Μια σημείωση του 2005 για την ηλεκτρονική έκδοση των μελένιων λεμονιών

 

 

            Από το 1989 έγραφα ένα βιβλίο που ήθελα να ήταν μια διαθήκη – διαθήκη, δηλαδή συμφωνία, σε αντιστοιχία με αυτές που λογαριάζονται για «ιερές». Και ήθελα ετούτη, η δική μου διαθήκη, να μην είχε κεφαλαίο Δ, μήτε και να οριζόταν από κάποιον Θεό: θα ήθελα να ήταν μια διαθήκη (δηλαδή συμφωνία) των ανθρώπων αναμεταξύ τους. Για χρόνια (από το 1991) έκρυβα κομμάτια της διαθήκης αυτής μέσα στα βιβλία μου και στα κείμενα που δημοσίευα. Συγκεκριμένα γεγονότα της ζωής μου και συνεπακόλουθες αναζητήσεις στα χρόνια 2000-2004 με οδήγησαν στη μορφή που σήμερα παραδίδεται στους αναγνώστες. Και στην τελευταία ανάγνωση, μετά τις διορθώσεις, ένιωσα αυτό που γράφω στην προμετωπίδα: πως δεν υπάρχει καμιά διαθήκη.

 

            Τι υπάρχει, λοιπόν; Αυτό ας το αποφασίσει ή ας το νιώσει (αν το νιώσει) ο αναγνώστης.

 

            Τον Σεπτέμβριο του 2004 τα μελένια λεμόνια απορρίφθηκαν από τον εκδοτικό οίκο που μέχρι τότε εξέδιδε τα βιβλία μου. Μια πρόχειρη έρευνα του ελληνικού εκδοτικού τοπίου (του οποίου δεν μπορώ να πω ότι είμαι και ο καλύτερος γνώστης) και οι συζητήσεις με μερικούς φίλους (όχι περισσότερους από έξι) που είχαν διαβάσει το βιβλίο, με έκαναν να καταλάβω πως τα μελένια λεμόνια δεν είχαν πιθανότητες να εκδοθούν από κανέναν εκδότη στην Ελλάδα για αρκετούς λόγους: Ο κυριότερος από αυτούς έμοιαζε να είναι η ερωτική (κάποιος μπορεί να την πει πορνογραφική) γλώσσα και η ερωτική (αναλογικά: πορνογραφική) οπτική με την οποία αναπλάθονταν μύθοι που χρησιμοποιήθηκαν από τις θρησκείες στα «Ιερά Βιβλία» τους. Με δεδομένες τις πρόσφατες δικαστικές περιπέτειες άλλων βιβλίων, έμοιαζε αρκετά σαφές στο μυαλό μου πως ο εκδοτικός οίκος που θα εξέδιδε τα μελένια λεμόνια, θα μάζευε –όπως χαρακτηριστικά είπε κι ένας φίλος– «μια καλαθούνα γεμάτη με μηνύσεις».

 

            Ωστόσο ο φόβος της γεμάτης καλαθούνας δεν θα ήταν ο μοναδικός λόγος· ακόμη κι αν βρισκόταν ο εκδότης που δεν θα υπολόγιζε το ενδεχόμενο των μηνύσεων, θα υπήρχαν κι άλλες σημαντικές αιτίες για την μη έκδοση των λεμονιών. Μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες (έτσι όπως προέκυψαν μέσα από τις συζητήσεις που προανέφερα): η ερμητική φόρμα, η ειδολογική αοριστία, η εμμονή μου σε μια συγκεκριμένη σελιδοποίηση σε συνδιασμό με τον ανοικονόμητο αριθμό σελίδων που προέκυπτε, η δυσοίωνη εμπορική μοίρα που προδιαγραφόταν και, εν τέλει, η μέτρια ή και κακή ποιότητα του κειμένου (αυτό το τελευταίο, όσοι γράφουμε, θέλουμε να το ξεχνούμε). Γρήγορα κατάλαβα πώς το να εναποθέσω την έκδοση στη συνήθη διαδικασία των φακέλων και των αποστολών προς τους εκδότες θα ήταν μια ματαιοπονία (κάτι τέτοιο θα είχε νόημα να γίνει μονάχα για την τιμή των όπλων – ή για λόγους περιέργειας).

 

            Έτσι βρέθηκα μπροστά σε μια πρωτόγνωρη για μένα πραγματικότητα: έπρεπε να αυτολογοκριθώ, να μην δημοσιοποιήσω ένα βιβλίο μου (καλό ή κακό, που ωστόσο εγώ ένιωθα πως με εκφράζει), καθώς δεν έβρισκα δίοδο γι αυτήν την έκδοσή του. Αν όμως επέτρεπα να γίνει αυτό, θα ήταν σαν να παραδεχόμουν πως οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να εκφράζονται δημόσια μόνο εφόσον τους το επιτρέπει η αγορά. Επειδή δεν μπορώ να παραδεχτώ κάτι τέτοιο, αποφάσισα να εκδώσω μόνος μου το βιβλίο. Σε παλιότερους καιρούς θα έπρεπε να βρω τα χρήματα για να κάνω μια ιδίοις αναλώμασιν έκδοση. Στον καιρό του Internet, και ειδικά για έναν άνθρωπο που έχει δική του ιστοσελίδα όπως εγώ, αρκεί η ενασχόληση λίγων ωρών. Οι ώρες αυτές βρέθηκαν και το βιβλίο είναι στα χέρια σας, στην άκρη των δακτύλων σας που πατάνε το ποντίκι σας, στην οθόνη σας...

 

            Να, λοιπόν, που κατέληξα να είμαι ο εκδότης του εαυτού μου – ακριβώς όπως ξεκίνησα να δημοσιεύω τα πρώτα μου κείμενα στα «Ποταμόπλοια» πριν από δεκαπέντε χρόνια (στα «Ποταμόπλοια» εξάλλου δημοσιεύτηκαν τα πρώτα κρυμμένα αποσπάσματα των λεμονιών). Είμαι χαρούμενος για αυτό – όπως είμαι χαρούμενος που δοκιμάζω (κάπως νωρίτερα από όσο υπολόγιζα) στην πράξη την άποψη ότι το Internet μπορεί να γίνει η μεγάλη βιβλιοθήκη μας, το βιβλίο των βιβλίων του κόσμου μας. Σε αυτήν την βιβλιοθήκη τα λεμόνια είναι ένας κόκκος σκόνης – μα, όπως κάθε κόκκος σκόνης, μπορεί να είναι και ένα σήμα.

 

            Δύο ευχαριστίες: Ο Μάνος Κοντολέων δεν είναι ο μόνος που με στήριξε ως προς τα λεμόνια· είναι όμως αυτός που το έκανε με τόση ένταση και τόση τρεμάμενη συν-κίνηση ώστε να αποφασίσω την ηλεκτρονική αυτοέκδοση αυτού του βιβλίου. Και ο Θανάσης Φωτιάδης αφιέρωσε αρκετούς μήνες από την ζωή του (νομίζω οχτώ) για να διορθώσει το κείμενο, παλεύοντας με αισθήσεις παλλόμενες να βρει βηματισμούς και ανάσες πίσω από τις λέξεις, επινοώντας τες ακόμη κι εκεί που δεν υπήρχαν.

 

            Ως προς την ηλεκτρονική έκδοση: με τον Στέλιο Ιγνατιάδη είχαμε να αντιμετωπίσουμε τη δυσπιστία για το κατά πόσο ένα μεγάλο βιβλίο (ας πούμε: ένα μυθιστόρημα) μπορεί να διαβαστεί από την οθόνη του υπολογιστή. Επιλέξαμε μια φόρμα που επιτρέπει στον αναγνώστη να έχει πάντοτε μπροστά του τον πίνακα περιεχομένων και να γνωρίζει ανα πάσα στιγμή ποιο από τα 33 βιβλία-κεφάλαια διαβάζει – σαν τις αστυνομικές ταινίες όπου ένα αναμένο φωτάκι στον ηλεκτρονικό χάρτη υποδεικνύει το στίγμα. Ετούτος ο «χάρτης» επιτρέπει στο αναγνώστη να διακόπτει ευκολότερα την ευθεία ροή της αφήγησης, ξαναγυρίζοντας ή προσπερνώντας (εξάλλου, εδώ και πολλά χρόνια, έτσι διαβάζω τα βιβλία: πίσω-μπρος). Ο αναγνώστης ας είναι σκεπτικός: πολλές φορές οι χάρτες μας λένε ψέματα – μα ίσως να είναι μια αρχή του παραμυθιού μας

 

            Κατά τα άλλα: το κείμενο κάθε βιβλίου-κεφαλαίου σκρολάρει στο δεξιό μέρος της σελίδας με τον απλούστερο τρόπο ώστε μπορεί να αντιγραφεί και να αναπαραχτεί (και τα λεμόνια, όπως άλλωστε και όλα τα κείμενά μου, μπορούν να αναπαραχτούν ελεύθερα από τον καθένα). Παρά τις συμβουλές φίλων απέφυγα τον πειρασμό να στολίσω τις ηλεκτρονικές σελίδες με λογιών κοσμήματα που τόσο μου αρέσουν. Ήθελα να μην φορτίσω την έτσι κι αλλιώς ακαταλόγιστη δομή με σήματα ερμηνείας. Κι ακόμη: απέφυγα τον πειρασμό να αξιοποιήσω τις αναρίθμητες τεχνικές δυνατότητες του ηλεκτρονικού μέσου που δεν κρύβω πως με ερέθισαν. Ίσως γιατί θα ήθελα η όποια προσπάθεια μου τα λεμόνια να μην είναι κείμενο, να προκύπτει (αν προκύπτει) από τις ίδιες τις λέξεις.

 

            Πολλοί ήδη με ρωτούνε: γιατί έγραψες ένα τόσο παρεξηγήσιμο βιβλίο, ένα βιβλίο με ακρότητες απροσπέραστες για ένα μεγάλο μέρος αναγνωστών; Θα φανεί παράξενο: δεν ξέρω γιατί άρχισα να το γράφω, μα νομίζω πως το τέλειωσα για τα παιδιά μου. Για να το διαβάσουν κάποτε και να γνωρίσουν το παραμύθι του πατέρα τους. Και να το απορρίψουν και να το κομματιάσουν φτιάχνοντας το δικό τους παραμύθι – γιατί έτσι πρέπει να γίνεται με τα παραμύθια των πατεράδων.

 

 

            Θανάσης Τριαρίδης – Καλοκαίρι 2005

 

 

***

 

 

…και μια σημείωση του 2007 για την πρώτη έντυπη έκδοση των μελένιων λεμονιών

 

           

            Τα μελένια λεμόνια δημοσιεύτηκαν το διαδίκτυο στις πρώτες μέρες του Αυγούστου του 2005 στην διεύθυνση http://www.triaridis.gr/melenialemonia/ η οποία είναι υποσύνολο της ιστοσελίδας μου (http://www.triaridis.gr/) – αλλά (όπως όλες οι διευθύνσεις του διαδικτύου) μπορεί να σταθεί και ως αυτόνομη ιστοσελίδα. Στους είκοσι μήνες που ακολούθησαν (το σημείωμα αυτό γράφεται στο μέσο της άνοιξης του 2007) τα λεμόνια δέχτηκαν περισσότερες από 6000 επισκέψεις (τον πρώτο καιρό ήσαν πολύ λιγότερες και αυξήθηκαν σημαντικά μετά από τις συζητήσεις που έγιναν σε blogs και δικτυακά forums για το εν λόγω βιβλίο – ιδίως μετά την αναγγελία της έντυπης έκδοσής του). Φυσικά το νούμερο των επισκέψεων δεν αντιστοιχεί σε αναγνώστες, καθώς ο ίδιος αναγνώστης μπορεί να μπει πολλές φορές σε μια ιστοσελίδα. Επίσης τα στατιστικά στοιχεία του διαδικτύου (έχω την δυνατότητα να δω την επισκεψιμότητα για το καθένα από τα 33 βιβλία-κεφάλαια ξεχωριστά) δείχνουν πως οι περισσότερες αναγνώσεις ήταν (και είναι) εύκαιρες και επιφανειακές: Περισσότερες από 4000 επισκέψεις καταγράφτηκαν για το πρώτο (ομώνυμο με το βιβλίο) κεφάλαιο – αντιθέτως στα τελευταία κεφάλαια οι επισκέψεις φτάνουν μόλις τις 300 (για να τονωθεί κάπως το ενδιαφέρον στην επιλογική (;) Sinopsi με περίπου 400 επισκέψεις). Τι σημαίνει αυτό: πως από όσους θέλησαν να περιδιαβούν το βιβλίο, ελάχιστοι το διάβασαν μέχρι το τέλος του. Το γεγονός χωράει πολλές ερμηνείες: η πλέον βολική για μένα έχει να κάνει με το γεγονός πως ο περισσότεροι χρήστες του διαδικτύου δεν είναι (ακόμη) συνηθισμένοι στην ανάγνωση μεγάλων βιβλίων από την οθόνη του υπολογιστή τους (αρκετοί φίλοι μου, σαφώς εξοικειωμένοι με τους υπολογιστές και το Ίντερνετ, μου έχουν πει πως το έχουν εκτυπώσει και το διαβάζουν από το χαρτί). Βεβαίως υπάρχει και η πλέον δυσοίωνη (για μένα) ερμηνεία: πως απλώς οι υποψήφιοι αναγνώστες δεν κατάφεραν να αντέξουν τα λεμόνια πέρα από τα πρώτα κεφάλαια…

 

            Ένας από τους λίγους αναγνώστες που φαίνεται πως άντεξαν να διαβάσουν τα λεμόνια από αυτήν δικτυακή τους έκδοση είναι ο συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης (εδώ και χρόνια είναι η ψυχή των εκδόσεων Τυπωθήτω). Με τον Αθανασιάδη ήμασταν φίλοι από παλιά, ωστόσο είχαμε να μιλήσουμε στο τηλέφωνο για περίπου τρία χρόνια – εκ των υστέρων έμαθα πως την ύπαρξη των λεμονιών την πληροφορήθηκε από τον Θανάση Φωτιάδη σε εξαιρετικά πολύβουο χώρο στον οποίο κατά καιρούς συναντιούνται. Εν πάση περιπτώσει, στις 2 Σεπτεμβρίου του 2005 με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε πως θέλει να προτείνει την έκδοση των λεμονιών στην (τότε ακόμη επικείμενη) πεζογραφική σειρά των εκδόσεων Τυπωθήτω

 

            Κάπως έτσι, και με αποκλειστική ευθύνη του Κ.Α., ξεκίνησε η ιστορία της έντυπης έκδοσης των μελένιων λεμονιών από το Τυπωθήτω (και, παράλληλα, εγώ ξαναμπήκα στο τριπάκι των έντυπων εκδόσεων, τις οποίες είχα αποκηρύξει καθώς λογάριαζα –και εξακολουθώ να λογαριάζω– τον εαυτό μου για διαδικτυακό συγγραφέα). Φυσικά τα λεμόνια είναι ένα βιβλίο δύσκολο, ογκώδες, ακριβό – ενδεχομένως και μπελαλίδικο. Ο Γιώργος και ο  Κώστας Δαρδανός όφειλαν να τα σταθμίζουν όλα αυτά – και ελπίζω να τα στάθμισαν σωστά όταν αποφάσισαν την έντυπη έκδοσή του. Εκτός από τους (όπως έμαθα, και πάλι εκ των υστέρων, αρκετούς) ανθρώπους που συνεισέφεραν την γνώμη τους για το δέον της εν λόγω έντυπης έκδοσης, νομίζω πως οφείλω μνεία και στην συμβολή της Ειρήνης Δάγλα. Όλοι οι συμμετέχοντες, προεξαρχόντων του Αθανασιάδη και των δύο εκδοτών, έχουν φυσικά τις (αυτονόητες) ειλικρινείς μου ευχαριστίες, για την πίστη που έδειξαν στα λεμόνια (μ’ όλο που από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη του βιβλίου η κάθε λογής πίστη σε αυτό ορίζεται ως η καθολική αποτυχία του). Δεν μπορώ να κρύψω πως τούτη η εξέλιξη με παραξένεψε και με παραξενεύει· όπως έγραφα και στο σημείωμα του καλοκαιριού του 2005, είχα την απόλυτη βεβαιότητα πως τα μελένια λεμόνια δεν επρόκειτο να εκδοθούν από οποιονδήποτε εκδοτικό οίκο.

 

            Πριν απ’ την έκδοση, υπήρξαν τρία συγκεκριμένα αιτήματά μου, τα οποία, από την πρώτη στιγμή, έβαλα στη συζήτηση με τους εκδότες και τα οποία εντέλει αποτυπώθηκαν και στο συμβόλαιο που υπογράψαμε στις 17-10-2007.

 

            Το πρώτο μου (και κεντρικό) αίτημα αφορούσε την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου. Πιστεύω πάρα πολύ στο Ίντερνετ και στα βιβλία που κυκλοφορούν στο Ίντερνετ, εκδίδονται δωρεάν και προσφέρονται στους αναγνώστες τους δωρεάν. Η αίσθησή μου είναι πως όλο και μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής, ιδίως αυτό που θα είναι έξω από το ρεύμα της αγοράς, θα βρίσκει εκδοτική διέξοδο στο Ίντερνετ. Επίσης πιστεύω πως το Ίντερνετ θα γεννήσει μέσα του την δική του λογοτεχνία – ενδεχομένως και σε μορφές που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Όλα αυτά τα αντιμετωπίζω με ενθουσιασμό: πλέον καμία αγορά και κανένα σύστημα αξιών δεν θα μπορεί να ελέγχει την έκδοση της λογοτεχνίας – την καταγραφή των ανθρώπινων ευαισθησιών, αγωνιών και τρόμων. Είμαι βέβαιος πως οι ανεξάρτητες ιστοσελίδες και τα blogs (και ό,τι άλλο διαδεχτεί τα blogs) θα φιλοξενήσουν τον Ρεμπώ και τον Καβάφη των επόμενων δεκαετιών. Γιατί, όπως ορθά υποψιάζεστε, καλοί μου φίλοι, ο χρόνος δεν τελειώνει στο παρόν μας: κάπου εκεί έξω βρίσκονται συγγραφείς (ή έστω: γράφονται κείμενα) με την ίδια (ή και μεγαλύτερη) αισθητική δύναμη του Ρεμπώ και του Καβάφη…

 

            Ξέρω πως σε όλα αυτά πολλοί φέρνουν (τον έτσι κι αλλιώς θεμιτό) αντίλογο: στο ανεξέλεγκτο διαδίκτυο κυκλοφορούν δυσανάλογα πολλά σκουπίδια, λένε. Στην καταληκτήρια πρόταση του συλλογισμού τους δεν έχουν άδικο – μα, μιλώντας αναλογικά, ακόμη περισσότερα σκουπίδια κυκλοφορούν στο ελεγχόμενο εκδοτικό τοπίο (και δεν μιλάω μόνο για το ελληνικό εκδοτικό τοπίο). Αν κανείς σκεφτεί τα δέκα βιβλία που προχώρησαν κάπως την ελληνόγλωσση λογοτεχνία τα τελευταία διακόσια χρόνια, θα δει πως είτε ήσαν μεταθανάτιες εκδόσεις, είτε ουσιαστικά κυκλοφόρησαν εκτός εμπορίου, ως αυτοέκδοση των συγγραφέων τους (αρκεί κανείς να σκεφτεί τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη, τον πρώτο Σεφέρη, τον Εμπειρίκο, τον Πεντζίκη, τον Αναγνωστάκη, τον Καχτίτση, τον Αλεξάνδρου). Έχω την υποψία πως τα αντίστοιχα σημερινά μεγέθη θα τα ξαναβρώ σερφάροντας στο net. Και προτιμώ χίλιες φορές το ανεξέλεγκτο διαδίκτυο με τα ανεξέλεγκτα (πολλές φορές γοητευτικά) σκουπίδια του από την ελεγχόμενη (και εντέλει καθεστωτική) λογοτεχνία της αγοράς και των κλειστών ομάδων. (Ναι, ορθά το καταλάβατε, φίλοι: έλκομαι από τα ανεξέλεγκτα σκουπίδια, πιθανώς γιατί θέλω να ανήκω σε αυτά).

 

Στο τέλος αυτής της μικρής δημηγορίας (ας την πούμε Υπέρ της διαδικτυακής αυτοέκδοσης της λογοτεχνίας) ας διακινδυνεύσω και μια πρόβλεψη: Σε λιγότερα από 20 χρόνια όλα τα σημαντικά βιβλία θα κυκλοφορούν και στο Ίντερνετ και όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς θα ενδιαφέρονται περισσότερο για την ελεύθερη διαδικτυακή κυκλοφορία του βιβλίου τους παρά για την έντυπη (η οποία σιγά-σιγά θα αφορά μονάχα τα βιβλία που διαβάζονται στην πλαζ). Νομίζω πως τα έντυπα βιβλία σταδιακά θα γίνουν μια συνήθεια του παρελθόντος – κάτι σαν την βεντάλια που τόσο μας γοητεύει σαν την ανοίγουμε και την κλείνουμε, αλλά δεν ξέρουμε να την χρησιμοποιήσουμε (καθώς η χρήση της βεντάλιας έχει την εξαιρετικά ιδιαίτερη τέχνη της – άγνωστη πια σχεδόν σε όλους μας). Παρόλο που και εγώ ανήκω στον κόσμο του τυπωμένου βιβλίου, τούτη η εξέλιξη με χαροποιεί (για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω) και διόλου δεν με ανησυχεί: τα κείμενα, οι αφηγήσεις, οι ανθρώπινες ευαισθησίες, οι αγωνίες μας, ο τρόμος μας θα παραμείνουν. Μήτε ο ποιητής της Ιλιάδας, μήτε ο Σοφοκλής, μήτε ο Ευριπίδης διανοούνταν τα τυπωμένα βιβλία – όσο κι αν μας φαίνεται απίστευτο, έγραφαν τα έπη τους και τις τραγωδίες τους για να ακουστούν σε ένα απόγευμα… Ωστόσο τα κείμενά τους κυριάρχησαν στους αιώνες των βιβλίων και όλοι ξέρουμε πως θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στον καιρό του διαδικτύου και της οθόνης (και όποιου επερχόμενου μηχανισμού εκπομπής).

 

            Έχοντας αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου, είναι περίπου αυτονόητο το γιατί θεωρώ απείρως σημαντικότερη την ηλεκτρονική έκδοση ενός βιβλίου (των μελένιων λεμονιών, εν προκειμένω, ή όποιου άλλου) από την αντίστοιχη έντυπη έκδοσή του. Έτσι κοινοποίησα στους εκδότες μου αυτή την θέση μου, ξεκαθαρίζοντας τους πως μπορώ να τους δώσω μόνο τα δικαιώματα της έντυπης ελληνικής έκδοσης και πως η ελεύθερη ηλεκτρονική έκδοση (άρα και ελεύθερη ανάγνωση και ελεύθερη ηλεκτρονική αναπαραγωγή) του βιβλίου σε κάθε περίπτωση θα συνεχιστεί. Ομολογώ πως οι εκδότες έδειξαν απόλυτη κατανόηση – τόση που με εξέπληξε. Έτσι το άρθρο 5 του συμβολαίου μας τα αποτυπώνει όλα αυτά ως εξής:

 

Το © του βιβλίου εξακολουθεί να ανήκει αποκλειστικά στον συγγραφέα. Η ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου στην διαδικτυακή διεύθυνση www.triaridis.gr/melenialemonia θα συνεχίσει να υφίσταται καθώς είναι παντελώς ανεξάρτητη από το παρόν συμφωνητικό. Τα πνευματικά δικαιώματα για την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου στο Ίντερνετ (στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα ή όπου αλλού) ή για μετάφρασή του και έκδοσή του σε οποιαδήποτε γλώσσα ή για οποιαδήποτε άλλη διασκευή, προσαρμογή ή καλλιτεχνική μεταποίηση  παραμένουν στον συγγραφέα.

 

            Το δεύτερο αίτημα μου σε μια ενδεχόμενη έκδοση του βιβλίου ήταν να έχω εγώ την αποκλειστική επιλογή του εξωφύλλου και της εσωτερικής σελιδοποίησης. Δεν το έκανα από έπαρση (που δεν μου λείπει) – όσο από την πολύ συγκεκριμένη φαντασιακή προσδοκία που εξ αρχής είχα για την μορφή αυτού του βιβλίου. Και πάλι οι εκδότες έδειξαν κατανόηση που δεν περίμενα (κεφάλαιο 6 του συμβολαίου). Έτσι το στήσιμο του εξωφύλλου, το χρώμα, τα απολύτως άδεια αυτιά, το οπισθόφυλλο που επαναλαμβάνει μόνον την τελευταία φράση του βιβλίου (gkavloste kai mi me pistevete) τα σχεδίασα απολύτως μόνος μου. Το κόσμημα του εξωφύλλου είναι λεπτομέρεια από το μοναδικό ενυπόγραφο Σχέδιο των έξι κόμπων του Άλμπρεχτ Ντίρερ (αντίγραφο του 1507 από το αντίστοιχο χαρακτικό του κύκλου του Λεονάρντο) – οι προσεκτικοί αναγνώστες έγκαιρα καταλαβαίνουν πως ετούτο το κόσμημα είναι μέρος της πλοκής του βιβλίου.

 

            Το ίδια ισχύουν και για την σελιδοποίηση του βιβλίου – όπου είχα την αγαθή τύχη να συνεργαστώ με την τόσο σπουδαία σελιδοποιό Διονυσία Ροσγοβά. Μετά από τις συζητήσεις μαζί της και τις πολύτιμες συμβουλές της κατέληξα στις διαστάσεις, στην επιλογής της γραμματοσειράς, στα διάστιχα, σε όλες τις υπόλοιπες λεπτομέρειες, Επέλεξα (και πάλι με την σύμφωνη γνώμη της Διονυσίας) όλο το βιβλίο να έχει μια μονάχα γραμματοσειρά – ήθελα η (δηλωμένη από το 2005) προσπάθειά μου τα λεμόνια να μην είναι κείμενο να προκύπτει από την απλούστερη δυνατή μορφή. 

 

            Τέλος το τρίτο (και επίσης κεντρικό) αίτημα μου από μια έντυπη έκδοση ήταν τα μελένια λεμόνια, τουλάχιστον για μένα, να μην έχουν τον παραμικρό χαρακτήρα οικονομικής ή εμπορικής συνδιαλλαγής. Έγραψα τα λεμόνια για πολλούς λόγους – πιθανώς αδιευκρίνιστους και σε μένα· πάντως σίγουρα όχι για να μετατρέψω τις λέξεις μου (: ευαισθησίες, αγωνίες, τρόμο) σε λεφτά. Έτσι απαίτησα σε ό,τι αφορά αυτό το βιβλίο να μην έχω καμία συμμετοχή σε αυτό το αλισβερίσι που ονομάζεται συγγραφικά δικαιώματα. Οι εκδότες (μάλλον έκπληκτοι, είναι η αλήθεια) δεν δυσκολεύτηκαν να δείξουν κατανόηση και σε αυτό το αίτημα (που αποτυπώθηκε στο 10ο κεφάλαιο του συμβολαίου, όπου και παραιτούμαι από οποιοδήποτε οικονομικό δικαίωμα και συγγραφικό ποσοστό που απορρέει από την πώληση του συγκεκριμένου βιβλίου).

 

            Μετά από όλα αυτά προχώρησε η έντυπη έκδοση των λεμονιών. Η καλή φίλη μου Μαρία Ράμμου, για ακόμη μια φορά, μου έδωσε την χαρά να διορθώσει ένα βιβλίο μου – και, καθώς ξανάεγραψα το κείμενο πέντε φορές μετά την φιλολογική επιμέλεια του Θανάση Φωτιάδη, βρήκε εκατοντάδες λάθη – από αυτά άφησα στο κείμενο μόνο τα απαραίτητα. Όλες οι αυτές οι διορθώσεις πέρασαν βέβαια και στην ηλεκτρονική εκδοχή του κειμένου που είναι πλέον πανομοιότυπη με την έντυπη. Η τελευταία ευχαριστία απευθύνεται (φυσικά) και πάλι στον Αθανασιάδη: επί ενάμιση χρόνο, παρακολούθησε με ιώβεια υπομονή, όλα τα στάδια των συζητήσεων, της ετοιμασίας και της έκδοσης του βιβλίου, φροντίζοντας ουσιαστικά να τελειώσει τη δουλειά που αυτός ξεκίνησε πριν από 18 μήνες. Η έντυπη έκδοση των λεμονιών, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, οφείλεται στον Κυριάκο. Και δεν είναι η μόνη οφειλή μου προς αυτόν.

 

            Έτσι βγήκαν και σε βιβλίο τα μελένια λεμόνια (ενδεχόμενο που, επαναλαμβάνω, το είχα ξεγράψει). Και χαίρομαι πολύ για αυτό: τα παιδικά όνειρά μου ήταν γεμάτα με τυπωμένα βιβλία. Κι ακόμη χαίρομαι που τούτη η έκδοση συνέβη ενώ συνεχίζω να μπορώ να επιμένω πως τα μελένια λεμόνια γράφονται πάντοτε με μικρά και ποτέ με κεφαλαία.

 

 

            Θανάσης Τριαρίδης – Απρίλιος 2007