θανάσης τριαρίδης * Η επερχόμενη πείνα 

 κεφάλαιο πρώτο

 

 

 

 

1. Η πείνα: όταν οι άνθρωποι

ορέγονται τον Λόγο

 

 

 

 

Θυμάμαι: Θυμήσου εκείνο το τραγούδι: Ήταν ένα μικρό καράβι κλπ.

 

Λαχτάρα: Η τραγωδία είναι ανεξήγητη – εξίσου ανεξήγητη με τη λαχτάρα για κόκκινο κρέας.

 

Το δικό μας: Η τραγωδία είναι η λαχτάρα για το κόκκινο κρέας μας.

 

Η λησμονημένη. Η τραγωδία είναι η λησμονημένη. Στρατιώτης που σταυρώθηκε * φιλί που αρρώστησε * πυρετός που έπεσε. Μα τι παράλογο: όλοι θυμόμαστε τη λησμονημένη, επειδή τη λησμονήσαμε. Το μικρό καράβι ήταν α – α – αταξίδευτο – μα, διάολε, σ’ αυτό το μικρό καράβι θελήσαμε όλοι μας να ανεβούμε.

 

Διερώτηση: Μία και μόνη δι-ερώτηση: άραγε ανεβήκαμε στο μικρό καράβι γνωρίζοντας (ή κατέχοντας κάπου στο σκοτεινό μας ασυνείδητο) το τραγούδι για εκείνο το μικρό καράβι; Αν όχι, τότε όλα στη ζωή μας συνέβησαν είτε κατά τύχη είτε κατά λάθος είτε κατά το θέλημα Κάποιου Άλλου). Αν ναι, κάπου ανάμεσα στην τύχη και τα λάθη, ψιλοϋπάρχουμε – όσο μπορούμε να αντιγυρίσουμε  κάτι στον απονενοημένο χαιρετισμό του κόσμου.

 

Στο τέλος απομένει: Η τραγωδία (ως διανοητική πρόταση, ως ενδεχόμενο βίωμα, ως ανθρώπινο μυστήριο, ως άβυσσος που σε ζυγώνει, ως ό,τι τέλος πάντων) είναι ατελής, πάντοτε ατελής, εντελώς και πέρα για πέρα ατελής. Τι εννοώ; Πως η τραγωδία είναι η αρχή και όχι το τέλος – όσο κι αν σωθήκαν ό – ό – όλες οι τροφές, το τέλος απομένει πάντα στο χέρι μας (ή: στο τέλος απομένει πάντα το χέρι μας – το χέρι-που-κρατάει-το-ματωμένο-μαχαίρι, ας πούμε).

 

Ακροθαλασσιά: Η τραγωδία επίκειται – δεν είναι κάτι συντελεσμένο, ένα διανοητικό project κλεισμένο σε έναν ολέθριο ορισμό, βιβλία φιλοσοφίας και προφητείες της ακροθαλασσιάς. Η τραγωδία είναι κάτι θολό και εξωφρενικά σαφές που θα γίνει κατά μόνας για τον καθένα μας. Σε μια άλλη ακροθαλασσιά, δικιά μας – εν προκειμένω, στην ακροθαλασσιά μου.

 

 

Η πεινασμένη αλεπου: Όσοι μιλούνε για πράξεις σπουδαίες και τέλειες μιλούνε για θρησκείες, φιλοσοφικές Αλήθειες, για Ιερά ή ιερωμένα (: μυρωμένα) βιβλία, για βαλσαμωμένους στρατιώτες και πετρωμένα καράβια, για μαρμαρωμένους κόσμους, μιλάνε για μια φενάκη. Δεν υπάρχει σπουδαία τέλεια πράξη – υπάρχει το φαγωμένο σώμα μας.

 

Προς τι; Το φαγωμένο σώμα ως βούληση και ως παράσταση. Ωδοιπόρεις δε προς τι τούσδε τους τόπους;

 

πολυποδασ: Κι οι άνθρωποι; Πού είμαστε οι άνθρωποι; – ποιοι; – από πού; – για πού; Τι κάνουμε;  Σε ποιανού το όνειρο αλυχτάμε; Ποια αλεπού (ποιανού η αλεπού) σκάβει την κοιλιά μας; Ποιος είναι τούτος ο πολύποδας;

 

Στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου. Κάποτε, ίσως ενώ δεν το ξέρουμε (ή κάνουμε πως δεν το ξέρουμε) οι άνθρωποι ρίχνουμε τον κλήρο – να δούμε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί.

 

***

 

In that sleep: Η τραγωδία είναι βαθιά ανήθικη – σαν τη λαχτάρα μας για κόκκινο κρέας.

 

The question: Ω, ανεβήκαμε στο αταξίδευτο καράβι. Τι θέλουμε: να φάμε ή να φαγωθούμε. That is the question. (Και, αν σε ενδιαφέρει, είναι ακριβώς το ίδιο ερώτημα εκείνου του Δανού πρίγκιπα).

 

Μέλλον: Μιλούμε για την τραγωδία με τον ίδιο τρόπο που μιλούμε για το μέλλον μας: μιξοθεολογικές κατασκευές, αστρολόγοι και χαρτορίχτρες, ευσεβείς πόθοι, ψυχιατρικές εκθέσεις, λυτρωτικές εξομολογήσεις, το life style ενός μεταθετικού blind date, όλα μαζί, ένα χαρμάνι λόγων και προσδοκιών, κάτι σαν παραγάδι σε μιαν άβυσσο ηθικών αξιών όπου γυρεύουμε να ψαρέψουμε κάτι. Σαν τυφλοί, προσπαθούμε να ψηλαφήσουμε με τα χέρια ένα τάχα σχήμα, προσπαθούμε να κατανοήσουμε ως σχήμα την ίδια την αγωνία μας να υπάρχει σχέδιο – με άλλα λόγια, ζητούμε και στην τραγωδία αυτό που μας έμαθαν να ζητούμε από κάθε ανθρώπινη έκφραση οι αιώνες του απαίσιου χριστιανισμού: έναν ολοκληρωτικό σκοπό (που είναι μια συγκαλυμμένη Σωτηρία). Προσβλέπουμε στην τραγωδία με τον ίδιο τρόπο που προσβλέπουμε στο μέλλον μας: σε μια χριστιανική γωνίτσα κι όχι σ’ ένα ξέφωτο. Αποτραγικοποιούμε το κείμενο για να το διδάξουμε στους εαυτούς μας – για να διαιωνίσουμε τους εαυτούς μας, για να διδάξουμε τους εαυτούς μας στον εαυτό μας, για να αυτοταριχευτούμε.

 

Οι μούμιες ξυπνούνε: Ωστόσο συμβαίνει σε όλα (μα όλα) τα όνειρά μας οι παμπάλαιες μούμιες ξυπνούνε. Καμία δίψα δεν θεραπεύεται. Όποιος ταριχεύεται ταριχεύεται για να ξυπνήσει – για να γεμίσει την οθόνη με φρέσκο αίμα.

 

***

 

Δοκιμαζουμε τη γευση μασ: Η τραγωδία είναι μια παρεκτροπή – ένα καθολικό είδος που φτιάχτηκε να ολοκληρωθεί κατά μόνας. Μονάχοι αγαπάμε, μονάχοι πεθαίνουμε. Μονάχοι δοκιμάζουμε τη γεύση μας (από το είναι μας, το σπέρμα μας, το κάτουρό μας, απ’ τα σκατά μας) – και ξέρουμε καλά τι κρίμα έχουμε πάρει στο λαιμό μας.

  

Γλιστράει: Τριών λογιών κείμενα υπάρχουν που απευθύνονται καθολικά στην ανθρωπότητα ή σε επιμέρους κοινότητες: τα κείμενα των θρησκειών (κατά το πλείστον ονομάζονται ευ-αγγέλια), τα έπη και οι τραγωδίες. Τα κείμενα των θρησκειών είναι κείμενα θανάτου – με την έννοια πως όλα, δίχως εξαίρεση, μιλούν για τον τρόπο που οι άνθρωποι ονειρεύονται (ή τον τρόπο που επιθυμούν) τον θάνατό τους. Τα έπη φτιάχτηκαν, λίγο-πολύ, για τους ίδιους ανθρώπους, γιατί θέλησαν να ονειρευτούν μια κάποια τάξη για τον θρησκειοποιημένο κόσμο τους. Οι τραγωδίες είναι εκείνες οι διανοητικές επικράτειες όπου οι άνθρωποι ονειρεύονται τη ζωή τους – ή και την ελευθερία. Το ξεστράτισμα είναι κρίσιμο: για πρώτη φορά ένα κείμενο που απευθύνεται σε μια κοινότητα γλιστράει στην ατομική συνείδηση του καθενός.

 

Η ανθρωπιά λιανίζει: Στην τραγωδία οι άνθρωποι λιανίζονται από την ίδια τους την ανθρωπιά – την ανθρωπιά ενός ανθρώπου σοφού (homo sapiens) όσο και δολοφόνου (homo necans). Κάπου στο ανάμεσο φωλιάζει η πείνα (το άλλο τού κόσμου το ονομάζει ο Στάινερ) ως ο πιο βαθύς σπασμός της ανθρωπινότητας, ως ανεξέλεγκτη (: αρρύθμιστη) επιθυμία των ανθρώπων να ζήσουν μια ορμή κόντρα στην ίδια τους την επιβίωση και σε όσους ηθικούς, κοινωνικούς ή μεταφυσικούς δεσμούς επιβάλλει αυτή.

 

Η ζωή απομένει: Η τραγωδία αναφέρεται σε μια μεγάλη ανθρώπινη προσδοκία: την  ώρα που οι άνθρωποι (σοφοί και δολοφόνοι) αρχίζουν να ορέγονται τους ίδιους τούς εαυτούς τους. Δεν μπορώ να ξέρω πόση από αυτήν την πείνα τους παράγεται από τη σοφία και πόση από τον φόνο.  Μα εάν δεν υπάρχει τούτη η προσδοκία (η πείνα, το άλλο τού κόσμου – ή ό,τι άλλο), η ζωή απομένει μια τεχνική πιθανότητα, άρα μια τεχνική διαχείριση του διανοητικού στρατοπέδου (lager).

 

Ονειρευόμαστε πως έχουμε ξυπνήσει: Ειδάλλως ονειρευόμαστε πως κάπου στο πιο βαθύ μας όνειρο έχουμε ξυπνήσει και στεκόμαστε λαίμαργοι πάνω από τον εαυτό μας που κοιμάται.

 

***

 

Οι ορισμοί: Όλοι οι ορισμοί σκοτώνουν.

 

Βαλσαμωμένοι την ώρα που: Η τραγωδία δεν είναι μίμηση. Η τραγωδία γεννήθηκε ως πράξη – και ποτέ της δεν απονευρώθηκε Ο Αριστοτέλης με τον ιδιοφυώς ολέθριο ορισμό του βαλσάμωσε την τραγωδία  – και μαζί βαλσάμωσε όλους εμάς, την ώρα που ρίχνουμε τον κλήρο.

 

Μεταθεση: Η τραγωδία ήταν εξαρχής ένας κοινωνικός αυτο-ερεθισμός. Η τραγωδία φτιάχτηκε για να ετοιμάσουμε την πείνα μας και όχι για να χορτάσουμε – πολύ περισσότερο για να μεταθέσουμε ένα βαθύ καταδικό μας όνειρο σε ένα κουφάρι που στέκει στο κέντρο της σκηνής. Με τον ίδιο τρόπο που ένας άντρας μαλακίζεται ή μια γυναίκα χαϊδεύεται για να γκαβλώσει – μα κανείς δεν τους λέει πως μιμούνται.

 

Ιστοριοποίηση: Η τραγωδία έπαψε επειδή η βαθιά πείνα ιστορικοποιήθηκε – επειδή η σωκρατική ηθική διδαχή επικράτησε. Η τραγωδία έπαψε, επειδή ο κόσμος τρόμαξε από τον εαυτό του – και κάλεσε τον έναν μεγάλο Φιλόσοφο να αναλάβει δράση.

 

Meister: Ο Αριστοτέλης όρισε την τραγωδία ως μία άσκηση κοινωνικής εκτόνωσης. Ουσιαστικά παράχωσε την ορμή της τραγωδίας διδάσκοντάς την ως επιμορφωτική δομή – επί της ουσίας, τη θεολόγησε πριν την ώρα της. Ο Αριστοτέλης ερμήνευσε την ορμή της συνειδησιακής πείνας ως πρόγραμμα απενοχοποίησης. Η ερμηνεία του είναι μια  απλοϊκή ψυχολογική μετάθεση: άλλοι λυτρώνονται βλέποντας το σπαραγμό (κουφάρια και γαίματα) στη σκηνή. Η τραγωδία του με την κάθαρσή του είναι μια εκλεπτυσμένη Αποκάλυψη του Ιωάννη: ακόμη κι αν δεν υπήρχε, οι επερχόμενοι παπάδες και οι ψυχίατροι θα τον είχαν εφεύρει.

 

Εφόσον: Εφόσον ο κόσμος παραμένει μια πιθανότητα των τρεμάμενων ανθρώπινων σωμάτων και όχι η βεβαιότητα μιας δοσμένης Τάξης, ηθικής, πολιτικής, θρησκευτικής ή όποιας άλλης, η τραγωδία δεν είναι μια μίμηση που λυτρώνει, δεν είναι μια παιδαγωγική πράξη που ψυχαγωγεί, ένας παραδειγματικός φόνος στο μέσο της πλατείας, ένα χωράφι με σκιάχτρα που θα διώξει τα κακά πουλιά – εφόσον νιώθουμε πως το σταροχώραφο με τα κοράκια που είδε ο Βαν Γκογκ στην εξοχή της Οβέρ στις 27 Ιουλίου του 1890 έχει κάτι να κάνει με τον στερνό και απαγορευμένο δεινό φόβο του Οιδίποδα επί Κολωνώ – με άλλα λόγια, εφόσον νιώθουμε μέσα μας πως γυρεύουμε να εκφραστούμε πάνω σ’ ένα σύμπλοκο συσπειρωμένης πείνας και ανάγκης για χαιρετισμό πέρα από το νόημα,  η τραγωδία είναι μια πρόσκληση, παραμένει μια πρόσκληση – και, σε πείσμα της όποιας ερμηνείας,  προ-αναγγέλλει την ολοκλήρωσή της μέσα στην επερχόμενη πείνα του καθενός από εμάς.

 

Ορισμός: Αυτό, λοιπόν, ας είναι η τραγωδία, * μια πράξη ατελής, ντυμένη το μανδύα μιας τέλειας μίμησης * μια τριπλή βούληση της συνείδησης να υπάρξει μέσα στο τέλος της, να επιθυμήσει τους άλλους μέχρι τον αφανισμό τους, να βάλει ερωτήσεις που απαντιούνται μονάχα με τον εαυτό * μια ατομική ορμή που αποδιοργανώνει τον καθολικό κείμενο Λόγο * μια ροπή των ηρώων να φάνε το εγώ τους *

 

μια μουγγή ανάγκη των θεατών να ολοκληρώσουν ό,τι έμεινε μισό * διά της ηθικής ελευθερίας να μολυνθούν από τη συνειδησιακή πείνα τους *

 

εντέλει ρίχνουν τον  κλήρο όχι γιατί φοβούνται αλλά γιατί βιάζονται.

 

Επανάληψη: Όλοι οι ορισμοί σκοτώνουν – μην το ξεχάσεις.

 

***

 

Άμα είναι να σωθούμε: Το αντίθετο της τραγωδίας είναι η πίστη. Η μιάνα υπάρχει για να σώσει, η άλλη υπάρχει για να ξεβράζει στον χαμό. Όποιος πιστεύει δεν μπορεί να ζήσει με την πείνα του – δεν υπάρχουν παθήματα, μήτε το διακύβευμα μιας ανθρωπινότητας. Η τραγωδία είναι γέννημα της απιστίας, μόνο της απιστίας. Δες το κι αλλιώς: εάν υπάρχει κάποιος που σώζει, δεν υπάρχει τραγωδία. Άμα είναι να σωθούμε, σημαίνει πως πεθάναμε πριν πεθάνουμε.

 

Ακενατόν: Διανοητική απαρχή της τραγωδίας ίσως και να ήταν ο Φαραώ Ακενατόν (προσοχή: ίσως και να ήταν…) Διανοητική απαρχή της τραγωδίας ήταν μια ώρα που οι άνθρωποι ένιωσαν πως o ουρανός γεμίζει με το μεγάλο φάντασμα του νου τους – κι αποφάσισαν να φάνε αυτό το φάντασμα. Η τραγωδία προϋποθέτει μια συνείδηση που γουργουρίζει.

 

Εκείνο το χέρι: Η τραγωδία είναι ο χώρος όπου δεν υπάρχει Θεός και όλα επιτρέπονται. Ίσως γι’ αυτό να κολλούμε στην τραγωδία με την ίδια ακριβώς μανία που κολλούμε με τον όποιο Θεό. Έννοια σου, όμως: στο τέλος θα φάμε το χέρι που μας θρέφει.

 

Είναι ο πυρετός που έπεσε: Η τραγωδία είναι τοξική. Μολύνει σαν τοξικό απόβλητο τους υποκριτές, τον χορό, τους θεατές, την ανθρωπότητα. Δυο χιλιάδες χρόνια μετά ο Μπουοναρότι ζωγραφίζει τον εαυτό του αδειανό τομάρι. Ο Άμλετ βλέπει στο κρανίο του Γιορκ τη βαθύτερη επιθυμία του. Ο Γκόγια ονειρεύεται ένα ολομόναχο σκύλο. Ο Πόου αντικρίζει τον Γουίλιαμ Γουίλσον. Ο Αχαάμπ ονειρεύεται τον Μόμπι Ντικ. Ο Ραγκόζιν έχει έναν χαρτοκόπτη για να κόβει τις σελίδες των βιβλίων που διαβάζει. Ο Κουρτζ περιμένει τον Γουίλαρντ. Το δάσος περιμένει το ανδρόγυνο. This is the end, my only friend –

 

Τρέμω: Φτιάχνουμε τα όνειρά μας μέσα στο στήθος των ονείρων μας. Θέλοντας και μη, θα πεθάνουμε μολυσμένοι. Ένας homo necans που ψιθυρίζει Ich bebe.

 

***

 

Αποδιοπομπαίος: Η τραγωδία γεννήθηκε από την ανάγκη να εκφραστεί από τους ίδιους τους ιερουργούς μια ανίερη επιθυμία – κάποιος θεσμισμένος να διεκδικήσει μια μη θεσμισμένη στιγμή παραδομού στη βαθιά πείνα της συνείδησής του. Είχε δυο προϋποθέσεις: η πρώτη ήταν ο Διόνυσος και η δεύτερη ήταν η ανοχή (διάβαζε: κρυφή επιθυμία) της κοινωνίας στην αποκάλυψη εκείνου του αποδιοπομπαίου που περιφρονεί τον Θεό-φόβο.

 

παπάς που ξύνει τ’ αρχιδια του: Δεν υπάρχει τραγωδία δίχως τον Διόνυσο – δίχως έναν θεό που προορίζεται να φαγωθεί, να αποσαθρωθεί, να σαπίσει, να καταστραφεί τέλος πάντων, δίχως έναν παπά που ψέλνει του Κυρίου δεηθώμεν και ξύνει μανιασμένα τ’ αρχίδια του, δίχως μια ιερότητα που έξαφνα προσχωρεί στην ανίερη κλήρωση  να δούμε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί.

 

Καταπίνεται: Ο Διόνυσος είναι ο μοναδικός θεός που ρίχνει τον κλήρο μαζί με τους ανθρώπους. Γίνεται κρασί και απολήγει στους ουρανίσκους και στα στομάχια. (Ένας δάσκαλος που γίνεται κρασί και πίνεται – πόσο ανθρώπινο).

 

Dead meat: Η τραγωδία γεννήθηκε ως έξοδος από τον κύκλο προς το κέντρο του. Ο κύκλος σκοτώνει ακριβώς γιατί σου εξασφαλίζει την αθανασία. Κάποιος βγαίνει από τον κύκλο κατά δαίμονα εαυτού. Είναι ήδη dead meat, πτώμα – γνωρίζοντας πως θα πεθάνει μόνος σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, διαλέγεται με τον κύκλο του χορού. Επί της ουσίας, διαλέγεται με τον θάνατό του – βρίσκεται ενώπιον του θανάτου, όχι για να τον εξαγνίσει αλλά γιατί πεινάει γι’ αυτόν…

 

Κούτσα-κούτσα: Μπορεί να είναι ο εξάρχων του διθυράμβου (τι θα πει αυτό;), μπορεί να είναι ο αναπαραστάτης τελετουργός του φόνου. Βγαίνει και φωνάζει: ελάτε κούτσα-κούτσα και πάρτε μας την πούτσα.

 

Το αίμα των ισκιων: Η τραγωδία μπορεί να γεννηθεί όταν οι κοινωνίες αντέχουν να μνημειώσουν μια ατομική παρεκτροπή. Η τραγωδία γεννήθηκε την ώρα που οι άνθρωποι θέλησαν να γυρέψουν για τους εαυτούς τους κάτι περισσότερο από το φόβο και την ουράνια καταφυγή – την ώρα που θέλησαν να βάλουν στη γιορτή τους κάτι περισσότερο από την τελετουργία: για την ακρίβεια, θέλησαν φορώντας μια μάσκα να ελευθερώσουν τη συνειδησιακή πείνα τους, να πιουν το αίμα των ίσκιο τους, το αίμα των τεράτων που αντίκρισαν κοιτώντας στον καθρέφτη. Έτσι, μια συλλογική ιερή τελετουργία παρεκτράπηκε και έγινε η μήτρα τής πιο ανίερης ατομικής ανάγκης – η τρομερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού που σε αυτήν, μόνο σε αυτήν, έχουμε υπάρξει.

 

Κόλπο: Το σύμπλοκο ενός αρχαίου μνημειωμένου (ενταφιασμένου) κειμένου και μιας διαρκώς ερχόμενης συνειδησιακής πείνας συνιστά το μεγάλο μετα-λογικό (ή και μετα-διανοητικό) αίνιγμα (κόλπο) που μας τραβά (και θα μας τραβά) στην τραγωδία, όπως τραβούν οι δίνες τα καράβια. Είμαστε άνθρωποι και τρεφόμαστε με ανθρώπινο νου.

 

Ανθρώπινο, φριχτά ανθρώπινο: Οι άνθρωποι: δοσμένοι στην ευκολία με την οποία είμαστε έτοιμοι να προσδιορίσουμε ένα συμπαγές κακό απέναντί μας, και στη συνέχεια να αυτοπροσδιοριστούμε εμείς ως το συμπαγές καλό που θα πολεμήσει τούτο το κακό... Αυτές είναι οι θρησκείες μας, αυτή είναι η τάξη μας: ένα εμείς που ηθικοποιεί τον πληθυντικό αριθμό. Η τραγωδία είναι ακριβώς το αντίθετο από τούτο το εμείς: το λιώσιμο των συμπαγών όγκων. Οι άνθρωποι απομένουν μόνοι τους: προτού τους φάει ο θάνατός τους, θα δοκιμάσουν μια μοιραία δαγκωμασιά.

 

   Για όσο: Όσο πεινώ, ελπίζω.

 

***

 

Μονάχα ο: Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε ανθρώπινο πιο μεγάλο από την τραγωδία. Πιο μεγάλος από την τραγωδία είναι ο μονάχα ο θάνατος. Μα ο θάνατος δεν είναι ανθρώπινο δημιούργημα: δεν τον φτιάξαμε εμείς – αυτός μάς έφτιαξε.

 

Να προλάβουμε: Λένε πως οι άνθρωποι είμαστε η πείνα του θανάτου – πως υπάρχουμε μονάχα στο όνειρο του πεινασμένου πατέρα μας (: χάρου). Μα αυτό είναι το στοίχημα πριν μας φάει ο θάνατος: να αλληλοφαγωθούμε…

 

Ονειρευτήκαμε: Η τραγωδία υπήρξε επειδή την θελήσανε οι άνθρωποι, επειδή την ονειρευτήκαμε όλοι εμείς.

 

Αγρίμι: Στην αρχή υπάρχουν βιολογικά όρια. Η γέννηση, η διανοητική προσχώρηση στο εγώ, ο θάνατος.  Κατόπιν  φτιάχνουμε ηθικά όρια, πολιτικά όρια, διανοητικά όρια. Έτσι ζούμε. Και βαθιά μέσα μας η τραγωδία: είναι ένα βαθύ όνειρό μας, είναι συσπειρωμένο αγρίμι που καιροφυλακτεί να πεταχτεί. Έτσι περιμένουμε.

 

Στην αρχή: Στην αρχή δεν υπάρχει ο Λόγος. Στην αρχή υπάρχει η γκάβλα – και, φυσικά (ναι, απολύτως φυσικά), στην πυρήνα της γκάβλας υπάρχει η πείνα. Ο Λόγος είναι μια ανθρώπινη επινόηση – για να κουκουλώσει την πείνα, για να ταξι-νομήσει την γκάβλα. Σαν κι αυτόν τον lean solicitor (αυτόν που σπάζει σφραγίδες στις αδειανές μας κάμαρες).

 

Η ανθρωπιά: Η τραγωδία είναι μια πείνα που κατατρώγει την ηθική, την τάξη, τον παραδεκτό νόμο, την κοινωνία των ανθρώπων. Αυτή η πείνα είναι όλη η ανθρωπιά μας.

 

Τέτοια σκυλιά: Η Αντιγόνη πεινάει για τον Πολυνείκη. Ο Οιδίποδας πεινάει για τη μάνα του – πεινάει ακόμη και για να βγάλει τα μάτια του με τις πόρπες. Ο Αίαντας πεινάει για το σπαθί του. Η Αγαύη πεινάει για τον γιο της – κι αυτός πεινάει για να γίνει κομμένο κεφάλι στον θύρσο. Τέτοια σκυλιά είμαστε οι άνθρωποι: πεινούμε.

 

***

 

Τρία πηγάδια: Τρία πηγάδια δίχως πάτο βγάζουνε στην τραγική πείνα (: στο υπόγειο στόμα που ρουφάει – στην τραγωδία μας). Το ένα είναι η βούληση (η τελική αναγωγή: η βούληση των ανθρώπων για τον ατομικό χαμό τους). Το δεύτερο είναι η επιθυμία του άλλου, η επιθυμία να κατακτήσεις τον άλλο τόσο ολοκληρωτικά ώστε να τον αφανίσεις (σε τελική αναγωγή: ο συνειδητός φόνος). Το τρίτο πηγάδι είναι η έλξη για τη γνώση  (σε τελική αναγωγή: η διατύπωση –η λογικοποίηση– των άλογων εγωτικών ορμών τού καθενός μας). Αυτά τα τρία πηγάδια ονομάστηκαν, με διαφορετικούς όρους το καθένα, ως ύβρις, κάτι δηλαδή που υπερβαίνει ένα, θολά (: ηθικά) προσδιορισμένο, όριο του ανθρώπου (ας πούμε: κάτι σαν αμαρτία προχριστιανική) – μα στην ουσία είναι ο βασικός ανθρωποποιητικός μηχανισμός, μια αυτοφαγική ανθρωπινότητα που θα ξεπερνάει τα όρια τα οποία η ίδια υπαγορεύει.

 

Κάτω από τα πηγάδια: Δηλαδή: τρία πηγάδια απαντούνε (: τρία λαγούμια οδηγούνε) στη μεγάλη ανθρώπινη (δι)ερώτηση: ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί. Κι ας προσεχτούν οι τρεις αντίστοιχες απαντήσεις: εγώ θα φαγωθώ – εγώ θα σας φάω – εγώ είμαι.

 

Στο χείλος: Αν εφαρμόσουμε τούτα τα τρία κριτήρια (της βούλησης για χαμό, της επιθυμίας για φόνο, και της έλξης για εγωτική γνώση), από τα τριάντα δύο σωσμένα κείμενα μπορούμε να λογαριάσουμε ως καθαρές τραγωδίες λιγότερα από δέκα (μετράω εννιά): τον Αγαμέμνονα, τον Αίαντα, την Αντιγόνη, τον Οιδίποδα Τύραννο, τις δύο Ηλέκτρες, τη Μήδεια, τον Ιππόλυτο – εδώ βάζω και τις Βάκχες που δεν είναι μεν τραγωδία αλλά λειτουργεί ως τραγική αποκάλυψη. Τα υπόλοιπα χωρίζονται σε διαφόρων κλιμακώσεων δραματικά έργα (ας πούμε: οι Χοηφόρες, οι Τραχίνιες, ο Φιλοκτήτης, οι δύο Ιφιγένειες, ο Ορέστης, οι Φοίνισσες, η Ανδρομάχη, ο Ηρακλής Μαινόμενος, οι Ηρακλείδες, η Άλκηστη, ο Ίων), σε πολιτικές ή και ηθικές παραβολές (Πέρσες, Προμηθέας Δεσμώτης, Τρωάδες, Εκάβη, Ελένη), σε έργα μεταιχμίου (Επτά επί Θήβας,), σε έργα ειρήνευσης (όπως οι Ευμενίδες, οι δύο Ικέτιδες, ο Οιδίποδας επί Κολωνώ). Όλα αυτά φτιάχνονται από τα τραγικά υλικά, είναι δυνάμει τραγωδίες μες στο νου μας και μέσα στο νου των ηρώων τους, μα στις κρίσιμες ώρες εκείνοι οι ίδιοι ήρωες επιλέγουν να επιβιώσουν αντί να διαστείλουν τη στιγμή της πείνας τους, επιλέγουν να κάνουν ειρήνη με αυτά που ορέγονται – άρα και να εγκαταλείψουν την τραγωδία (: να βγουν από το πηγάδι) ή επιπλέον (και αυτός είναι για μένα είναι ο ορισμός του δραματικού) να διαπραγματευτούν τον εαυτό τους πάνω στο χείλος των πηγαδιού.

 

Δραματικό: Η τραγωδία δεν είναι δραματική – δραματική είναι η αγωνία των ανθρώπων στη διαδρομή προς αυτήν ή και στην άρνησή της. Το δραματικό είναι η διανοητική αντίδραση της επιβίωσης στην τραγωδία.

 

The awful daring: Συνήθως οι άνθρωποι περιμένουμε τον κλήρο – η τραγωδία είναι ο (ελάχιστος) χρόνος που τον κλήρο τον τραβάμε εμείς.

 

Καταληξη: Η Κυρία από τη Σαγκάη του Όρσον Ουέλς: η σκηνή με τους καθρέφτες – το πού μπορεί να καταλήξουν τα είδωλα μες στους καθρέφτες. Η τραγωδία υπάρχει για να σε βγάλει σε ετούτο το τέρας με τους καθρέφτες, να σου χαλάσει το μυαλό παλεύοντας να αποφασίσεις ποιος είσαι μες στους αλλεπάλληλους αντικατοπτρισμούς, να σε μολύνει με εκείνον τον παρατεταμένο εαυτό που θαμπώνει όλο και περισσότερο από το ίδιο του το χνώτο – και όχι για να νουθετήσει ή να λυτρώσει ή να σώσει. Το μόνο ζωντανό τραγικό στοίχημα, η μόνη κατάληξη της τραγωδίας είναι η ενεργή μόλυνσή μας – οι ξαναμμένοι (: άρρωστοι) θεατές να μπούμε μέσα.

 

Μέσα στο τερασ: Να μπούμε μέσα στο τέρας. Πιθανώς να είναι αβίωτο/ανυπόφορο/αδύνατο/αδιανόητο – μα αυτό είναι το μεγάλο κόλπο του ανθρώπινου μυαλού: το τέρας. Στα τρίστρατα οι ποιητές σκυλιάζουν: ηλησμονημένηείναιοπυρετόςπουέπεσε

 

***

 

Στην αρχή της συνάντησης: Εκεί στον Οιδίποδα Τύραννο. Δυο γέροι βοσκοί μιλούν για μια παλιά ανταλλαγή στα βουνά του Κιθαιρώνα – παλεύουν να διαχειριστούν ένα θαμπό παρελθόν, μια πράξη όπου ένα βρέφος άλλαξε χέρια (: ένας φόνος ματαιώνεται) από ευσπλαχνία. Στην αρχή τούτης της συνάντησης ένας περίπου τρανός βασιλιάς συναντά έναν ασήμαντο γέροντα. Ωδοιπόρεις δε προς τι τούσδε τους τόπους;

 

Στην άκρη του γκρεμού: Κάποτε, όταν τα λόγια φτάνουνε στην άκρη του γκρεμού: τότε ο  ένα γέρος στρέφεται προς τον άλλον: Προς τι τούτο τούπος ιστορείς;

 

Ξετομάριασμα: Όλη η συζήτηση (όλο το ξετομάριασμα) γίνεται γύρω από τούτο το ερώτημα: Προς τι; Γιατί υπάρχεις και γιατί ανιστορείς (: αφηγείσαι) την ύπαρξή σου; Γυρεύουμε απαντήσεις σε τούτο το διπλό ερώτημα: γιατί μας διέταξαν, γιατί μας έταξαν, για να συναντηθούμε, για να φάμε, για να πεθάνουμε. Προς τι; Για να μυρίσουμε τον καμένη σάρκα μας.

 

Κάποιος που γυρίζει: Ο Οιδίποδας είναι κάποιος που γυρίζει: σε μαντεία, σε τρίστρατα, σε πολιτείες, σε κρεβάτια γυναικών. Ο Οιδίποδας δεν έχει τον θεό του: όταν έρχεται η ώρα της τιμωρίας, γίνεται ο ίδιος δικαστής και τιμωρός: βγάζει τα μάτια του. Ο Οιδίποδας είναι κάποιος που πεινάει για τον εαυτό του. Ο φόνος που ματαιώνεται γυρίζει ως θεριεμένο τέρας.

 

Μια μονάχα ερώτηση: Ας σκεφτούμε τον άνθρωπο έτσι όπως τον γύρεψε η Σφίγγα σε εκείνο το τρομερό αίνιγμά της. Μιλάει για ένα χιμαιρικό πλάσμα, για ένα τέρας: δίπους, τρίπους και τετράπους. Μιλάει για τον χρόνο που μας αργοπεθαίνει. Μιλάει για έναν ερχόμενο – για μια παμπάλαια ανθρώπινη αναμονή: δίπους, τρίπους και τετράπους. Όποιος δεν απάνταγε, τον σκότωνε. Ώσπου ήρθε ο Οιδίποδας και το φανέρωσε: Οιδίπους και όχι δίπους, τρίπους και τετράπους.

 

Μια μονάχα απάντηση: Τα ερωτήματα αλλάζουν το ένα μετά το άλλο – περίπου καταιγιστικά: Ποιος είναι το μίασμα, ποιος είναι ο φονιάς του Λαΐου, ποιος είναι ο πατροκτόνος, ποιος πλάγιασε με την μάνα του, ποιος γέννησε παιδιά που είναι κι αδέλφια του, ποιος ποιος ήταν το παιδί με τα πρησμένα πόδια, ποιος είναι δίπους, τρίπους και τετράπους. Η απάντηση του Οιδίποδα σε όλα (μα όλα) τα ερωτήματα είναι μονότονα πανομοιότυπη: Εγώ είμαι.

 

Πρήζονται:Η τραγωδία είναι η απάνθρωπη κατάσταση όπου οι άνθρωποι πρήζονται από την ίδια τους την ανθρωπιά. Τουμπανιασμένοι από τον εαυτό μας γυρεύουμε μια λύση για τον κόσμο μας. Βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός.

 

Η τραγωδία αρχίζει: Η τραγωδία αρχίζει την ώρα που στις ερωτήσεις απαντούμε με τον εαυτό μας. Η τραγωδία αρχίζει την ώρα που γεμίζουμε το ανυπόφορο αίνιγμα με την κατάφαση του εαυτού μας – όταν η πείνα για τον εαυτό μας επιτέλους εκφράζεται.

 

Η τρομερή ύπαρξη: Η τραγωδία είναι μια διαχείριση της ύπαρξης. Τίποτε δεν είναι πιο εφιαλτικό, πιο ιλιγγιωδώς τρομερό από την ύπαρξη. Η ύπαρξη κουβαλάει αυτήν την πελώρια αντίφαση: δεν αντέχεται κι όμως βιώνεται. Μπορείς να την τσουλήσεις μέσα βαθιά σ’ εκείνο το διανοητικό lager στο οποίο ήδη ζεις (: επιβιώνεις) κι όπου κάθε πρωί ένας παπάς/ιμάμης/ραβίνος/τελετουργός φωνάζει παραγγέλματα έγερσης, όπου τα μεσημέρια περνάς τις τρομερές σελεξιόν των όσων φαντάστηκες, όπου τα βράδια θα κοιμάσαι και θα ονειρεύεσαι την ίδια την πείνα σου. Η άλλη εκδοχή είναι να βγεις από το lager πεινασμένος.

 

Στο λαγούμι: Οι άνθρωποι είμαστε μέσα σ’ αυτό το διανοητικό lager και το ονομάζουμε Λόγο. Όσο είμαστε άνθρωποι θα φανταζόμαστε ένα λαγούμι και μιαν απόδραση – κι αυτό μπορεί να ισχύει και αντίστροφα.

 

Το στόμα θα δαγκώσει: Η τραγωδία αρχίζει μια ώρα που ο άνθρωπος αρχίζει να ονειρεύεται τον εαυτό του πεινασμένο και να μη ντρέπεται για τούτη την πείνα. Από εκεί και πέρα όλοι οδηγούμε με το πόδι στο φρένο, με το χέρι στο χειρόφρενο. Ξέρουμε πως κάπου μπροστά μας επίκειται μια ώρα που ένας άνθρωπος τρώει τον ίδιο του τον εαυτό – ακόμη περισσότερο, μια στιγμή που το στόμα θα δαγκώσει και θα φάει τον ίδιο τον εγκέφαλο που δίνει την εντολή στο στόμα να δαγκώσει, θα δαγκώσει τον ίδιο τον Λόγο που τον έθρεψε, θα δαγκώσει την ίδια τη βαθιά και ασταμάτητη ορμή της δαγκωμασιάς του.

 

Αχνό τρέμισμα στο βάθος: Η πείνα μας είναι παρούσα – θαρρείς να κουνά το μαντίλι από απέναντι.