θανάσης
τριαρίδης * Η επερχόμενη πείνα
κεφάλαιο τέταρτο
4. Οι ερωτήσεις: όταν οι
ήρωες
ορέγονται τον ίσκιο τους
Οιδίπους Τυραννοσ * Οιδιπουσ επι Κολωνω
Πείνα των ερωτήσεων: Υπάρχει μέσα στη
συνείδηση (ή και πίσω από τη
συνείδηση) μια πείνα ολοκληρωτικά διανοητική (: υπό την έννοια ότι αρχίζει και
τελειώνει μέσα στον νου δίχως να ελέγχεται από κανένα βιολογικό όριο), απόλυτα
εγωτική και ως εκ τούτου πολύ τρομακτικότερη κι από την πείνα της βούλησης για
ύπαρξη (που απολήγει στον ατομικό χαμό), κι από την πείνα για τον άλλον (που
στο τέλος απολήγει στον αφανισμό του): είναι
η πείνα των ερωτήσεων.
Στο τραπέζι σερβίρεται: Φαντάσου σε ένα καράβι (το μικρό
καράβι ή όποιο άλλο), κι ενώ έχουν σωθεί όλες οι τροφές, έξαφνα να
σερβίρεται ένα πλούσιο γεύμα. Όλοι πλακώνονται και τρώνε. Αίφνης κάποιος ρωτά
«ποιον τρώμε» – μα δεν του απαντάει κανείς, σα να μην τον άκουσαν. Προσπαθεί με
το μάτι να αναμετρήσει τους ανθρώπους γύρω του για να βρει ποιος λείπει – μα
τους βλέπει όλους παρόντες. Αν σταματήσει να ρωτάει, σώζεται – μα για κακή του τύχη επιμένει να ρωτάει: «ποιον
τρώμε;» Καθώς όλοι εξακολουθούν το φαγητό τους, σιγά-σιγά φωλιάζει μέσα του η
υποψία που σταδιακά μεταβάλλεται σε βεβαιότητα: δεν τον ακούει κανένας, διότι
εκείνος που ρωτάει δεν υπάρχει πια – στο
τραπέζι σερβίρεται και τρώγεται ο ίδιος του ο εαυτός.
Οι άνθρωποι όταν τρώμε: Όταν τρώμε δε μιλάμε και το
πιάτο μας κοιτάμε. Είμαστε πλασμένοι για να τρώμε δίχως ερωτήσεις.
Στον
πάτο: Κάθε ερώτηση την ώρα του φαγητού
μπορεί να εξελιχτεί στην πιο μεγάλη τραγωδία. Στον πάτο κάθε ερώτησης βρίσκεται
αυτός που ρωτά.
Σοφά λόγια: Ο Νίτσε (στο γνωστό βιβλίο, ΙΙΙ, 5, γ): Είμαι ο
προφήτης του εαυτού μου.
***
Πολιτισμός: Ο πολιτισμός είναι
μια κοινωνική διαμερισματοποίηση των ατομικών αναγκών, μια εκ-βιομηχανοποίηση
της ζωτικής ανθρώπινης πράξης. Όσο βαθαίνει, τόσες περισσότερες συμφωνίες (: διαθήκες, ερμηνείες, ομολογίες)
τάχα διαμεσολαβούν ανάμεσα στο στόμα και στο φαγητό μας. Όλοι τρώμε: κανείς δεν
ξέρει ποιος σκότωσε, κανείς δεν ξέρει ποιος τρώγεται.
Λαΐου ποτ’ ήσθα συ; Είναι έτσι
φτιαγμένος (από εμάς τους ίδιους, προγενέστερους και μεταγενέστερους) ο
πολιτισμός της επιβίωσης ώστε ο κλήρος για τον φονιά και ο κλήρος για το θύμα
να πέφτουν
θαρρείς από μόνοι τους, δίχως κανένα χέρι να τον τραβάει. Αν κάποιος ρωτήσει,
θα ζήσει όσα ρώτησε κι όπως τα ρώτησε – όσο ανοιχτή άφησε την
ερώτησή του. Ειδάλλως περιμένουν στη σειρά τους τα τέρατα (προϊστορικά,
ιστορικά και μετα-ιστορικά) έτοιμα να σηκώσουν το μέγα βάρος.
Παρά τον πολιτισμό: Η τραγωδία είναι
μια διαδικασία μέσα στον πολιτισμό και παρά τον πολιτισμό (παρά τον διανοητικό
συμβιβασμό που είναι ο πολιτισμός).
Ανεκτή απάντηση: Η πείνα των ερωτήσεων:
προϋποθέτει πως στο βάθος της καμία απάντηση δεν είναι ανεκτή.
***
Αμαρτία: Εάν δεχτούμε την
τραγωδία ως έκφραση της βαθιάς πείνας, δεν υπάρχει ύβρη – με τον ίδιο τρόπο που
δεν υπάρχει αμαρτία.
Ύβρις: Η ύβρις είναι μια θεολογημένη ανθρώπινη
ανάγκη – παρόμοια με την ανάγκη για Κόλαση
και για Σωτηρία. Η ύβρις προϋποθέτει μέτρο (ένας δήθεν
Ηράκλειτος αναγγέλλει πως ο ήλιος δεν θα ξεπεράσει το μέτρο) και δίκη – με τον
ίδιο τρόπο που η αμαρτία προϋποθέτει
Λόγο του Θεού και Τελική Κρίση.
Οπλισμένο σκυρόδεμα: Δεν υπάρχει ύβρις
στην τραγωδία – η ύβρις είναι η ανάγκη θρησκειοποίησης της πείνας, της
ανθρώπινης λαχτάρας, της ίδιας τής ζωής.
Ο φόβος που μας χωρίζει: Η ύβρις είναι ο φόβος που μας χωρίζει από τους άλλους.
***
Ακουστέον: Στον στίχο 1170 του
Οιδίποδα Τυράννου συσπειρώνεται η
προφανέστερη στιγμή παραδομού στην ιστορία της τέχνης: Κάγωγ’ ακούειν, αλλ’ όμως ακουστέον. Είναι μια φράση που αρχίζει με
τη σωστή λέξη (Καγώγ’: και εγώ γε)
και τελειώνει με τη σωστή απόληξη (ρηματικό επίθετο εις -τέος, ίδιο με βέλος
βουτηγμένο στο αίμα της Λερναίας Ύδρας). Ολόκληρη η τραγωδία εξαρτάται από την
ορμή που κάνει αναπόφευκτο αυτό το ακουστέον. Αν ο Οιδίποδας μάθαινε την
ιστορία του κατά λάθος (: από ένα
καπρίτσιο της μοίρας – θα ήταν ικανός γι’ αυτό και ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής
και κάθε άλλος), θα είχαμε ένα (μέτριο; υποφερτό; ανυπόφορο;) δράμα. Θα ήταν σα
να βρισκόταν στο μικρό καράβι κατά λάθος,
(: ως Άλλος θέλησέ το), να έτρωγε κατά λάθος, να τρωγόταν κατά λάθος.
Φτυσιά στα μάτια: Στους στίχους
979-980 του Οιδίποδα η Ιοκάστη μιλάει
για το πώς γίνεται η ζωή παραμείνει υποφερτή εφόσον αδιαφορούμε για τις
ερωτήσεις. Την ίδια ώρα ο Οιδίποδας επαναλαμβάνει τη μόνιμη επωδό του: εγώ είμαι, εγώ είμαι, εγώ είμαι. Για
κάθε εγώ που ξεστομίζει υπάρχει μια
δεύτερη ερώτηση που ξεπηδά από τα θάμνα, που φτύνει το φαρμάκι της σα φίδι.
Ο Οιδίποδας θέλει: Ο Οιδίποδας δεν
θέλει να μυρίσει το κρέας του (να υπάρξει μέσα από τον χαμό του), μήτε να
μυρίσει το κρέας τον άλλων (να αγαπήσει αφανίζοντάς τους). Ο Οιδίποδας θέλει να
μυρίσει τον ίσκιο του.
Ολοκλήρωση: Ο Οιδίποδας
πεινάει για τούτον τον ίσκιο – για μια ύπαρξη που είναι κάτι περισσότερο από το
βάρος της: απαιτεί να μάθει την ιστορία του
μέχρι το τέλος (μέχρι τη μήτρα που τον γέννησε, μέχρι τ’ αρχίδια που τον
έσπειραν) για να ολοκληρώσει (: τελειώσει) το εγώ
του.
Όλον τον αέρα: Οι στίχοι 1182-1185
θα μπορούσαν να είναι στίχοι θριάμβου: τα
πάντ’ αν εξήκοι σαφή. Κάποιος γεννήθηκε από αυτούς που δεν έπρεπε, σκότωσε
όσους δεν έπρεπε, κοιμήθηκε με όσους δεν έπρεπε, γέννησε όσους δεν έπρεπε, και
τώρα κατέλαβε όλην τη σκηνή, όλο το θέατρο, όλο το κάδρο της εικόνας, όλον το αέρα της εικόνας – τόσο που κάθε
άλλος θα πεθάνει από ασφυξία… Ο Οιδίποδας είναι κάποιος που πεινάει για όσα δεν
πρέπει – κάποιος που υπάρχει ενώ δεν πρέπει,
κόντρα στην Ιστορία, στον Θεό, στον Νόμο, στο χρέος, στον εαυτό (σε ό,τι
αντέχουμε να ονομάζουμε εαυτό).
Κόντρα: Η τραγωδία: μια ύπαρξη κόντρα στην ύπαρξη.
***
Θα βιωθεί: Ο κόσμος προσκαλεί. Ο άνθρωπος αναμετριέται με αυτόν
τον κόσμο – με την πρόσκληση του κόσμου, με την υπόσχεση του κόσμου πως θα βιωθεί.
Αντι-ιστορία: Ένα φριχτό θανατικό
που απλώνει στην πόλη. Η τραγωδία αρχίζει όταν ο Οιδίποδας αντιλαμβάνεται το
θανατικό των άλλων ως δική του υπόθεση. Είναι βέβαιο πως φταίει μονάχα το κακό
του το κεφάλι: ανάμεσα στους σοφούς του σίγουρα θα υπήρχε εκείνος ο σεβάσμιος
γέροντας που ξέρει Ιστορία, να του
πει πως έτσι γίνεται στα βασίλεια όλων των αιώνων, πως πάντοτε πεθαίνει από
θανατικό ο λαουτζίκος, πως έτσι είναι η ζωή. Και πως όταν κάποιος εμπλέκεται με
το φαγητό του (ή με τον λαό του), σύντομα θα τον μοιράσουν κομμάτι-κομμάτι.
Ο σερ Φράνσις Ντρέϊκ επιτιθεται στη Ριοάτσα: Ο Οιδίποδας είναι κάποιος που απαντάει διαρκώς στην πρόσκληση του
κόσμου με ένα αδιαπραγμάτευτο εγώ είμαι. Ο κόσμος, η χοϊκή διαδοχή
των γεγονότων του κόσμου, η προϊστορία, οι πράξεις των ανθρώπων, υπάρχουν γι’
αυτόν: το Μαντείο προφητεύει για αυτόν πριν καν υπάρξει, ο Λάιος του τρυπά του
πόδια, ο βοσκός τον σώζει, οι βασιλιάδες της Κορίνθου τον μεγαλώνουν, ο
Απόλλωνας του στήνει πλεκτάνες, ο γέρος τον προσβάλλει στο τρίστρατο, η Σφίγγα
τού βάνει αινίγματα, η Ιοκάστη τού προσφέρεται ως έπαθλο, ο λαός της Θήβας
πρώτα τον δοξάζει κι έπειτα πέφτει στα γόνατα κάνοντας ικεσία – και νωρίτερα
από όλα αυτά (ή μήπως ταυτόχρονα;) ο
Λάιος ξελογιάζει τον Χρύσιππο (ο Φράνσις Ντρέικ επιτίθεται στη Ριοάτσα). Ο
Οιδίποδας θέλει να αντικαταστήσει την Ιστορία με την ύπαρξή του. Αν η τραγική
πείνα είναι μια ατομική ορμή ενάντια στην Ιστορία, ο Οιδίποδας είναι ο μόνος
που συνειδητοποιεί την πείνα του δίχως να την απαρνείται.
Ίσκιος: Ο Οιδίποδας
αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως μια
ερμηνεία του εαυτού του. Ο κόσμος
υπάρχει επειδή εκείνος ο ίδιος τον σκιάζει. Ο Οιδίποδας είναι κάποιος που βιώνει τούτο τον ίσκιο του ως διαρκή απάντηση
σε όλη τη ζωή: από τους ήρωες της μεταγενέστερης λογοτεχνία, μόνον ο Άμλετ
προσπαθεί να κάνει το ίδιο – και στο τέλος μάς παραδίδει τη δραματική ανημποριά
του.
Valjean: Ο μεγαλύτερος αντι-Οιδίποδας της λογοτεχνίας (ίσως να) είναι ο
Αγιάννης – ακριβώς γιατί είναι ένας ίσκιος δίχως σώμα, ένα ξόανο ντυμένο με
ρούχα, δίχως σάρκα, δίχως έστω πείνα για σάρκα. Είναι ένας ανύπαρκτος που
περιφέρετε με μοναχή του υπαρκτική ορμή τη θλίψη του για την ανημποριά του να
φάει – ουσιαστικά την ίδια του την ανυπαρξία.
Εκείνο το πρωινό ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε: Ο κόσμος προσκαλεί: ο Οιδίποδας
τον βιώνει γιατί λογαριάζει τον κόσμο για ακουστέο.
***
Αποφασίζεις: Κάτι σαν καρκινική φράση: κάθε μύθος που θα
διαβαστεί ως θρησκεία θα σκλαβώσει – κάθε θρησκεία που θα διαβαστεί ως μύθος θα
γκαβλώσει (θα έγραφα: θα διεγείρει αν
δεν φοβούμουν το ξεγλίστρημα της λέξης προς ένα πολιτικό πρόταγμα).
Περιμένουμε: Στο κέντρο οι
άνθρωποι: επιβιώνουμε, πεινούμε, διαβάζουμε.
Forgetful snow: Ο Αριστοτέλης ενθουσιάζεται με τον Οιδίποδα Τύραννο, όχι γιατί στρέχει στις τεχνικές προδιαγραφές του
ορισμού με αξιοθαύμαστη συνέπεια (και πώς αλλιώς, καθώς όλα δείχνουν πως ο
ορισμός φτιάχτηκε πάνω στον Οιδίποδα),
μα κυρίως γιατί μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα ανθρώπινο πάθημα, ως μια δοκιμασία του
ανθρώπου από τον Θεό του, ως μία παραβολή για το τι παθαίνει όποιος βρεθεί στα
δίχτυα μιας ουράνιας υπεράνθρωπης δύναμης. Για τον Αριστοτέλη το δίχτυ του Θεού είναι ερμηνευτική ανάγκη:
συνειδητά ή ασυνείδητα, κατανοεί την ύπαρξη διά της ανθρώπινης αποστολής – άρα αποδέχεται σιωπηλά (ή και όχι τόσο
σιωπηλά) όλη την κοσμοδιόρθωση του απαίσιου δασκάλου του: καθώς ετοιμάζει τον χριστιανικό κόσμο (δίχως
να τον ξέρει), δεν το έχει σε τίποτε να ορίσει ως κορυφαία τραγωδία ό,τι του
φάνηκε για θρησκευτική παραβολή.
Κουρντισμένος: Το κρίσιμο δίστιχο
που επιβεβαιώνει τον Αριστοτέλη (και μαζί με αυτόν όλους τούς παπάδες όλων των
αιώνων) υπάρχει μέσα στο κείμενο: Απόλλων
τάδ’ ην, Απόλλων, φίλοι, * ο κακά κακά τελών εμά τάδ’ εμά πάθεα
(1329-1330). Αν στρέχει αυτό το δίστιχο, τότε δεν υπάρχει τραγωδία – τότε ο
Οιδίποδας κακώς βγάζει τα μάτια του, κακώς φεύγει από τη Θήβα, κακώς θρηνεί.
Όπως επιμένει και ο καθοδηγητής Φαντάρος στο Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, έπρεπε να ανταμειφθεί με δωρεάν φαγητό στο
Πρυτανείο, να τιμάται ως ο απολύτως κουρντισμένος υπηρέτης της δόξας του
Απόλλωνα.
Καλοί γκρεμοί: Ο Αλεξάνδρου (στο Κιβώτιο) απαντάει σε αυτό το ερώτημα με
τη λεγόμενη ελευθερία του θανάτου: ο
Οιδίποδας είναι ένοχος γιατί όταν άκουσε τον χρησμό συνέχισε να ζει και δεν
αυτοκτόνησε επιτόπου ή δεν έπεσε στον κοντινότερο γκρεμό (πάντοτε υπάρχουν καλοί γκρεμοί κοντά στα μαντεία). Όμως
και πάλι μια τέτοια απόφαση θα ήταν μια πολιτική αποκοτιά, μια ύστατη
νοηματοδοτημένη ανυπακοή – μα δεν θα ήταν τραγωδία,
ακριβώς γιατί δεν θα χόρταινε μια βαθιά πείνα αλλά θα πλήρωνε έναν στόχο.
Μεσημέρι: Ο Οιδίποδας επέλεξε
την τραγωδία από την ώρα που επέλεξε να ζήσει κόντρα στον χρησμό, κόντρα στον
Απόλλωνα, κόντρα στο ίδιο του το πεπρωμένο. Για το πρησμένο εγώ του, ο μόνος
λόγος για να αυτοκτονήσει ήταν να τον προσπεράσει ο Απόλλωνας λογαριάζοντας τον
για δεύτερο, να του πει πως τζάμπα ο
γονιός σου θέλησε να σε ξεκάνει στον Κιθαιρώνα, πως τζάμπα σε πρόσβαλαν στην
Κόρινθο, πως για σένα δεν υπάρχει καμιά φριχτή προφητεία και καμιά απαίσια
Σφίγγα, πως είσαι κάποιος που δεν αξίζει να γραφτεί στο μαύρο κιτάπι της
Ειμαρμένης. Όταν λαμβάνει τον χρησμό, ο Οιδίποδας λύνει διαμιάς το αμλετικό
δίλημμα: ζει και θα ζει επειδή υπάρχει
– ακριβώς γιατί εκείνη τη στιγμή ο κόσμος έχει γίνει ακουστέος.
Ο φόβος φυλαει: Περισσότερο από
κάθε άλλο κείμενο, ο Οιδίπους Τύραννος
μας δείχνει πως η τραγωδία είναι μια διαδρομή ολοκληρωτικής αντίθεσης με τον Θεό και την τάξη του. Όταν ο ήρωας
έξαφνα φωνάζει ετούτον τον Θεό του,
σημαίνει πως φοβήθηκε την τραγωδία του, φοβήθηκε την πείνα του, φοβήθηκε τη
μυρωδιά του – ή πως τη φοβήθηκε ο συγγραφέας, οι θεατές, ο υποκριτής αναγνώστης.
Απόγευμα: Ο Οιδίπους Τύραννος (μέχρι την ώρα που ο
αιμομείκτης φονιάς βγάζει τα μάτια του) είναι το όριο της ελευθερίας της
ύπαρξης απέναντι στην ύπαρξη. Κατόπιν η τραγωδία τελειώνει: η κοινωνία, η
θρησκεία, η ιστορία ακονίζουν τα μαχαίρια τους.
Αναγκαιότητα: Αχ το απόγευμα – συγχωρήστε με που έπρεπε να είχε έρθει
το απόγευμα.
***
Για προσκύνημα: Ο Οιδίπους επί Κολωνώ είναι μια τραγωδία όπου
ο ανθρωπινότερος ήρωας του νου μας παραδίνεται (οριστικά και αμετάκλητα;) στη
θεολογία. Ο τυφλός Οιδίποδας πάει στον Κολωνό για να βρει έναν τόπο όπου δεν θα
έχει διόλου ίσκιο – έναν τόπο που δεν θα υπάρχει. Τρεις αλλεπάλληλες
προσκλήσεις (Ισμήνη, Κρέοντας, Πολυνείκης) τον καλούν πίσω: στη Θήβα, στον
πόλεμο, εκεί όπου ακόμη ο κόσμος βιώνεται.
Ο Οιδίποδας αρνείται: ο κόσμος του βιώματος του είναι ξένος – γυρεύει κάτι
άλλο. Αν το μπορούσε, θα φορούσε ράσα από το 401 π.Χ. – κρίμα στους παπάδες που
δεν τον βάλανε στην είσοδο των εκκλησιών τους σε εικόνα για φίλημα και για προσκύνημα.
Ανάληψη: Το τέλος του Οιδίποδα επί Κολωνώ απηχεί την άρνηση
της κλασικής αρχαιότητας να επινοήσει ένα οποιοδήποτε τέλος για τον Οιδίποδα:
έτσι τον μετατρέπει σε ένα υπόδειγμα –
σε κάτι που πλέον μπορεί να σταθεί στον μετα-θάνατο. Ο Θησέας τον συνοδεύει σε
μια έξοδο-ανάληψη-θέωση όπου όταν εμφανίζεται το τέλος σηκώνει το χέρι
σκιαγμένος σα να ’δε έναν δεινό φόβο (ως
δεινού φόβου φανέντος). Το πρέπων θα ήταν να βγούνε άγγελοι να ψέλνουνε
στον ουρανό.
Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών: Ο Οιδίπους επί Κολωνώ είναι
ένα ακόμη απαίσιο έργο ειρήνευσης – από εκείνα τα κείμενα που επιχειρούν
μεγαλοφυώς να εκπολιτίσουν την τραγική πείνα, να τη χτίσουν μέσα στο οικοδόμημα
της απανθρωπιάς μιας αντιτραγικής εξουσίας, με τον ίδιο τρόπο που πρέπει στα
γεφύρια να χτιστεί η γυναίκα του πρωτομάστορα. Για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία
της τραγωδίας ο ήρωας επιλέγει να μη ζήσει έστω ένα ταπεινό δράμα, ούτε καν
μιαν υποτυπώδη περιπετειούλα – ακριβώς γιατί επίκειται να συναντηθεί (: να
ενωθεί) με μια κούφια μεγαλοϊερατική σάχλα, μια φενάκη που ορίζει τη ζωή από
ένα μαρμαρένιο επέκεινα. Όταν προφέρεται εκείνος ο δεινός φόβος, ο σκηνοθέτης ας βάλει τους πάντες να κάνουν τον
σταυρό τους μουρμουρώντας βοήθειά μας.
Αλίμονο: Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ο Οιδίποδας είναι
κάτι περισσότερο από ηττημένος, κάτι βαθύτερο από στειρωμένος, κάτι χειρότερο
από λοβοτομημένος, κάτι απεχθέστερο από δικαιωμένος, κάτι φριχτότερο από σοφός,
κάτι αθλιότερο από πεπεισμένος πως το φαγητό είναι αμαρτία: είναι χορτασμένος – οριστικά και αμετάκλητα.
Χωνευτικό: Ο Οιδίπους επί Κολωνώ είναι ένα έργο για
την καλή χώνεψη.
***
Στρείδια: Ο Νίτσε για τον
Άμλετ στους Παράκαιρους στοχασμούς: Άμλετ, ποιος σου είπε να ρουφάς τους
ανθρώπους σαν τα στρείδια; Ο Άμλετ ήθελε να κάνει κάτι που ο Οιδίποδας το
κατάφερε.
Ζωτική ανυπακοή: Ο Οιδίποδας είναι η
μεγαλύτερη ζωτική ανυπακοή στην ιστορία του ανθρώπινου νου: ρουφάει κάθε άνθρωπο και κάθε τέρας που
συναντάει μέχρι το τέλος: χαλνάει τη Σφίγγα σκοτώνει τον πατέρα του, κοιμάται
τη μάνα του, χαλνάει κάθε οικογενειακή σχέση. Όταν φεύγει από το μαντείο,
πηγαίνει ντουγρού: στο τρίστρατο του φόνου, στο τέρας που ρωτά, στη μήτρα της
μάνας του. Θαρρείς να μυρίζει την προφητεία και να τραβιέται απ’ τα ρουθούνια.
Αχόρταστος: Μα όσους ανθρώπους
κι όσα τέρατα κι αν ρουφήξει, ο Οιδίποδας απομένει αχόρταστος: εκείνο που τον
γνοιάζει είναι ο ίσκιος του.
Όσο ρουφάει: Ο Οιδίποδας υπάρχει όσο ρουφάει τον ίσκιο του – επειδή ρουφάει τον ίσκιο του. Η τραγωδία του
τελειώνει δίχως λόγια: όταν βγάζει τα μάτια του τα τρώει. Μπροστά σε όλους μας, τρώει.
Απομένουμε: Η σκηνή αδειάζει.
Οι άνθρωποι απομένουμε με τη μυρωδιά.
***
[Το όνομά του:
Τον λέγανε Οιδίποδα
γιατί είχε σημαδεμένα πόδια,
κι εκείνος τούς άκουγε σιωπηλός,
τα λόγια τους σα φτυσιές έπεφταν
πάνω του,
δεν μιλούσε.
Ώσπου μια μέρα δεν άντεξε,
«δεν με λένε Οιδίποδα»,
φώναξε σε φίλους και εχθρούς,
«με λένε Ιησού
και π ά ν τ ο τ ε αγαπιόμουν με
τη μάνα μου».
(Γι’ αυτό εξάλλου και του κάνανε
ό,τι του κάνανε,
με τα ακάνθινα τα στεφάνια και
τους σταυρούς,
του βδελυρού τού αιμομίκτη.)]
Παρελθέτω: Ο Οιδίπους είναι
μια εκδοχή του Χριστού για προχωρημένους / ο Χριστός είναι μια εκδοχή του
Οιδίποδα για φοβισμένους. Και οι δυο βαρύνονται με τρομερές προφητείες – όλοι
οι μάγοι-προφήτες-πακετάδες της απάτης-αγάπης του καιρού τους συμφωνούν πως τα
δύο βρέφη θα κάνουν ζημιές. Και οι δυο σώζονται από συμπονετικούς βοσκούς. Και
οι δυο συναντάνε τον διάβολο που τους βάζει πειρασμούς (τον χρησμό του μαντείου
ο πρώτος, τον ίδιο τον διάβολο ο άλλος) – και οι δυο αρχίζουν να βαδίζουν στα
τρίστρατα… Κι έπειτα ο καθένας διαλέγει. Ο Χριστός αποφασίζει να πάει με τον
Πατέρα, και να ζευτεί σε μια σιγουράντζα: θα απαρνηθεί τη μάνα του, θα αφήσει
τη γυναίκα που τον γκαβλώνει, θα πάει ως σφάγιο σε έναν σταυρό για να δοξαστεί
ο πατέρας. Ο Οιδίποδας σκοτώνει τον πατέρα, πλαγιάζει τη γυναίκα που τον
γκαβλώνει, κι ας είναι μάνα του, σταυρώνεται μονάχος, στο τέλος βγάζει τα μάτια
του, παροχετεύεται μες στην
τυφλότητα.
Οιδίνους: Ο Οιδίπους περιέχει
μια προϊστορική γνώση (οίδα) μέσα στο
όνομά του. Είναι ένας άνθρωπος που δεν
υπήρξε γιατί θα υπάρξει: μια παραμορφωμένη γνώση, μια πρησμένη γνώση που
δεν αντέχεται και πρέπει όχι απλά να
παροχετευτεί (για να λυτρώσει το οίδημα) αλλά να διοχετευτεί για να το απλώσει. Ο Οιδίπους είναι Οιδίνους.
Χάθηκα: Ο Χριστός
καλουπώνει μια ανάγκη νοήματος: χάθηκα για
τους άλλους. Ο Οιδίποδας καλουπώνει μια ανάγκη απονενοημένου
χαιρετισμού: χάθηκα για τον ίδιο μου τον
εαυτό – από τον ίδιο μου τον εαυτό, προς τον ίδιο μου τον εαυτό…
Γουργούρισμα: Ο ένας έγινε θρησκεία – ο άλλος ένα γουργούρισμα στην κοιλιά.
[Η
μπέσα:
Στους δρόμους τούς βοιωτικούς
ποιος λες να γυρίζει
θολωμένος; –
ποιος λες
να ψάχνει τα τρίστρατα,
και να ρωτάει αν είναι να περάσει από κει
κάποιος υπερφίαλος γέρος
με ύφος εγώ-τα-ξέρω-όλα;
Θα σου το πω, λοιπόν:
στους δρόμους τούς βοιωτικούς
γυρίζει αλυχτισμένος ο Ιησούς
(ο γνωστός Ιησούς – ποιος άλλος;)
Κι όλο εύχεται κι όλο προσμένει
να συναντηθεί επιτέλους με τον φριχτό πατέρα του,
ν’ αστράψουν επιτέλους τα μαχαίρια,
ναγίνειημπέσα.]