Κριτικές και δημοσιεύματα

για το βιβλιο του Θανάση Τριαρίδη

 

τα μελένια λεμόνια * η διαθήκη

των γκαβλωμένων ανθρώπων

 

(πρώτη έκδοση: http://www.triaridis.gr/melenialemonia/, 2005

πρώτη έντυπη έκδοση: εκδόσεις τυπωθήτω, 2007)

 

 

 

(Ακολουθούν όλες οι δημοσιευμένες κριτικές, σχόλια ή αναφορές για τα μελένια λεμόνια που υπέπεσαν στην αντίληψή μου. Προτάσσονται δύο συνεντεύξεις μου που δόθηκαν το καλοκαίρι του 2007 με αφορμή την έντυπη έκδοσή του βιβλίου. Επίσης δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά μια αναγνωστική εισήγηση για το συγκεκριμένο βιβλίο, γραμμένη το φθινόπωρο του 2004, καθώς και ένα κείμενο για τα λεμόνια γραμμένο το φθινόπωρο του 2007, το οποίο δόθηκε μεν για δημοσίευση αλλά δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. – Θ. Τ.)

  

 

 

 *****

 

 

Θανάσης Τριαρίδης: Δεν υπάρχει καμιά διαθήκη.

 

Μια συνέντευξη στην Σταυρούλα Σκαλίδη για τα μελένια λεμόνια

 

 

Φιλολογική Βραδυνή, 23-6-2007

 

http://stavroulascalidi.blogspot.com/2007/06/blog-post_25.html

 

http://www.triaridis.gr/keimena/keimE007.htm

 

 

 

            «Θανάσης Τριαρίδης: Ο ανατρεπτικός συγγραφέας της ελπίδας»

 

«…Αγάπη είναι αυτό που δεν πρέπει να καταλάβεις…» γράφει στο βιβλίο του «τα μελένια λεμόνια * η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις τυπωθήτω ο Θανάσης Τριαρίδης, ένας αιρετικός συγγραφέας της αγάπης και της ελπίδας. Αυτά που είναι δύσκολο να ειπωθούν με λόγια, ο δημιουργός  επιχειρεί να τα «πει» με χειμαρρώδη ποιητικό λόγο που διαφεντεύει την ανθρωπιά και την «ανθρωπινότητα». Πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει γραφτεί από τα έγκατα της ύπαρξης και πορεύεται ακριβώς προς τα εκεί, αυτόν τον αποδέκτη αποζητά, ακόμη κι αν αυτός έρθει από το μέλλον. Κατά τη γνώμη μου, η γραφή και η ουσία της γραφής του Τριαρίδη είναι μπροστά από την εποχή της, ενώ προέρχεται από τα βάθη της κλασικής λογοτεχνίας, γι’ αυτό και μετά από χρόνια μάλλον θα δούμε την πατίνα της να την έχει σημαδέψει ανεξίτηλα, αν επιβιώσει η λογοτεχνία και η ανθρωπιά. Όπως γράφει ειρωνικά και ο ίδιος: «…το μέλλον δεν έρχεται με αυταπάτες, μήτε με χαζορομαντισμούς –το μέλλον προστάζει, κι όποιος δεν υπακούει, χάνεται…» Η λογοτεχνική του δημιουργία είναι πράξη ελευθερίας ή αναζήτησης της ελευθερίας και ένα μεγάλο απάγκιο για την αμφιβολία που δύσκολα βρίσκει καταφύγιο στον καιρό μας, μαζί με τη γόνιμη ανατροπή.

 

Αυτό το σύντομο εισαγωγικό σημείωμα σε μια συνέντευξη με το συγγραφέα που έχει να πει πολλά και σημαντικά, όπως και το έργο του –πράγμα σπάνιο για τη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία– είναι πολύ λίγο μπροστά στο βιβλίο του λογοτέχνη και αισθάνομαι μια άγρια χαρά γι’ αυτό. Διάβασα ένα βιβλίο που με υπερβαίνει και αισθάνομαι ευτυχής που διαθέτω πενιχρά μέσα για να μιλήσω εγώ γι’ αυτό. Το κάνει καλύτερα το ίδιο για τον εαυτό του και θα πράξει ακόμη καλύτερα, θέλω να πιστεύω ή φαντάζομαι ή προσδοκώ, ο μελλοντικός αναγνώστης που θα έχει το κουράγιο να αντικρίσει την αγάπη κατάματα, ως ύστατο απονενοημένο διάβημα απελευθέρωσης και διαμαρτυρίας απέναντι στη φρίκη, τον τρόμο και το μίσος του κόσμου.

 

Σταυρούλα Σκαλίδη

http://stavroulascalidi.blogspot.com/

 

 

 

Γράψατε ένα βιβλίο με πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Στο επίκεντρο τίθεται η αποθέωση της επιθυμίας και η ισχύς της αγάπης, με προεξάρχουσα τη συνεχή αντιπαραβολή της με τη βία. Πώς ξεκίνησε η ιδέα του βιβλίου και πώς διαρθρώθηκε στην πορεία, στην εξέλιξή της;

            Η αρχική ιδέα νομίζω πως ανάγεται κάπου στην πρώτη εφηβεία μου, ίσως και λίγο νωρίτερα:  θα έγραφα, τάχα, ένα βιβλίο όπου κάποιος θα χάνεται (: θα καταστρέφεται) από αγάπη. Δεν μπορούσα, βέβαια, να ορίσω την αγάπη (ούτε και τώρα μπορώ, φυσικά) – μα ήμουν βέβαιος πως ο ήρωας θα αγαπούσε τόσο που θα χάνονταν, θα αφανίζονταν.  Όσο σκεφτόμουν αυτήν την ιστορία, όλο και περισσότερο την αναγνώριζα παντού γύρω μου: στα βιβλία που διάβαζα, στις ταινίες που έβλεπα, σε όσα ζούσα στον μικρόκοσμο της ζωής μου. Αυτό πάθαιναν και ο μολυβένιος στρατιώτης του Άντερσεν και η Χιονάτη και ο Πενθέας στις Βάκχες. Έξαφνα διαπίστωσα πως μια τέτοια ιστορία χαμού είναι και η ιστορία του Ιησού που γυρνάει στις αμμούδες της Γενισαρέτ μαζί με τις πόρνες και τους ζητιάνους. Και κάπου εκεί, γύρω στα δεκαέξι, νόμισα, ως καλός ηλίθιος, πως και καλά είχα καταλήξει στο βαθύτερο νόημα της ζωής:  πως ο άνθρωπος είναι για να χαθεί απ’ την πολλή αγάπη.

            Ξεκίνησα να γράψω ένα λαϊκό παραμύθι – λαϊκά παραμύθια ήσαν και οι Βάκχες και τα Ευαγγέλια και οι αδελφοί Γκριμ. Σιγά-σιγά άρχισα να ζω μια έντονη αντίφαση: όσο καταλάβαινα πόσο μεγάλη απάτη είναι το κάθε (βαθύτερο ή ρηχότερο) νόημα της ζωής, τόσο ένιωθα πως η αρχική ιστορία που είχα στο μυαλό μου αγρίευε και συνάμα πολλαπλασιάζονταν. Έτσι άρχιζα να ξεκαθαρίζω μέσα μου (κι όλα αυτά γινόταν σιγά-σιγά, σχεδόν ανεπαισθήτως) πως το βιβλίο θα ήσαν ολάκερη η ιστορία του κόσμου μέσα από ομόκεντρες ιστορίες χαμού. Και όλο αυτό θα ήταν μια ιστορία ζωής πριν τον θάνατο – δηλαδή μια ιστορία γκάβλας, που για μένα είναι κάτι πολύ περισσότερο από τον ερεθισμό, είναι, αν θέλετε ο μοναδικός αντίποδας του θανάτου. Κι έπειτα άρχισα να αποφασίσω (σιγά -σιγά, επιμένω) πως έτσι όπως υπάρχει η Διαθήκη (με κεφαλαίο Δ) που είναι η συμφωνία των ανθρώπων με τον Αφέντη-Θεό (δηλαδή μια Διαθήκη για τον τρόμο του θανάτου μας) ίσως θα άξιζε να φανταστεί κανείς μια διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων (δηλαδή μια διαθήκη για τη ζωή μας πέρα τον φόβο). Για αυτόν τον λόγο άλλωστε τα μελένια λεμόνια γράφονται πάντοτε με μικρά και ποτέ με κεφαλαία.

Από ένα σημείο και πέρα αποφάσισα (με κάμποσο μελοδραματισμό) πως το βιβλίο μου δεν θα εκδιδόταν ποτέ – οπότε άρχισα να κρύβω αποσπάσματά του σε άλλα κείμενά μου ή σε άλλα βιβλία μου. Ας πούμε, την αρχή από το 8ο κεφάλαιο των λεμονιών (Το Πιστεύω έτσι όπως το είπαμε ένα απόγευμα στο Μικρό Ρέμα) την δημοσίευσα το 1992 στα Ποταμόπλοια (το λογοτεχνικό περιοδικό του οποίου ήμουν συνεκδότης) κρυμμένο μέσα σε ένα άλλο κείμενό μου – το 6ο κεφάλαιο (Η ξεριζωμένη καρδιά) δημοσιεύτηκε επίσης κρυμμένο στο Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, το πρώτο μου μυθιστόρημα το 2000. Μα ίσως αυτά τα κρυψίματα να ήταν η προσπάθεια μου να μην αποδεχτώ την ανημποριά μου. Όσο κι αν προσπαθούσα, οι ομόκεντροι κύκλοι χαλνούσαν – κάτι μου έλειπε.

Ωστόσο το κρίσιμο τελευταίο στάδιο της γραφής του βιβλίου ήρθε σε προσωπικές συνθήκες μάλλον παράξενες: ένα βράδυ, γράφοντας κάτι σαν δοκίμιο για τον Σάντρο Μποτιτσέλι, σχεδόν αναγκάστηκα να ξαναδώ έναν από τους ύστερους πίνακές του – τη Μυστική Σταύρωση του 1500 (δηλαδή μετά την εμπλοκή του Μποτιτσέλι με τους Ολοφυρόμενους του Σαβοναρόλα). Ίσως να ακούγεται αυτό υπερβολικό και θεατρινίστικο, αλλά αυτός ο πίνακας (ή πιο σωστά: αυτό που νόμισα πως είδα στον πίνακα) έβαλε μέσα μου σε μια σειρά το βιβλίο. Και δίχως την ενασχόληση μου στα χρόνια 2001-2005 με την εικονοποιία της Αναγέννησης νομίζω πως δεν θα τέλειωνα τα λεμόνια. Εξάλλου στο αντίστοιχο σχεδίασμα δοκιμίου μου για τον Ραφαήλ Σάντσιο (εκδομένο το 2002), στο κεφάλαιο που αναφέρονταν στην Μαντόνα του Αγίου Σίξτου (για μένα τον οριακότερο πίνακα της ζωγραφικής) δημοσίευσα για τελευταία φορά μέσα σε κείμενο κρυμμένο απόσπασμα των λεμονιών,  αποκαλύπτοντας συνάμα τον τίτλο του βιβλίου: «οι λεμονιές καρπίζουν μελένια λεμόνια».

            Κι όταν τέλειωσα (;) το βιβλίο ένιωσα πως είχα μπροστά μου μια ανοικονόμητη όσο και παταγώδη αποτυχία: όσους ομόκεντρους κύκλους και να φτιάξουμε, δεν υπάρχει ολόκληρη η ιστορία του κόσμου ακριβώς επειδή ο κόσμος είναι ακόμη υπόθεση ανοιχτή. Τι απομένει; Η αρχική ιστορία της εφηβείας μου: κάποιος που χάνεται απ’ την πολλή αγάπη – από την γκάβλα. Η μισή προμετωπίδα μου είναι καταγραφή αυτής της κατάληξης: δεν υπάρχει καμιά διαθήκη.

 

Τι σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο που στην ουσία του ανασκευάζει στις βασικές γραμμές τη χριστιανική παράδοση, χωρίς, κατά τη γνώμη μου, να την καταργεί;

            Κοιτάξτε, εγώ έγραψα για έναν άνθρωπο που χάνεται (εξακολουθητικά) από αγάπη. Το παραμύθι (αν θέλετε πέστε το και θρύλο) εκείνου του κουρελή που γυρνούσε γύρω από τις αμμούδες της Γενισαρέτ το νιώθω ως ένα παραμύθι ερωτικής έλξης και χαμού – γι αυτό εγγράφεται αιώνες τώρα με τόσην ένταση στο υποσυνείδητο και στο φαντασιακό των ανθρώπων. Αν το σκεφτεί κανείς (και το σκέφτηκαν πάρα πολλοί) θα δει  πως για να γεννηθεί τούτος ο θρύλος ζεύτηκαν δυο βασικοί αρχαίοι ελληνικοί μύθοι (που δεν ήσαν και τόσο ελληνικοί καθώς με την σειρά τους έρχονταν ο πρώτος από τον βορά και ο δεύτερος από την ανατολή): ο μύθος του πανέμορφου νέου που πεθαίνει μέσα στην οργιαστική ανθοφορία της άνοιξης (Άδωνις, Δάφνις, Νάρκισσος, Ορφέας) ζεύτηκε με τον μύθο ενός Δασκάλου που γυρίζει αγριεμένος (Διόνυσος).  Και τούτη η ένωση των δύο μύθων γίνεται τέσσερις αιώνες μετά το τέλος της κλασικής Ελλάδας, στην άγρια έρημο της εβραϊκής Παλαιστίνης που εκκόλαπτε έναν ερχόμενο με πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις από αυτόν. Κάπως έτσι προέκυψε το παραμύθι του αχώρητου όσο και πεινασμένου Ιησού – που αναμφίβολα είναι το μεγαλύτερο αίνιγμα της ιστορίας. Τα λογής «ευ-αγγέλια» δεν κάνουν τίποτε άλλο από να κλαδεύουν αυτό το παραμύθι – για να το κάμουν νεκροκεφαλή στη σημαία των φονικών θρησκειών τους. Αυτοί που κάπου στον τέταρτο μ.Χ. αιώνα κάθισαν σε ένα τραπέζι κόψαν-ράψαν τέσσερα βιβλία ουσιαστικά κέντησαν έναν θρύλο ζωής σε μια σημαία θανάτου. Ευτυχώς η τέχνη στέκεται εξ ορισμού απέναντι από κάθε φονικό «ευ-αγγέλιο»: σκεφτείτε πως μετέγραψαν οι εικόνες της Αναγέννησης  την ολέθρια «Μία Αλήθεια» των «ευ-αγγελίων». Σκεφτείτε πως μεταγράφει αυτόν τον θρύλο ο (ορκισμένα πιστός) Ντοστογιέφσκι στο περίφημο κεφαλαίο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στους Αδελφούς Καραμαζώφ – και συνάμα σκεφτείτε πως ο (ορκισμένα άπιστος) Νίτσε, λίγο πριν-λίγο μετά το αγκάλιασμά του με το άλογο εκείνον τον Γενάρη του 1889 υπέγραφε τις έσχατες επιστολές του άλλοτε ως Διόνυσος και άλλοτε ως Εσταυρωμένος – ουσιαστικά παίρνοντας τα φαντάσματά του μαζί του, στην άβυσσό του.

            Κι αν το αίνιγμα εκείνου το Ιησού είναι το μεγαλύτερο παραμύθι στην ανθρώπινη μυθολογία, η θρησκεία που στήθηκε πάνω σε τούτο το αίνιγμα έγινε φονικότερη μηχανή θανάτου και μίσους στην ανθρώπινη ιστορία – ακριβώς γιατί υπήρξε η μεγαλύτερη θρησκεία της ανθρωπότητας. Δεν λέω διόλου πρωτότυπα πράγματα: κάθε οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα και, ακόμη περισσότερο, κάθε μονοθεϊσμός χωρίζει τον κόσμο στους πιστούς που μετέχουν σε μια μεγάλη αιματοβαμμένη αλήθεια και σε όλους του άλλους που δεν μετέχουν σε αυτήν την αιματοβαμμένη αλήθεια. Είναι η απαρχή ενός δρόμου μίσους· στο τέλος αυτού του δρόμου βρίσκεται ο αφανισμός του άλλου είτε διά της υποταγής είτε διά του φόνου: οι Σταυροφορίες, οι θρησκευτικοί πόλεμοι, η Ιερή Εξέταση, οι γενοκτονίες των λογής απίστων – αλλά και το λυσσαλέο κυνήγι της σάρκας, η δαιμονοποίηση των γυναικών, η υπαγωγή του πόθου σε αμαρτία, ο διαχρονικός και κάθε είδους διωγμός του έρωτα (που είναι η μόνη απάντηση της ζωής σε έναν κόσμο φωταγωγημένου θανάτου).

            Έτσι, για να έρθω (επιτέλους) στην ερώτησή σας, ό,τι ονομάζουμε «χριστιανική παράδοση» είναι, για τα δικά μου μάτια, ο τρόπος με τον οποίο ένας θρύλος έγινε μια φονική θρησκεία (που πρώτους από όλους σκλάβωσε τους ίδιους της τους πιστούς). Δεν είχα καμία πρόθεση ανασκευής τούτης της παράδοσης – είχα μονάχα την πρόθεση να γράψω το παραμύθι μου δίχως να στέρξω στον τρόμο της. Δεν είμαι μήτε θεολόγος, μήτε φιλόσοφος – δεν κουβαλώ πάνω μου καμία μεγάλη Αλήθεια παρά μόνο την υποψία μου πως η Αλήθεια σκοτώνει, καμία καθολική Ηθική παρά μόνο την υποψία πως η Ηθικά σκοτώνει, κανέναν μοναδικό Θεό παρά μόνο την υποψία μου πως ο Θεός σκοτώνει…

 

Παίρνετε μια ολόκληρη κοσμοθεωρία και την ανατέμνετε με το νυστέρι της Ιστορίας, της Τέχνης αλλά και της σύγχρονης πραγματικότητας (μετανάστες, βία, πόλεμοι, τρομοκρατία –εν γένει το άδικα χυμένο αίμα των αθώων). Ποιος ήταν ο δικός σας στόχος;

            Στόχος: να μια λέξη που συχνά μυρίζει αποφορά πτωμάτων. Όταν έχεις μεγάλους στόχους, κάποτε θα έρθει η ώρα να αγοράσεις και Ζικλόν Β. Ως εκ τούτου, προσπαθώ να μην έχω κανένα στόχο: Είμαι ένας μάταιος άνθρωπος που στον μάταιο χρόνο μου παλεύω με την μάταιη ελευθερία μου. Και για να συνεχίσω το λογοπαίγνιο, το μάταιο παραμύθι μου είναι ένας απονενοημένος χαιρετισμός, προορισμένος να χαθεί…

            Δεν ανατέμνω τίποτε: καταγράφω την εκδοχή μου. Δηλαδή μία ακόμη εκδοχή από τα εκατομμύρια των εκδοχών που μες τους αιώνες λογαριάστηκαν ως παραμύθια, παραλογές, απόκρυφες ανιστορήσεις. Και τρέμω εκείνους που διαβάζουν τις ανθρώπινες εκδοχές ως ουράνια αλήθεια ή ως επιστήμη – με τον ίδιο τρόπο που τρέμω τους φασίστες των Οικουμενικών Συνόδων ή των Ολομελειών του Κόμματος (του κάθε Κόμματος).

Είμαστε εκπαιδευμένοι (και αγιάτρευτα εθισμένοι) στο να ερμηνεύουμε τον χαιρετισμό ως στόχο (να μια ακόμη ολέθρια σπορά των θρησκειών). Πολλοί, συχνά καλοπροαίρετοί, ίσως να νομίσουν πως έγραψα τις ερωτογραφικές (οι κακοπροαίρετοι τις λένε πορνογραφικές) σκηνές με τη συγκεκριμένη γλώσσα για να σοκάρω ή για να δοκιμάσω τις αντοχές της βαθύτατα σκοταδιστικής κοινωνίας μας. Μα διόλου δεν ισχύει κάτι τέτοιο: έγραψα τις σκηνές με τη συγκεκριμένη γλώσσα γιατί ήταν κομμάτι της έξαψής μου – γιατί είναι κομμάτι της αισθητικής μου προσδοκίας. Γιατί είναι η γκάβλα μου – άρα και η ελπίδα μου. Και σας παρακαλώ να μείνετε στην αντωνυμία μου  – μιλάω για την δική μου μονάχα ελπίδα και κανενός αλλουνού.

 

Αν χρειαζόταν να σας σκιαγραφήσω ως συγγραφέα από «τα μελένια λεμόνια * η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων», θα έλεγα ότι ακούω την κραυγή ενός σύγχρονου Καζαντζάκη, με την ποιητικότητα και τη θρησκευτικότητα της γλώσσας που βρίσκουμε στο Νίκο Καρούζο. Είναι «αιρετική» στις μέρες μας η αγάπη και η συμπόνια για την ανθρώπινη ψυχή και μοίρα;

            Τα ονόματα που αναφέρετε είναι πολύ μεγάλα: μόνο ως προσδιορισμό καταβολών και οφειλών μπορώ να τα αντέξω – δεν γίνεται να αποδεχτώ οποιαδήποτε άλλη σύγκριση. Και ο Καζαντζάκης και ο Καρούζος, καθώς και πολλοί άλλοι βέβαια, έλκονταν από τον χαμό – άρα, ναι, με αφορούν ως προς τα λεμόνια. Επιπλέον ο Καζαντζάκης με ταράζει και για έναν ακόμη λόγο: από την μια ήσαν εξαιρετικά υποψιασμένος για τον όλεθρο της μεγάλης «Αλήθειας» και από την άλλη η ίδια η μεγάλη «Αλήθεια» τού ασκούσε μια ακατανίκητη σαγήνη. Το μοίρασμά του ανάμεσα σε αυτό που υποψιάζονταν και σε αυτό που ήθελε είναι ίσως το γοητευτικότερο μεταίχμιο του έργου του.

            Και για να έρθω στο ερώτημά σας: Ο κόσμος μας (ο δικός μας – αλλά και ο κόσμος του Ομήρου, για να θυμηθώ Σεφερή που παραφράζει τον Όντεν) είναι ένας κόσμος δοξολογημένου θανάτου. Σκεφτείτε πως οι άνθρωποι δέχονται τα σύμβολα της πίστης τους να βρίσκονται πάνω σε όπλα θανάτου, σε πυραύλους, σε βομβαρδιστικά – δηλαδή σε μηχανές δηλωμένης απανθρωπιάς, προορισμένες να μακελέψουν ανθρώπινα σώματα. Την ίδια ώρα που οι άνθρωποι (οι πολιτισμένοι άνθρωποι) δοξολογούν τον τελετουργικό φόνο, δαιμονοποιούν τον έρωτα, τη λαχτάρα, τον πόθο. Και λογαριάζουν για ύβρη (τι απαίσια λέξη) το να συνδέσεις την πίστη τους με την γκάβλα, μόλο που ακόμη και τα μικρά παιδιά γνωρίζουν πως ετούτη η γκάβλα είναι μοναδική πηγή ζωής, η αρχή του καθενός από εμάς.

            Είμαστε κομμάτι ενός τυφλού και παράλογου (ή, έστω, απάνθρωπου – άρα και παράλογου) μίσους, μετέχουμε σε αυτό: πολεμούμε λυσσασμένα τις γυναίκες, τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους αδύναμους. Το μίσος αυτό διδάσκεται σε εκκλησίες, τζαμιά, σχολεία, κοινοβούλια, γήπεδα, σοφά βιβλία, εγχειρίδια φιλοσοφίας, στίχους των μεγάλων ποιητών ως προϋπόθεση επιβίωσης, ως οργανική παράμετρος της εξέλιξης. Μα μέσα στον σκλαβωμένο άνθρωπο υπάρχει πάντοτε και η πιθανότητα μιας παρεκτροπής. Ας πούμε, το 1484 τυπώνεται από δυο δομινικανούς ιερείς το Malleus Μaleficarum, το διαβόητο Σφυρί των Μαγισσών, το εγχειρίδιο της Ιερής Εξέτασης για το πώς ενοχοποιούμε την γυναικεία σάρκα «ως όργανο του Σατανά» – ένα από τα φονικότερα βιβλία της ιστορίας. Κι όμως, την ίδια χρονιά με το Σφυρί, στη Φλωρεντία, ο Μποτιτσέλι ζωγραφίζει την εκτυφλωτική γυμνή σάρκα της Αφροδίτης του – και μάλιστα πάνω το μοτίβο του Χριστού που αναδύεται από τον τάφο. Σκεφτείτε πόσα εσωτερικά και εξωτερικά όρια σκλαβιάς χρειάστηκε να ξεπεράσει ο Μποτιτσέλι για να βγάλει από μέσα του αυτήν την εικόνα.

 

Η λογοτεχνική σας δημιουργία «μιλάει» κατευθείαν στο θυμικό του αναγνώστη. Στοιχειώνει το ασυνείδητό του ή το υποσυνείδητό του, αναμφίβολα. Τολμάει να «μιλήσει», όπως το μυθιστόρημα οφείλει ήδη από τη γέννησή του με το «Δον Κιχώτη», για την ανθρωποθυσία των ανυποψίαστων, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου. Ποια ήταν η δική σας βαθύτερη αρχική πρόθεση;

            Η μοναδική πρόθεσή μου ήταν να εκφραστώ. Τίποτε άλλο. Μα προϋπόθεση της έκφρασής μας είναι να μιλούμε δίχως να κρυβόμαστε. Ξέρω καλά πως είμαι κομμάτι ενός κόσμου που τρέφεται από το αίμα και τις σάρκες ενός άλλου κόσμου. Κι αυτό επίσης δεν είναι διόλου πρωτότυπο: όλοι όσοι ζούμε στον λεγόμενο πρώτο κόσμο το ψιλοξέρουμε πως οι λέξεις μας, τα παραμύθια μας, τα λιγοστά μας λόγια είναι βουτηγμένα στον τρόμο και την απελπισία των δύο τρίτων των ανθρώπων  της γης. Δεν μπορώ να ξεκινήσω μια αφήγηση δίχως τούτη την επίγνωση – κι αυτό δεν είναι πολιτική επιλογή, είναι προσωπική ανάγκη. Και ως προς αυτό μιλώ μονάχα για τον εαυτό μου.

            Ξέρετε, έχω γράψει πολιτικά κείμενα και βιβλία, ιδιαίτερα ακραία, που τα λογάριασα (ίσως εσφαλμένα) ως κοινωνική δράση, ως κομμάτι της διαπάλης των ιδεών. Τα λεμόνια δεν είναι συλλογική δράση, ίσως να μην είναι καν μυθιστόρημα. Είναι ατομική έκφραση. Δεν οφείλουν τίποτε σε κανέναν. Είναι το βάδισμα ενός μοναχού λύκου, μέσα στο δάσος, μέσα στη νύχτα.

 

Γράφετε κάπου «…Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. Δηλαδή είμαστε εντός του μαύρου μνήματος, εντός του φωταγωγημένου θανάτου μας…» Παραδόξως, δεν εισέπραξα τη δική σας «μεταφυσική» ως αυτή που έχουμε συνηθίσει να σημαίνει η λέξη. Σε σας η μεταφυσική βρίσκει γωνιά για να ανθίσει μέσα στην ίδια τη ζωή και το νόημά της. Ακόμη κι όταν στερείται βιαίως αυτή η ζωή. Διάβασα μη γραμμικά το βιβλίο σας –δηλαδή μια ανεξήγητη παρόρμηση με έκανε να διαβάσω νωρίς το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σας κι ευτυχώς, γιατί μου «άνοιξε τα μάτια» αναγνωστικά σε μιαν ακόμη εκδοχή αυτών που αφηγείστε. Υπήρξε κάποιο πραγματικό γεγονός η αιτία ή η αφορμή ή το «όχημα» για να έχει το βιβλίο σας αυτό το τέλος; Το διόλου «μεταφυσικό».

            Μακάρι να στρέχει η παρατήρησή σας – μακάρι να προκύπτει κάτι τέτοιο από τα λεμόνια. Η μεταφυσική όπως και η κάθε περί ψυχής θεωρία είναι στα μάτια μου ένα πρώτης τάξεως πεδίο σκλαβιάς – τα βιβλία των μονοθεϊσμών, ο Πλάτωνας και όλοι του οι επίγονοι την καλοδίδαξαν ετούτη τη σκλαβιά. Θα ήθελα τα λεμόνια να είναι ένα ακόμη παραμύθι, να μετεωρίζονται ανάμεσα στον τρόμο και τη λαχτάρα – ελπίζω να μην καταθέτουν (τι απαίσια λέξη) καμιά μεταφυσική (ή άλλη) θεωρία για το μακρινό επέκεινα.

            Αναφέρεστε στην τελευταία ιστορία του βιβλίου – την Sinopsi που έχει τον τίτλο «Zelmpa i thanatos ke anastasi sto Pisoderi» κι είναι γραμμένη με λατινικό αλφάβητο και ηχητική ορθογραφία. Πράγματι, κι έτσι όπως το βλέπω εκ των υστέρων, έγραψα τα λεμόνια για να γράψω αυτήν την Sinopsi. Είναι μια ιστορία του Φεβρουαρίου του 1997 – που ωστόσο συμβαίνει κάθε μέρα, στο Πισοδέρι, στον Έβρο, στα αμπάρια των φορτηγών πλοίων του Αιγαίου, στη Θέουτα και στη Μελίγια, στα σύνορα του Μεξικού με τις Η.Π.Α., στις θάλασσες τις Αυστραλίας: Άνθρωποι πεθαίνουν επειδή δεν χωράνε στην επικράτεια του κόσμου μας – ουσιαστικά, επειδή δεν χωράνε στην επικράτεια του νου μας. Το μετεώρισμα της zelmpas (ή και των λεμονιών γενικότερα) είναι το πότε ένα σώμα είναι πτώμα – ή, το τι μπορεί να γίνει ανάμεσα σε δυο σώματα που αγκαλιάζονται. Υπό την έννοια αυτή, η Sinopsi είναι ο πυρήνας του βιβλίου – μια δρακουλότρυπα στο βουνό όπου καταλήγει ολόκληρη η ιστορία του κόσμου.

Σκεφτείτε το κάπως έτσι: είχα να φτιάξω ομόκεντρους κύκλους, όλο και μικρότερους, πηγαίνοντας προς το κέντρο τους, γυρεύοντας μια πειραγμένη ιστορία. Μοιραία αναζήτησα τις άκριες αυτής της πειραγμένης ιστορίας σε κάθε υβριδική φόρμα, σε κάθε μεικτό είδος: στις λαϊκότροπες ευαγγελικές αφηγήσεις, στις λαϊκές αφηγήσεις τρόμου, στην τυπογραφική μεταγραφή των αυτογράφων του Σολωμού, στον Πόε, στην πρόζα του Μποντλέρ, στο Μια Εποχή στην Κόλαση του Ρεμπώ, στον Ζαρατούστρα του Νίτσε, στον Καβάφη, στον Εμπειρίκο, στα Μαγνητικά Πεδία των Μπρετόν-Σουπό, σε κάθε λογής υπερρεαλισμό. Και φυσικά, σε κάθε είδους ερωτογραφία. Αναζήτησα  άκριες στον Στάλκερ του Ταρκόφκσι με την ίδια ζέση που τις αναζήτησα στα ερωτικά βίντεο της Πάμελας Άντερσον στο Ίντερνετ. Από τα κορίτσια του Μποτιτσέλι και τα κορίτσια του Γκογκέν μέχρι το τραγούδι της Οφηλίας από τον Άμλετ του Τομά και τις μουσικές σκηνογραφίες του Κλάους Νόμι. Τα τριαντατρία κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσουνε αποτυχημένες απόπειρες περιγραφής του ίδιου πυρήνα: του ανθρώπου που χάνεται από την αγάπη. Στη Sinopsi ολόκληρος ο κόσμος είχε να απολήξει σε μια λιανή ιστορία επιθανάτιου πάθους σε ένα βουνό των συνόρων. Έφτιαξα ένα δικό μου απολύτως ηχητικό αλφάβητο έχοντας σε μια γωνιά του νου μου τα Ksilopohara, το παραμύθι που έγραψε λίγο πριν πεθάνει ο Άρης Αλεξάνδρου. Κι έπειτα έγραψα τη Sinopsi κατευθείαν σε αυτό το αλφάβητο. Ο Gianakis αγκαλιάζεται με τον νεκρό Gkampril ψιθυρίζοντας μακεδονικές φράσεις «Ntaskal, ispantni nantvur» (δάσκαλε, βγες έξω), «Ntaskal, gkusni me» (δάσκαλε, άγγιξέ με). Κάποτε ο Gkampril που αγαπιέται όντας πεθαμένος του απαντάει στα αλβανικά, μια στιγμή πριν τον χαμό τους: «Nento vntesim, ntreprint levizin» (Εμείς πεθαίνουμε, τα δρεπάνια αχνοτρεμίζουν). Έτσι τελειώνει ο κόσμος του βιβλίου: με ένα αγκάλιασμα, με μιαν zelmpa – σ’ ένα παγωμένο βουνό όπου κυνηγιούνται οι άνθρωποι και οι γλώσσες, όπου μπλέκονται οι άνθρωποι και οι γλώσσες.

 

Συνεχίζω με ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο: «…Να δαγκώνεις τις απορίες σου. Σαν νόμισμα ανάμεσα στα δόντια πεθαμένου ναύτη…» Η αμφιβολία είναι σπαρμένη στο βιβλίο από την πρώτη του σελίδα μέχρι και το οπισθόφυλλο. Αισθάνεστε ότι αυτό είναι το χρέος του μυθιστορήματος: να διατηρεί ζωντανή την αμφιβολία;

            Χρέος: αν θέλετε, μη με μπλέκετε με τούτη τη λέξη. Χρέος έχουν οι πιστοί έναντι του Θεού τους και της συμφωνίας που κάνουν μαζί του. Εγώ προσπαθώ να είμαι όσο πιο άπιστος μπορώ – και, αλίμονο, δεν είναι διόλου απλό ή εύκολο κάτι τέτοιο.

Σας το είπα και πρωτύτερα: δεν ξέρω αν τα λεμόνια είναι μυθιστόρημα. Παρά τις ρομαντικές και μεταρομαντικές διακηρύξεις, το «κοινωνικό χρέος» του μυθιστορήματος (δηλαδή το κοινωνικό προσδοκώμενο από ένα μυθιστόρημα – και από κάθε άλλο είδος τέχνης αντίστοιχα) είναι να υπηρετεί την τάξη που το γέννησε. Ωστόσο, (κι έτσι νομίζω πως απαντώ και στην ερώτησή σας) η τέχνη, ακόμη και η πλέον καθεστωτική, ακόμη και η πλέον στρατευμένη, έχει ένα σκληρό κέντρο που κάποτε στρέφεται εναντίον του ίδιου της του εαυτού – σαν σκορπιός που αυτοθανατώνεται. Αυτή είναι για μένα και η αισθητική δύναμη ενός έργου. Το ότι κάποτε κρατάει ξάγρυπνους τους ανθρώπους που γυρεύει να νανουρίσει. Το ότι κάποτε σκορπάει υποψίες που αγριεύουν στο νου μας: πως όσο ζούμε προφταίνουμε να απιστούμε, με φόβο, με τρόμο αν θέλετε, με πάθος, με μανία, να απιστούμε σε κάθε λύση και σε κάθε κατάληξη, σε κάθε επικείμενη σωτηρία και σε κάθε επαπειλούμενο χαμό, σε όλους και σε όλα – και φυσικά στον ίδιο μας τον εαυτό. Και να διατηρούμε το δικαίωμα μας να εναλλάσσουμε φόβο και ελπίδα, αγάπη και αδιαφορία. Πως μπορούμε στην σκλαβωμένη μας ζωή να γυρεύουμε τις πιθανότητες μας – ή, για να το πω αλλιώς, να μην παραδεχόμαστε τον θάνατό μας ενώ ακόμη ζούμε, να μην πεθαίνουμε πριν από τον θάνατό μας.

 

Κάπου αλλού λέτε: «…Να πιστεύεις στα δάκρυα και στα τρεμάμενα πιγούνια…» Εσείς σε τι πιστεύετε; Ποια είναι η δική σας βιοθεωρία;

Με ρωτάτε σε τι πιστεύω… Αν ήμουν βιαστικός θα σας έλεγα πώς ναι, πιστεύω στις απεκκρίσεις και τις αντιδράσεις του μάταιου σώματός μας: στα δάκρια, στα χύσια, στη γκάβλα, στο τρέμουλο του πιγουνιού μας. Η, και γενικότερα, σε όσους κοκκίνισαν κάποτε τα μάγουλά τους… Είναι μια φράση που την λένε οι ήρωες του πρώτου μου βιβλίου, της Κουπέλας, επαναλαμβάνεται ξανά και στα λεμόνια, και κάθε φορά που τη φέρνω στο νου μου, ακόμη και τώρα, με συγκινεί βαθιά… Μα οι άνθρωποι χαϊδευόμαστε με τον όλεθρο: μπορούμε να πάρουμε την πίστη του πλαϊνού μας και να την κάνουμε φραγγέλιο. Οπότε (μετά από ώριμη σκέψη, που λέμε) προτιμώ να σας πω πως δεν πιστεύω σε τίποτε – μονάχα εξάπτομαι…

            Δεν έχω καμία «βιοθεωρία» – οι «βιοθεωρίες» μοιάζουν με οδηγίες χρήσης εντομοκτόνου. Δεν πιστεύω σε Θεούς, σε στολές, σε σημαίες, σε σύνορα, σε θεωρίες, σε σοφά βιβλία, σε σοφές προστακτικές. Η τελευταία φράση των λεμονιών, το «gkavloste ke mi me pistevete», είναι δυο προστακτικές που αλληλοαναιρούνται – για αυτό την έβαλα και στο οπισθόφυλλο.

 

Έχετε απάντηση στο ερώτημα που θέτετε εσείς: «Έχουμε κουράγιο να αντικρίσουμε την αγάπη;»

            Όχι, δεν έχω απάντηση. Και, σας παρακαλώ, μην το εκλάβετε ως πόζα αυτό.

 

Ο σύγχρονος μυθιστοριογράφος ή ο λογοτέχνης εν γένει είναι ο «τρελός» που λέει με την τέχνη του την αλήθεια; Τι κόστος έχει αυτό για τον ίδιο;

            Στο προηγούμενο βιβλίο μου, τις Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα έβαλα ως προμετωπίδα ένα ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη: «Το χειρότερο ήταν πως επέμενε να γράψει την αλήθεια με αλφα κεφαλαίο». Εξακολουθώ να στρέχω σε τούτο το υστερόγραφο (ελπίζω, μετά από αυτή τη συνομιλία μας, να είναι ακόμη προφανέστερο): αποστρέφομαι κάθε αλήθεια που μπορεί να εξελιχτεί σε καθολική μεγάλη «Αλήθεια» με κεφαλαίο Α, έτοιμη να παραδώσει τους ανθρώπους στις φλόγες της. Κι ακόμη περισσότερο, αποστρέφομαι κάθε έναν που παριστάνει τον κήρυκα τούτης της καθολικής μεγάλης «Αλήθειας» κι είναι έτοιμος να διορθώσει τον κόσμο πελεκώντας τον στα μέτρα της.

Άρα μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου: εμένα μου αρκεί οι άνθρωποι (και ανάμεσα σε αυτούς και οι συγγραφείς) να εκφράζουνε τις μικρές αλήθειες τους όσο πιο ελεύθερα μπορούνε, με τα δικά τους λόγια και όχι με τα εδάφια αλλονών. Αν αυτά τα λόγια τους ακούγονται στις κυρίαρχες πλειοψηφίες γνωστικά ή τρελά έχει ελάχιστη σημασία, μηδενική… Και πάλι σας επαναλαμβάνω πως μιλάω μονάχα σε ό,τι με αφορά.

            Με ρωτάτε για το κόστος ετούτης της έκφρασης. Δεν το ξέρω –εδώ που τα λέμε, ευτυχώς– και δεν το έχω καλοφανταστεί. Όμως θα μπορούσα κάπως ευκολότερα να σκεφτώ το κόστος της σιωπής. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως στη μάταιη (άρα και ανεπανάληπτη) ζωή μας εάν πνίγουμε τα λόγια μας είναι σαν να παραδεχόμαστε τον επικείμενο θάνατό μας ενώ ακόμη ζούμε. Είναι σαν να μπαίνουμε από μόνοι μας σε ένα φέρετρο και να το καρφώνουμε. Υπό την έννοια αυτή, για μένα τούτη η σιωπή είναι αβάσταχτη.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στη Φλιλολογική Βραδυνή στις 23-6-2007 και στο blog http://stavroulascalidi.blogspot.com/2007/06/blog-post_25.html.)

 

 

 

*****

 

 

Θανάσης Τριαρίδης: Η γκάβλα δεν μπορεί να γίνει διδαχή

 

Μια συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη για τα μελένια λεμόνια

 

 

Περιοδικό LIFO, τεύχος 76, 19-7-2007

 

http://www.lifo.gr/content/x21/53.html

 

http://www.triaridis.gr/keimena/keimE008.htm

 

 

«Στο σπέρμα που τινάζεται έξαλλο, εκεί θα βρείτε το μέλι των λεμονιών». Η φράση αρκεί για να προλογίσει τη σύντομη κουβέντα που είχαμε με τον συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη για το «βλάσφημο» μυθιστόρημά του, «τα μελένια λεμόνια». Ένα βιβλίο τολμηρό για μια συντηρητική χώρα όπως η Ελλάδα, στο οποίο η ορμητική ανθρώπινη «γκάβλα» συνδιαλέγεται με το σκότος των θρησκειών, τις θηριωδίες και τα εγκλήματα του ανθρώπινου γένους.  – Γ.Κ.

 

 

Πρώτα απ’ όλα, πώς θα συστήνατε «τα μελένια λεμόνια» στον αναγνώστη;

            Δεν μου πολυαρέσουν οι συστάσεις. Ας πούμε πως τα λεμόνια φιλοδοξούν να είναι κάτι σαν μία διαθήκη (με μικρό δέλτα) των γκαβλωμένων ανθρώπων – δηλαδή αυτό που γράφω στον υπότιτλό τους. Πιστεύω πως η γκάβλα είναι η κεντρική ανθρώπινη ορμή – θαρρώ πως δεν λέω και κάτι καινούριο. Αν θέλετε πείτε την λαχτάρα, πείτε την πεθυμιά. Ή αν θέλετε μπορείτε να την πείτε και ζέλμπα – μια τρομερή μακεδονική λέξη μιας διωκόμενης «ανύπαρκτης» γλώσσας από τον κυρίαρχο ελληνικό εθνοφασισμό.

 

Το βιβλίο σας δείχνει ότι είναι μια διαθήκη που η ιερότητα της δεν εκπορεύεται  από την παντοδυναμία ενός Θεού-εξουσιαστή και τιμωρού αλλά από την αρχέγονη ένωση, τη συμπαντική «γκάβλα» που έδωσε πνοή στον κόσμο.

Το λεμόνια είναι ένα προγραμματικά αποτυχημένο βιβλίο. Προσπαθεί να μιλήσει για μια επαναλαμβανόμενη ιστορία χαμού – κόντρα στην μεγάλη Σωτηρία που τάζουν οι Πατέρες Παντοκράτορες, οι Πατερούληδες και όλοι οι φασίστες που κηρύσσουν την απαίσια μία Αλήθεια. Μα στην ουσία το βιβλίο προσπαθεί να αφηγηθεί μια ιστορία κόντρα στην μεγάλη αφήγηση που το περιέχει – και συγγνώμη που αυτό ακούγεται κάπως κουλτουριάκο. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα των λεμονιών γυρεύω την άρνηση αυτής της μεγάλης αφήγησης: από την πρoμετωπίδα, όπου δεν υπάρχει καμιά διαθήκη, μέχρι το οπισθόφυλλο, το gkavloste ke mi me pistevete.

 

Οι φανατικοί Χριστιανοί θα θεωρήσουν το βιβλίο σας, το λιγότερο βλάσφημο. Τι θα τους απαντούσατε;

            Ό,τι θα τους απαντούσαν ο Σάντρο Μποτιτσέλι, ο Τζορντάνο Μπρούνο ή ο Βίκτορ Ουγκό: Πως οτιδήποτε υμνεί τη σάρκα και την γκάβλα υμνεί την ζωή – και πως οτιδήποτε πολεμάει την σάρκα και την γκάβλα υπηρετεί τον θάνατο. Οι φανατικοί Χριστιανοί εκπαιδεύονται σε έναν μηχανισμό λατρείας του τρόμου και του παραλόγου: Δεν σοκάρονται όταν ο σταυρός του θεού τους μπαίνει πάνω σε βόμβες που κομματιάζουν ανθρώπους – σοκάρονται όμως με τον έρωτα που είναι η μοναδική δύναμη που συνεχίζει τη ζωή.

 

Γιατί οι θρησκείες  και τα εξουσιαστικά συστήματα δαιμονοποιούν την γκάβλα ;

Γιατί όλες –μα όλες– οι θρησκείες φτιάχτηκαν για να σκλαβώσουν τους ανθρώπους. Και για να σκλαβώσεις κάποιον τον εντάσσεις σε μια παράλογη συλλογικότητα τρόμου (Εκκλησία, Σέκτα, Έθνος, Λαό ή ό,τι άλλο). Η γκάβλα είναι μια λειτουργία που βρίσκεται στον στενό πυρήνα της ατομικότητας – δεν μπορεί να ελεγχθεί, να εξουσιαστεί, να γίνει διδαχή, να ενταχθεί μες στην μεγάλη αφήγηση του τρόμου. Κι ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί από την εξουσία, δαιμονοποιείται και διώκεται – τόσο απλά…

 

Και στην δική σας «Βίβλο» όμως το αίμα ρέει άφθονο, η αγάπη τρέφεται συχνά με βία και αφανισμό.  Επιπλέον το δίπολο έρως-θάνατος, ο Φρόϊντ, ο Μπατάιγ, ο Σάντ, οι σουρεαλιστές συνομιλούν στο υπόστρωμα του δικού σας μύθου.

Δεν έγραψα καμία Βίβλο, κανένα ευ-αγγέλιο – δεν είμαι μήτε θεολόγος μήτε φιλόσοφος. Αποπειράθηκα να πω μια ιστορία χαμού – τίποτε πέρα από αυτό. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια πολύ μεγάλη συζήτηση για το αν ο χαμός είναι πτώση ή έλξη. Πρόσφατα, ένας εξαιρετικός νέος στοχαστής, ο Νίκος Μάλλιαρης (http://imaginaireradical.blogspot.com/), μου επισήμανε πως η σύνδεση σεξουαλικότητας και θανάτου στον Φρόιντ ή στον Μπατάιγ έχει ενοχικό υπόστρωμα ενώ στα λεμόνια ο χαμός έχει αντιενοχική αφετηρία. Μακάρι να στρέχει κάτι τέτοιο.

 

Αρκετά ενδιαφέρουσα θεωρώ την υπόγεια σύνδεση των χριστιανικού μύθου με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες που αιματοκύλησαν  τον κόσμο στο όνομα του Θεού, της «δικαιοσύνης», του «καλού». Οι αντιλήψεις αυτές, παρά τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί, είναι ακόμα ισχυρές. Ποια είναι η δική σας ερμηνεία;

            Οι θρησκείες σκοτώνουν – με τον ίδιο τρόπο που οι ανθρωποδιορθωτικές ιδεολογίες λογαριάζουν μια ντούμπα με πτώματα ως αναγκαίο προαπαιτούμενο του δρόμου τους. Ωστόσο νομίζω πως οι άνθρωποι εξακολουθούν να λατρεύουν θρησκείες τρόμου και ιδεολογίες φόνου, επειδή φοβούνται τη ματαιότητά τους. Δεν αντέχουμε τη σκέψη του χαμού μας, τρέμουμε τον θάνατό μας. Έτσι οι θρησκείες και οι ολοκληρωτισμοί τζογάρουν με αυτόν τον φόβο: στο βάθος του αιμοτοβαμμένου δρόμου τους τάζουν μια «Θέωση», μια «Σωτηρία» – και το εκκλησίασμα γαληνεύει...

 

Θα ήθελα να αναφερθείτε λίγο στη δομή του βιβλίου σας, στη σημασία της αποσπασματικής και υπαινικτικής «φύσης» του. Η γραφή αλλά και η δομή του ανακαλούν την ελευθερία της τέχνης που εγκαθίδρυσαν τα μοντέρνα κινήματα του πρόσφατου παρελθόντος αλλά και της τεχνολογικής εποχής που διανύουμε.

Η μορφή των λεμονιών ίσως να είναι ένα υβρίδιο αντίθεσης στην τυραννία της μορφής – της φόρμας που πάει να σκλαβώσει τους ανθρώπους σε μιαν νοερή γοητεία. Πιθανώς και αυτό να ακούγεται κουλτουριάρικο, ζητώ συγγνώμη. Θέλω να πω πως προσπάθησα να εκφραστώ όσο πιο ελεύθερα μπορούσα. Πηγές μου ήσαν τα πάντα: από αποσπάσματα αρχαίων τραγωδιών μέχρι τα chat rooms του Ίντερνετ. Το μορφολογικό αποτέλεσμα δεν το σχεδίασα – και δεν συνιστά πρόταση, συνιστά μονάχα αδημονία.

           

            Τα μελένια λεμόνια πρωτοκυκλοφόρησαν στο ίντερνετ το 2005 (http://www.triaridis.gr/melenialemonia/) – και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθερα παρά την έντυπη έκδοσή τους. Στο σημείωμα της ηλεκτρονικής έκδοσης γράφετε πως στο συμβόλαιο σας κρατήσατε αυτό το δικαίωμα και πως παραιτηθήκατε από όλα τα ποσοστά σας. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επιλογή;

Στα μάτια μου οι εκδότες είναι ξεφτελισμένοι έμποροι που ενδιαφέρονται να βγάλουν φράγκα (έτσι όπως το ακούτε: φράγκα). Μαζί με τους δημοσιογράφους, τους βιβλιοπώλες, το «γαληνεμένο» κοινό και τους ίδιους τους συγγραφείς στήνουν μια εμπορική επιχείρηση που όνειρα και εφιάλτες κόβονται και ράβονται πάνω στον μηχανισμό της αγοράς. Οι εξαιρέσεις ελάχιστες – κι όλο και πιο περιθωριακές. Και σε αυτό το ξεπουλημένο πλέγμα θαρρώ πως ανήκουμε όλοι μας: κι εγώ κι εσείς και το έντυπο που μας φιλοξενεί – όλοι μας.

            Ως (σπασμωδική;) αντίδραση σε αυτό το πλέγμα (στο οποίο, επαναλαμβάνω,  ανήκω κι εγώ) αποφάσισα όλα τα βιβλία μου να κυκλοφορούν ελεύθερα στο ίντερνετ – ανεξάρτητα από την όποια έντυπη έκδοσή τους. Το ίντερνετ είναι ένα μέσο αυτοέκδοσης που δίνει ένα σημαντικό περιθώριο ελεύθερης έκφρασης. Ήδη βγαίνουν ανεξάρτητες φωνές πολύ σημαντικές. Και πιστεύω πως σε μια γωνιά του διαδικτύου μπλογκάρει ο νέος Ρεμπό και ο νέος Καβάφης – ερήμην μας…

Πολλοί λένε πως στο ίντερνετ κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα σκουπίδια… Μακάρι να ανήκω κι εγώ σε αυτά τα ανεξέλεγκτα σκουπίδια και όχι στην ελεγχόμενη καθεστωτική ομοφωνία. Κάτι τέτοιο θα ήταν για μένα τιμή.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό LIFO, τεύχος 76, στις 19-7-2007.)

 

 

 

*****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ.]

 

Το καλοκαίρι του 2005 έστειλα προς έκδοση τα μελένια λεμόνια στις Εκδόσεις Πατάκης, όπου μέχρι τότε είχα εκδώσει πέντε βιβλία μου. Μετά από σιωπή τεσσάρων μηνών μου ανακοινώθηκε από την αρμόδια εκδότρια πως το βιβλίο μου «προβληματίζει τους ειδικούς αναγνώστες του Οίκου». Θεωρώντας αυτή την φράση ως έμμεση απόρριψη τής ανακοίνωσα ευθύς αμέσως πως αποσύρω το λεμόνια από την εκδοτική της κρίση (γεγονός που δέχτηκε μάλλον με ανακούφιση) – μονάχα την παρακάλεσα να μου στείλει τις κριτικές των ειδικών αναγνωστών του οίκου, αποκλειστικά για να τις διαβάσω εγώ (θεωρούσα πως είχα αυτό το δικαίωμα). Μου απάντησε με μια αόριστη φράση που μου φάνηκε ως υπεκφυγή – στη συνέχεια επιβεβαιώθηκα καθώς όχι μόνο δεν μου έστειλε τις κριτικές των ειδικών αναγνωστών, αλλά δεν έμαθα ποτέ μήτε πόσοι ήταν μήτε ποιοι…

 

Μετά από δύο μήνες η συγγραφέας Πόλυ Μηλιώρη με ενημέρωσε πως ήταν ανάμεσα στους ειδικούς αναγνώστες που διάβασαν το βιβλίο και μου έστειλε την εισήγηση της. Την δημοσιεύω εδώ για πρώτη φορά – φυσικά μετά από την άδειά της.

 

 

 

Πόλυ Μηλιώρη

 

Για τα μελένια λεμόνια του Θανάση Τριαρίδη

 

 

Ιμπρεσιονιστικά μιλώντας, θα χαρακτήριζα δίχως κανένα δισταγμό το κείμενο έτσι: πρόκειται για ένα κοχλάζον λογοτεχνικό ποτάμι, που με αγκωνάρια εικόνες μεγάλης αισθητικής αξίας ξεθεμελιώνει στο διάβα του όλον τον χριστιανικό πολιτισμό, ό,τι έχει χτιστεί –ηθική, κοινωνικό σύστημα, τέχνη– επί 2000 χρόνια πάνω στην, όπως μας παραδόθηκε, ζωή, διδασκαλία και ήθος του Ναζωραίου. Έχοντας μάλιστα σαν πρώτο κεφάλαιο το «ξαναγράψιμο» του Ευαγγελίου –διατηρεί και τη μορφή, με την αρίθμηση των παραγράφων– εξ αρχής κάνει το «συμβόλαιο με τον αναγνώστη», που λέει ο Κούντερα. Γιατί, μια απ’ τις κύριες αρετές του κειμένου είναι η ειλικρίνειά του. Η πεποίθηση του συγγραφέα πως ό,τι λέει δεν είναι εφεύρημα προς άγραν εντυπώσεων, αλλά ο μόνος τρόπος του για να καταγγείλει, να παθιαστεί και να παθιάσει για την αλήθεια του, την οποία ανακοινώνει με τη συγγραφή του.

 

Θεμελιωμένη πάνω σε γερές γνώσεις ιστορίας, σε αγωνιώδη αν και πλήρως επεξεργασμένη γλώσσα, σε παραπομπές στη Λογοτεχνία, στη Ζωγραφική και στο «δυτικό πολιτισμό» δύο χιλιάδων ετών, η συνεχής ανατροπή είναι το μοτίβο του βιβλίου.

 

Με ιδεολογική σημαία το «γαμάτε αλλήλους», ο Τριαρίδης καταγγέλλει την εκμετάλλευση, την χειραγώγηση, την καταπίεση που έκαναν και κάνουν οι κάθε λογής εξουσίες πάνω στον άνθρωπο, ο οποίος, κατά την άποψη του, ελευθερώνεται μόνο μέσα απ’ την ηδονή.

 

Μην παρερμηνευτεί: το κείμενο ΔΕΝ είναι πορνογραφικό. Η σεξουαλικότητα του είναι κοσμογονική. Η ανθρωπότητα ξαναγεννιέται δίχως το ταμπού που κατά τον Φρόιντ έφτιαξε πολιτισμό. Κατά την γνώμη μου, ο κόσμος που γεννιέται στις σελίδες του συγγραφέα, μένει σε μια αέναη αναδημιουργία. Τίποτα δεν κατακάθεται, τίποτα δεν κατασταλάζει. Εάν ο Ναζωραίος έστρωσε το χαλί στο σύστημα, ο Ραββουνί τραβάει συνεχώς όποιο χαλί. Γιατί η «γκάβλα» είναι ένας συνεχής ξεσηκωμός.

 

Ξεκίνησα με μια προσπάθεια ιμπρεσιονιστικής κρίσης, λόγω της ιδιομορφίας του κειμένου που δε μου επιτρέπει να το κατατάξω σε γνωστές φόρμες. Και όχι βέβαια επειδή ο Τριαρίδης δεν γνωρίζει να υπηρετεί τις φόρμες –το έχει αποδείξει ότι μπορεί σε προηγούμενα βιβλία– αλλά γιατί αυτή ακριβώς η έλλειψη φόρμας είναι η καταγγελία της όποιας Καντιανής κατηγοριοποίησης έχει προέλθει από τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.

 

Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση από τον χώρο της δυτικής θρησκευτικής ζωγραφικής, όπου ο συγγραφέας κολυμπά με εντυπωσιακή άνεση, μπορώ να πω ότι το έργο του είναι ένας πίνακας του Μπος. Μόνο που τα επί μέρους ζωγραφισμένα οράματα του αναγεννησιακού δημιουργού, όσο κι αν έσπαζαν την γραμμική αφήγηση της θρησκευτικής θεματολογίας με εξπρεσιονιστικές εικόνες, παράμεναν μέσα στο πλαίσιο του τελάρου. Το οποίο περιόριζε μεν το βλέμμα του θεατή αλλά ταυτόχρονα το συγκρατούσε σε ένα όλον. Ο δημιουργός του 21ου αιώνα καταργεί το τελάρο. Αφηνιασμένα τα οράματα τρυπώνουν σε υπέροχα μακριά ποιήματα, σε «λίστες» αναφοράς και σκηνοθετικές δοκιμές, σε αυτοτελή αφηγήματα όπως «τα μελένια λεμόνια» και το «οι αφηνιασμένες καραμέλες» και στο «θάνατος και ανάστασις στο Πισοδέρι» – αρνούμενα κάθε πλαίσιο.

 

Ωστόσο – μάλλον προσθετικά: «Η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων», που είναι ο τίτλος του εγχειρήματος, ανατρέπεται με τη σειρά της από την κραυγή του συγγραφέα στην αρχή και στο τέλος: «Μη με πιστεύετε». Στο «η πίστης σώζει» αντιπαραθέτει τη συνεχή αμφισβήτηση. Στην πρώτη ανάγνωση που θεοποιεί την ηδονή, αντιπαραθέτει την αμφιβολία ως και σ’ αυτόν τον θεό. που ο ίδιος δημιουργεί.

 

 

            (Γραμμένο τον Σεπτέμβριο του 2004 – ως εισήγηση προς τις Εκδόσεις Πατάκης μετά από αίτημα του εκδοτικού οίκου).

 

 

 

*****

 

 

Μάνος Κοντολέων

 

Για τα μελένια λεμόνια

 

http://manoskontoleon2.blogspot.com/2007/05/blog-post_22.html

 

 

Ποια είναι μεγάλη λογοτεχνία;

 

Απαντήσεις πολλές, ίσως όλες ασαφείς. Αλλά για μένα το βιβλίο εκείνο που θα μου προσφέρει μαζί με την αισθητική ικανοποίηση και ένα άλλο κοίταγμα του γνωστού κόσμου, αυτό -ναι!- είναι, ανήκει στη μεγάλη λογοτεχνία.

 

"Τα μελένια λεμόνια" του Θανάση Τριαρίδη είναι ένα περίεργο κείμενο, δεν εντάσσεται σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αλλά είναι καθαρή και μεγάλη λογοτεχνική σύνθεση. Γιατί δεν μένει μόνο στο τι θέλει να πει, αλλά κυρίως στο πως το λέει.

 

Αιρετικά ηθικό, αχαλίνωτα ερωτικό, τρυφερά αγωνιστικό. Υπαρξιακά πολιτικό.

 

Μπορεί να προκαλέσει συζητήσεις έως και πάθη, μπορεί και κανείς να μην το προσέξει.

 

Μου είναι αδιάφορο. Σημασία έχει πως γράφτηκε και κυκλοφορεί -υπάρχει.

 

Υπάρχει, την ίδια ώρα που σεμνά αναρωτιέται:

 

Τι του απέμενε, λοιπόν;

Μπροστά στο τρομερό το πεπρωμένο που τον κύκλωνε,

μέσα στη μεγάλη νύχτα των δολοφόνων αστών

ο Ρέμπραντ Βαν Ρέιν στάθηκε απέναντι από την αγαπημένη γυναίκα

και προσπάθησε να ζωγραφίσει αυτό που ζούσε και συνάμα αυτό που έχανε·

τον αγώνα για ένα χαμόγελο, το τρέμουλο του χείλους,

το δισταγμό του χεριού, τη μυρωδιά του κόκκινου γαρύφαλλου –

κυρίως εκείνη την ασθενική τη μυρωδιά.

 

.           .. Ασθενική μυρωδιά. Ναι, κάπως έτσι κυκλοφορεί ανάμεσά μας η λογοτεχνία που είναι προορισμένη να ζήσει.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο προσωπικό blog του Μάνου Κοντολέων http://manoskontoleon2.blogspot.com/, στις 22 Μαΐου 2007.)

 

 

 

*****

 

 

Κυριάκος Αθανασιάδης

 

Για τα μελένια λεμόνια

 

 

Ένα ανατρεπτικό μυθιστόρημα, ένα αντι-επικό ποίημα της θανής, μία αγαπητική και υπέροχα βλάσφημη ανάγνωση της Καινής (και κάθε άλλης) Διαθήκης, ένα ασθματικό κείμενο για τον έρωτα, τον πόθο, τη θρησκεία, την εξουσία, τους θαλάμους αερίων της καθημερινότητάς μας και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του καθενός μας, για την τέχνη και την ποίηση της ζωής, για το σεξ και την άνευ όρων ηδονή, για την αρχή και το τέλος των τύψεων μας, γραμμένο με μία θυελλώδη γλώσσα που προκαλεί, ξαφνιάζει και αναστατώνει. Μοναδικός εκπρόσωπος ενός ολότελα σύγχρονου μεταλογοτεχνικού τρόπου, ο Θανάσης Τριαρίδης, με εφόδιά του μια πελώρια αφομοιωτική δύναμη κειμένων, αισθήσεων και συναισθημάτων και έναν απύθμενο λυρισμό του γλυκού χαμού, φουντώνει και αναλώνεται σε ό,τι πιο τρομακτικά ανθρώπινο μπορεί να αντέξει η μυθιστορία των καιρών μας.

           

 

            (Κείμενο που γράφτηκε με αφορμή την έκδοση των μελένιων λεμονιών και δημοσιεύτηκε εν μέρει στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Gutenberg-τυπωθήτω http://www.dardanosnet.gr/home/book-details.php?id=1428 και, ολόκληρο, στο έντυπο Εμπειρίες ανάγνωσης – μια επιλογή του ίδιου εκδοτικού οίκου, τον Δεκέμβριο του 2007.)

 

 

 

*****

 

 

Γιάννης Κοτσιφός

 

Αφιέρωμα στους συγγραφείς της Θεσσαλονίκης – Θανάσης Τριαρίδης

 

 

            Δεν υπάρχει επανάσταση δίχως διάθεση αυτοκαταστροφής. Με το μυθιστόρημα Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, το 2000, ο Τριαρίδης έδειξε το δρόμο προς την ανανέωση της μυθιστορηματικής γραφής και μετά της γύρισε την πλάτη. Προτίμησε να γράψει στρατευμένα αφηγήματα, να γράψει για ζωγράφους και να πάρει πίσω τα κείμενά του, βάλθηκε να παλεύει με λέξεις ενάντια στα ίδια που πάλευε πριν από λίγα χρόνια με εμβόλια στους τσιγγάνικους μαχαλάδες. Κυρίως βάλθηκε, κυνηγώντας απελπισμένα ένα μείγμα δοκιμίου, ποίησης και μυθοπλασίας, να σχηματίσει μια νέα υποδοχή γραφής που θα αντέχει την βασική αγωνία του: ότι είναι συμμέτοχος στο Κακό που περιγράφει. Τα μελένια λεμόνια του είναι ο τελευταίος καρπός αυτής της κυνηγημένης ανάγκης. Αν διαβαστεί ανάποδα, έχεις ένα άλλο όνομα για την πρωτοπορία.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παράλλαξη, τεύχος 131, Μάιος 2007.)

 

 

 

*****

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

Μια ανάποδη αποκάλυψη

 

 

«Θανάσης Τριαρίδης: οργισμένη λογοτεχνική διαθήκη

της ηθικής και της υποκρισίας»

 

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, ένθετο ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, 22-9-2007.

 

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=36934

 

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=36935&enthDate=22092007

 

http://assets.in.gr/AssetService/Image.ashx?t=2&pg=86142&

 

 

ΤΑ «ΜΕΛΕΝΙΑ ΛΕΜΟΝΙΑ», ΜΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΣΤΑΣΙΜΑ ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ, ΠΡΟΚΛΗΣΗ, ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ ΝΑ ΑΝΑΜΕΤΡΗΘΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.

 

Ο τριανταεπτάχρονος Θεσσαλονικιός πεζογράφος Θανάσης Τριαρίδης, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του έξι έντυπα λογοτεχνικά βιβλία και ένα που διατίθεται μόνο σε ηλεκτρονική μορφή στην ιστοσελίδα του (www. triaridis.gr), με το νέο, ογκώδες (509 σελίδων) αφηγηματικό έργο του, Τα μελένια λεμόνια, δοκιμάζει την αντοχή των «περί ηθικής λαλούντων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης, που θα το χαρακτηρίσουν από προκλητικό έως βέβηλο ανάγνωσμα.

 

Ο Τριαρίδης φαίνεται να στόχευσε στην οργή των ηθικολόγων. Όχι μόνο ολόκληρο το βιβλίο του είναι διαποτισμένο από τα σωματικά υγρά του έρωτα και το αίμα, αλλά και πολλές από τις ενότητές του παραλλάσσουν την ίδια ιστορία, εκείνη του γιου της Μαρίας, του Ραββουνί, που έχει ανδρικά και γυναικεία γεννητικά όργανα, μεταφέρει στους ανθρώπους την απελευθερωτική αλήθεια της βακχείας, προσφέρει την καρδιά του ως τροφή στους πεινασμένους, συνουσιάζεται με όλους τους άντρες και όλες τις γυναίκες, μέχρι εν τέλει όλοι, ο εκστασιασμένος Μεσσίας και οι πιστοί του, να αφανιστούν κατασπαραγμένοι ή σφαγιασμένοι από τους αγγέλους του εκδικητή και τιμωρού Θεού. Σε μία, μάλιστα, ενότητα συνουσιάζεται ακόμη και ο Θεός, όντας ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη της ηδονής που βιώνουν οι άνθρωποι.

 

Ηδονή και λύτρωση

 

Παραβλέποντας το σκανδαλοθηρικό μέρος του βιβλίου, ο βασικός δεσμός του με το παλαιότερο έργο του συγγραφέα έγκειται στο γεγονός ότι και τα Μελένια λεμόνια κινούνται στο πλαίσιο του μαγικού ρεαλισμού και επιβεβαιώνουν την έφεση του Τριαρίδη για τον αισθησιασμό, τη νοσηρότητα, το κακό, την ελεύθερη ανασύνθεση μύθων και ιστοριών. Με την κρίσιμη, όμως, διαφορά ότι ο πρόλογος, τα 33 «βιβλία» (ενότητες) και η τελική Sinopsi (γραμμένη σε greeklish) αυτού του βιβλίου συντάσσουν, σύμφωνα με μια φράση του Τριαρίδη, μιαν «ανάποδη αποκάλυψη» (σ. 182). Συγκεκριμένα, στις σύντομες και ως επί το πλείστον ανεξάρτητες μεταξύ τους αφηγηματικές ενότητες των Μελένιων λεμονιών, ο Τριαρίδης, ανασυνθέτοντας και ανατρέποντας την Παλαιά και τη Νέα Διαθήκη, αρκετούς αρχαιοελληνικούς μύθους και πολλές πραγματικές και φανταστικές ιστορίες της νεώτερης εποχής, συντάσσει τη «διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων». Σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου του ο έκδηλος αισθησιασμός ή το ερωτογραφικό περιεχόμενο καταλήγουν στην οργιαστική «γκάβλα» που οδηγεί νομοτελειακά στον ηδονικό και συνάμα βίαιο θάνατο των ανθρώπων. Οι σφαγές, οι τεμαχισμοί, οι αποκεφαλισμοί, η ανθρωποφαγία, διαφορετικές εκδοχές του τέλους των ιστοριών του Τριαρίδη, απελευθερώνουν και λυτρώνουν διά του αφανισμού, το καταπιεσμένο δυναμικό των πιο μύχιων ανθρώπινων ενστίκτων.

 

Άρνηση και σαγήνη

 

Εκ πρώτης όψεως τα Μελένια λεμόνια μπορεί να διαβαστούν ως άρνηση κάθε μεταφυσικής πίστης και ως έκρηξη μιας μηδενιστικής οργής. Στο στόχαστρο της άρνησής τους βρίσκεται ο άνθρωπος-έρμαιο του τρόμου που γεννά η θρησκεία για την ίδια τη ζωή και ο άνθρωπος-θύμα της φενάκης ενός υποκριτικού πολιτισμού που βαφτίζει τη βαρβαρότητα επιτακτική ανάγκη. Κατά βάθος όμως το βιβλίο, μέσα από τις επιδεικτικές αρνήσεις του, προβάλλει την ομορφιά της αισθησιακής σχέσης με τον κόσμο και, κυρίως, την ομορφιά και την αντοχή της ίδιας της αφηγηματικής τέχνης που αναμυθολογεί τον κόσμο έστω και ως διαθήκη, έστω και ως προγραμματική άρνηση πίστης (στην προμετωπίδα διαβάζουμε «δεν υπάρχει καμιά διαθήκη» και στο οπισθόφυλλο τη φράση «gkavloste kai mi me pistevete»). Μέσα από αυτό τον συνδυασμό οργισμένης άρνησης και νηφάλιας κατάφασης, τα Μελένια λεμόνια είναι ένα σαγηνευτικό κείμενο που διατηρεί αμείωτη την υψηλή ένταση της φαντασμαγορικής γραφής του, καθώς αποσυνθέτει και αναδιηγείται τον μύθο και την πραγματικότητα του παλαιού και του σύγχρονου κόσμου, τόσο απαράλλακτα ίδιων, μέχρι τα άκρα: ένα οδυνηρό και ηδονικό, μακάβριο και λυτρωτικό, σκοτεινό, άδοξο αλλά και φαντασμαγορικό κρεσέντο του τέλους των ανθρώπων.

 

Αν αυτό το βιβλίο συνιστά πρόκληση, για όσους αναγνωρίζουν στη λογοτεχνία το αναφαίρετο δικαίωμα να ξαναφτιάχνει τον κόσμο με τα δικά της μέσα και τους δικούς της όρους, αυτή η πρόκληση είναι θετική και μάλιστα πολύπλευρη.

 

1. Πρώτη πλευρά της πρόκλησης, η λογοτεχνική γραφή του Τριαρίδη. Τα Μελένια λεμόνια είναι ένα πολυσύνθετο μορφολογικό υβρίδιο, όπου συνυφαίνονται η ποίηση και η πεζογραφία σε ένα έργο με πολύ χαλαρή αφηγηματική εξέλιξη αλλά υψηλή ένταση. Η ταλάντευση της γραφής του Τριαρίδη ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία, με τη συνύφανση πεζόμορφων και στιχουργημένων μερών, απορρέει από τον αποκαλυπτικό και κατανυκτικό τόνο της.

 

Επίσης στα Μελένια λεμόνια αφομοιώνονται σε ένα οργανικό σύνολο ετερόκλητα υλικά από μια πολύ ευρεία μορφωτική παρακαταθήκη: πολλοί Έλληνες ποιητές (κυρίως ο Εμπειρίκος και ο Καβάφης, αλλά και ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης κ.ά.), πολλοί Ευρωπαίοι ζωγράφοι από την εποχή της Αναγέννησης μέχρι τον 20ό αιώνα, στοιχεία από παλαιότερα βιβλία του Τριαρίδη, η λογοτεχνία των περιπετειών και των κόμικς.

 

2. Δεύτερη πλευρά της πρόκλησης, η ιδεολογική εγρήγορση και η κοινωνική ευαισθησία. Αυτό το προγραμματικά «ανίερο» βιβλίο είναι κατάστικτο από τη βαρβαρότητα του δυτικού πολιτισμού, του παλαιότερου και του σύγχρονου, του ελληνικού, του ευρωπαϊκού και του αμερικανικού. Αναμορφώνοντας τις ιστορίες της Βίβλου και των αρχαίων μύθων, ο Τριαρίδης τις συγχρονίζει με την ατομική βόμβα της Χιροσίμα, τα στρατόπεδα του Ολοκαυτώματος, τα πεδία των βομβαρδισμών στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην Παλαιστίνη, τους νεκρούς Κούρδους στο λιμάνι της Πάτρας, τους νεκρούς Αλβανούς στη σπηλιά του Πισoδερίου, για να καταγγείλει ότι οι μηχανισμοί της βίας και της καταστολής μένουν απαράλλακτοι. Θεωρημένα από αυτή την άποψη, τα Μελένια λεμόνια αποστρέφονται την κυρίαρχη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία του life style και των ιστορικών αποδράσεων, που αποφεύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι, να θίξει φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πολιτική και ιδεολογική ορθότητά της.

 

3. Τρίτη πλευρά της πρόκλησης- αυτή εξωλογοτεχνική- το εναλλακτικό συγγραφικό ήθος του Τριαρίδη. Ο Τριαρίδης παραιτήθηκε από τα συγγραφικά δικαιώματα της έντυπης μορφής του βιβλίου, ενώ παράλληλα το διαθέτει δωρεάν στο Διαδίκτυο, επιτρέποντας μάλιστα οποιαδήποτε χρήση του. Εν ολίγοις, ένα βιβλίο που με τη δύναμη της σαγήνης του και τη διαφορετική στάση του συγγραφέα του (ο οποίος αρνείται ως και να φωτογραφηθεί) μας καλεί να αναμετρηθούμε με τις καθησυχαστικές αναγνωστικές μας συνήθειες.

 

 

Ο Ευριπίδης Γαραντούδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στο ένθετο ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, στις 22-9-2007, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=36934.)

 

 

 

 *****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ.]

 

Από τα πολλά υβριστικά κείμενα που γράφτηκαν με αφορμή τα μελένια λεμόνια και αναπαράχτηκαν ευρέως στο Διαδίκτυο αναδημοσιεύω εδώ δύο υβριστικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε δύο νεοφασιστικές, ρατσιστικές εφημερίδες, τον Στόχο και την Άλφα 1 (η οποία είναι το επίσημο όργανο του πολιτικού κόμματος Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός), λίγες μέρες μετά την κριτική του Ευριπίδη Γαραντούδη στα Νέα (ένθετο Βιβλιοδρόμιο της 22ης-9-2007). Η αναδημοσίευση αυτή γίνεται για τους ακόλουθους λόγους:

α) Τα κείμενα αυτά ήταν ενυπόγραφα (ο συντάκτης τους έχει γράφει πλήθος νεοναζιστικών, ρατσιστικών, και αντισημιτικών άρθρων) και αναφέρονταν αναλυτικά στο βιβλίο μου κάνοντας χρήση πλήθους παραθεμάτων (επιπλέον εν λόγω συντάκτης θέλοντας να φανατίσει το κοινό του εναντίον μου προτείνει την εξαιρετικά ερεθίστική σύνδεση της λέξης «Ραββουνί» με την λέξη «μουνί» – κι έτσι άθελά του δικαιώνει απρόσμενα τις προσδοκίες μου από την ανάγνωση του βιβλίου).

β) Και τα δύο κείμενα έχουνε ένα σαφέστατο χαρακτήρα προγραφής για το πρόσωπό μου (ουσιαστικά ο συντάκτης τους παρακινεί τους αναγνώστες να φερθούν ως μουσουλμάνοι «που είναι σοβαροί άνθρωποι» και να με σφάξουνε). Αυτός ο χαρακτήρας προγραφής νομίζω πως καταδεικνύει το πώς λειτουργεί το τρομοκρατικό νεοφασιστικό πλέγμα που, επί της ουσίας, κυριαρχεί σήμερα στην Ελλάδα. Επιπλέον κολακεύει την ματαιοδοξία μου: το γεγονός ότι το εν λόγω βιβλίο μου επικηρύσσεται από τους νεοναζί αποτελεί για μένα αναμφίβολο τίτλο τιμής…

β) Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επίθεση προς τον καθηγητή Ευριπίδη Γαραντούδη (που «τόλμησε» να γράψει για το «αντίχριστο» βιβλίο μου) συνιστά σαφή προειδοποίηση για το τι περίμενε στο εξής όποιον έγραφε κριτική για τα μελένια λεμόνια. Επομένως τα δύο κείμενα, πέραν των άλλων, μαρτυρούν πως η νεοφασιστική τρομοκρατία δεν απευθύνεται μόνο προς τον συγγραφέα αλλά και προς τους αποδέκτες του συγκεκριμένου βιβλίου (και κάθε άλλου).

 

Στο ίδιο πλαίσιο αναδημοιεύω και την απάντηση των Νέων στα δημοσιεύματα αυτά, λίγες ημέρες υστερότερα – με την υπογραφή της ψευδώνυμης «Φοίβης Αθηναίου».

 

 

 

Θεόδωρος Ν. Χατζηγώγος

 

Οι ύμνοι των «Νέων» για «τα μελένια λεμόνια» δικαιώνουν τον Βίσμαρκ που έλεγε... «καθηγηταί τρεις και εχάθη η πατρίς

 

 

Εφημερίδα ΑΛΦΑ ΕΝΑ, 29-9-2007.

 

http://www.alpha1.gr/



Έχετε ποτέ διερωτηθεί γιατί οι χριστιανοί δεν μπορούν να εκχριστιανίσουν ούτε έναν μουσουλμάνο τα τελευταία 1.300 χρόνια, ενώ αντίθετα οι χριστιανοί εξισλαμίζονται σήμερα σε όλη την Ευρώπη με ταχύτατους ρυθμούς, πράγμα που ανησυχεί σοβαρά ακόμη και τους άθεους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως; Η απάντηση είναι απλή, αλλά δεν τολμάμε να την ξεστομίσουμε: Διότι έχουμε καταντήσει την άλλοτε πολεμική θρησκεία που ονομάζεται χριστιανισμός σε μία αγαπησιάρικη αρλούμπα που τελικά καταλήγει στο μαζοχιστικό απόφθεγμα... «Σφάξε με αγά μου ν΄ αγιάσω».Την ίδια ώρα, το Ισλάμ παραμένει μία ρωμαλέα θρησκεία με αυστηρές ποινές για τους αμαρτάνοντες, με σκληρούς κανόνες για την συμπεριφορά των πιστών και με την απειλή της θανατικής εκτελέσεως για όποιον απαρνείται το Ισλάμ προκειμένου να ασπαστεί μία άλλη θρησκεία. Όταν ο άλλος έρχεται καταπάνω σου με ένα γιαταγάνι κι εσύ τον αντιμετωπίζεις με μόνο όπλο την Αγάπη, είναι φυσικό να νικάει ο βάρβαρος κι εσύ ο πολιτισμένος να πηγαίνεις στον Άγιο Πέτρο.

 

 

ΚΑΘΗΓΗΤΑΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΕΧΑΘΗ Η ΠΑΤΡΙΣ

 

Θεώρησα απαραίτητο αυτόν τον δασκαλίστικο πρόλογο για να μπω στο σημερινό μου θέμα που είναι άκρως σοκαριστικό και παρακαλώ όσους δεν αντέχουν, να μη συνεχίσουν το διάβασμα. Όλοι θυμόμαστε τις ταραχές που ξέσπασαν τον περασμένο χειμώνα σε όλες τις ισλαμικές χώρες εξαιτίας των σκίτσων του Μωάμεθ που δημοσίευσαν μερικές ευρωπαϊκές εφημερίδες. Φαντάζεστε τι θα συμβεί αν αύριο βγει ένα βιβλίο όπου ο προφήτης του Ισλάμ θα καθυβρίζεται με τον χειρότερο τρόπο, θα περιγράφεται ως σεξουαλικά ανώμαλος και λοιπά; Ακόμη κι αν δεν ξεσπάσει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, είναι βέβαιον ότι θα καεί το πελεκούδι από τους μουσουλμάνους αδελφούς μας, και θα έχουν δίκιο. Ε, λοιπόν, σας πληροφορώ ότι ένα τέτοιο βιβλίο εξωφρενικά υβριστικό για τον Χριστό και την Παναγία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις καθωσπρέπει εκδόσεις «Τυπωθήτω» του Γιώργου Δαρδανού και ήδη λανσάρεται από τις μεγάλες δημοκρατικές εφημερίδες σαν κορυφαίο λογοτεχνικό επίτευγμα!...Πρόκειται για «Τα μελένια λεμόνια» του 37χρονου Θεσσαλονικιού συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη, που συνοδεύονται από τον επεξηγηματικό υπότιτλο «Η Διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων!»... Σας δίνω τον λόγο της τιμής μου πως ουδέποτε θα ησχολούμην με ένα τέτοιο πανάθλιο βιβλίο, απλώς και μόνο για να μην του κάνω διαφήμιση. Όμως είμαι υποχρεωμένος να το κάνω, από την στιγμή που στα έγκυρα «Νέα» του περασμένου Σαββάτου δημοσιεύτηκε μία ολοσέλιδη υμνητική κριτική για «Τα μελένια λεμόνια» που υπογράφει ένας κατ΄ εξοχήν ειδικός: Ο αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευριπίδης Γαραντούδης. Πρώτα θα παραθέσω επιγραμματικά μερικά μόνο απ΄ όσα αισχρά γράφει για τον Χριστό και την Παναγία στα «μελένια λεμόνια» ο Θανάσης Τριαρίδης και μετά θα μεταφέρω τα όσα υμνητικά έγραψε για το βιβλίο του ο καθηγητής Γαραντούδης στα «Νέα» του περασμένου Σαββάτου. Και αυτό για να αντιληφθούμε όλοι πού μας οδηγούν οι σημερινοί Έλληνες διανοούμενοι και πόσο δίκιο είχε ο Γερμανός καγκελάριος Βίσμαρκ όταν έλεγε την περίφημη φράση του... «Ντράϊ προφεσόρεν, ντερ Στάατ ιστ φερλόρεν», δηλαδή «Καθηγηταί τρεις και εχάθη η Πατρίς»...

 


ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΥΒΡΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Πριν ξεκινήσω, πρέπει να διευκρινίσω τα εξής: «Τα μελένια λεμόνια» κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στο διαδίκτυο τον Αύγουστο του 2005, όπου φαίνεται δεν προκάλεσαν τον σάλο που περίμενε ο συγγραφέας τους, διότι προφανώς οι διαθέτοντες πρόσβαση στο Ίντερνετ δεν σοκάρονται με τίποτα. Έτσι, σε συνεργασία με τον διακεκριμένο εκδότη του «Τυπωθήτω» Γιώργο Δαρδανό, ο Θανάσης Τριαρίδης αποφάσισε να το βγάλει σε βιβλίο, ελπίζοντας πως αυτή την φορά θα καταφέρει να σοκάρει και να αγανακτήσει τους χριστιανούς και τους συντηρητικούς που δεν τα πάνε καλά με το Ίντερνετ. Επίσης, πρέπει να πω ότι «Τα μελένια λεμόνια» εκτείνονται σε 510 σελίδες, εκ των οποίων οι 100 υβρίζουν τον Χριστό και την Παναγία, άλλες τόσες ξεφτιλίζουν την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, καμιά πενηνταριά καταγγέλλουν τους Έλληνες ότι φέρονται ρατσιστικά προς τους μετανάστες και οι υπόλοιπες περιέχουν ακατανόητες για τον μέσο εγκέφαλο ποιητικές περιγραφές του Τριαρίδη, που όμως γοήτευσαν μέχρι μυελού οστέων τον καθηγητή Γαραντούδη σε σημείο να αποκαλεί το κατάπτυστο αυτό σύγγραμα... «συναρπαστικό αφήγημα!».Ας δούμε, λοιπόν, μερικά απ΄ όσα γράφει ο Τριαρίδης που συνήρπασαν τον καθηγητή Γαραντούδη:

 

1) Νωρίς - νωρίς (σελ. 15) μαθαίνουμε ότι τα μελένια λεμόνια είναι τα βυζιά της γυναίκας που ξυπνάνε την γκάβλα στους άνδρες!

 

2) Στις σελίδες 22-23 μαθαίνουμε ότι η Μαρία συνουσιάστηκε με έναν αρχαίο τράγο για να γεννήσει τον Χριστό, ο οποίος τράγος «είχε μεγάλο γκαβλί». Όταν η 14χρονη Μαρία έμεινε έγκυος, ο γερο-Ιωσήφ αποφάσισε να την παντρευτεί για να μην την σκοτώσουν οι Εβραίοι σαν πόρνη. Τελικά γέννησε σε στάβλο το παιδί της που είχε στο μέτωπο δύο μικρά κέρατα, σημάδι πως ήτανε γιος του τράγου πατέρα του.

 

3) Στην σελ. 25 περιγράφεται με αισχρό τρόπο η Βάπτιση στον ποταμό Ιορδάνη. Αρκεί να πω ότι σύμφωνα με τον Τριαρίδη οι δύο άνδρες «γαμ... ουρλιάζοντας σαν λύκοι και όταν τελειώσανε, ο Βαπτιστής ήταν νεκρός από την γκάβλα!».

 

4) Ο Τριαρίδης αποκαλεί σε όλο το βιβλίο τον Χριστό...«Ραββουνί» από τον συνδυασμό των λέξεων ραββίνος και μ...! Ο Ραββουνί διέθετε ανδρικά και γυναικεία γεννητικά όργανα και επιδιδόταν διαρκώς σε όργια με γυναίκες και άνδρες. Ο Τριαρίδης έχει λεπτομερείς περιγραφές αυτών των οργίων, χρησιμοποιώντας τις πιο αισχρές λέξεις που διαθέτει η ελληνική γλώσσα.

 

5) Στην σελ. 29 περιγράφεται η θεραπεία του παραλυτικού, ο οποίος πλησίασε τον Ραββουνί λέγοντας: «Εγώ δεν ένιωσα ποτέ μου γκάβλα!». Ο Ραββουνί άρχισε να του κάνει πεολειχία και ο παραλυτικός θεραπεύτηκε.


ΞΕΦΤΙΛΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΙΣΤΕΥΩ» ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ

 

Κανονικά θα έπρεπε να σταματήσω εδώ, γιατί πήρατε ήδη μία εικόνα του τι περιέχει το αισχρότατο αυτό βιβλίο που υμνούν τα «Νέα» του «συγκροτήματος Λαμπράκη». Όμως, επιτρέψτε μου να συνεχίσω για να αντιληφθείτε έως πού μπορεί να φτάσει η κακοήθεια του ανθρώπου...

 

6) Στην σελ. 30 περιγράφεται το θαύμα το χορτασμού των πεντακισχιλίων, όπου ο Ραββουνί εμφανίζεται να ζυμώνει το αλεύρι με το σπέρμα του! Στην σελ. 31 πληροφορούμεθα ότι πορδοβολούσε με κρότο και στην σελ. 32 ότι «είχε βυζιά γυναίκας με ολόμαυρες ρώγες».

 

7) Στην σελ. 34 εμφανίζεται ο προδότης Ιούδας ο οποίος ερωτεύτηκε λυσσασμένα τον Ραββουνί. Αφού τρώμε στην μάπα αναλυτικές περιγραφές των οργίων Ραββουνί και Ιούδα, στην σελ. 37 μαθαίνουμε ότι ο Ιούδας πρόδωσε επειδή ποθούσε τρελά τον Ραββουνί και ήθελε να τον έχει αποκλειστικά δικό του!

 

8) Εντελώς αισχρή είναι και η περιγραφή του Μυστικού Δείπνου στις σελίδες 37 και 38: Ο Ραββουνί εμφανίζεται να βάζει το ψωμί στα σκέλια του και να το ποτίζει με τα υγρά του, πριν το προσφέρει στους μαθητές του.

 

9) Μου είναι αδύνατον να μεταφέρω εδώ τα όσα αισχρά λέει ο Ραββουνί προς τους Εβραίους αρχιερείς που τον δικάζουν (σελ. 39-41). Αμέσως μετά περιγράφεται η Σταύρωση, όπου μαθαίνουμε ότι «η ίδια του η μάνα κάρφωσε τον Ραββουνί στον σταυρό και έπειτα τον φίλησε στο στόμα».

 

10) Στην σελ. 46 πληροφορούμεθα ότι μόλις πέθανε ο Ραββουνί πάνω στον σταυρό, «μύρισε ο τόπος ψ...χυμο και μ...υγρά κι αυτή ήταν η Ανάσταση!».

 

Ακολουθούν χίλιες δυό αιχρές περιγραφές για να φθάσουμε στις σελίδες 133-134, όπου ο Τριαρίδης διασκευάζει το «Σύμβολον της Πίστεως», («Πιστεύω εις έναν Θεόν κ.λ.π.») με ό,τι πιο αισχρό μπορεί να φανταστεί ο πιο διεφθαρμένος νους.

 

 

ΥΜΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗ

 

Και τώρα, ας δούμε τι έγραψε στα «Νέα» του περασμένου Σαββάτου γι΄ αυτό το ανοσιούργημα ο αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευριπίδης Γαραντούδης...«Τα μελένια λεμόνια δοκιμάζουν την αντοχή των «περί ηθικής λαλούντων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης, που θα το χαρακτηρίσουν από προκλητικό έως βέβηλο ανάγνωσμα. Ο Τριαρίδης φαίνεται να στοχεύει στην οργή των ηθικολόγων!»...Δηλαδή, όλοι εσείς που έχετε αρρωστήσει από αγανάκτηση, διαβάζοντας τις αισχρότητες που παρέθεσα, είσαστε ηθικολόγοι κατά τον καθηγητή Γαραντούδη, ο οποίος συνεχίζει ως εξής την υμνητική κριτική του: «Τα μελένια λεμόνια αποστρέφονται την κυρίαρχη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία του life-style και των ιστορικών αποδράσεων, που αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι να θίξει φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα!»...Αλήθεια, ποιά είναι αυτά τα κοινωνικά ζητήματα που θέτουν τα «Μελένια λεμόνια;» Ότι οι Έλληνες φέρονται ρατσιστικά στους μετανάστες; Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά...Και καταλήγει ο καθηγητής Γαραντούδης: «Μέσα από αυτόν τον συνδυασμό οργισμένης άρνησης και νηφάλιας κατάφασης, τα Μελένια λεμόνια είναι ένα σαγηνευτικό κείμενο που διατηρεί αμείωτη την υψηλή ένταση της φαντασμαγορικής γραφής του, καθώς αποσυνθέτει και αναδιηγείται τον μύθο και την πραγματικότητα του παλαιού και του σύγχρονου κόσμου, τόσο απαράλλακτα ιδίως, μέχρι τα άκρα: ένα οδυνηρό και ηδονικό, μακάβριο και λυτρωτικό, σκοτεινό, άδοξο, αλλά και φαντασμαγορικό κρεσέντο του τέλους των ανθρώπων!»...

 

«Καθηγητές τρεις και εχάθη η Πατρίς»... Μεγάλε Βίσμαρκ, πόσο δίκιο είχες... Θα τολμούσε ποτέ ο Θανάσης Τριαρίδης να γράψει ένα ανάλογο βιβλίο για τον Μωάμεθ: Όχι βέβαια, διότι οι μουσουλμάνοι είναι σοβαροί άνθρωποι...

 


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΛΦΑ 1, στις 29-9-2007.)

 

 

 

 *****

 

 

Θεόδωρος Ν. Χατζηγώγος

 

Υμνητική κριτική σε αντίχριστους

 

 

Εφημερίδα ΣΤΟΧΟΣ, 27-9-2007.

 

 Απορώ πως κατάφερε και μάζεψε τόσους ανθέλληνες και εχθρούς του Χριστιανισμού η άλλοτε εθνική έπαλξη που ονομάζεται «Συγκρότημα Λαμπράκη» . Απολαύστε το νέο κατόρθωμά τους: Στα ΝΕΑ του περασμένου Σαββάτου δημοσιεύτηκε ολοσέλιδη υμνητική κριτική για το απερίγραπτα αντίχριστο και ανθελληνικό βιβλίο του 37χρονου Θεσσαλονικιού συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη Τα μελένια λεμόνια – η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων. Και μόνο από τον τίτλο του βιβλίου καταλαβαίνει κανείς το περιεχόμενό του, το οποίο προφανώς γοήτευσε τον αναπληρωτή καθηγητή λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευριπίδη Γαραντούδη που υπογράφει την σχετική υμνητική κριτική στα ΝΕΑ. Δεν μπορώ να μεταφέρω στον ΣΤΟΧΟ τα όσα γράφει ο Τριαρίδης  στο ακατονόμαστο βιβλίου του εναντίων του Χριστού, της Παναγίας, του Ελληνικού Πολιτισμού και των ίδιων των Ελλήνων, ενώ συγχρόνως καταγγέλλει τον ρατσισμό του προς τους ξένους μετανάστες…

 

Θα παραθέσω μόνο τι γράφει στα ΝΕΑ ο υμνητής του Γαραντούδης για να πάρετε μια εικόνα: «Ο Τριαρίδης φαίνεται να στόχευσε στην οργή των ηθικολόγων. Όχι μόνο ολόκληρο το βιβλίο του είναι διαποτισμένο από τα σωματικά υγρά του έρωτα και το αίμα, αλλά και πολλές από τις ενότητές του παραλλάσσουν την ίδια ιστορία, εκείνη του γιου της Μαρίας, του Ραββουνί, που έχει ανδρικά και γυναικεία γεννητικά όργανα, μεταφέρει στους ανθρώπους την απελευθερωτική αλήθεια της βακχείας, συνουσιάζεται με όλους τους άντρες και όλες τις γυναίκες. Σε μία, μάλιστα, ενότητα ΣΥΝΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ακόμη και ο Θεός, όντας ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη της ηδονής που βιώνουν οι άνθρωποι»…

 

Τέτοια αισχρά βιβλία υμνούν την σήμερον ημέραν τα έντυπα του συγκροτήματος Λαμπράκη. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ο Τριαρίδης έχει με λατινικά γράμματα την φράση: «gavloste ke mi me pistevete»…

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΣΤΟΧΟΣ, στις 27-9-2007.)

 

 

 

 *****

 

[Φοίβη Αθηναίου]

 

Σφάξε με, γραφίδα μ΄, ν΄ αγιάσω (εθνικιστικώς)

 

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, ένθετο ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, 08-10-2007.

 

 

http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20071008&nid=6247840

 

 

Έχει αλλάξει το Σύνταγμα περί ελευθερίας της έκφρασης και δεν το πήραμε χαμπάρι; Ή απλώς κάποιοι θέλουν να το υποκαταστήσουν με τις προσωπικές τους ακραίες θρησκευτικές και εθνικιστικές προτιμήσεις;

 

Δεν δικαιολογείται αλλιώς ο λίβελλος (και δη από γραφίδα που είχε μηνυθεί διότι είχε ισχυριστεί πως «δυστυχώς ο Χίτλερ άφησε ζωντανούς 200.000 από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που ρήμαξαν την πόλη» – κι αυτό ελευθερία έκφρασης δεν είναι;) κατά του μυθιστορήματος του Θεσσαλονικιού Θανάση Τριαρίδη «Τα μελένια λεμόνια».

 

Θα ήταν κι αυτό από μόνο του δικαίωμα έκφρασης αν δεν έπαιρνε η μπάλα και τον καθηγητή Ευριπίδη Γαραντούδη, που τόλμησε- ναι, τόλμησε... στη χώρα με ένα Σύνταγμα περί ελευθερίας της έκφρασης- σε κριτική του να μιλήσει για το ενδιαφέρον του βιβλίου με την αιρετική παραληρηματική γραφή συν το έντυπο που φιλοξένησε την εν λόγω κριτική.

 

Κι εκεί που παίρνει η μπάλα της γραφίδος τα πάντα και τους πάντες, εξανίσταται κιόλας που «έχουμε καταντήσει την άλλοτε πολεμική θρησκεία που ονομάζεται χριστιανισμός σε μια αγαπησιάρικη αρλούμπα που καταλήγει στο μαζοχιστικό απόφθεγμα “Σφάξε με αγά μου ν΄ αγιάσω”». [Δηλαδή, πρέπει να φανταστούμε τώρα τον Θεσσαλονίκης άγιο με γιαταγάνι να σφάζει τους άπιστους (η πολεμική «θρησκεία» που λέγαμε...); Αφήστε. Κι έχω φάει βαριά και κάτι μού ΄ρχεται].

 

Οποία ευκολία με την οποία φτάνουν κάποιοι τα βιβλία στον «προθάλαμο» της πυράς. Εκεί που κάποτε ρίχνανε τις μάγισσες, ήτοι όποιες ήξεραν απλώς κάτι παραπάνω ή κάτι διαφορετικό από τους ιεροεξεταστές τους. Όταν, ένα τέταρτο του αιώνα πριν (αρχές του ΄80), είχε αθωωθεί στα ελληνικά δικαστήρια η αιρετική γραφή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ...

 

Δεν φτάνει που έβαλλαν ασύστολα εναντίον ενός βιβλίου Ιστορίας – δίχως να κρίνουν, εν τέλει, το ουσιαστικό περιεχόμενό του που μπορεί να ήταν και πολύ κακό ή κακογραμμένο, αλλά μένοντας στις εθνικιστικές ιδεοληψίες- για το οποίο επέμεινε πεισματικά και τυφλά προεκλογικά η νέα διακυβέρνηση (και ο αρχηγός της που έχει, λένε, διδακτορικό επί της ανταλλαγής των πληθυσμών!), αλλά έσπευσε να το αποσύρει έπειτα από υπόγεια deal με τους νεόκοπους ακραίους του Κοινοβουλίου...

 

Βέβαια όταν κάποιοι άλλοι, εξίσου «διαλλακτικοί» στα πιστεύω τους, καταστρέφουν περίπτερα εκδοτικών οίκων με εθνικιστικές και άλλες προτιμήσεις, τότε είναι κατακριτέοι. Σωστά. Όταν όμως εκπρόσωποι των ίδιων οίκων απαιτούν να κατεβούν έργα τέχνης από διεθνείς εκθέσεις, όπως το Οutlook και άλλες, είναι ζήτημα συλλογικής «ηθικής»; Άλλα μέτρα, άλλα σταθμά;

 

Το Σύνταγμά μας (ευτυχώς) δεν έχει προτιμήσεις δεξιές, αριστερές, ακραίες, θρησκευτικές, άθεες... Υπερασπίζεται κάθε δικαίωμα έκφρασης και ελευθεροτυπίας. Όχι μόνον τα «εθνικιστικά» και «ακραιφνώς θρησκευτικά», επειδή κάποιοι έτσι θέλουν...

 

Φοίβη [Αθηναίου]

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 08-10-2007, http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20071008&nid=6247840. Το όνομα Φοίβη Αθηναίου είναι ψευδώνυμο, με το οποίο υπογράφεται καθημερινή στήλη της εφημερίδας.)

 

 

 

*****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ].

 

Παραβαίνω την αρχή μου να μην αναφέρομαι σε ανυπόγραφα ή ψευδώνυμα κείμενα και αναδημοσιεύω εδώ πέντε σχετικά με τα μελένια λεμόνια αποσπάσματα από το βιβλιοφιλικό blog http://diavazo.blogspot.com/ που υπογράφεται από τον Readers Diggest (του οποίο την πραγματική ταυτότητα αγνοώ). Το κάνω αυτό γιατί ο συγκεκριμένος blogger ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε, εκτενώς και επανειλημμένα, στο συγκεκριμένο βιβλίο έναν χρόνο πριν από την έντυπη έκδοση του. Τα αποσπάσματα καλύπτουν μια διετία – από την άνοιξη του 2006 μέχρι την άνοιξη του 2008.

 

Εξάλλου διαδικτυακή ήταν και η πρώτη αναγγελία της έντυπης έκδοσης του βιβλίου – λίγες ώρες μετά την κυκλοφορία του. Έγινε από τον blogger Πιτσιρίκο (του οποίου επίσης αγνοώ την πραγματική ταυτότητα), στις 9/5/2007: http://pitsirikos.blogspot.com/2007/05/blog-post_09.html

 

 

 

Readers Diggest [ψευδώνυμο]

 

http://diavazo.blogspot.com/

 

 

Αναφορές και σχόλια

για τα μελένια λεμόνια του Θανάση Τριαρίδη

 

 

******

 

 

Saturday, April 15, 2006

 

Site Ελλήνων συγγραφέων (Τ)

 

[…]

Τριαρίδης Θανάσης, www.triaridis.gr

H πλέον παράξενη περίπτωση λογοτέχνη που συνάντησα στο διαδίκτυο. Δικηγόρος εκ Θεσσαλονίκης με εννέα δημοσιευμένα βιβλία, πλούσια κοινωνική δράση. Αντιμετωπίζει την άρνηση του εκδοτικού του οίκου για το τελευταίο βιβλίο του ''Τα μελένια λεμόνια'' εξαιτίας του βλάσφημου, εικονοκλαστικού (ο ίδιος το χαρακτηρίζει και πορνογραφικό) χαρακτήρα τους και από τότε γίνεται ''εκδότης του εαυτού του'' που δημοσιεύει τη δουλειά του στο προσωπικό του site. Διαβάστε πως εξηγεί ο ίδιος την ιστορία του www.triaridis.gr/melenialemonia/note/ αλλά όποιος θέλει να προχωρήσει στην ανάγνωση των ιστοριών του πρέπει να είναι πολύ....αποφασισμένος! Πέραν αυτού στο site υπάρχει πλούσιο υλικό, ολόκληρα βιβλία του ίδιου (δημοσιευμένα με την συμβατική μορφή ή όχι), προτάσεις για την τέχνη, ακόμη και links μουσείων και διάφορα κείμενα του.


[…]

 

http://diavazo.blogspot.com/2006/04/site_15.html

 

 

******

 

 

Wednesday, September 13, 2006

 

Ενα βιβλίο ωρολογιακή βόμβα

 

Πρόκειται για μια δουλειά που δεν περίμενα ποτέ ότι θα εκδοθεί. Το ίδιο ακριβώς πίστευε για χρόνια και ο δημιουργός της. Κι’ όμως, το βιβλίο του Θεσσαλονικιού δημοσιογράφου Θανάση Τριαρίδη ’’Τα μελένια λεμόνια’’ θα βρεθούν μέσα στους προσεχείς μήνες στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Την ευθύνη, αληθινή ευθύνη, της έκδοσης ανέλαβε ο εκδοτικός οίκος ’’Τυπωθήτω’’ του Γ. Δαρδανού, στον οποίο την επιμέλεια εκδόσεων έχει ο ίδιος ο Τριαρίδης. Ο συγγραφέας δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος αλλά τα τελευταία χρόνια είχε ’’δημιουργική σιγή’’ ή καλύτερα ’’εκδοτική σιγή’’ με αφορμή τις διαδοχικές απορρίψεις των ’’Μελένιων λεμονιών’’ από τους εκδοτικούς οίκους.

 

 

Ο Τριαρίδης, 36 ετών, σήμερα με σπουδές νομικής έγινε γνωστός ως ακτιβιστής για τα δικαιώματα των τσιγγάνων αλλά και με αφορμή τα όσα έγιναν το καλοκαίρι του 2005 στην εφημερίδα Μακεδονία. Η διεύθυνση της εφημερίδας αρνήθηκε τότε να δημοσιεύσει κείμενο του με θέμα την κομμένη, παλιά, μακεδονική γλώσσα και την επαναφορά της στα σχολεία και δημιουργήθηκε ολόκληρος σάλος που οδήγησε, τελικά, στην αποχώρησή του από την εφημερίδα. Το ένατο βιβλίο του εκδόθηκε το 2003 από τον Πατάκη (τίτλος ’’Η μουγκή καμπάνα’’) αλλά έκτοτε υποχρεώθηκε μόνο σε ιντερνετική δράση αφού τόσο ο Πατάκης, όσο και οι Σύγχρονοι Ορίζοντες αλλά και μερικοί ακόμη εκδοτικοί οίκοι αρνήθηκαν να τυπώσουν ’’Τα μελένια λεμόνια’’.

 

Γιατί; Αντιγράφω τα όσα γράφει ο ίδιος ο Τριαρίδης (και είναι αρκούντως επεξηγηματικά) στον διαδικτυακό του χώρο για να γίνει αντιληπτό το γιατί το βιβλίο θα ξεσηκώσει σάλο ειδικά στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Αλλά και τις συζητήσεις που θα ξεκινήσουν στους λογοτεχνικούς κύκλους για τα όρια που μπορεί να φτάσει η τέχνη. Και αν θυμηθούμε την όχι και μακρινή υπόθεση της καταδίκης Αυστριακού δημιουργού κόμιξ επειδή τόλμησε να εικονογραφήσει τη ζωή του Χριστού τότε μάλλον ’’Τα μελένια λεμόνια’’ (συνοδευτικός υπότιτλος ’’Η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων’’) θα ξεσηκώσουν μια σειρά συζητήσεων και αντιδικιών. Μεταφέρω, λοιπόν, στο blog ένα μικρό κομμάτι από τα όσα γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα της ηλεκτρονικής έκδοσης του βιβλίου ο ίδιος ο συγγραφέας:

 

«Τον Σεπτέμβριο του 2004 τα Μελένια λεμόνια απορρίφθηκαν από τον εκδοτικό οίκο που μέχρι τότε εξέδιδε τα βιβλία μου. Μια πρόχειρη έρευνα του ελληνικού εκδοτικού τοπίου (του οποίου δεν μπορώ να πω ότι είμαι και ο καλύτερος γνώστης) και οι συζητήσεις με μερικούς φίλους (όχι περισσότερους από έξι) που είχαν διαβάσει το βιβλίο, με έκαναν να καταλάβω πως τα Μελένια λεμόνια δεν είχαν πιθανότητες να εκδοθούν από κανέναν εκδότη στην Ελλάδα για αρκετούς λόγους: Ο κυριότερος από αυτούς έμοιαζε να είναι η ερωτική (αλλιώς: πορνογραφική) γλώσσα και η ερωτική (: πορνογραφική) οπτική με την οποία αναπλάθονταν μύθοι που χρησιμοποιήθηκαν από τις θρησκείες στα «Ιερά Βιβλία» τους. Με δεδομένες τις πρόσφατες δικαστικές περιπέτειες άλλων βιβλίων, έμοιαζε αρκετά σαφές στο μυαλό μου πως ο εκδοτικός οίκος που θα εξέδιδε τα Μελένια λεμόνια, θα μάζευε –όπως χαρακτηριστικά υπογράμισε κι ένας φίλος- «μια καλαθούνα γεμάτη με μηνύσεις».

 

»Ωστόσο ο φόβος της γεμάτης καλαθούνας δεν θα ήταν ο μοναδικός λόγος· ακόμη κι αν βρισκόταν ο εκδότης που δεν θα υπολόγιζε το ενδεχόμενο των μηνύσεων, θα υπήρχαν κι άλλες σημαντικές αιτίες για την μη έκδοση των Λεμονιών. Μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες (έτσι όπως προέκυψαν μέσα από τις συζητήσεις που προανέφερα): η ερμητική φόρμα, η ειδολογική αοριστία, η εμμονή μου σε μια συγκεκριμένη σελιδοποίηση σε συνδιασμό με τον ανοικονόμητο αριθμό σελίδων που προέκυπτε, η δυσοίωνη εμπορική μοίρα που προδιαγραφόταν και, εν τέλει, η μέτρια ή και κακή ποιότητα του κειμένου (αυτό το τελευταίο, όσοι γράφουμε, θέλουμε να το ξεχνούμε). Γρήγορα κατάλαβα πώς το να εναποθέσω την έκδοση στη συνήθη διαδικασία των φακέλων και των αποστολών προς τους εκδότες θα ήταν μια ματαιοπονία (κάτι τέτοιο θα είχε νόημα να γίνει μονάχα για την τιμή των όπλων – ή για λόγους περιέργειας).

 

»Έτσι βρέθηκα μπροστά σε μια πρωτόγνωρη για μένα πραγματικότητα: έπρεπε να αυτολογοκριθώ, να μην δημοσιοποιήσω ένα βιβλίο μου (καλό ή κακό, που ωστόσο εγώ ένιωθα πως με εκφράζει), καθώς δεν έβρισκα δίοδο γι αυτήν την έκδοσή του. Αν όμως επέτρεπα να γίνει αυτό, θα ήταν σαν να παραδεχόμουν πως οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να εκφράζονται δημόσια μόνο εφόσον τους το επιτρέπει η αγορά. Επειδή δεν μπορώ να παραδεχτώ κάτι τέτοιο, αποφάσισα να εκδώσω μόνος μου το βιβλίο. Σε παλιότερους καιρούς θα έπρεπε να βρω τα χρήματα για να κάνω μια ιδίοις αναλώμασιν έκδοση. Στον καιρό του Internet, και ειδικά για έναν άνθρωπο που έχει δική του ιστοσελίδα όπως εγώ, αρκεί η ενασχόληση λίγων ωρών. Οι ώρες αυτές βρέθηκαν και το βιβλίο είναι στα χέρια σας, στην άκρη των δακτύλων σας που πατάνε το ποντίκι σας, στην οθόνη σας...’’.

 

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου το διάβασα πριν μερικούς μήνες (στην ηλεκτρονική του έκδοση) όταν αναζητούσα στο διαδίκτυο τα site των συγγραφέων για να τα παρουσιάσω στο blog μου. Για όσους πάντως θέλουν να πάρουν μια πρώτη ιδέα για το βιβλίο που θα συζητηθεί περισσότερο από κάθε άλλο τους επόμενους μήνες η διεύθυνση που μπορεί να ανατρέξει είναι www.triaridis.gr/melenialemonia/book/

 

[…]

 

http://diavazo.blogspot.com/2006/09/blog-post_13.html

 

 

******

 

 

Wednesday, November 01, 2006

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας....part 71

 

 

Περιμένοντας την έκδοση των ’’Μελένιων λεμονιών’’ ο Θανάσης Τριαρίδης δε μένει άπραγος. Ο Θεσσαλονικός δημοσιογράφος-συγγραφέας-ακτιβιστής ’’ξανακτύπησε’’ εναρμονισμένος στο πνεύμα των ημερών και στη συζήτηση για την αναγκαιότητα των παρελάσεων στις εθνικές εορτές. Σε συνέντευξη του που δημοσιεύτηκε στην Εποχή (Κυριακή 29 Οκτωβρίου) λέει ουκ ολίγα ενδιαφέροντα. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να τη διαβάσουν με ένα κλικ στο link που ακολουθεί. http://www.triaridis.gr/keimena/keimD054.htm

 

Υπενθυμίζω ότι ήδη η υπό έκδοση δουλειά του με τίτλο ’’Τα μελένια λεμόνια’’ είναι από τις πλέον συζητημένες (και συζητήσιμες) δουλειές του χειμώνα. Όποιος θέλει να μάθει το γιατί ή να πάρει μια πρώτη γεύση από μια δουλειά που μόλις γίνει αντιληπτή από τον κλήρο και τους πιστούς θα έχουμε αλά-Τζιμάκο διαμαρτυρίες μπορεί είτε να επισκεφτεί το site του Τριαρίδη (http://www.triaridis.gr/) ή να ανατρέξει στα γραφόμενα μου την Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου.



[…]

 

 

http://diavazo.blogspot.com/2006/11/part-71.html

 

 

******

 

 

Saturday, December 29, 2007

 

Τα καλύτερα του 2007

 

 

Μετά από αρκετούς μήνες ξαναγράφω στο μπλογκ για πολύ συγκεκριμένους λόγους: Πρώτος και σημαντικότερος, αφού κλείνει η χρονιά είπα να τηρήσω την παράδοση και να μην σπάσω τον κύκλο των ανασκοπήσεων με τα καλύτερα της χρονιάς που φεύγει. Δεύτερος λόγος, ότι παρότι το μπλογκ είναι σε ’’ύπνωση’’ εδώ και μήνες υπάρχουν πάνω από εκατό επισκέψεις καθημερινά (τι διαβάζουν δεν το ξέρω αλλά οφείλω να τους τιμήσω με κάτι φρέσκο…). Τρίτος λόγος: Στις ανασκοπήσεις των σεβαστών κριτικών μας αυτές τις μέρες θα διαβάσουμε τα συνηθισμένα για τη…μέτρια παραγωγή, το τέλμα της ελληνικής λογοτεχνίας και όλα τα γνωστά κλισέ που επιστρατεύουν για να καλύψουν την αδυναμία ή την αδιαφορία τους να ανακαλύψουν οτιδήποτε νέο κυκλοφορεί. Αποστασιοποιημένος από το μπλογκ εδώ και μήνες το γράφω με σιγουριά: Ποτέ άλλοτε τα τελευταία 20-25 χρόνια η Ελλάδα δεν είχε τόσους πολλούς και καλούς συγγραφείς για κάθε αναγνωστικό γούστο και επίπεδο. Τα υπόλοιπα είναι για λα