Γενικεσ κρισεις και κριτικεσ

για διαφορα βιβλια του Θανάση Τριαρίδη

 

 

Α. Γενικές κρίσεις

 

 

 

 

 

 

 

Β. Δημοσιεύματα και κριτικές

για διάφορα βιβλία του Θ.Τ.

(δεν περιλαμβάνονται τα δημοσιεύματα που αναφέρονται στα βιβλία Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα * Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε * Η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων * Το χαραγμένο σιτάρι * Η μουγγή καμπάνα * τα μελένια λεμόνια * Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα. Αναλυτική καταγραφή όλων των κριτικών και των δημοσιευμάτων για το καθένα από αυτά τα βιβλία περιλαμβάνεται στις αντίστοιχες υποκατηγορίες της γενικής κατηγορίας Κριτικές για τα βιβλία του Θ.Τ.)

 

 

 

 

 

 

*****

 

 

 

Βασίλης Κ. Καλαμάρας

 

Η Αναγέννηση στη ζωγραφική

 


Θανάσης Τριαρίδης, Το νεύμα των ζωγράφων

 

[1. Λεονάρντο, η Ουτοπία των αινιγμάτων / 2. Μιχαήλ Αγγελος, η ύβρις του αναγεννημένου ανθρώπου / 3. Ραφαήλ, η αιώνια σπονδή στη μάταιη Αρμονία / 4. Τζιότο, στο μεταίχμιο του φόβου και της αγάπης / ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, ΣΕΛ. 80]

 


Τέσσερα πρώτα βιβλία της σειράς, που στεγάζεται υπό τον τίτλο Το νεύμα των ζωγράφων, και τα οποία, όπως διαβάζουμε, επιχειρούν ένα αβέβαιο ταξίδι, αναζητώντας εκείνο το αόρατο νεύμα, το καλά κρυμμένο πίσω από χρώματα, σχήματα και μορφές ένα νεύμα που εντέλει αφορά την καρδιά κι όχι τα μάτια. Ή περιγράφοντας τη σειρά πιο τεχνικά: είναι μια σειρά αυτόνομων βιβλίων, το καθένα για έναν από τους μεγάλους δημιουργούς της δυτικής ζωγραφικής από το 13ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού. Καλογραμμένα τα κείμενα του Θανάση Τριαρίδη, με επιδόσεις λογοτεχνικές, δεν είναι συνήθως ξερά και πολύξερα αλλά μιμούνται τους αφηγηματικούς τρόπους της εικονοκλαστικής παρουσίασης, δηλαδή έχουν αμεσότητα χωρίς να χάνουν σε πληροφορίες. Λίγο απ' όλα ήταν ο Λεονάρντο από το Βίντσι, όχι όμως της προχειρότητος τέκνον, αλλά μια ψυχή βαθιά και μια καρδιά κινητική που 'φτιαχνε κόσμο από το μηδέν αναδυόμενος εκ του Μεσαίωνος. Και μετά ο συνομιλητής του Θεού και των κτισμάτων του, ο Μιχαήλ Αγγελος Μπουοναρότι, που χρώμα έδωσε και σχήμα και μορφή στο άυλο και στο υλικό το φως εκείνο το θεοτικό. Την τέχνη της Αναγέννησης φώτισε ώς εκεί που τα πρόσωπα ξεπερνούν τα όρια της σάρκας, ως ένας τύπος θυσία στο αίνιγμα του βλέμματος που κοιτάζεται ως την εννόηση του αρχετύπου, ο φωταγωγός αυτός ονομαζόταν Ραφαήλ Σάντσιο.


Τελευταίος της παρέας, μα πρώτος, ο πρόδρομος, ένας βόσκος του Μεσαίωνος, ο Τζιότο, ο γιος του αγρότη Μποντόνε από το Βεσπισιάνο της Τοσκάνης. Ακόμη ανάβει και δεν έσβησε το φως που χωρίζεται από το σκοτάδι, το χρώμα που χρωμάτιζε γυρεύοντας ουρανό έμεινε εκεί σε ζωγραφιές μοναδικές, οι οποίες μας επαναφέρουν στις πηγές της τέχνης, όταν δεν αναλίσκεται σε έξυπνες λύσεις υπηρετώντας έξυπνες εποχές, αλλά διδάσκει αδίδακτα, μιλάει εν σιωπή, αλιεύει χωρίς πλεούμενα, δίχτυα και ιχθύς, γιατί στοχεύει το μη στοχευόμενο, κρατάει από το στόχο την υπομονή του και από τα εργαλεία του στοχεύειν το μετά το τέντωμα του τόξου, τον κυματισμό του αέρα, του κενού ήτοι του δημιουργικού.


(Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Ένθετο Βιβλιοθήκη, 21-10-2003)

 

 

 

*****

 

 

Ηρακλής Παπαλέξης

 

[Προτάσεις για βιβλία]

 

Θανάσης Τριαρίδης, Το νεύμα των ζωγράφων, Τζιότο, Λεονάρντο, Μιχαήλ Άγγελος, Ραφαήλ, Θεσσαλονίκη, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2002. ΣΕΛ. 80, 120, 80, 80

 

Ο Θ. Τριαρίδης, γνήσιος πεζογράφος από τη Θεσσαλονίκη, έγραψε και επιμελήθηκε μια σειρά από τέσσερα αυτόνομα βιβλία, το καθένα από τα οποία είναι αφιερωμένο στους μεγάλους υπηρέτες τη δυτικής ζωγραφικής. Ο αινιγματικός Τζιότο, ο οποίος έζησε το Μεσαίωνα αλλά κατόρθωσε με το έργο του να θέσει πρώτος το αίτημα για τον εξανθρωπισμό του Θεού, έβαλε τα θεμέλια της αναγεννησιακής τέχνης. Ο Λεονάρντο, επιστήμονας, ζωγράφος, οραματιστής, θεωρείται η απόλυτη εμβληματική μορφή του αναγεννημένου ανθρώπου και, ίσως, ο σημαντικότερος από τους ομότεχνούς του. Ο Μιχαήλ Άγγελος, ο μεγαλύτερος δημιουργός του καιρού του, έχει σφραγίσει το δυτικό πολιτισμό αναπαριστώντας έναν απόλυτα προσωπικό κόσμο. Ο Ραφαήλ, ο οποίος υμνήθηκα και κατηγορήθηκε όσο κανείς άλλος καλλιτέχνης της Αναγέννησης, με τις συνθέσεις του αποτύπωσε την ψευδαίσθηση μιας αιώνιας Αρμονίας. Οι μονογραφίες για τους τέσσερις ογκόλιθους της δυτικής ζωγραφικής είναι γραμμένες με γλαφυρό ύφος (αριστερές σελίδες), ενώ όλες οι δεξιές σελίδες κοσμούνται με τα έργα τους. Στο τέλος κάθε τόμου υπάρχει κατατοπιστικό, συνοπτικό χρονολόγιο.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 442, Ιούλιος Αύγουστος 2003.)

 

 

 

*****

 

 

Γιάννης Κοτσιφός

 

Κρυφό νεύμα στους ενόχους της ιστορίας

 

 

[Θανάσης Τριαρίδης,

Τζιότο, στο μεταίχμιο του φόβου και της αγάπης

Σύγχρονοι Ορίζοντες, σελ. 80.]

 

[Θανάσης Τριαρίδης,

Μιχαήλ Άγγελος, η ύβρις του αναγεννημένου ανθρώπου,

Σύγχρονοι Ορίζοντες, σελ. 80.]

 

[Θανάσης Τριαρίδης,

Λεονάρντο, η Ουτοπία των αινιγμάτων,

Σύγχρονοι Ορίζοντες, σελ. 120.]

 

[Θανάσης Τριαρίδης,

Ραφαήλ, η αιώνια σπονδή στη μάταιη Αρμονία,

Σύγχρονοι Ορίζοντες, σελ. 80.]

 

Σπανίως συναντά κανείς τόσο έντιμη ασάφεια όσο αυτή που περιέχεται στο αυτί ενός εκάστου των τεσσάρων βιβλίων που εγκαινιάζουν τη σειρά Το Νεύμα των Ζωγράφων (εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες): Τα βιβλία αυτά επιχειρούν μονάχα ένα αβέβαιο ταξίδι, αναζητώντας εκείνο το αόρατο νεύμα, το καλά κρυμμένο πίσω από χρώματα, σχήματα και μορφές˙ ένα νεύμα που εντέλει αφορά την καρδιά κι όχι τα μάτια, σημειώνεται έπειτα από δύο σαφέστατες αρνήσεις για τον χαρακτήρα αυτών των εκδόσεων: ούτε ιστορία της δυτικής ζωγραφικής, ούτε αισθητική θεωρία. Κρατώ τις λέξεις αβέβαιο, αόρατο, καρδιά, έτοιμος να τις κάψω στην κάμινο που τη φωτιά της τροφοδοτούν αλλεπάλληλα παρόμοια άλλοθι και ομολογίες προθέσεων στις οποίες αρέσκεται να φωλιάζει το τίποτε: στο αβέβαιο οφείλεις να καταλήγεις από βεβαιότητες που αμφισβητείς επαρκώς. Στο αόρατο πώς φτάνεις όταν μιλούμε για εικόνες πόσο μάλλον για γνωστά αριστουργήματα της δυτικής ζωγραφικής; Όσο για την καρδιά, αυτή συχνά ταλαιπωρείται σε ταξίδια. Άρα αυτό το έντιμη της εναρκτήριας φράσης απαιτεί οπωσδήποτε δικαίωση.

 

Ο Θανάσης Τριαρίδης εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με διαπιστευτήρια πεζογράφου. Όταν το 2000 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, ο κοινός τόπος στη θετική ανταπόκριση της κριτικής και του αναγνωστικού κοινού ήταν η διαπίστωση ενός ιδιαίτερου ύφους, το οποίο υποδορίως διατρέχεται από μια παράξενη σκοτεινιά, που διαθέτει στέρεο αφηγηματικό αντίκρισμα. Σε τρία σύντομα αφηγήματα που εκδόθηκαν το 2002 (Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε, Το χαραγμένο Σιτάρι, Η παγωμένη καρδιά των ευτυχισμένων ανθρώπων εκδόσεις Πατάκη), ο ίδιος επέλεξε να οδηγήσει την αφηγηματική του δεξιότητα σε πρόδηλα στρατευμένες αλληγορίες, προκαλώντας μια ταξινομική αμηχανία: πώς διαβάζονται αυτές οι ιστορίες; Ως διηγήματα, ως παραμύθια, ως παραβολές; Όποια προσέγγιση κι αν επιλέξει κανείς πάντως, επαληθεύει μιαν αίσθηση που ήδη ήταν έντονη από το μυθιστόρημα: πίσω από κάθε ιστορία αβίαστα αναγνωρίζει πως λανθάνουν πάρα πολλές άλλες˙ κι ένα προσφιλές συγγραφικό τέχνασμα του Τριαρίδη (αν δεν είναι συγγραφική του ανάγκη) είναι να αφήνει συχνά να διαφαίνονται μικρές αιχμές και λαβές τους, υποκύπτοντας πρωτίστως ο ίδιος στον πειρασμό μιας ανάγνωσής τους ως μυθοπλαστικού υλικού.

 

Ο ίδιος ακριβώς πειρασμός, νομίζω, υπήρξε και η αφετηρία του νέου συγγραφικού του εγχειρήματος. Αντιμέτωπος με κορυφαία δείγματα της δυτικής τέχνης, παραδίδεται στη γοητεία των ιστοριών που καθένα από αυτά αφηγείται˙ ακόμα περισσότερο παραδίδεται στην ιστορία που συγκροτεί η πνευματική αγωνία και το αίτημα καθενός από τους ζωγράφους που εξετάζει, αγωνία εγκιβωτισμένη εν προκειμένω σε ό,τι ονομάζουμε Ιταλική Αναγέννηση, ακολουθεί τον δρόμο που οδηγεί ως τις ιστορικές και θεολογικές (κυρίως αυτές) πηγές της και ως εδώ έχει ήδη διανύσει απόσταση ικανή να αποδώσει καρπούς. Όταν ανατρέχει κανείς σε ένα υλικό τόσο πλούσιο, ελκυστικό και ποικιλοτρόπως οικείο, αρκεί ένας επιδέξιος επιλεκτικός χειρισμός για να καταλήξει σε μια αποτελεσματική αναμετάδοση ενός σήματος που οι αιώνες απέδειξαν πως είναι πανίσχυρο.

 

Ο Τριαρίδης δεν επιχειρεί κάτι τέτοιο. Σπεύδει να διανύσει όλη την απόσταση προς τα πίσω, υιοθετεί το βλέμμα του δυτικού ανθρώπου του 21ου αιώνα, φορτώνεται όλη την ενοχή της ιστορίας του και μέσα από αυτήν αναζητεί με όσην αθωότητα αντέχει το προοικονομηθέν αόρατο νεύμα. Χρειάζεται λοιπόν το Ολοκαύτωμα και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για να αντιληφθεί το οργισμένο βλέμμα του Ιησού στην Ανάσταση του Λαζάρου, που ζωγράφισε το 1304 ο Τζιότο. Έχει ανάγκη ένα τυφλό τσιγγανόπουλο για να βρει τη σύνδεση ανάμεσα στο βλέμμα του επιληπτικού παιδιού και το πρόσωπο του Ναζωραίου στη Μεταμόρφωση του Ραφαήλ, του 1518. Μια Δομινικανή που κράτησε με το γάλα του στήθους της ζωντανούς δεκαέξι μετανάστες σε μια σχεδία τού εξηγεί το χαμόγελο της Αγίας Άννας στο έργο του Λεονάρντο Η Αγία Άννα, η Παναγία και το Βρέφος (1506-1513).

 

Αυθαίρετοι συσχετισμοί, επιδέξιοι χειρισμοί ενός ευφάνταστου πεζογράφου; Ο Τριαρίδης ούτε ενδύεται αλλότριες ιδιότητες ούτε απαρνείται την αφετηρία του. Αντιθέτως, παρά την εντυπωσιακής έκτασης μελέτη που λανθάνει πίσω από τα κείμενα, αφήνει στην άκρη τεχνοκριτικά σχήματα κι αισθητικούς όρους και επιστρατεύει όλο το πεζογραφικό του οπλοστάσιο. Κάθε νεύμα που διακρίνει είναι μια ιστορία, και ο ίδιος αφηγείται ιστορίες˙ και οι ιστορίες κατακτούν το δικαίωμα των αυθαίρετων συσχετισμών, διότι καθεμιά τους κι όλες μαζί υπακούουν σε πολύ συγκεκριμένο σχήμα και το υπηρετούν με αυστηρότητα, η οποία είναι φανερή ακόμη και στην αυστηρή δόμηση των βιβλίων: δεκαοχτώ δισέλιδα (στον Λεονάρντο τρισέλιδα) κεφάλαια το καθένα, μια εικόνα για κάθε σελίδα κειμένου, χαράσσουν μια συλλογιστική διαδρομή, επιχειρηματολογούν για καθένα από τα συμπεράσματά της, επικαλούνται πληροφορίες, βιογραφικά στοιχεία, αναγνώσεις, αναμνήσεις, παραστάσεις, στίχους, ήρωες μυθιστορημάτων, πρόσωπα της Ιστορίας με δυο λόγια βεβαιωμένα υλικά για να καταλήξουν στο δικαιωματικά κερδισμένο αβέβαιο˙ ας πούμε το ότι ο Λεονάρντο μετά τα τριάντα του χρόνια έταξε τον εαυτό του στη δημιουργία μιας Ιδανικής Πολιτείας, μιας Ουτοπίας επί της γης ιδού μια εξαίρετη ιδέα για μυθιστόρημα, μα ο δρόμος από τον οποίον οδηγηθήκαμε σε αυτήν ήταν πραγματικός, άρα τι είναι τελικά αλήθεια, τι βέβαιο και τι αβέβαιο; Εντέλει ο Τριαρίδης φαίνεται να κομίζει ανανεωμένη, από διαφορετικούς δρόμους και ωριμότερη την πρότασή του: τα κείμενα της σειράς Το Νεύμα των Ζωγράφων παραμένουν πεισματικά αταξινόμητα αφηγήματα, δοκίμια, ημερολόγια, οδοιπορικά; κι εξίσου πεισματικά δικαιώνουν όλες τις αντίστοιχες αναγνώσεις όποιου είναι εξαρχής διατεθειμένος να προσεγγίσει ένα κατεξοχήν λογοτεχνικό ανάγνωσμα.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φράση, τεύχος 5, Μάρτιος 2005.)