ, ποιοι είμαστε: Είμαστε ό,τι τρώμε. Είμαστε το ίδιο το φαγητό μας.
Από πού ερχόμαστε: Όλος ο πολιτισμός
είναι η σχέση του ανθρώπου με το φαγητό του – αλλιώς: όλος ο πολιτισμός
φτιάχτηκε, επειδή ο άνθρωπος βλέπει αυτό που τρώει, επειδή εμπλέκεται με αυτό.
Πού παμε: Ώσπου κάποτε εκείνος που τρώει γίνεται αυτό που τρώγεται. Τέτοια είναι η ύπαρξή
μας: ευμετάβλητη.
***
Αχ αγαπημένοι ίσκιοι: Η τραγωδία: η ώρα
που οι πεινασμένοι άνθρωποι μολύνονται από την ευμετάβλητη ύπαρξή τους.
Αυτοί που κάποτε: Η τραγωδία μολύνει.
Επιπλέον η τραγωδία ολοκληρώνεται από τους θεατές – σωστότερα: από αυτούς που
κάποτε ήταν θεατές και μπήκαν μέσα.
Μονόδρομος: Η μεγαλύτερη
απόφαση/απόφανση σε ό,τι αφορά την τραγωδία. Είτε υπάρχει τοιούτων παθημάτων κάθαρσις με τον έλεο και τον φόβο είτε
όχι: Εφόσον δεν υπάρχει κάθαρση, υπάρχει μονάχα μόλυνση.
***
Ξαλάφρωμα: Ο Αριστοτέλης
βαλσάμωσε την τραγωδία ορίζοντας για σκοπό της ένα αποκρουστικό θεολογικό ή
θεολογίζον ηθικό ξαλάφρωμα, μια κάθαρση
όπου για τη δική μας διανοητική παρεκτροπή τιμωρείται ένας μασκοφορεμένος στο
κέντρο του κύκλου. Μοιραία στον αριστοτελικό κόσμο, ο μασκοφορεμένος δεν
πράττει αλλά μιμείται – τι; – αυτό
(απαντάει) που εμείς τον διατάξαμε…
Τιμωρία: Ο Αριστοτέλης είδε
την τραγωδία ως έργο συντελεσμένο – δείχνει σίγουρος πως η τραγωδία τέλειωσε,
ενταφιάστηκε, μαρμαρώθηκε μέσα στις
τρομερές λέξεις του ορισμού του. Αυτό που ονόμασε «κάθαρση» δεν είναι τίποτε
άλλο από την προκάλυψη μιας κάποιας επαναφοράς στην ηθική τάξη, ένα διανοητικό
προφυλακτικό, μια προοικονομημένη βεβαιότητα πως αυτό που σκεφτήκαμε είναι κάτι
κακό – άρα, αντί να τιμωρηθούμε εμείς ω, τι
καλά που τιμωρήθηκαν οι άλλοι.
Τρούπα: Οι άνθρωποι
είμαστε ένας τόπος τον οποίο οι ίδιοι περιφράζουμε με συρματοπλέγματα και τον
κάνουμε lager. Τα συρματοπλέγματά μας είναι ηθικά και διανοητικά: λέμε πως πέρα από εδώ δεν πρέπει και πως πέρα από εδώ δεν υπάρχει. Προσπαθούμε
έτσι να ελέγξουμε ένστικτα, αν διαχειριστούμε μια κάποια κοινωνικότητα, να
ενταχτούμε σε μια μικρή αγέλη κι άλλων ανθρώπων-στρατοπέδων. Αυτή είναι η
στρατηγική της επιβίωσης. Μα στην επικράτεια τούτου του στρατοπέδου τον παλμό
της ζωής μας, τον δίνει ένα αγρίμι που έχει χωθεί στην τρούπα του και
περιμένει.
Το αγρίμι που πετιέται: Η τραγωδία είναι ένας παραδομός του συνειδητού ανθρώπου σε αυτό το συσπειρωμένο αγρίμι που πετιέται… Τότε
για μια στιγμή όλα φαίνονται καθαρά: όπως το καμένο σημείωμα, αν το βάλεις κάτω
από τη φλόγα, λάμπει η λέξη του για μια στιγμή πριν αφανιστεί – έτσι ακριβώς
πυρώνει η τρομερή τόλμη/υποψία πως δεν είμαστε ένα lager αλλά το αγρίμι που πετιέται
μέσα απ’ το lager.
Ο απαίσιος Πλάτων: Η τραγωδία είναι
μια διανοητική ορμή που αλυχτάει – και στέκεται έξω από οποιαδήποτε κοινωνία.
Παραδόξως, ο απαίσιος αρχιφασίστας Πλάτωνας είχε δίκιο: η τραγωδία είναι μια
εξαχρειωτική, αντιφιλοσοφική, αντιλογιστική αντι-λειτουργία του επιθυμητού ενάντια στο επιβιώσιμο. Σ’ αυτή την πλατωνική
κοινωνία (ήδη διορθωμένη και προγραμματικά ανθρωποδιορθωτική) δεν θα έπρεπε να
υπάρχει καμία πείνα – διότι η ύπαρξή της απειλεί τον κόσμο που τη γέννα.
Ψευτιά: Η κάθαρση (: η
κάθε κάθαρσις) είναι μια ψευτιά – και
μαζί είναι μια σκλαβιά.
***
Μαξιλάρακι: Η τραγωδία υπάρχει
για να μολύνει τους ανθρώπους τού lager. Η τραγωδία είναι μια βαθιά πείνα που εκφράζεται μέσα από τις τρεις
βουλήσεις (: τα τρία λαγούμια) που ξεβράζουν στην πείνα. Όταν προκαλεί έλεος και φόβο δεν είναι τραγωδία: έλεο
και φόβο προκαλεί η Αποκάλυψη του Ιωάννη, το Malleus Maleficarum, το Mein Kampf, και
όλες οι αφηγήσεις που θρησκειοποιούν το μίσος ή την αγάπη, τη γέννηση και τον
θάνατο ως Οδό (μιας κάποιας απαίσιας) Σωτηρίας. Μαξιλαράκι – σαν κι αυτό που βάζουν το
κεφάλι του νεκρού μέσα στο φέρετρο.
Βlood shaking my heart: Ο Αριστοτέλης ονόμασε ύβρη την ανθρωπιά. Μα στην
πραγματικότητα η τραγωδία έχει ήδη συντελεστεί/βιωθεί/ολοκληρωθεί μονάχα με
αυτήν την ύβρη του: όταν έστω για μια στιγμή η υποσυνείδητη πείνα γίνει
συνειδητή βούληση. Αυτή η ύβρις (η μεταφυσική επιθυμία του Απόλυτου κατά
τον Χέλντερλιν) είναι η μοναδική στιγμή που έχουμε υπάρξει, που καμιά εποχή της
φρόνησης δεν θα αναιρέσει.
Η απαίσια σωτηρία: Η ύβρις είναι η βασική ανθρωποποιητική
διαδικασία. Δίχως την ύβρη η ζωή μας
θα ήταν μια αβίωτη σωτηρία.
πύον: Στην άκρη κάθε τραγωδίας μας, στην άκρη κάθε πείνας μας, στην άκρη κάθε ολόδικού μας χαμού αναμένεται η μόλυνση, το
τρομερόν πύον της ελευθερίας μας, το μεγάλο ντου όσων βλέπουν.
Εαυτός: Η τραγωδία είναι ένας εαυτός που μολύνει τους θεατές – αυτούς
που θα έρθουν στη σκηνή.
Εμείς: Κι εμείς – τι αν είμαστε εμείς γραμμένοι με τα πλάγια σαρανταοχτάρια; Είμαστε αυτό που είμαστε.
Είμαστε άνθρωποι που τους έφαγαν οι κροκόδειλοι. Είμαστε ίσκιοι που ορεγόμαστε
τους ήρωές μας.
***
Κατρακύλησε: Στον στίχο 1140
των Βακχών ο Αγγελιαφόρος παλεύοντας
να αφηγηθεί κάτι υπερβολικά ανθρώπινο (άρα μη αφηγήσιμο) ξεστομίζει περίπου ασυνείδητα ένα ηθικά αναγκαίο ψέμα. Η
Αγαύη μαζί με τις άλλες διαμελίζει τον γιο της: κάποτε το κεφάλι του φτάνει στα
χέρια της: κράτα δ’ άθλιον, όπερ λαβούσα
τυγχάνει μήτηρ χεροίν. Οι Αγγελιαφόροι είναι για να ξεστομίζουν τέτοιες
σωτήριες ψευτιές: τυγχάνει. Μα για όποιον έχει φτάσει μέχρι τον 1140 των Βακχών τα σωτήρια ψέματα είναι πια
περιττά. Το ξέρουν όλοι (ήρωες, θεατές, αναγνώστες – ακόμη και οι παπάδες που
καραδοκούνε μ’ ένα ευχέλαιο στο χέρι) πως διόλου τυχαία δεν κατρακύλησε το
κεφάλι του γιου στα χέρια της μάνας, πως
δεν έτυχε – πέτυχε.
Ανθρώπινη κατάσταση: Ποτέ άλλοτε στην
ιστορία της τραγωδίας και στην ιστορία όλων των κειμένων του πολιτισμού δεν υπήρξε ένα κείμενο που να θρησκειοποιεί
τόσο απροκάλυπτα την τραγική πείνα για να την απονεκρώσει από κάθε ανθρωπιά –
κι όμως ποτέ άλλοτε η τραγική πείνα δεν
αμολύθηκε με τόσην ελευθερία όσο στις Βάκχες, ποτέ άλλοτε η ελευθερία δεν μόλυνε τη λεγόμενη ανθρώπινη κατάσταση όσο στις Βάκχες. Ποτέ άλλοτε το θάμπος της
συνείδησης και η φωτεινότητα της ορμής δεν έσμιξαν σε αυτό το ακαθόριστο
μεταίχμιο όπου η ύπαρξη περιρρέεται γύρω
από τα προσδιορισμένα όρια του εγώ, κάποτε δίπλα από αυτά, κάποτε μετά από
αυτά.
Κάτι άλλο: Οι Βάκχες είναι μια επιχείρηση καταστολής
όσο και ένα πείραμα παρεκτροπής – και συνάμα είναι το πρώτο έργο της παράλληλης
συνείδησης, το αριστούργημα του είδους του. Στις Βάκχες κανένας δεν είναι μονάχα ο εαυτός του: είναι και κάτι άλλο, κατακτάται από το κάτι άλλο,
μολύνεται από αυτό.
Είδος: Οι Βάκχες είναι το όριο του λογοποιημένου τρόμου. Από εκεί και πέρα
κάθε προσπάθεια ειδολογικού προσδιορισμού είναι ένας διανοητικός όλεθρος –
ακριβώς γιατί οι Βάκχες μπορούν να
είναι (ή –ακόμη χειρότερο– μπορούν να γίνουν)
τα πάντα. Είναι το πρώτο συνειδησιακό/διανοητικό θρίλερ της ιστορίας (από ένα
σημείο και πέρα είναι φανερό πως ο Ξένος/Διόνυσος
υπάρχει όσο και όπως θέλουν οι άλλοι να υπάρξει) και συνάμα είναι το πρώτο
θρίλερ της προελαύνουσας απειλής/επιδημίας/αρρώστιας που χωροκατακτά τον κόσμο (αφού σαρώνει τη διανοητική
επικράτεια των ηρώων). Είναι το πρώτο σπλάτερ (και με διαφορά το αγριότερο)
όλων των εποχών, το πρώτο γκορ (που κάνει όλα τα άλλα να μοιάζουν
οδοντόκρεμες), το πιο σναφ – κι όπως όλα τα έργα αιματηρού τρόμου, είναι το
πρώτο έργο αποκαλυπτικής προπαγάνδας. Είναι ένα μετατραγικό δράμα ή και μια
παρωδία, μια καλοκουρντισμένη αποδιδαχή ή και ένα φιλοσοφικό αφήγημα, μια
φαντασμαγορία μεταμορφώσεων ή και μια μυθοποιημένη τελετουργία ανθρωποφαγίας,
μια θεολογική παρα-αφήγηση ή και μια μυθοποιημένη προσευχή, μια θεοφαγική
παραβολή ή και ένα ψυχιατρικό περιστατικό – και σε κάθε περίπτωση ένα βέβαιο
φιλολογικό πρόβλημα. Οι Βάκχες ενδέχεται
να είναι και τραγωδία – ή και τραγική
μήτρα – ή και τραγική αποκάλυψη.
Στάλθηκε: Ίσως περισσότερο
από κάθε άλλο ανθρώπινο κείμενο που χαράχτηκε, αποδόθηκε, μνημειώθηκε ή
στάλθηκε, οι Βάκχες δεν είναι αυτά
που έχουν γραφτεί (αυτά που κείνται)
αλλά αυτοί (: όσοι και όπως) το διαβάζουν.
Ευοί: Στρέχουν (: μπορούν να στρέχουν)
εξίσου και τα δύο: οι Βάκχες είναι ο
ολοκληρωτικός εγκλεισμός του τραγικού κόσμου σε φορμόλη. Οι Βάκχες είναι η
μόλυνση που προχωράει.
***
Μάστιγα: Το κεντρικό
φιλολογικό πρόβλημα των Βακχών είναι
πως μαστίζονται από ερμηνεία.
Σκουλήκι στο αγκίστρι. Οι Βάκχες είναι ένα δόλωμα: δόλωμα για αντιφατική ανθρώπινη δράση – επί της ουσίας:
δόλωμα για τον εαυτό. Πιθανώς αυτό που σχεδόν όλοι οι φιλόλογοι θεωρούν
πρόβλημα στις Βάκχες να είναι η
αληθινή φύση του κειμένου. Η διπλή ορμή του Πενθέα (εναντίωση στη μανία των
γυναικών και ταυτόχρονη έλξη από αυτήν) μπορεί και να μην είναι πρόβλημα του
κειμένου – αλλά το κεντρικό πρόβλημα του
ανθρώπου που κειμενικοποιείται. Σε τούτο το δίχτυ υπάρχουν όσα γίνονται
και όσα ο καθένας βλέπει πως τάχα
γίνονται – ώσπου τα πάντα μπλέκονται σ’ ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών, σ’ έναν
κόσμο ειδώλων που αυτονομούνται ενώ το αρχικό σώμα έχει χαθεί (ή το χειρότερο:
δεν υπήρξε ποτέ).
Τώρα πια ειμαστε: Τώρα πια είμαστε μέσα στο τέρας με τους καθρέφτες.
Ειλημμένη απόφαση: Οι Βάκχες είναι ένα κείμενο ή ένα δρώμενο·
αποφασίζει (ή: το έχει αποφασίσει)
αυτός που το διαβάζει – ή αυτός που το χορεύει.
***
Παραδίνονται: Οι Βάκχες και δεν είναι τραγωδία (κι άρα είναι μια οιονεί Αποκάλυψη) και είναι η αποκάλυψη
της τραγωδίας. Το κρίσιμο πρόσωπο (ή η κρίσιμη δύναμη) στις Βάκχες είναι
ο Διόνυσος – αυτός είναι που τροφοδοτεί την τραγικότητα του Πενθέα ή αυτός την
ακυρώνει. Αν δεχτούμε πως είναι ένας Θεός (επομένως: είναι ο Θεός) που διεκδικεί τη λατρεία του (δηλαδή τη σκλαβιά των ανθρώπων),
οι Βάκχες είναι μια (εκπληκτικής
τέχνης και αντίστοιχης αγριότητας) παραβολή, ένα παραμύθι προς εκκλησιασμόν: ο
άπιστος Πενθέας κι η μισοάπιστη Αγαύη παραδίνονται στα χέρια του Θεού (αμρί α
μούγκου) – για να μάθουν, ως ανάγωγα θρασίμια, ποιος είναι το αφεντικό.
Αφεντικό: Η εκδοχή του Θεού-Διονύσου που ξυμορφώνει τα θρασίμια
και κομματιάζει τους υβριστές συγκροτεί ένα είδος που βρίσκεται στον αντίποδα
της τραγωδίας: τη θεολογική διδαχή. Ο Θεός
με την υπεράνθρωπή του δύναμη και με την
πλήρη γνώση του μπλέκει τους ανθρώπους στα βρόχια του – άρα καμιά τραγική
βούληση δεν στρέχει για να υποστηρίξει οτιδήποτε τραγικό: ένα δράμα ανήμπορων
ανθρώπων εκτυλίσσεται μπροστά μας. Ο Πενθέας είναι ένας απλός άπιστος που
εξοργίζεται από τη διασάλευση της δημόσιας τάξης, η Αγαύη είναι μια
συμβιβαστική βασιλομήτωρ: το δράμα τους είναι απόφαση του Θεού που θα τους κάνει παραδειγματική παραβολή για να μάθουν όλοι
μια και καλή τι παθαίνουν όσοι δεν πιστεύουν. Η Αγαύη προσβάλλεται από τη
σταλμένη μανία και ο Πενθέας σιγοστέλνεται στο κομμάτιασμα. Ο Ξένος το διασκεδάζει: τον πείθει να
κατασκοπεύει τις γυναίκες, τον ντύνει με τα γυναικεία ρούχα, τον μεταμορφώνει
σε δικιά του, τον κρεμάει από την κορυφή του έλατου. Κατόπιν αναλαμβάνουν οι
γυναίκες: η Αγαύη ορμάει πρώτη και κόβει το πρώτο κομμάτι, ακριβώς γιατί πρέπει
όλοι να καταλάβουν τη δύναμη του Θεού.
Όλα τα αποφασίζει ετούτος ο Θεός:
ναι, οι άνθρωποι είναι να φαγωθούν – μα όχι γιατί ανεβήκανε σε κάποιο
αταξίδευτο καράβι, αλλά γιατί είναι ποντίκια πιασμένα στη φάκα με τη γάτα να τα
τυραννάει πριν να τα τελειώσει.
Από παλιά: Ο Πενθέας ενώ
διαμελίζεται εκλιπαρεί τη μάνα του για έλεος, φωνάζει πως αμάρτησε (οι
αποκρουστικοί στίχοι 1120-1121, η ακόμη αποκρουστικότερη λέξη αμαρτίαισι προφέρονται καθαρά: οίκτιρε δ’ ώ μήτερ με, μηδέ ταις εμαίς *
αμαρτίαισι παίδα σον κατακτάνεις). Όταν τα ρουθούνια μπουκώνουν από την
αποφορά, η βακχεία περνάει (: φεύγει)
από την Αγαύη που βλέπει τι κουβαλά στον θύρσο της – αφού θρηνεί για λίγο,
πέφτει στα γόνατα, κι αυτή και όλοι οι άλλοι, γυρεύουν συγχώρεση. Ο Διόνυσος
στον 1349 βιάζεται να μην αφήσει κενό: Από
παλιά ο Δίας ο πατέρας μου έτσι τα όρισε – Πάλαι τάδε Ζευς ουμός επένευσεν
πατήρ – Εγώ ειμί ο Κύριος ο Θεός σου – Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί – Wstawać.
Φρικη: Οι τελευταίοι 400
σωζόμενοι στίχοι των Βακχών μπορούν
να διαβαστούν ως ο θάνατος (: η θανάτωση) της τραγωδίας – και μάλιστα με
αυτουργό περίπου αυτόν που τη γέννησε. Εάν ο Διόνυσος από φαγώσιμος θεός έγινε
παραδειγματικός Θεός, τότε η τραγική
πείνα χόρτασε. Η τραγωδία έγινε θρησκεία, έγινε προληπτικός εμβολιασμός,
φάρμακο για τη μόλυνση, λευκό κελί μιας λευκασμένης συνείδησης – φρίκη.
Λευκές κουκούλες: Ούτε καν έργο ειρήνευσης όπως οι Ευμενίδες. Έργο υποταγής – τόσο οριστικής και ανεπίστρέπτης ώστε να μοιραστούν
λευκές κουκούλες στους θεατές.
Μαγική εικόνα: Ωστόσο το κείμενο
εμπεριέχει και άλλο κείμενο. Κάτι σαν μαγική, εικόνα που την ίδια ώρα
μπορεί να δείχνει έναν γέρο να πεθαίνει και γυρισμένη ανάποδα να φανερώνει ένα
μωρό που γεννιέται αιματωμένο. Η ζωή
δεν είναι ποτέ μία, καλέ μου.
***
Η πούτσα μεγαλώνει: Δεν υπάρχει ανθρωπινότερη στιγμή στις Βάκχες από την ώρα που ο Πενθέας
γκαβλώνει, ενώ ο Διόνυσος τον ντύνει γυναίκα: ιδού, συ κόσμει· σοι γαρ ανακείμεσθα δη (934). Είναι η ώρα που τα
ταυτοτικά όρια καταργούνται, και η πείνα περιρρέεται και μολύνει τον ήρωα: ένας
αρσενικοθήλυκος ξένος ντύνει γυναίκα (: μεταμορφώνει) έναν βασιλιά που δεν
πιστεύει στην έκσταση. Η παράλληλη συνείδηση, η αντιφατική ορμή του Πενθέα επιτέλους αναδύεται επί σκηνής. Κάποιος
θα μπορούσε να πει πως τούτη η στιγμή εκκινεί και μια τραγική βούληση που
αναδύεται – μα αυτός ο κάποιος έχει
να περπατήσει πέρα απ’ το κείμενο.
Γυάλα: Οι Βάκχες θα ήταν (ή και: θα είναι) τραγωδία, εφόσον αποφασίζαμε πως
υπάρχει μέσα στον Πενθέα μια ορμή που τον σπρώχνει στον χαμό του – που τον
ξεβράζει στο πρώτο λαγούμι της τραγικής πείνας (εκείνο όπου κάθε βούληση οδηγεί
στον ατομικό αφανισμό). Οι Βάκχες θα
ήταν (ή και: θα είναι) τραγωδία
εφόσον αποφασίζουμε πως η Αγαύη διαμελίζει τον γιο της από άφατη αγάπη –
οδηγημένη από εκείνο το δεύτερο τραγικό λαγούμι που ξεβράζει κάθε αληθινά
μεγαλειώδη αγάπη στον φόνο. Το ίδιο το κείμενο των Βακχών δεν μπορεί να υποστηρίξει τέτοιες αποφάσεις: ο Πενθέας
κομματιάζεται ικετεύοντας για να σωθεί, ενώ στην έξοδο η Αγαύη είναι
μετανιωμένη στα γόνατα και ουρλιάζει πως δεν θα ξαναδεί μήτε θύρσο μήτε τον
Κιθαιρώνα. Κι ακόμη: το βασικό αντιθετικό σχήμα που ενσαρκώνουν ο Ξένος-Διόνυσος απ’ τη μια και ο
Πενθέας/«μαινάδα»/«λιοντάρι» από την άλλη στέκεται ισχυρό μέχρι το τέλος: η
σύγκρουσή τους (σύγκρουση θρησκείας και κοινωνίας, λατρείας και νομιμότητας,
μανίας και λογικής, άλογου στοιχείου και ορθολογισμού ή όποια άλλη) παραμένει
ακλόνητη στο κέντρο του δραματικού ιστού. Παρά τη σαφή ανάδυση της παράλληλης
συνείδησης, παρά τις διάχυτες ορμές που περιρρέονται, παρά τις μυρωδιές που
απλώνονται στον αέρα, η παράλληλη συνείδηση δεν απολήγει σε δράση αρκετή για να
εκφραστεί μια σαφής τραγική πείνα. Όλοι μουγκρίζουν, ανασαίνουν βαριά,
χνωτίζουν – μα παραμένουν στην κειμενική γυάλα.
Αλληλοχνώτισμα: Μέσα σε τούτο το
κείμενο-γυάλα απλώνει (μες στους αιώνες, μέσα στα συμβραζόμενα βάλτα), η ίδια
επαναλαμβανόμενη αίσθηση: πως όταν βγαίνουμε
από τις Βάκχες βγαίνουμε
αξυμόρφωτοι, γκαβλωμένοι, ερεθισμένοι, πεινασμένοι.
Τι μας συμβαίνει; Ποια συνάντηση (: ποιο αλληλοχνώτισμα) ήσαν
ισχυρότερη από της υποταγή μας;
Once handsome and tall as you: Οι Βάκχες δεν είναι
τραγωδία, μα μπορεί να είναι η αποκάλυψη της τραγωδίας – εφόσον
αποφασίσουμε πως ο Διόνυσος δεν είναι Θεός
μα κάτι άλλο. Οι Βάκχες είναι ένα
κείμενο για τα ρουθούνια.
Αποκάλυψη: Όχι αυτό που
επίκειται να γίνει – αλλά αυτό που γίνεται ενώ επίκειται.
***
Μέλι: Δεν υπάρχει τραγωδία χορτάτων –
άρα δεν υπάρχει τραγωδία χωρίς τον Διόνυσο: όλες οι ερμηνείες για τη γέννησή
της (αριστοτελικές/εθνολογικές/τελετουργικές) κολλούν σε αυτόν – με τον ίδιο
τρόπο που κολλάνε οι μύγες στο μέλι. Δεν υπάρχει τραγωδία δίχως έναν φαγώσιμο
θεό. Ένανε ξένο που ιερουργεί τον αφανισμό του – λατρεύει τον χαμό του – το
μεγάλο τέλος του.
Αλεύρι που φουσκωνει μονο του: Διόνυσος * Διά-μηρος * Ό-μηρος
* Διθύραμβος * Λιμναίος * Ζαγρέας * Πενθέας. Ο Διόνυσος είναι κάποιος που εκ-θεώνεται
– που χάνεται μέχρι το τέλος του χαμού του. Δεν στρέχει ως ύπαρξη, διατρέχει
τον κόσμο ως διαδικασία χαμού. Μπορεί να γκαβλώσει, αλλά δεν μπορεί να ορίσει –
μπορεί να μανιάσει, αλλά δεν μπορεί να σώσει. Είναι μονάχα μια μαγιά μέσα στους
ανθρώπους για να τους φουσκώσει:
δίχως αυτόν δεν υπάρχει τραγωδία, δίχως αυτόν δεν υπάρχει ανθρωπινότητα.
Ολόφρεσκος: Ο Διόνυσος γέννησε
την τραγωδία επειδή είναι καμωμένος από άνθρωπο και από πείνα. Είναι αθάνατος
επειδή είναι ήδη νεκρός, φαγωμένος οριστικά και συνάμα ολόφρεσκος, έτοιμος για να φαγωθεί ζεστός, γεμάτος αχνιστό αίμα.
Στρωμένο τραπέζι: Ο Διόνυσος είναι η
ανθρώπινη απάντηση στους ουρανούς: έρχεται από το κέντρο της γης για να γίνει
σάρκα που θα φαγωθεί, αίμα που θα ευφράνει την καρδία, το σπέρμα που θα
τιναχτεί με έναν σπασμό. Ο Διόνυσος είναι ο θεός των ζωτικών υγρών και της
ζωτικής ματαιότητας, ένας μεταμορφούμενος μεταμορφωτής, αντι-τελετουργία μες
στην τελετουργία, τραγική στιγμή παραδομού μέσα σ’ έναν τελετουργημένο (και για
αυτό τετελεσμένο) κόσμο, το τέρας του υπονόμου., το λουλούδι του απόπατου, ο
γιος του βάλτου, σκατά από τα σκατά μας και σώμα από το σώμα μας. Ο Διόνυσος
είναι η πείνα για την γκάβλα – ένας αντί-θεος, ένας αντί-χριστος, ένας
αντι-δάσκαλος. Ο Διόνυσος είναι το φαγητό μας. Αν δεν τον είχαμε εφεύρει, θα είχαμε πεθάνει της πείνας.
Όταν μανιάζουν: Ο Διόνυσος είναι ο
ίδιος ο χαμός: Ωυτός δε Αΐδης και Διόνυσος, ότεω μαίνονται και ληναΐζουσιν.
Because I do not hope: Ο Διόνυσος είναι κάποιος που
υπάρχει, επειδή μας λείπει. Επειδή στ’ αλήθεια δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω.
***
Αγαπημένος πατέρας. Ορθά και ο Κοτ και
ο Μπούρκερτ (και βέβαια ο Φρέιζερ από τον οποίο εκκινούν) προσπαθούν να βρουν
στον τελετουργικό φόνο την
αναπαράσταση ενός προηγούμενου ιστορικού
φόνου. Ο Κοτ, διαβάζοντας τις Βάκχες,
επιμένει πως η σχέση του Πενθέα και του Διονύσου είναι αλληλοτροφοδοτούμενη και
την περιγράφει ως ένα σχήμα αντιπροσώπου και
αντιπροσωπευομένου. Ο διαμελισμός του
αντιπροσώπου (του ανθρώπου) προκαθορίζεται από τον παλιότερο διαμελισμό του
αντιπροσωπευομένου (του θεού-Θεού).
Η μεγάλη ερώτηση: Είναι προφανές πως
στις Βάκχες ο καθένας βλέπει αυτό που
θέλει. Ο Πενθέας βλέπει ταύρους, η Αγαύη λιοντάρια, ο χορός πότε έναν
αρσενικοθήλυκο Ξένο και πότε έναν
καθαρό Θεό. Εντέλει ποιον βλέπουν οι
θεατές – ποιον βλέπουμε;
Η μεγάλη απάντηση: Αυτός ο ίδιος ο Ξένος-Διόνυσος το φωνάζει καθαρά, εκεί,
στον στίχο 924: νυν δ’ οράς α χρη σ’
οράν.
Μονογενής γιος: Δεν
υπάρχει Διόνυσος. Αυτός που όλοι νομίζουν για Διόνυσο είναι ο Πενθέας.
Καθρέφτες: Το μεγάλο μυστικό
των Βακχών: ένας βασιλιάς τα βάζει με
τον Μεγάλο Άλλο, τον οποίο έχει ο
ίδιος διανοηθεί. Ο Πενθέας υπάρχει για να φτιάξει τον Διόνυσο – και ο Διόνυσος
υπάρχει όσο και όπως τον θέλει ο Πενθέας. Ο Διόνυσος υπάρχει μέσα στον Πενθέα – είναι ο
Πενθέας που θα φανταστεί τον Διόνυσο που θα γκαβλώσει τον Πενθέα.
Traum: Στην σκηνή δεν υπάρχει
εγγαστρίμυθος, μήτε κάποιο άλλο τρικ. Ο ίδιος άνθρωπος με την ίδια μάσκα ή με
το ίδιο πρόσωπο παίζει και τους δύο ρόλους. Και στην τελευταία σκηνή, εκεί όπου
ο Πενθέας έχει πια διαμελιστεί, έχει φροντίσει ο Ευριπίδης: τα λόγια του «Θεού» θα τα λέει το κομμένο κεφάλι του
Πενθέα, εκείνο που είναι καρφωμένο πάνω στον θύρσο – τι απλούστερο…
Φαντάζεται: Εάν στρέχει αυτό,
στις Βάκχες έχουμε πράγματι μιαν
αποκάλυψη της τραγωδίας. Ένας πεινασμένος άνθρωπος φαντάζεται το φαγητό του –
φαντάζεται τον ίσκιο του να ορέγεται – κατόπιν φαντάζεται αυτόν που θα τον φάει
– φαντάζεται το μικρό καράβι του – φαντάζεται τον εαυτό του που γίνεται μόλυνση.
Dum spiro: Όσο υπάρχουμε, μολύνουμε. Ιώ Πενθέα, ευοί.
***
Παράλογο: Οι Βάκχες είναι μια παραβολή καταστολής
μολυσμένη από την τραγική πείνα – ακριβώς γιατί τούτη η πείνα είναι το θέμα
τους. Την ίδια ώρα που μιλούν για το πάθημα του ασεβούς ανθρώπου, αποκαλύπτουν για
την τραγική πείνα που θα κομματιάσει πρώτον όποιον θελήσει να τη ρυθμίσει. Οι Βάκχες είναι μια προσπάθεια
θρησκειοποίησης της τραγωδίας (προφανώς γι’ αυτό στη σκηνή τους βγαίνει,
επιτέλους, για πρώτη φορά αυτός που υπήρξε στην αφετηρία της): η τραγική πείνα
είναι ο Θεός – όποιος δεν αφεθεί σε
αυτήν/αυτόν χάνεται. Υπ’ αυτή την έννοια οι Βάκχες
είναι η μεγαλύτερη διανοητική αντίφαση που θα μπορούσε να υπάρξει (κι όπως όλες
οι μεγάλες αντιφάσεις, μας ερεθίζει ανεξέλεγκτα): μια επικράτεια όπου η απιστία τιμωρεί τους απίστους.
Μπάλα Παγωμενου λιπουσ: Ένα κείμενο μέσα στο κείμενο· μια δεύτερη
τραγική/παρα-λογική/επιμολυντική ανάγνωση συσπειρωμένη μέσα στην αρχική
παραβολική/θεολογική/διδακτική ανάγνωση. Σαν παγίδα για τις αρκούδες της
στέπας: φονικό λυγισμένο έλασμα μέσα στο παγωμένο λίπος. Το πρώτο κείμενο γράφεται από τον καιρό του
για τον καιρό του: τον καιρό του τραγικού τέλους, του φόβου και της
υπαναχώρησης, της ιστορικοποίησης της ανάγκης και των θλιβερών έργων ειρήνευσης/υποταγής.
Το δεύτερο κείμενο έρχεται από τον επόμενο τόσο όπου η ώρα θα είναι χαμένη:
νοτίζει παραδομένους ήρωες και αποκαμωμένους θεατές, κυριεύει το σώμα ως
νοσταλγία παρεκτροπής που γίνεται η ίδια παρεκτροπή, ως μεταμόρφωση των
ανθρώπων σε ζώα (σε ταύρους, σε λιοντάρια, σ’ ελάφια, σε φίδια), σε κραυγές
ζώων, σε ορμές ζώων, σε αλυχτήματα.
Τα νεογέννητα θηρία θηλάζουν από τα στήθη των γυναικών, οι θύρσοι χτυπούν στη
γη και πετιούνται πίδακες νερού, κρασιού και γάλακτος, από τα κουκουνάρια των
θύρσων στάζει μέλι. Ο κόσμος της μετα-μόρφωσης, της έκ-στασης και της μανίας διοχετεύεται: η σάρκα είναι πια φαγώσιμο
κρέας, το εγώ γίνεται ένα στόμα που
δαγκώνει, το κεφάλι του αγαπημένου καρφώνεται πάνω στον θύρσο, οι μανιασμένες
χορεύουν, όλοι χορεύουμε.
Ζωή: Οι Βάκχες είναι ο χώρος όπου η γκάβλα και η πείνα γίνονται ένα. Ο
Πενθέας πεινάει για την γκάβλα του, για τον φονιά του, για τον εξολοθρευτή
άγγελό του – πεινάει τόσο που τον φέρνει μπροστά του. Σαν τις γυναίκες που κάθε
βράδυ μαλακίζονται με τον γυμνό Εσταυρωμένο, κατόπιν τον βλέπουν στα όνειρά
τους κι έπειτα γκαστρώνονται από αυτόν. Ζωή είναι όσα μπορεί ν’ αντέξει ο νους
σου.
Στ’ αλήθεια, αδειάσαμε όλο το πιάτο μας: Αυτό μάς αποκαλύπτουν οι Βάκχες:
πως ηττηθήκαμε, αλλά έχουμε μολυνθεί. Πως
μας χορτάσανε, αλλά πεινούμε.
I have heard the key: Οι Βάκχες είναι ένα μαύρο κουτί. Το ανοίγει όποιος θέλει – απ’ όποια
πλευρά θέλει. Ο καθένας ακούει το κλειδί.
Είμαστε ο εαυτός μας και όσα γυρέψαμε για τον εαυτό μας. Τώρα πια ήρθε η
ώρα να μολυνθούν οι θεατές. Η τραγωδία αρχίζει.
***
Μέλοιεν (λέξη που στάζει): Σαν τελειώνουν οι Βάκχες η
Αγαύη (ναι, η πιο πεινασμένη μαινάδα) πλέκει το κέντημα της χόρτασής της, κάτι
σαν μετάνοια: Έλθοιμι δ’ όπου * μήτε
Κιθαιρών εμ’ ίδοι μιαρός * μήτε Κιθαιρών’ όσσοισιν εγώ, * μήθ’ όθι θύρσος μνήμ’
ανάκειται. Μα η σκασμένη (: η αμετανόητη;)
δεν σταματάει εκεί – λέει και κάτι ακόμη (ω,
κάτι ακόμη):
Βάκχαις δ’ άλλαισι μέλοιεν
(Τελικη;) λυση:
Θα βρεθούνε ξανά αταξίδευτα μικρά καράβια,
θα σωθούνε ξανά όλες οι τροφές, θα
τραβήξουμε ξανά τον κλήρο μας. Όσο ζω μολύνω.