Κριτικές και δημοσιεύματα

για το βιβλιο του Θανάση Τριαρίδη

 

τα μελένια λεμόνια * η διαθήκη

των γκαβλωμένων ανθρώπων

 

(πρώτη έκδοση: http://www.triaridis.gr/melenialemonia/, 2005

πρώτη έντυπη έκδοση: εκδόσεις τυπωθήτω, 2007)

 

 

 

(Ακολουθούν όλες οι δημοσιευμένες κριτικές, σχόλια ή αναφορές για τα μελένια λεμόνια που υπέπεσαν στην αντίληψή μου. Προτάσσονται δύο συνεντεύξεις μου που δόθηκαν το καλοκαίρι του 2007 με αφορμή την έντυπη έκδοσή του βιβλίου. Επίσης δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά μια αναγνωστική εισήγηση για το συγκεκριμένο βιβλίο, γραμμένη το φθινόπωρο του 2004, καθώς και ένα κείμενο για τα λεμόνια γραμμένο το φθινόπωρο του 2007, το οποίο δόθηκε μεν για δημοσίευση αλλά δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. – Θ. Τ.)

  

 

 

 *****

 

 

Θανάσης Τριαρίδης: Δεν υπάρχει καμιά διαθήκη.

 

Μια συνέντευξη στην Σταυρούλα Σκαλίδη για τα μελένια λεμόνια

 

 

Φιλολογική Βραδυνή, 23-6-2007

 

http://stavroulascalidi.blogspot.com/2007/06/blog-post_25.html

 

http://www.triaridis.gr/keimena/keimE007.htm

 

 

 

            «Θανάσης Τριαρίδης: Ο ανατρεπτικός συγγραφέας της ελπίδας»

 

«…Αγάπη είναι αυτό που δεν πρέπει να καταλάβεις…» γράφει στο βιβλίο του «τα μελένια λεμόνια * η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις τυπωθήτω ο Θανάσης Τριαρίδης, ένας αιρετικός συγγραφέας της αγάπης και της ελπίδας. Αυτά που είναι δύσκολο να ειπωθούν με λόγια, ο δημιουργός  επιχειρεί να τα «πει» με χειμαρρώδη ποιητικό λόγο που διαφεντεύει την ανθρωπιά και την «ανθρωπινότητα». Πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει γραφτεί από τα έγκατα της ύπαρξης και πορεύεται ακριβώς προς τα εκεί, αυτόν τον αποδέκτη αποζητά, ακόμη κι αν αυτός έρθει από το μέλλον. Κατά τη γνώμη μου, η γραφή και η ουσία της γραφής του Τριαρίδη είναι μπροστά από την εποχή της, ενώ προέρχεται από τα βάθη της κλασικής λογοτεχνίας, γι’ αυτό και μετά από χρόνια μάλλον θα δούμε την πατίνα της να την έχει σημαδέψει ανεξίτηλα, αν επιβιώσει η λογοτεχνία και η ανθρωπιά. Όπως γράφει ειρωνικά και ο ίδιος: «…το μέλλον δεν έρχεται με αυταπάτες, μήτε με χαζορομαντισμούς –το μέλλον προστάζει, κι όποιος δεν υπακούει, χάνεται…» Η λογοτεχνική του δημιουργία είναι πράξη ελευθερίας ή αναζήτησης της ελευθερίας και ένα μεγάλο απάγκιο για την αμφιβολία που δύσκολα βρίσκει καταφύγιο στον καιρό μας, μαζί με τη γόνιμη ανατροπή.

 

Αυτό το σύντομο εισαγωγικό σημείωμα σε μια συνέντευξη με το συγγραφέα που έχει να πει πολλά και σημαντικά, όπως και το έργο του –πράγμα σπάνιο για τη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία– είναι πολύ λίγο μπροστά στο βιβλίο του λογοτέχνη και αισθάνομαι μια άγρια χαρά γι’ αυτό. Διάβασα ένα βιβλίο που με υπερβαίνει και αισθάνομαι ευτυχής που διαθέτω πενιχρά μέσα για να μιλήσω εγώ γι’ αυτό. Το κάνει καλύτερα το ίδιο για τον εαυτό του και θα πράξει ακόμη καλύτερα, θέλω να πιστεύω ή φαντάζομαι ή προσδοκώ, ο μελλοντικός αναγνώστης που θα έχει το κουράγιο να αντικρίσει την αγάπη κατάματα, ως ύστατο απονενοημένο διάβημα απελευθέρωσης και διαμαρτυρίας απέναντι στη φρίκη, τον τρόμο και το μίσος του κόσμου.

 

Σταυρούλα Σκαλίδη

http://stavroulascalidi.blogspot.com/

 

 

 

Γράψατε ένα βιβλίο με πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Στο επίκεντρο τίθεται η αποθέωση της επιθυμίας και η ισχύς της αγάπης, με προεξάρχουσα τη συνεχή αντιπαραβολή της με τη βία. Πώς ξεκίνησε η ιδέα του βιβλίου και πώς διαρθρώθηκε στην πορεία, στην εξέλιξή της;

            Η αρχική ιδέα νομίζω πως ανάγεται κάπου στην πρώτη εφηβεία μου, ίσως και λίγο νωρίτερα:  θα έγραφα, τάχα, ένα βιβλίο όπου κάποιος θα χάνεται (: θα καταστρέφεται) από αγάπη. Δεν μπορούσα, βέβαια, να ορίσω την αγάπη (ούτε και τώρα μπορώ, φυσικά) – μα ήμουν βέβαιος πως ο ήρωας θα αγαπούσε τόσο που θα χάνονταν, θα αφανίζονταν.  Όσο σκεφτόμουν αυτήν την ιστορία, όλο και περισσότερο την αναγνώριζα παντού γύρω μου: στα βιβλία που διάβαζα, στις ταινίες που έβλεπα, σε όσα ζούσα στον μικρόκοσμο της ζωής μου. Αυτό πάθαιναν και ο μολυβένιος στρατιώτης του Άντερσεν και η Χιονάτη και ο Πενθέας στις Βάκχες. Έξαφνα διαπίστωσα πως μια τέτοια ιστορία χαμού είναι και η ιστορία του Ιησού που γυρνάει στις αμμούδες της Γενισαρέτ μαζί με τις πόρνες και τους ζητιάνους. Και κάπου εκεί, γύρω στα δεκαέξι, νόμισα, ως καλός ηλίθιος, πως και καλά είχα καταλήξει στο βαθύτερο νόημα της ζωής:  πως ο άνθρωπος είναι για να χαθεί απ’ την πολλή αγάπη.

            Ξεκίνησα να γράψω ένα λαϊκό παραμύθι – λαϊκά παραμύθια ήσαν και οι Βάκχες και τα Ευαγγέλια και οι αδελφοί Γκριμ. Σιγά-σιγά άρχισα να ζω μια έντονη αντίφαση: όσο καταλάβαινα πόσο μεγάλη απάτη είναι το κάθε (βαθύτερο ή ρηχότερο) νόημα της ζωής, τόσο ένιωθα πως η αρχική ιστορία που είχα στο μυαλό μου αγρίευε και συνάμα πολλαπλασιάζονταν. Έτσι άρχιζα να ξεκαθαρίζω μέσα μου (κι όλα αυτά γινόταν σιγά-σιγά, σχεδόν ανεπαισθήτως) πως το βιβλίο θα ήσαν ολάκερη η ιστορία του κόσμου μέσα από ομόκεντρες ιστορίες χαμού. Και όλο αυτό θα ήταν μια ιστορία ζωής πριν τον θάνατο – δηλαδή μια ιστορία γκάβλας, που για μένα είναι κάτι πολύ περισσότερο από τον ερεθισμό, είναι, αν θέλετε ο μοναδικός αντίποδας του θανάτου. Κι έπειτα άρχισα να αποφασίσω (σιγά -σιγά, επιμένω) πως έτσι όπως υπάρχει η Διαθήκη (με κεφαλαίο Δ) που είναι η συμφωνία των ανθρώπων με τον Αφέντη-Θεό (δηλαδή μια Διαθήκη για τον τρόμο του θανάτου μας) ίσως θα άξιζε να φανταστεί κανείς μια διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων (δηλαδή μια διαθήκη για τη ζωή μας πέρα τον φόβο). Για αυτόν τον λόγο άλλωστε τα μελένια λεμόνια γράφονται πάντοτε με μικρά και ποτέ με κεφαλαία.

Από ένα σημείο και πέρα αποφάσισα (με κάμποσο μελοδραματισμό) πως το βιβλίο μου δεν θα εκδιδόταν ποτέ – οπότε άρχισα να κρύβω αποσπάσματά του σε άλλα κείμενά μου ή σε άλλα βιβλία μου. Ας πούμε, την αρχή από το 8ο κεφάλαιο των λεμονιών (Το Πιστεύω έτσι όπως το είπαμε ένα απόγευμα στο Μικρό Ρέμα) την δημοσίευσα το 1992 στα Ποταμόπλοια (το λογοτεχνικό περιοδικό του οποίου ήμουν συνεκδότης) κρυμμένο μέσα σε ένα άλλο κείμενό μου – το 6ο κεφάλαιο (Η ξεριζωμένη καρδιά) δημοσιεύτηκε επίσης κρυμμένο στο Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, το πρώτο μου μυθιστόρημα το 2000. Μα ίσως αυτά τα κρυψίματα να ήταν η προσπάθεια μου να μην αποδεχτώ την ανημποριά μου. Όσο κι αν προσπαθούσα, οι ομόκεντροι κύκλοι χαλνούσαν – κάτι μου έλειπε.

Ωστόσο το κρίσιμο τελευταίο στάδιο της γραφής του βιβλίου ήρθε σε προσωπικές συνθήκες μάλλον παράξενες: ένα βράδυ, γράφοντας κάτι σαν δοκίμιο για τον Σάντρο Μποτιτσέλι, σχεδόν αναγκάστηκα να ξαναδώ έναν από τους ύστερους πίνακές του – τη Μυστική Σταύρωση του 1500 (δηλαδή μετά την εμπλοκή του Μποτιτσέλι με τους Ολοφυρόμενους του Σαβοναρόλα). Ίσως να ακούγεται αυτό υπερβολικό και θεατρινίστικο, αλλά αυτός ο πίνακας (ή πιο σωστά: αυτό που νόμισα πως είδα στον πίνακα) έβαλε μέσα μου σε μια σειρά το βιβλίο. Και δίχως την ενασχόληση μου στα χρόνια 2001-2005 με την εικονοποιία της Αναγέννησης νομίζω πως δεν θα τέλειωνα τα λεμόνια. Εξάλλου στο αντίστοιχο σχεδίασμα δοκιμίου μου για τον Ραφαήλ Σάντσιο (εκδομένο το 2002), στο κεφάλαιο που αναφέρονταν στην Μαντόνα του Αγίου Σίξτου (για μένα τον οριακότερο πίνακα της ζωγραφικής) δημοσίευσα για τελευταία φορά μέσα σε κείμενο κρυμμένο απόσπασμα των λεμονιών,  αποκαλύπτοντας συνάμα τον τίτλο του βιβλίου: «οι λεμονιές καρπίζουν μελένια λεμόνια».

            Κι όταν τέλειωσα (;) το βιβλίο ένιωσα πως είχα μπροστά μου μια ανοικονόμητη όσο και παταγώδη αποτυχία: όσους ομόκεντρους κύκλους και να φτιάξουμε, δεν υπάρχει ολόκληρη η ιστορία του κόσμου ακριβώς επειδή ο κόσμος είναι ακόμη υπόθεση ανοιχτή. Τι απομένει; Η αρχική ιστορία της εφηβείας μου: κάποιος που χάνεται απ’ την πολλή αγάπη – από την γκάβλα. Η μισή προμετωπίδα μου είναι καταγραφή αυτής της κατάληξης: δεν υπάρχει καμιά διαθήκη.

 

Τι σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο που στην ουσία του ανασκευάζει στις βασικές γραμμές τη χριστιανική παράδοση, χωρίς, κατά τη γνώμη μου, να την καταργεί;

            Κοιτάξτε, εγώ έγραψα για έναν άνθρωπο που χάνεται (εξακολουθητικά) από αγάπη. Το παραμύθι (αν θέλετε πέστε το και θρύλο) εκείνου του κουρελή που γυρνούσε γύρω από τις αμμούδες της Γενισαρέτ το νιώθω ως ένα παραμύθι ερωτικής έλξης και χαμού – γι αυτό εγγράφεται αιώνες τώρα με τόσην ένταση στο υποσυνείδητο και στο φαντασιακό των ανθρώπων. Αν το σκεφτεί κανείς (και το σκέφτηκαν πάρα πολλοί) θα δει  πως για να γεννηθεί τούτος ο θρύλος ζεύτηκαν δυο βασικοί αρχαίοι ελληνικοί μύθοι (που δεν ήσαν και τόσο ελληνικοί καθώς με την σειρά τους έρχονταν ο πρώτος από τον βορά και ο δεύτερος από την ανατολή): ο μύθος του πανέμορφου νέου που πεθαίνει μέσα στην οργιαστική ανθοφορία της άνοιξης (Άδωνις, Δάφνις, Νάρκισσος, Ορφέας) ζεύτηκε με τον μύθο ενός Δασκάλου που γυρίζει αγριεμένος (Διόνυσος).  Και τούτη η ένωση των δύο μύθων γίνεται τέσσερις αιώνες μετά το τέλος της κλασικής Ελλάδας, στην άγρια έρημο της εβραϊκής Παλαιστίνης που εκκόλαπτε έναν ερχόμενο με πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις από αυτόν. Κάπως έτσι προέκυψε το παραμύθι του αχώρητου όσο και πεινασμένου Ιησού – που αναμφίβολα είναι το μεγαλύτερο αίνιγμα της ιστορίας. Τα λογής «ευ-αγγέλια» δεν κάνουν τίποτε άλλο από να κλαδεύουν αυτό το παραμύθι – για να το κάμουν νεκροκεφαλή στη σημαία των φονικών θρησκειών τους. Αυτοί που κάπου στον τέταρτο μ.Χ. αιώνα κάθισαν σε ένα τραπέζι κόψαν-ράψαν τέσσερα βιβλία ουσιαστικά κέντησαν έναν θρύλο ζωής σε μια σημαία θανάτου. Ευτυχώς η τέχνη στέκεται εξ ορισμού απέναντι από κάθε φονικό «ευ-αγγέλιο»: σκεφτείτε πως μετέγραψαν οι εικόνες της Αναγέννησης  την ολέθρια «Μία Αλήθεια» των «ευ-αγγελίων». Σκεφτείτε πως μεταγράφει αυτόν τον θρύλο ο (ορκισμένα πιστός) Ντοστογιέφσκι στο περίφημο κεφαλαίο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στους Αδελφούς Καραμαζώφ – και συνάμα σκεφτείτε πως ο (ορκισμένα άπιστος) Νίτσε, λίγο πριν-λίγο μετά το αγκάλιασμά του με το άλογο εκείνον τον Γενάρη του 1889 υπέγραφε τις έσχατες επιστολές του άλλοτε ως Διόνυσος και άλλοτε ως Εσταυρωμένος – ουσιαστικά παίρνοντας τα φαντάσματά του μαζί του, στην άβυσσό του.

            Κι αν το αίνιγμα εκείνου το Ιησού είναι το μεγαλύτερο παραμύθι στην ανθρώπινη μυθολογία, η θρησκεία που στήθηκε πάνω σε τούτο το αίνιγμα έγινε φονικότερη μηχανή θανάτου και μίσους στην ανθρώπινη ιστορία – ακριβώς γιατί υπήρξε η μεγαλύτερη θρησκεία της ανθρωπότητας. Δεν λέω διόλου πρωτότυπα πράγματα: κάθε οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα και, ακόμη περισσότερο, κάθε μονοθεϊσμός χωρίζει τον κόσμο στους πιστούς που μετέχουν σε μια μεγάλη αιματοβαμμένη αλήθεια και σε όλους του άλλους που δεν μετέχουν σε αυτήν την αιματοβαμμένη αλήθεια. Είναι η απαρχή ενός δρόμου μίσους· στο τέλος αυτού του δρόμου βρίσκεται ο αφανισμός του άλλου είτε διά της υποταγής είτε διά του φόνου: οι Σταυροφορίες, οι θρησκευτικοί πόλεμοι, η Ιερή Εξέταση, οι γενοκτονίες των λογής απίστων – αλλά και το λυσσαλέο κυνήγι της σάρκας, η δαιμονοποίηση των γυναικών, η υπαγωγή του πόθου σε αμαρτία, ο διαχρονικός και κάθε είδους διωγμός του έρωτα (που είναι η μόνη απάντηση της ζωής σε έναν κόσμο φωταγωγημένου θανάτου).

            Έτσι, για να έρθω (επιτέλους) στην ερώτησή σας, ό,τι ονομάζουμε «χριστιανική παράδοση» είναι, για τα δικά μου μάτια, ο τρόπος με τον οποίο ένας θρύλος έγινε μια φονική θρησκεία (που πρώτους από όλους σκλάβωσε τους ίδιους της τους πιστούς). Δεν είχα καμία πρόθεση ανασκευής τούτης της παράδοσης – είχα μονάχα την πρόθεση να γράψω το παραμύθι μου δίχως να στέρξω στον τρόμο της. Δεν είμαι μήτε θεολόγος, μήτε φιλόσοφος – δεν κουβαλώ πάνω μου καμία μεγάλη Αλήθεια παρά μόνο την υποψία μου πως η Αλήθεια σκοτώνει, καμία καθολική Ηθική παρά μόνο την υποψία πως η Ηθικά σκοτώνει, κανέναν μοναδικό Θεό παρά μόνο την υποψία μου πως ο Θεός σκοτώνει…

 

Παίρνετε μια ολόκληρη κοσμοθεωρία και την ανατέμνετε με το νυστέρι της Ιστορίας, της Τέχνης αλλά και της σύγχρονης πραγματικότητας (μετανάστες, βία, πόλεμοι, τρομοκρατία –εν γένει το άδικα χυμένο αίμα των αθώων). Ποιος ήταν ο δικός σας στόχος;

            Στόχος: να μια λέξη που συχνά μυρίζει αποφορά πτωμάτων. Όταν έχεις μεγάλους στόχους, κάποτε θα έρθει η ώρα να αγοράσεις και Ζικλόν Β. Ως εκ τούτου, προσπαθώ να μην έχω κανένα στόχο: Είμαι ένας μάταιος άνθρωπος που στον μάταιο χρόνο μου παλεύω με την μάταιη ελευθερία μου. Και για να συνεχίσω το λογοπαίγνιο, το μάταιο παραμύθι μου είναι ένας απονενοημένος χαιρετισμός, προορισμένος να χαθεί…

            Δεν ανατέμνω τίποτε: καταγράφω την εκδοχή μου. Δηλαδή μία ακόμη εκδοχή από τα εκατομμύρια των εκδοχών που μες τους αιώνες λογαριάστηκαν ως παραμύθια, παραλογές, απόκρυφες ανιστορήσεις. Και τρέμω εκείνους που διαβάζουν τις ανθρώπινες εκδοχές ως ουράνια αλήθεια ή ως επιστήμη – με τον ίδιο τρόπο που τρέμω τους φασίστες των Οικουμενικών Συνόδων ή των Ολομελειών του Κόμματος (του κάθε Κόμματος).

Είμαστε εκπαιδευμένοι (και αγιάτρευτα εθισμένοι) στο να ερμηνεύουμε τον χαιρετισμό ως στόχο (να μια ακόμη ολέθρια σπορά των θρησκειών). Πολλοί, συχνά καλοπροαίρετοί, ίσως να νομίσουν πως έγραψα τις ερωτογραφικές (οι κακοπροαίρετοι τις λένε πορνογραφικές) σκηνές με τη συγκεκριμένη γλώσσα για να σοκάρω ή για να δοκιμάσω τις αντοχές της βαθύτατα σκοταδιστικής κοινωνίας μας. Μα διόλου δεν ισχύει κάτι τέτοιο: έγραψα τις σκηνές με τη συγκεκριμένη γλώσσα γιατί ήταν κομμάτι της έξαψής μου – γιατί είναι κομμάτι της αισθητικής μου προσδοκίας. Γιατί είναι η γκάβλα μου – άρα και η ελπίδα μου. Και σας παρακαλώ να μείνετε στην αντωνυμία μου  – μιλάω για την δική μου μονάχα ελπίδα και κανενός αλλουνού.

 

Αν χρειαζόταν να σας σκιαγραφήσω ως συγγραφέα από «τα μελένια λεμόνια * η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων», θα έλεγα ότι ακούω την κραυγή ενός σύγχρονου Καζαντζάκη, με την ποιητικότητα και τη θρησκευτικότητα της γλώσσας που βρίσκουμε στο Νίκο Καρούζο. Είναι «αιρετική» στις μέρες μας η αγάπη και η συμπόνια για την ανθρώπινη ψυχή και μοίρα;

            Τα ονόματα που αναφέρετε είναι πολύ μεγάλα: μόνο ως προσδιορισμό καταβολών και οφειλών μπορώ να τα αντέξω – δεν γίνεται να αποδεχτώ οποιαδήποτε άλλη σύγκριση. Και ο Καζαντζάκης και ο Καρούζος, καθώς και πολλοί άλλοι βέβαια, έλκονταν από τον χαμό – άρα, ναι, με αφορούν ως προς τα λεμόνια. Επιπλέον ο Καζαντζάκης με ταράζει και για έναν ακόμη λόγο: από την μια ήσαν εξαιρετικά υποψιασμένος για τον όλεθρο της μεγάλης «Αλήθειας» και από την άλλη η ίδια η μεγάλη «Αλήθεια» τού ασκούσε μια ακατανίκητη σαγήνη. Το μοίρασμά του ανάμεσα σε αυτό που υποψιάζονταν και σε αυτό που ήθελε είναι ίσως το γοητευτικότερο μεταίχμιο του έργου του.

            Και για να έρθω στο ερώτημά σας: Ο κόσμος μας (ο δικός μας – αλλά και ο κόσμος του Ομήρου, για να θυμηθώ Σεφερή που παραφράζει τον Όντεν) είναι ένας κόσμος δοξολογημένου θανάτου. Σκεφτείτε πως οι άνθρωποι δέχονται τα σύμβολα της πίστης τους να βρίσκονται πάνω σε όπλα θανάτου, σε πυραύλους, σε βομβαρδιστικά – δηλαδή σε μηχανές δηλωμένης απανθρωπιάς, προορισμένες να μακελέψουν ανθρώπινα σώματα. Την ίδια ώρα που οι άνθρωποι (οι πολιτισμένοι άνθρωποι) δοξολογούν τον τελετουργικό φόνο, δαιμονοποιούν τον έρωτα, τη λαχτάρα, τον πόθο. Και λογαριάζουν για ύβρη (τι απαίσια λέξη) το να συνδέσεις την πίστη τους με την γκάβλα, μόλο που ακόμη και τα μικρά παιδιά γνωρίζουν πως ετούτη η γκάβλα είναι μοναδική πηγή ζωής, η αρχή του καθενός από εμάς.

            Είμαστε κομμάτι ενός τυφλού και παράλογου (ή, έστω, απάνθρωπου – άρα και παράλογου) μίσους, μετέχουμε σε αυτό: πολεμούμε λυσσασμένα τις γυναίκες, τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους αδύναμους. Το μίσος αυτό διδάσκεται σε εκκλησίες, τζαμιά, σχολεία, κοινοβούλια, γήπεδα, σοφά βιβλία, εγχειρίδια φιλοσοφίας, στίχους των μεγάλων ποιητών ως προϋπόθεση επιβίωσης, ως οργανική παράμετρος της εξέλιξης. Μα μέσα στον σκλαβωμένο άνθρωπο υπάρχει πάντοτε και η πιθανότητα μιας παρεκτροπής. Ας πούμε, το 1484 τυπώνεται από δυο δομινικανούς ιερείς το Malleus Μaleficarum, το διαβόητο Σφυρί των Μαγισσών, το εγχειρίδιο της Ιερής Εξέτασης για το πώς ενοχοποιούμε την γυναικεία σάρκα «ως όργανο του Σατανά» – ένα από τα φονικότερα βιβλία της ιστορίας. Κι όμως, την ίδια χρονιά με το Σφυρί, στη Φλωρεντία, ο Μποτιτσέλι ζωγραφίζει την εκτυφλωτική γυμνή σάρκα της Αφροδίτης του – και μάλιστα πάνω το μοτίβο του Χριστού που αναδύεται από τον τάφο. Σκεφτείτε πόσα εσωτερικά και εξωτερικά όρια σκλαβιάς χρειάστηκε να ξεπεράσει ο Μποτιτσέλι για να βγάλει από μέσα του αυτήν την εικόνα.

 

Η λογοτεχνική σας δημιουργία «μιλάει» κατευθείαν στο θυμικό του αναγνώστη. Στοιχειώνει το ασυνείδητό του ή το υποσυνείδητό του, αναμφίβολα. Τολμάει να «μιλήσει», όπως το μυθιστόρημα οφείλει ήδη από τη γέννησή του με το «Δον Κιχώτη», για την ανθρωποθυσία των ανυποψίαστων, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου. Ποια ήταν η δική σας βαθύτερη αρχική πρόθεση;

            Η μοναδική πρόθεσή μου ήταν να εκφραστώ. Τίποτε άλλο. Μα προϋπόθεση της έκφρασής μας είναι να μιλούμε δίχως να κρυβόμαστε. Ξέρω καλά πως είμαι κομμάτι ενός κόσμου που τρέφεται από το αίμα και τις σάρκες ενός άλλου κόσμου. Κι αυτό επίσης δεν είναι διόλου πρωτότυπο: όλοι όσοι ζούμε στον λεγόμενο πρώτο κόσμο το ψιλοξέρουμε πως οι λέξεις μας, τα παραμύθια μας, τα λιγοστά μας λόγια είναι βουτηγμένα στον τρόμο και την απελπισία των δύο τρίτων των ανθρώπων  της γης. Δεν μπορώ να ξεκινήσω μια αφήγηση δίχως τούτη την επίγνωση – κι αυτό δεν είναι πολιτική επιλογή, είναι προσωπική ανάγκη. Και ως προς αυτό μιλώ μονάχα για τον εαυτό μου.

            Ξέρετε, έχω γράψει πολιτικά κείμενα και βιβλία, ιδιαίτερα ακραία, που τα λογάριασα (ίσως εσφαλμένα) ως κοινωνική δράση, ως κομμάτι της διαπάλης των ιδεών. Τα λεμόνια δεν είναι συλλογική δράση, ίσως να μην είναι καν μυθιστόρημα. Είναι ατομική έκφραση. Δεν οφείλουν τίποτε σε κανέναν. Είναι το βάδισμα ενός μοναχού λύκου, μέσα στο δάσος, μέσα στη νύχτα.

 

Γράφετε κάπου «…Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. Δηλαδή είμαστε εντός του μαύρου μνήματος, εντός του φωταγωγημένου θανάτου μας…» Παραδόξως, δεν εισέπραξα τη δική σας «μεταφυσική» ως αυτή που έχουμε συνηθίσει να σημαίνει η λέξη. Σε σας η μεταφυσική βρίσκει γωνιά για να ανθίσει μέσα στην ίδια τη ζωή και το νόημά της. Ακόμη κι όταν στερείται βιαίως αυτή η ζωή. Διάβασα μη γραμμικά το βιβλίο σας –δηλαδή μια ανεξήγητη παρόρμηση με έκανε να διαβάσω νωρίς το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σας κι ευτυχώς, γιατί μου «άνοιξε τα μάτια» αναγνωστικά σε μιαν ακόμη εκδοχή αυτών που αφηγείστε. Υπήρξε κάποιο πραγματικό γεγονός η αιτία ή η αφορμή ή το «όχημα» για να έχει το βιβλίο σας αυτό το τέλος; Το διόλου «μεταφυσικό».

            Μακάρι να στρέχει η παρατήρησή σας – μακάρι να προκύπτει κάτι τέτοιο από τα λεμόνια. Η μεταφυσική όπως και η κάθε περί ψυχής θεωρία είναι στα μάτια μου ένα πρώτης τάξεως πεδίο σκλαβιάς – τα βιβλία των μονοθεϊσμών, ο Πλάτωνας και όλοι του οι επίγονοι την καλοδίδαξαν ετούτη τη σκλαβιά. Θα ήθελα τα λεμόνια να είναι ένα ακόμη παραμύθι, να μετεωρίζονται ανάμεσα στον τρόμο και τη λαχτάρα – ελπίζω να μην καταθέτουν (τι απαίσια λέξη) καμιά μεταφυσική (ή άλλη) θεωρία για το μακρινό επέκεινα.

            Αναφέρεστε στην τελευταία ιστορία του βιβλίου – την Sinopsi που έχει τον τίτλο «Zelmpa i thanatos ke anastasi sto Pisoderi» κι είναι γραμμένη με λατινικό αλφάβητο και ηχητική ορθογραφία. Πράγματι, κι έτσι όπως το βλέπω εκ των υστέρων, έγραψα τα λεμόνια για να γράψω αυτήν την Sinopsi. Είναι μια ιστορία του Φεβρουαρίου του 1997 – που ωστόσο συμβαίνει κάθε μέρα, στο Πισοδέρι, στον Έβρο, στα αμπάρια των φορτηγών πλοίων του Αιγαίου, στη Θέουτα και στη Μελίγια, στα σύνορα του Μεξικού με τις Η.Π.Α., στις θάλασσες τις Αυστραλίας: Άνθρωποι πεθαίνουν επειδή δεν χωράνε στην επικράτεια του κόσμου μας – ουσιαστικά, επειδή δεν χωράνε στην επικράτεια του νου μας. Το μετεώρισμα της zelmpas (ή και των λεμονιών γενικότερα) είναι το πότε ένα σώμα είναι πτώμα – ή, το τι μπορεί να γίνει ανάμεσα σε δυο σώματα που αγκαλιάζονται. Υπό την έννοια αυτή, η Sinopsi είναι ο πυρήνας του βιβλίου – μια δρακουλότρυπα στο βουνό όπου καταλήγει ολόκληρη η ιστορία του κόσμου.

Σκεφτείτε το κάπως έτσι: είχα να φτιάξω ομόκεντρους κύκλους, όλο και μικρότερους, πηγαίνοντας προς το κέντρο τους, γυρεύοντας μια πειραγμένη ιστορία. Μοιραία αναζήτησα τις άκριες αυτής της πειραγμένης ιστορίας σε κάθε υβριδική φόρμα, σε κάθε μεικτό είδος: στις λαϊκότροπες ευαγγελικές αφηγήσεις, στις λαϊκές αφηγήσεις τρόμου, στην τυπογραφική μεταγραφή των αυτογράφων του Σολωμού, στον Πόε, στην πρόζα του Μποντλέρ, στο Μια Εποχή στην Κόλαση του Ρεμπώ, στον Ζαρατούστρα του Νίτσε, στον Καβάφη, στον Εμπειρίκο, στα Μαγνητικά Πεδία των Μπρετόν-Σουπό, σε κάθε λογής υπερρεαλισμό. Και φυσικά, σε κάθε είδους ερωτογραφία. Αναζήτησα  άκριες στον Στάλκερ του Ταρκόφκσι με την ίδια ζέση που τις αναζήτησα στα ερωτικά βίντεο της Πάμελας Άντερσον στο Ίντερνετ. Από τα κορίτσια του Μποτιτσέλι και τα κορίτσια του Γκογκέν μέχρι το τραγούδι της Οφηλίας από τον Άμλετ του Τομά και τις μουσικές σκηνογραφίες του Κλάους Νόμι. Τα τριαντατρία κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσουνε αποτυχημένες απόπειρες περιγραφής του ίδιου πυρήνα: του ανθρώπου που χάνεται από την αγάπη. Στη Sinopsi ολόκληρος ο κόσμος είχε να απολήξει σε μια λιανή ιστορία επιθανάτιου πάθους σε ένα βουνό των συνόρων. Έφτιαξα ένα δικό μου απολύτως ηχητικό αλφάβητο έχοντας σε μια γωνιά του νου μου τα Ksilopohara, το παραμύθι που έγραψε λίγο πριν πεθάνει ο Άρης Αλεξάνδρου. Κι έπειτα έγραψα τη Sinopsi κατευθείαν σε αυτό το αλφάβητο. Ο Gianakis αγκαλιάζεται με τον νεκρό Gkampril ψιθυρίζοντας μακεδονικές φράσεις «Ntaskal, ispantni nantvur» (δάσκαλε, βγες έξω), «Ntaskal, gkusni me» (δάσκαλε, άγγιξέ με). Κάποτε ο Gkampril που αγαπιέται όντας πεθαμένος του απαντάει στα αλβανικά, μια στιγμή πριν τον χαμό τους: «Nento vntesim, ntreprint levizin» (Εμείς πεθαίνουμε, τα δρεπάνια αχνοτρεμίζουν). Έτσι τελειώνει ο κόσμος του βιβλίου: με ένα αγκάλιασμα, με μιαν zelmpa – σ’ ένα παγωμένο βουνό όπου κυνηγιούνται οι άνθρωποι και οι γλώσσες, όπου μπλέκονται οι άνθρωποι και οι γλώσσες.

 

Συνεχίζω με ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο: «…Να δαγκώνεις τις απορίες σου. Σαν νόμισμα ανάμεσα στα δόντια πεθαμένου ναύτη…» Η αμφιβολία είναι σπαρμένη στο βιβλίο από την πρώτη του σελίδα μέχρι και το οπισθόφυλλο. Αισθάνεστε ότι αυτό είναι το χρέος του μυθιστορήματος: να διατηρεί ζωντανή την αμφιβολία;

            Χρέος: αν θέλετε, μη με μπλέκετε με τούτη τη λέξη. Χρέος έχουν οι πιστοί έναντι του Θεού τους και της συμφωνίας που κάνουν μαζί του. Εγώ προσπαθώ να είμαι όσο πιο άπιστος μπορώ – και, αλίμονο, δεν είναι διόλου απλό ή εύκολο κάτι τέτοιο.

Σας το είπα και πρωτύτερα: δεν ξέρω αν τα λεμόνια είναι μυθιστόρημα. Παρά τις ρομαντικές και μεταρομαντικές διακηρύξεις, το «κοινωνικό χρέος» του μυθιστορήματος (δηλαδή το κοινωνικό προσδοκώμενο από ένα μυθιστόρημα – και από κάθε άλλο είδος τέχνης αντίστοιχα) είναι να υπηρετεί την τάξη που το γέννησε. Ωστόσο, (κι έτσι νομίζω πως απαντώ και στην ερώτησή σας) η τέχνη, ακόμη και η πλέον καθεστωτική, ακόμη και η πλέον στρατευμένη, έχει ένα σκληρό κέντρο που κάποτε στρέφεται εναντίον του ίδιου της του εαυτού – σαν σκορπιός που αυτοθανατώνεται. Αυτή είναι για μένα και η αισθητική δύναμη ενός έργου. Το ότι κάποτε κρατάει ξάγρυπνους τους ανθρώπους που γυρεύει να νανουρίσει. Το ότι κάποτε σκορπάει υποψίες που αγριεύουν στο νου μας: πως όσο ζούμε προφταίνουμε να απιστούμε, με φόβο, με τρόμο αν θέλετε, με πάθος, με μανία, να απιστούμε σε κάθε λύση και σε κάθε κατάληξη, σε κάθε επικείμενη σωτηρία και σε κάθε επαπειλούμενο χαμό, σε όλους και σε όλα – και φυσικά στον ίδιο μας τον εαυτό. Και να διατηρούμε το δικαίωμα μας να εναλλάσσουμε φόβο και ελπίδα, αγάπη και αδιαφορία. Πως μπορούμε στην σκλαβωμένη μας ζωή να γυρεύουμε τις πιθανότητες μας – ή, για να το πω αλλιώς, να μην παραδεχόμαστε τον θάνατό μας ενώ ακόμη ζούμε, να μην πεθαίνουμε πριν από τον θάνατό μας.

 

Κάπου αλλού λέτε: «…Να πιστεύεις στα δάκρυα και στα τρεμάμενα πιγούνια…» Εσείς σε τι πιστεύετε; Ποια είναι η δική σας βιοθεωρία;

Με ρωτάτε σε τι πιστεύω… Αν ήμουν βιαστικός θα σας έλεγα πώς ναι, πιστεύω στις απεκκρίσεις και τις αντιδράσεις του μάταιου σώματός μας: στα δάκρια, στα χύσια, στη γκάβλα, στο τρέμουλο του πιγουνιού μας. Η, και γενικότερα, σε όσους κοκκίνισαν κάποτε τα μάγουλά τους… Είναι μια φράση που την λένε οι ήρωες του πρώτου μου βιβλίου, της Κουπέλας, επαναλαμβάνεται ξανά και στα λεμόνια, και κάθε φορά που τη φέρνω στο νου μου, ακόμη και τώρα, με συγκινεί βαθιά… Μα οι άνθρωποι χαϊδευόμαστε με τον όλεθρο: μπορούμε να πάρουμε την πίστη του πλαϊνού μας και να την κάνουμε φραγγέλιο. Οπότε (μετά από ώριμη σκέψη, που λέμε) προτιμώ να σας πω πως δεν πιστεύω σε τίποτε – μονάχα εξάπτομαι…

            Δεν έχω καμία «βιοθεωρία» – οι «βιοθεωρίες» μοιάζουν με οδηγίες χρήσης εντομοκτόνου. Δεν πιστεύω σε Θεούς, σε στολές, σε σημαίες, σε σύνορα, σε θεωρίες, σε σοφά βιβλία, σε σοφές προστακτικές. Η τελευταία φράση των λεμονιών, το «gkavloste ke mi me pistevete», είναι δυο προστακτικές που αλληλοαναιρούνται – για αυτό την έβαλα και στο οπισθόφυλλο.

 

Έχετε απάντηση στο ερώτημα που θέτετε εσείς: «Έχουμε κουράγιο να αντικρίσουμε την αγάπη;»

            Όχι, δεν έχω απάντηση. Και, σας παρακαλώ, μην το εκλάβετε ως πόζα αυτό.

 

Ο σύγχρονος μυθιστοριογράφος ή ο λογοτέχνης εν γένει είναι ο «τρελός» που λέει με την τέχνη του την αλήθεια; Τι κόστος έχει αυτό για τον ίδιο;

            Στο προηγούμενο βιβλίο μου, τις Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα έβαλα ως προμετωπίδα ένα ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη: «Το χειρότερο ήταν πως επέμενε να γράψει την αλήθεια με αλφα κεφαλαίο». Εξακολουθώ να στρέχω σε τούτο το υστερόγραφο (ελπίζω, μετά από αυτή τη συνομιλία μας, να είναι ακόμη προφανέστερο): αποστρέφομαι κάθε αλήθεια που μπορεί να εξελιχτεί σε καθολική μεγάλη «Αλήθεια» με κεφαλαίο Α, έτοιμη να παραδώσει τους ανθρώπους στις φλόγες της. Κι ακόμη περισσότερο, αποστρέφομαι κάθε έναν που παριστάνει τον κήρυκα τούτης της καθολικής μεγάλης «Αλήθειας» κι είναι έτοιμος να διορθώσει τον κόσμο πελεκώντας τον στα μέτρα της.

Άρα μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου: εμένα μου αρκεί οι άνθρωποι (και ανάμεσα σε αυτούς και οι συγγραφείς) να εκφράζουνε τις μικρές αλήθειες τους όσο πιο ελεύθερα μπορούνε, με τα δικά τους λόγια και όχι με τα εδάφια αλλονών. Αν αυτά τα λόγια τους ακούγονται στις κυρίαρχες πλειοψηφίες γνωστικά ή τρελά έχει ελάχιστη σημασία, μηδενική… Και πάλι σας επαναλαμβάνω πως μιλάω μονάχα σε ό,τι με αφορά.

            Με ρωτάτε για το κόστος ετούτης της έκφρασης. Δεν το ξέρω –εδώ που τα λέμε, ευτυχώς– και δεν το έχω καλοφανταστεί. Όμως θα μπορούσα κάπως ευκολότερα να σκεφτώ το κόστος της σιωπής. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως στη μάταιη (άρα και ανεπανάληπτη) ζωή μας εάν πνίγουμε τα λόγια μας είναι σαν να παραδεχόμαστε τον επικείμενο θάνατό μας ενώ ακόμη ζούμε. Είναι σαν να μπαίνουμε από μόνοι μας σε ένα φέρετρο και να το καρφώνουμε. Υπό την έννοια αυτή, για μένα τούτη η σιωπή είναι αβάσταχτη.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στη Φλιλολογική Βραδυνή στις 23-6-2007 και στο blog http://stavroulascalidi.blogspot.com/2007/06/blog-post_25.html.)

 

 

 

*****

 

 

Θανάσης Τριαρίδης: Η γκάβλα δεν μπορεί να γίνει διδαχή

 

Μια συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη για τα μελένια λεμόνια

 

 

Περιοδικό LIFO, τεύχος 76, 19-7-2007

 

http://www.lifo.gr/content/x21/53.html

 

http://www.triaridis.gr/keimena/keimE008.htm

 

 

«Στο σπέρμα που τινάζεται έξαλλο, εκεί θα βρείτε το μέλι των λεμονιών». Η φράση αρκεί για να προλογίσει τη σύντομη κουβέντα που είχαμε με τον συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη για το «βλάσφημο» μυθιστόρημά του, «τα μελένια λεμόνια». Ένα βιβλίο τολμηρό για μια συντηρητική χώρα όπως η Ελλάδα, στο οποίο η ορμητική ανθρώπινη «γκάβλα» συνδιαλέγεται με το σκότος των θρησκειών, τις θηριωδίες και τα εγκλήματα του ανθρώπινου γένους.  – Γ.Κ.

 

 

Πρώτα απ’ όλα, πώς θα συστήνατε «τα μελένια λεμόνια» στον αναγνώστη;

            Δεν μου πολυαρέσουν οι συστάσεις. Ας πούμε πως τα λεμόνια φιλοδοξούν να είναι κάτι σαν μία διαθήκη (με μικρό δέλτα) των γκαβλωμένων ανθρώπων – δηλαδή αυτό που γράφω στον υπότιτλό τους. Πιστεύω πως η γκάβλα είναι η κεντρική ανθρώπινη ορμή – θαρρώ πως δεν λέω και κάτι καινούριο. Αν θέλετε πείτε την λαχτάρα, πείτε την πεθυμιά. Ή αν θέλετε μπορείτε να την πείτε και ζέλμπα – μια τρομερή μακεδονική λέξη μιας διωκόμενης «ανύπαρκτης» γλώσσας από τον κυρίαρχο ελληνικό εθνοφασισμό.

 

Το βιβλίο σας δείχνει ότι είναι μια διαθήκη που η ιερότητα της δεν εκπορεύεται  από την παντοδυναμία ενός Θεού-εξουσιαστή και τιμωρού αλλά από την αρχέγονη ένωση, τη συμπαντική «γκάβλα» που έδωσε πνοή στον κόσμο.

Το λεμόνια είναι ένα προγραμματικά αποτυχημένο βιβλίο. Προσπαθεί να μιλήσει για μια επαναλαμβανόμενη ιστορία χαμού – κόντρα στην μεγάλη Σωτηρία που τάζουν οι Πατέρες Παντοκράτορες, οι Πατερούληδες και όλοι οι φασίστες που κηρύσσουν την απαίσια μία Αλήθεια. Μα στην ουσία το βιβλίο προσπαθεί να αφηγηθεί μια ιστορία κόντρα στην μεγάλη αφήγηση που το περιέχει – και συγγνώμη που αυτό ακούγεται κάπως κουλτουριάκο. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα των λεμονιών γυρεύω την άρνηση αυτής της μεγάλης αφήγησης: από την πρoμετωπίδα, όπου δεν υπάρχει καμιά διαθήκη, μέχρι το οπισθόφυλλο, το gkavloste ke mi me pistevete.

 

Οι φανατικοί Χριστιανοί θα θεωρήσουν το βιβλίο σας, το λιγότερο βλάσφημο. Τι θα τους απαντούσατε;

            Ό,τι θα τους απαντούσαν ο Σάντρο Μποτιτσέλι, ο Τζορντάνο Μπρούνο ή ο Βίκτορ Ουγκό: Πως οτιδήποτε υμνεί τη σάρκα και την γκάβλα υμνεί την ζωή – και πως οτιδήποτε πολεμάει την σάρκα και την γκάβλα υπηρετεί τον θάνατο. Οι φανατικοί Χριστιανοί εκπαιδεύονται σε έναν μηχανισμό λατρείας του τρόμου και του παραλόγου: Δεν σοκάρονται όταν ο σταυρός του θεού τους μπαίνει πάνω σε βόμβες που κομματιάζουν ανθρώπους – σοκάρονται όμως με τον έρωτα που είναι η μοναδική δύναμη που συνεχίζει τη ζωή.

 

Γιατί οι θρησκείες  και τα εξουσιαστικά συστήματα δαιμονοποιούν την γκάβλα ;

Γιατί όλες –μα όλες– οι θρησκείες φτιάχτηκαν για να σκλαβώσουν τους ανθρώπους. Και για να σκλαβώσεις κάποιον τον εντάσσεις σε μια παράλογη συλλογικότητα τρόμου (Εκκλησία, Σέκτα, Έθνος, Λαό ή ό,τι άλλο). Η γκάβλα είναι μια λειτουργία που βρίσκεται στον στενό πυρήνα της ατομικότητας – δεν μπορεί να ελεγχθεί, να εξουσιαστεί, να γίνει διδαχή, να ενταχθεί μες στην μεγάλη αφήγηση του τρόμου. Κι ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί από την εξουσία, δαιμονοποιείται και διώκεται – τόσο απλά…

 

Και στην δική σας «Βίβλο» όμως το αίμα ρέει άφθονο, η αγάπη τρέφεται συχνά με βία και αφανισμό.  Επιπλέον το δίπολο έρως-θάνατος, ο Φρόϊντ, ο Μπατάιγ, ο Σάντ, οι σουρεαλιστές συνομιλούν στο υπόστρωμα του δικού σας μύθου.

Δεν έγραψα καμία Βίβλο, κανένα ευ-αγγέλιο – δεν είμαι μήτε θεολόγος μήτε φιλόσοφος. Αποπειράθηκα να πω μια ιστορία χαμού – τίποτε πέρα από αυτό. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια πολύ μεγάλη συζήτηση για το αν ο χαμός είναι πτώση ή έλξη. Πρόσφατα, ένας εξαιρετικός νέος στοχαστής, ο Νίκος Μάλλιαρης (http://imaginaireradical.blogspot.com/), μου επισήμανε πως η σύνδεση σεξουαλικότητας και θανάτου στον Φρόιντ ή στον Μπατάιγ έχει ενοχικό υπόστρωμα ενώ στα λεμόνια ο χαμός έχει αντιενοχική αφετηρία. Μακάρι να στρέχει κάτι τέτοιο.

 

Αρκετά ενδιαφέρουσα θεωρώ την υπόγεια σύνδεση των χριστιανικού μύθου με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες που αιματοκύλησαν  τον κόσμο στο όνομα του Θεού, της «δικαιοσύνης», του «καλού». Οι αντιλήψεις αυτές, παρά τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί, είναι ακόμα ισχυρές. Ποια είναι η δική σας ερμηνεία;

            Οι θρησκείες σκοτώνουν – με τον ίδιο τρόπο που οι ανθρωποδιορθωτικές ιδεολογίες λογαριάζουν μια ντούμπα με πτώματα ως αναγκαίο προαπαιτούμενο του δρόμου τους. Ωστόσο νομίζω πως οι άνθρωποι εξακολουθούν να λατρεύουν θρησκείες τρόμου και ιδεολογίες φόνου, επειδή φοβούνται τη ματαιότητά τους. Δεν αντέχουμε τη σκέψη του χαμού μας, τρέμουμε τον θάνατό μας. Έτσι οι θρησκείες και οι ολοκληρωτισμοί τζογάρουν με αυτόν τον φόβο: στο βάθος του αιμοτοβαμμένου δρόμου τους τάζουν μια «Θέωση», μια «Σωτηρία» – και το εκκλησίασμα γαληνεύει...

 

Θα ήθελα να αναφερθείτε λίγο στη δομή του βιβλίου σας, στη σημασία της αποσπασματικής και υπαινικτικής «φύσης» του. Η γραφή αλλά και η δομή του ανακαλούν την ελευθερία της τέχνης που εγκαθίδρυσαν τα μοντέρνα κινήματα του πρόσφατου παρελθόντος αλλά και της τεχνολογικής εποχής που διανύουμε.

Η μορφή των λεμονιών ίσως να είναι ένα υβρίδιο αντίθεσης στην τυραννία της μορφής – της φόρμας που πάει να σκλαβώσει τους ανθρώπους σε μιαν νοερή γοητεία. Πιθανώς και αυτό να ακούγεται κουλτουριάρικο, ζητώ συγγνώμη. Θέλω να πω πως προσπάθησα να εκφραστώ όσο πιο ελεύθερα μπορούσα. Πηγές μου ήσαν τα πάντα: από αποσπάσματα αρχαίων τραγωδιών μέχρι τα chat rooms του Ίντερνετ. Το μορφολογικό αποτέλεσμα δεν το σχεδίασα – και δεν συνιστά πρόταση, συνιστά μονάχα αδημονία.

           

            Τα μελένια λεμόνια πρωτοκυκλοφόρησαν στο ίντερνετ το 2005 (http://www.triaridis.gr/melenialemonia/) – και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ελεύθερα παρά την έντυπη έκδοσή τους. Στο σημείωμα της ηλεκτρονικής έκδοσης γράφετε πως στο συμβόλαιο σας κρατήσατε αυτό το δικαίωμα και πως παραιτηθήκατε από όλα τα ποσοστά σας. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επιλογή;

Στα μάτια μου οι εκδότες είναι ξεφτελισμένοι έμποροι που ενδιαφέρονται να βγάλουν φράγκα (έτσι όπως το ακούτε: φράγκα). Μαζί με τους δημοσιογράφους, τους βιβλιοπώλες, το «γαληνεμένο» κοινό και τους ίδιους τους συγγραφείς στήνουν μια εμπορική επιχείρηση που όνειρα και εφιάλτες κόβονται και ράβονται πάνω στον μηχανισμό της αγοράς. Οι εξαιρέσεις ελάχιστες – κι όλο και πιο περιθωριακές. Και σε αυτό το ξεπουλημένο πλέγμα θαρρώ πως ανήκουμε όλοι μας: κι εγώ κι εσείς και το έντυπο που μας φιλοξενεί – όλοι μας.

            Ως (σπασμωδική;) αντίδραση σε αυτό το πλέγμα (στο οποίο, επαναλαμβάνω,  ανήκω κι εγώ) αποφάσισα όλα τα βιβλία μου να κυκλοφορούν ελεύθερα στο ίντερνετ – ανεξάρτητα από την όποια έντυπη έκδοσή τους. Το ίντερνετ είναι ένα μέσο αυτοέκδοσης που δίνει ένα σημαντικό περιθώριο ελεύθερης έκφρασης. Ήδη βγαίνουν ανεξάρτητες φωνές πολύ σημαντικές. Και πιστεύω πως σε μια γωνιά του διαδικτύου μπλογκάρει ο νέος Ρεμπό και ο νέος Καβάφης – ερήμην μας…

Πολλοί λένε πως στο ίντερνετ κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα σκουπίδια… Μακάρι να ανήκω κι εγώ σε αυτά τα ανεξέλεγκτα σκουπίδια και όχι στην ελεγχόμενη καθεστωτική ομοφωνία. Κάτι τέτοιο θα ήταν για μένα τιμή.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό LIFO, τεύχος 76, στις 19-7-2007.)

 

 

 

*****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ.]

 

Το καλοκαίρι του 2005 έστειλα προς έκδοση τα μελένια λεμόνια στις Εκδόσεις Πατάκης, όπου μέχρι τότε είχα εκδώσει πέντε βιβλία μου. Μετά από σιωπή τεσσάρων μηνών μου ανακοινώθηκε από την αρμόδια εκδότρια πως το βιβλίο μου «προβληματίζει τους ειδικούς αναγνώστες του Οίκου». Θεωρώντας αυτή την φράση ως έμμεση απόρριψη τής ανακοίνωσα ευθύς αμέσως πως αποσύρω το λεμόνια από την εκδοτική της κρίση (γεγονός που δέχτηκε μάλλον με ανακούφιση) – μονάχα την παρακάλεσα να μου στείλει τις κριτικές των ειδικών αναγνωστών του οίκου, αποκλειστικά για να τις διαβάσω εγώ (θεωρούσα πως είχα αυτό το δικαίωμα). Μου απάντησε με μια αόριστη φράση που μου φάνηκε ως υπεκφυγή – στη συνέχεια επιβεβαιώθηκα καθώς όχι μόνο δεν μου έστειλε τις κριτικές των ειδικών αναγνωστών, αλλά δεν έμαθα ποτέ μήτε πόσοι ήταν μήτε ποιοι…

 

Μετά από δύο μήνες η συγγραφέας Πόλυ Μηλιώρη με ενημέρωσε πως ήταν ανάμεσα στους ειδικούς αναγνώστες που διάβασαν το βιβλίο και μου έστειλε την εισήγηση της. Την δημοσιεύω εδώ για πρώτη φορά – φυσικά μετά από την άδειά της.

 

 

 

Πόλυ Μηλιώρη

 

Για τα μελένια λεμόνια του Θανάση Τριαρίδη

 

 

Ιμπρεσιονιστικά μιλώντας, θα χαρακτήριζα δίχως κανένα δισταγμό το κείμενο έτσι: πρόκειται για ένα κοχλάζον λογοτεχνικό ποτάμι, που με αγκωνάρια εικόνες μεγάλης αισθητικής αξίας ξεθεμελιώνει στο διάβα του όλον τον χριστιανικό πολιτισμό, ό,τι έχει χτιστεί –ηθική, κοινωνικό σύστημα, τέχνη– επί 2000 χρόνια πάνω στην, όπως μας παραδόθηκε, ζωή, διδασκαλία και ήθος του Ναζωραίου. Έχοντας μάλιστα σαν πρώτο κεφάλαιο το «ξαναγράψιμο» του Ευαγγελίου –διατηρεί και τη μορφή, με την αρίθμηση των παραγράφων– εξ αρχής κάνει το «συμβόλαιο με τον αναγνώστη», που λέει ο Κούντερα. Γιατί, μια απ’ τις κύριες αρετές του κειμένου είναι η ειλικρίνειά του. Η πεποίθηση του συγγραφέα πως ό,τι λέει δεν είναι εφεύρημα προς άγραν εντυπώσεων, αλλά ο μόνος τρόπος του για να καταγγείλει, να παθιαστεί και να παθιάσει για την αλήθεια του, την οποία ανακοινώνει με τη συγγραφή του.

 

Θεμελιωμένη πάνω σε γερές γνώσεις ιστορίας, σε αγωνιώδη αν και πλήρως επεξεργασμένη γλώσσα, σε παραπομπές στη Λογοτεχνία, στη Ζωγραφική και στο «δυτικό πολιτισμό» δύο χιλιάδων ετών, η συνεχής ανατροπή είναι το μοτίβο του βιβλίου.

 

Με ιδεολογική σημαία το «γαμάτε αλλήλους», ο Τριαρίδης καταγγέλλει την εκμετάλλευση, την χειραγώγηση, την καταπίεση που έκαναν και κάνουν οι κάθε λογής εξουσίες πάνω στον άνθρωπο, ο οποίος, κατά την άποψη του, ελευθερώνεται μόνο μέσα απ’ την ηδονή.

 

Μην παρερμηνευτεί: το κείμενο ΔΕΝ είναι πορνογραφικό. Η σεξουαλικότητα του είναι κοσμογονική. Η ανθρωπότητα ξαναγεννιέται δίχως το ταμπού που κατά τον Φρόιντ έφτιαξε πολιτισμό. Κατά την γνώμη μου, ο κόσμος που γεννιέται στις σελίδες του συγγραφέα, μένει σε μια αέναη αναδημιουργία. Τίποτα δεν κατακάθεται, τίποτα δεν κατασταλάζει. Εάν ο Ναζωραίος έστρωσε το χαλί στο σύστημα, ο Ραββουνί τραβάει συνεχώς όποιο χαλί. Γιατί η «γκάβλα» είναι ένας συνεχής ξεσηκωμός.

 

Ξεκίνησα με μια προσπάθεια ιμπρεσιονιστικής κρίσης, λόγω της ιδιομορφίας του κειμένου που δε μου επιτρέπει να το κατατάξω σε γνωστές φόρμες. Και όχι βέβαια επειδή ο Τριαρίδης δεν γνωρίζει να υπηρετεί τις φόρμες –το έχει αποδείξει ότι μπορεί σε προηγούμενα βιβλία– αλλά γιατί αυτή ακριβώς η έλλειψη φόρμας είναι η καταγγελία της όποιας Καντιανής κατηγοριοποίησης έχει προέλθει από τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.

 

Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση από τον χώρο της δυτικής θρησκευτικής ζωγραφικής, όπου ο συγγραφέας κολυμπά με εντυπωσιακή άνεση, μπορώ να πω ότι το έργο του είναι ένας πίνακας του Μπος. Μόνο που τα επί μέρους ζωγραφισμένα οράματα του αναγεννησιακού δημιουργού, όσο κι αν έσπαζαν την γραμμική αφήγηση της θρησκευτικής θεματολογίας με εξπρεσιονιστικές εικόνες, παράμεναν μέσα στο πλαίσιο του τελάρου. Το οποίο περιόριζε μεν το βλέμμα του θεατή αλλά ταυτόχρονα το συγκρατούσε σε ένα όλον. Ο δημιουργός του 21ου αιώνα καταργεί το τελάρο. Αφηνιασμένα τα οράματα τρυπώνουν σε υπέροχα μακριά ποιήματα, σε «λίστες» αναφοράς και σκηνοθετικές δοκιμές, σε αυτοτελή αφηγήματα όπως «τα μελένια λεμόνια» και το «οι αφηνιασμένες καραμέλες» και στο «θάνατος και ανάστασις στο Πισοδέρι» – αρνούμενα κάθε πλαίσιο.

 

Ωστόσο – μάλλον προσθετικά: «Η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων», που είναι ο τίτλος του εγχειρήματος, ανατρέπεται με τη σειρά της από την κραυγή του συγγραφέα στην αρχή και στο τέλος: «Μη με πιστεύετε». Στο «η πίστης σώζει» αντιπαραθέτει τη συνεχή αμφισβήτηση. Στην πρώτη ανάγνωση που θεοποιεί την ηδονή, αντιπαραθέτει την αμφιβολία ως και σ’ αυτόν τον θεό. που ο ίδιος δημιουργεί.

 

 

            (Γραμμένο τον Σεπτέμβριο του 2004 – ως εισήγηση προς τις Εκδόσεις Πατάκης μετά από αίτημα του εκδοτικού οίκου).

 

 

 

*****

 

 

Μάνος Κοντολέων

 

Για τα μελένια λεμόνια

 

http://manoskontoleon2.blogspot.com/2007/05/blog-post_22.html

 

 

Ποια είναι μεγάλη λογοτεχνία;

 

Απαντήσεις πολλές, ίσως όλες ασαφείς. Αλλά για μένα το βιβλίο εκείνο που θα μου προσφέρει μαζί με την αισθητική ικανοποίηση και ένα άλλο κοίταγμα του γνωστού κόσμου, αυτό -ναι!- είναι, ανήκει στη μεγάλη λογοτεχνία.

 

"Τα μελένια λεμόνια" του Θανάση Τριαρίδη είναι ένα περίεργο κείμενο, δεν εντάσσεται σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αλλά είναι καθαρή και μεγάλη λογοτεχνική σύνθεση. Γιατί δεν μένει μόνο στο τι θέλει να πει, αλλά κυρίως στο πως το λέει.

 

Αιρετικά ηθικό, αχαλίνωτα ερωτικό, τρυφερά αγωνιστικό. Υπαρξιακά πολιτικό.

 

Μπορεί να προκαλέσει συζητήσεις έως και πάθη, μπορεί και κανείς να μην το προσέξει.

 

Μου είναι αδιάφορο. Σημασία έχει πως γράφτηκε και κυκλοφορεί -υπάρχει.

 

Υπάρχει, την ίδια ώρα που σεμνά αναρωτιέται:

 

Τι του απέμενε, λοιπόν;

Μπροστά στο τρομερό το πεπρωμένο που τον κύκλωνε,

μέσα στη μεγάλη νύχτα των δολοφόνων αστών

ο Ρέμπραντ Βαν Ρέιν στάθηκε απέναντι από την αγαπημένη γυναίκα

και προσπάθησε να ζωγραφίσει αυτό που ζούσε και συνάμα αυτό που έχανε·

τον αγώνα για ένα χαμόγελο, το τρέμουλο του χείλους,

το δισταγμό του χεριού, τη μυρωδιά του κόκκινου γαρύφαλλου –

κυρίως εκείνη την ασθενική τη μυρωδιά.

 

.           .. Ασθενική μυρωδιά. Ναι, κάπως έτσι κυκλοφορεί ανάμεσά μας η λογοτεχνία που είναι προορισμένη να ζήσει.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο προσωπικό blog του Μάνου Κοντολέων http://manoskontoleon2.blogspot.com/, στις 22 Μαΐου 2007.)

 

 

 

*****

 

 

Κυριάκος Αθανασιάδης

 

Για τα μελένια λεμόνια

 

 

Ένα ανατρεπτικό μυθιστόρημα, ένα αντι-επικό ποίημα της θανής, μία αγαπητική και υπέροχα βλάσφημη ανάγνωση της Καινής (και κάθε άλλης) Διαθήκης, ένα ασθματικό κείμενο για τον έρωτα, τον πόθο, τη θρησκεία, την εξουσία, τους θαλάμους αερίων της καθημερινότητάς μας και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του καθενός μας, για την τέχνη και την ποίηση της ζωής, για το σεξ και την άνευ όρων ηδονή, για την αρχή και το τέλος των τύψεων μας, γραμμένο με μία θυελλώδη γλώσσα που προκαλεί, ξαφνιάζει και αναστατώνει. Μοναδικός εκπρόσωπος ενός ολότελα σύγχρονου μεταλογοτεχνικού τρόπου, ο Θανάσης Τριαρίδης, με εφόδιά του μια πελώρια αφομοιωτική δύναμη κειμένων, αισθήσεων και συναισθημάτων και έναν απύθμενο λυρισμό του γλυκού χαμού, φουντώνει και αναλώνεται σε ό,τι πιο τρομακτικά ανθρώπινο μπορεί να αντέξει η μυθιστορία των καιρών μας.

           

 

            (Κείμενο που γράφτηκε με αφορμή την έκδοση των μελένιων λεμονιών και δημοσιεύτηκε εν μέρει στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Gutenberg-τυπωθήτω http://www.dardanosnet.gr/home/book-details.php?id=1428 και, ολόκληρο, στο έντυπο Εμπειρίες ανάγνωσης – μια επιλογή του ίδιου εκδοτικού οίκου, τον Δεκέμβριο του 2007.)

 

 

 

*****

 

 

Γιάννης Κοτσιφός

 

Αφιέρωμα στους συγγραφείς της Θεσσαλονίκης – Θανάσης Τριαρίδης

 

 

            Δεν υπάρχει επανάσταση δίχως διάθεση αυτοκαταστροφής. Με το μυθιστόρημα Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα, το 2000, ο Τριαρίδης έδειξε το δρόμο προς την ανανέωση της μυθιστορηματικής γραφής και μετά της γύρισε την πλάτη. Προτίμησε να γράψει στρατευμένα αφηγήματα, να γράψει για ζωγράφους και να πάρει πίσω τα κείμενά του, βάλθηκε να παλεύει με λέξεις ενάντια στα ίδια που πάλευε πριν από λίγα χρόνια με εμβόλια στους τσιγγάνικους μαχαλάδες. Κυρίως βάλθηκε, κυνηγώντας απελπισμένα ένα μείγμα δοκιμίου, ποίησης και μυθοπλασίας, να σχηματίσει μια νέα υποδοχή γραφής που θα αντέχει την βασική αγωνία του: ότι είναι συμμέτοχος στο Κακό που περιγράφει. Τα μελένια λεμόνια του είναι ο τελευταίος καρπός αυτής της κυνηγημένης ανάγκης. Αν διαβαστεί ανάποδα, έχεις ένα άλλο όνομα για την πρωτοπορία.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παράλλαξη, τεύχος 131, Μάιος 2007.)

 

 

 

*****

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

Μια ανάποδη αποκάλυψη

 

 

«Θανάσης Τριαρίδης: οργισμένη λογοτεχνική διαθήκη

της ηθικής και της υποκρισίας»

 

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, ένθετο ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, 22-9-2007.

 

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=36934

 

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=36935&enthDate=22092007

 

http://assets.in.gr/AssetService/Image.ashx?t=2&pg=86142&

 

 

ΤΑ «ΜΕΛΕΝΙΑ ΛΕΜΟΝΙΑ», ΜΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΣΤΑΣΙΜΑ ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ, ΠΡΟΚΛΗΣΗ, ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ ΝΑ ΑΝΑΜΕΤΡΗΘΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.

 

Ο τριανταεπτάχρονος Θεσσαλονικιός πεζογράφος Θανάσης Τριαρίδης, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του έξι έντυπα λογοτεχνικά βιβλία και ένα που διατίθεται μόνο σε ηλεκτρονική μορφή στην ιστοσελίδα του (www. triaridis.gr), με το νέο, ογκώδες (509 σελίδων) αφηγηματικό έργο του, Τα μελένια λεμόνια, δοκιμάζει την αντοχή των «περί ηθικής λαλούντων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης, που θα το χαρακτηρίσουν από προκλητικό έως βέβηλο ανάγνωσμα.

 

Ο Τριαρίδης φαίνεται να στόχευσε στην οργή των ηθικολόγων. Όχι μόνο ολόκληρο το βιβλίο του είναι διαποτισμένο από τα σωματικά υγρά του έρωτα και το αίμα, αλλά και πολλές από τις ενότητές του παραλλάσσουν την ίδια ιστορία, εκείνη του γιου της Μαρίας, του Ραββουνί, που έχει ανδρικά και γυναικεία γεννητικά όργανα, μεταφέρει στους ανθρώπους την απελευθερωτική αλήθεια της βακχείας, προσφέρει την καρδιά του ως τροφή στους πεινασμένους, συνουσιάζεται με όλους τους άντρες και όλες τις γυναίκες, μέχρι εν τέλει όλοι, ο εκστασιασμένος Μεσσίας και οι πιστοί του, να αφανιστούν κατασπαραγμένοι ή σφαγιασμένοι από τους αγγέλους του εκδικητή και τιμωρού Θεού. Σε μία, μάλιστα, ενότητα συνουσιάζεται ακόμη και ο Θεός, όντας ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη της ηδονής που βιώνουν οι άνθρωποι.

 

Ηδονή και λύτρωση

 

Παραβλέποντας το σκανδαλοθηρικό μέρος του βιβλίου, ο βασικός δεσμός του με το παλαιότερο έργο του συγγραφέα έγκειται στο γεγονός ότι και τα Μελένια λεμόνια κινούνται στο πλαίσιο του μαγικού ρεαλισμού και επιβεβαιώνουν την έφεση του Τριαρίδη για τον αισθησιασμό, τη νοσηρότητα, το κακό, την ελεύθερη ανασύνθεση μύθων και ιστοριών. Με την κρίσιμη, όμως, διαφορά ότι ο πρόλογος, τα 33 «βιβλία» (ενότητες) και η τελική Sinopsi (γραμμένη σε greeklish) αυτού του βιβλίου συντάσσουν, σύμφωνα με μια φράση του Τριαρίδη, μιαν «ανάποδη αποκάλυψη» (σ. 182). Συγκεκριμένα, στις σύντομες και ως επί το πλείστον ανεξάρτητες μεταξύ τους αφηγηματικές ενότητες των Μελένιων λεμονιών, ο Τριαρίδης, ανασυνθέτοντας και ανατρέποντας την Παλαιά και τη Νέα Διαθήκη, αρκετούς αρχαιοελληνικούς μύθους και πολλές πραγματικές και φανταστικές ιστορίες της νεώτερης εποχής, συντάσσει τη «διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων». Σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου του ο έκδηλος αισθησιασμός ή το ερωτογραφικό περιεχόμενο καταλήγουν στην οργιαστική «γκάβλα» που οδηγεί νομοτελειακά στον ηδονικό και συνάμα βίαιο θάνατο των ανθρώπων. Οι σφαγές, οι τεμαχισμοί, οι αποκεφαλισμοί, η ανθρωποφαγία, διαφορετικές εκδοχές του τέλους των ιστοριών του Τριαρίδη, απελευθερώνουν και λυτρώνουν διά του αφανισμού, το καταπιεσμένο δυναμικό των πιο μύχιων ανθρώπινων ενστίκτων.

 

Άρνηση και σαγήνη

 

Εκ πρώτης όψεως τα Μελένια λεμόνια μπορεί να διαβαστούν ως άρνηση κάθε μεταφυσικής πίστης και ως έκρηξη μιας μηδενιστικής οργής. Στο στόχαστρο της άρνησής τους βρίσκεται ο άνθρωπος-έρμαιο του τρόμου που γεννά η θρησκεία για την ίδια τη ζωή και ο άνθρωπος-θύμα της φενάκης ενός υποκριτικού πολιτισμού που βαφτίζει τη βαρβαρότητα επιτακτική ανάγκη. Κατά βάθος όμως το βιβλίο, μέσα από τις επιδεικτικές αρνήσεις του, προβάλλει την ομορφιά της αισθησιακής σχέσης με τον κόσμο και, κυρίως, την ομορφιά και την αντοχή της ίδιας της αφηγηματικής τέχνης που αναμυθολογεί τον κόσμο έστω και ως διαθήκη, έστω και ως προγραμματική άρνηση πίστης (στην προμετωπίδα διαβάζουμε «δεν υπάρχει καμιά διαθήκη» και στο οπισθόφυλλο τη φράση «gkavloste kai mi me pistevete»). Μέσα από αυτό τον συνδυασμό οργισμένης άρνησης και νηφάλιας κατάφασης, τα Μελένια λεμόνια είναι ένα σαγηνευτικό κείμενο που διατηρεί αμείωτη την υψηλή ένταση της φαντασμαγορικής γραφής του, καθώς αποσυνθέτει και αναδιηγείται τον μύθο και την πραγματικότητα του παλαιού και του σύγχρονου κόσμου, τόσο απαράλλακτα ίδιων, μέχρι τα άκρα: ένα οδυνηρό και ηδονικό, μακάβριο και λυτρωτικό, σκοτεινό, άδοξο αλλά και φαντασμαγορικό κρεσέντο του τέλους των ανθρώπων.

 

Αν αυτό το βιβλίο συνιστά πρόκληση, για όσους αναγνωρίζουν στη λογοτεχνία το αναφαίρετο δικαίωμα να ξαναφτιάχνει τον κόσμο με τα δικά της μέσα και τους δικούς της όρους, αυτή η πρόκληση είναι θετική και μάλιστα πολύπλευρη.

 

1. Πρώτη πλευρά της πρόκλησης, η λογοτεχνική γραφή του Τριαρίδη. Τα Μελένια λεμόνια είναι ένα πολυσύνθετο μορφολογικό υβρίδιο, όπου συνυφαίνονται η ποίηση και η πεζογραφία σε ένα έργο με πολύ χαλαρή αφηγηματική εξέλιξη αλλά υψηλή ένταση. Η ταλάντευση της γραφής του Τριαρίδη ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία, με τη συνύφανση πεζόμορφων και στιχουργημένων μερών, απορρέει από τον αποκαλυπτικό και κατανυκτικό τόνο της.

 

Επίσης στα Μελένια λεμόνια αφομοιώνονται σε ένα οργανικό σύνολο ετερόκλητα υλικά από μια πολύ ευρεία μορφωτική παρακαταθήκη: πολλοί Έλληνες ποιητές (κυρίως ο Εμπειρίκος και ο Καβάφης, αλλά και ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης κ.ά.), πολλοί Ευρωπαίοι ζωγράφοι από την εποχή της Αναγέννησης μέχρι τον 20ό αιώνα, στοιχεία από παλαιότερα βιβλία του Τριαρίδη, η λογοτεχνία των περιπετειών και των κόμικς.

 

2. Δεύτερη πλευρά της πρόκλησης, η ιδεολογική εγρήγορση και η κοινωνική ευαισθησία. Αυτό το προγραμματικά «ανίερο» βιβλίο είναι κατάστικτο από τη βαρβαρότητα του δυτικού πολιτισμού, του παλαιότερου και του σύγχρονου, του ελληνικού, του ευρωπαϊκού και του αμερικανικού. Αναμορφώνοντας τις ιστορίες της Βίβλου και των αρχαίων μύθων, ο Τριαρίδης τις συγχρονίζει με την ατομική βόμβα της Χιροσίμα, τα στρατόπεδα του Ολοκαυτώματος, τα πεδία των βομβαρδισμών στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην Παλαιστίνη, τους νεκρούς Κούρδους στο λιμάνι της Πάτρας, τους νεκρούς Αλβανούς στη σπηλιά του Πισoδερίου, για να καταγγείλει ότι οι μηχανισμοί της βίας και της καταστολής μένουν απαράλλακτοι. Θεωρημένα από αυτή την άποψη, τα Μελένια λεμόνια αποστρέφονται την κυρίαρχη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία του life style και των ιστορικών αποδράσεων, που αποφεύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι, να θίξει φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πολιτική και ιδεολογική ορθότητά της.

 

3. Τρίτη πλευρά της πρόκλησης- αυτή εξωλογοτεχνική- το εναλλακτικό συγγραφικό ήθος του Τριαρίδη. Ο Τριαρίδης παραιτήθηκε από τα συγγραφικά δικαιώματα της έντυπης μορφής του βιβλίου, ενώ παράλληλα το διαθέτει δωρεάν στο Διαδίκτυο, επιτρέποντας μάλιστα οποιαδήποτε χρήση του. Εν ολίγοις, ένα βιβλίο που με τη δύναμη της σαγήνης του και τη διαφορετική στάση του συγγραφέα του (ο οποίος αρνείται ως και να φωτογραφηθεί) μας καλεί να αναμετρηθούμε με τις καθησυχαστικές αναγνωστικές μας συνήθειες.

 

 

Ο Ευριπίδης Γαραντούδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στο ένθετο ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, στις 22-9-2007, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=36934.)

 

 

 

 *****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ.]

 

Από τα πολλά υβριστικά κείμενα που γράφτηκαν με αφορμή τα μελένια λεμόνια και αναπαράχτηκαν ευρέως στο Διαδίκτυο αναδημοσιεύω εδώ δύο υβριστικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε δύο νεοφασιστικές, ρατσιστικές εφημερίδες, τον Στόχο και την Άλφα 1 (η οποία είναι το επίσημο όργανο του πολιτικού κόμματος Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός), λίγες μέρες μετά την κριτική του Ευριπίδη Γαραντούδη στα Νέα (ένθετο Βιβλιοδρόμιο της 22ης-9-2007). Η αναδημοσίευση αυτή γίνεται για τους ακόλουθους λόγους:

α) Τα κείμενα αυτά ήταν ενυπόγραφα (ο συντάκτης τους έχει γράφει πλήθος νεοναζιστικών, ρατσιστικών, και αντισημιτικών άρθρων) και αναφέρονταν αναλυτικά στο βιβλίο μου κάνοντας χρήση πλήθους παραθεμάτων (επιπλέον εν λόγω συντάκτης θέλοντας να φανατίσει το κοινό του εναντίον μου προτείνει την εξαιρετικά ερεθίστική σύνδεση της λέξης «Ραββουνί» με την λέξη «μουνί» – κι έτσι άθελά του δικαιώνει απρόσμενα τις προσδοκίες μου από την ανάγνωση του βιβλίου).

β) Και τα δύο κείμενα έχουνε ένα σαφέστατο χαρακτήρα προγραφής για το πρόσωπό μου (ουσιαστικά ο συντάκτης τους παρακινεί τους αναγνώστες να φερθούν ως μουσουλμάνοι «που είναι σοβαροί άνθρωποι» και να με σφάξουνε). Αυτός ο χαρακτήρας προγραφής νομίζω πως καταδεικνύει το πώς λειτουργεί το τρομοκρατικό νεοφασιστικό πλέγμα που, επί της ουσίας, κυριαρχεί σήμερα στην Ελλάδα. Επιπλέον κολακεύει την ματαιοδοξία μου: το γεγονός ότι το εν λόγω βιβλίο μου επικηρύσσεται από τους νεοναζί αποτελεί για μένα αναμφίβολο τίτλο τιμής…

β) Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επίθεση προς τον καθηγητή Ευριπίδη Γαραντούδη (που «τόλμησε» να γράψει για το «αντίχριστο» βιβλίο μου) συνιστά σαφή προειδοποίηση για το τι περίμενε στο εξής όποιον έγραφε κριτική για τα μελένια λεμόνια. Επομένως τα δύο κείμενα, πέραν των άλλων, μαρτυρούν πως η νεοφασιστική τρομοκρατία δεν απευθύνεται μόνο προς τον συγγραφέα αλλά και προς τους αποδέκτες του συγκεκριμένου βιβλίου (και κάθε άλλου).

 

Στο ίδιο πλαίσιο αναδημοιεύω και την απάντηση των Νέων στα δημοσιεύματα αυτά, λίγες ημέρες υστερότερα – με την υπογραφή της ψευδώνυμης «Φοίβης Αθηναίου».

 

 

 

Θεόδωρος Ν. Χατζηγώγος

 

Οι ύμνοι των «Νέων» για «τα μελένια λεμόνια» δικαιώνουν τον Βίσμαρκ που έλεγε... «καθηγηταί τρεις και εχάθη η πατρίς

 

 

Εφημερίδα ΑΛΦΑ ΕΝΑ, 29-9-2007.

 

http://www.alpha1.gr/



Έχετε ποτέ διερωτηθεί γιατί οι χριστιανοί δεν μπορούν να εκχριστιανίσουν ούτε έναν μουσουλμάνο τα τελευταία 1.300 χρόνια, ενώ αντίθετα οι χριστιανοί εξισλαμίζονται σήμερα σε όλη την Ευρώπη με ταχύτατους ρυθμούς, πράγμα που ανησυχεί σοβαρά ακόμη και τους άθεους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως; Η απάντηση είναι απλή, αλλά δεν τολμάμε να την ξεστομίσουμε: Διότι έχουμε καταντήσει την άλλοτε πολεμική θρησκεία που ονομάζεται χριστιανισμός σε μία αγαπησιάρικη αρλούμπα που τελικά καταλήγει στο μαζοχιστικό απόφθεγμα... «Σφάξε με αγά μου ν΄ αγιάσω».Την ίδια ώρα, το Ισλάμ παραμένει μία ρωμαλέα θρησκεία με αυστηρές ποινές για τους αμαρτάνοντες, με σκληρούς κανόνες για την συμπεριφορά των πιστών και με την απειλή της θανατικής εκτελέσεως για όποιον απαρνείται το Ισλάμ προκειμένου να ασπαστεί μία άλλη θρησκεία. Όταν ο άλλος έρχεται καταπάνω σου με ένα γιαταγάνι κι εσύ τον αντιμετωπίζεις με μόνο όπλο την Αγάπη, είναι φυσικό να νικάει ο βάρβαρος κι εσύ ο πολιτισμένος να πηγαίνεις στον Άγιο Πέτρο.

 

 

ΚΑΘΗΓΗΤΑΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΕΧΑΘΗ Η ΠΑΤΡΙΣ

 

Θεώρησα απαραίτητο αυτόν τον δασκαλίστικο πρόλογο για να μπω στο σημερινό μου θέμα που είναι άκρως σοκαριστικό και παρακαλώ όσους δεν αντέχουν, να μη συνεχίσουν το διάβασμα. Όλοι θυμόμαστε τις ταραχές που ξέσπασαν τον περασμένο χειμώνα σε όλες τις ισλαμικές χώρες εξαιτίας των σκίτσων του Μωάμεθ που δημοσίευσαν μερικές ευρωπαϊκές εφημερίδες. Φαντάζεστε τι θα συμβεί αν αύριο βγει ένα βιβλίο όπου ο προφήτης του Ισλάμ θα καθυβρίζεται με τον χειρότερο τρόπο, θα περιγράφεται ως σεξουαλικά ανώμαλος και λοιπά; Ακόμη κι αν δεν ξεσπάσει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, είναι βέβαιον ότι θα καεί το πελεκούδι από τους μουσουλμάνους αδελφούς μας, και θα έχουν δίκιο. Ε, λοιπόν, σας πληροφορώ ότι ένα τέτοιο βιβλίο εξωφρενικά υβριστικό για τον Χριστό και την Παναγία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις καθωσπρέπει εκδόσεις «Τυπωθήτω» του Γιώργου Δαρδανού και ήδη λανσάρεται από τις μεγάλες δημοκρατικές εφημερίδες σαν κορυφαίο λογοτεχνικό επίτευγμα!...Πρόκειται για «Τα μελένια λεμόνια» του 37χρονου Θεσσαλονικιού συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη, που συνοδεύονται από τον επεξηγηματικό υπότιτλο «Η Διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων!»... Σας δίνω τον λόγο της τιμής μου πως ουδέποτε θα ησχολούμην με ένα τέτοιο πανάθλιο βιβλίο, απλώς και μόνο για να μην του κάνω διαφήμιση. Όμως είμαι υποχρεωμένος να το κάνω, από την στιγμή που στα έγκυρα «Νέα» του περασμένου Σαββάτου δημοσιεύτηκε μία ολοσέλιδη υμνητική κριτική για «Τα μελένια λεμόνια» που υπογράφει ένας κατ΄ εξοχήν ειδικός: Ο αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευριπίδης Γαραντούδης. Πρώτα θα παραθέσω επιγραμματικά μερικά μόνο απ΄ όσα αισχρά γράφει για τον Χριστό και την Παναγία στα «μελένια λεμόνια» ο Θανάσης Τριαρίδης και μετά θα μεταφέρω τα όσα υμνητικά έγραψε για το βιβλίο του ο καθηγητής Γαραντούδης στα «Νέα» του περασμένου Σαββάτου. Και αυτό για να αντιληφθούμε όλοι πού μας οδηγούν οι σημερινοί Έλληνες διανοούμενοι και πόσο δίκιο είχε ο Γερμανός καγκελάριος Βίσμαρκ όταν έλεγε την περίφημη φράση του... «Ντράϊ προφεσόρεν, ντερ Στάατ ιστ φερλόρεν», δηλαδή «Καθηγηταί τρεις και εχάθη η Πατρίς»...

 


ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΥΒΡΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Πριν ξεκινήσω, πρέπει να διευκρινίσω τα εξής: «Τα μελένια λεμόνια» κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στο διαδίκτυο τον Αύγουστο του 2005, όπου φαίνεται δεν προκάλεσαν τον σάλο που περίμενε ο συγγραφέας τους, διότι προφανώς οι διαθέτοντες πρόσβαση στο Ίντερνετ δεν σοκάρονται με τίποτα. Έτσι, σε συνεργασία με τον διακεκριμένο εκδότη του «Τυπωθήτω» Γιώργο Δαρδανό, ο Θανάσης Τριαρίδης αποφάσισε να το βγάλει σε βιβλίο, ελπίζοντας πως αυτή την φορά θα καταφέρει να σοκάρει και να αγανακτήσει τους χριστιανούς και τους συντηρητικούς που δεν τα πάνε καλά με το Ίντερνετ. Επίσης, πρέπει να πω ότι «Τα μελένια λεμόνια» εκτείνονται σε 510 σελίδες, εκ των οποίων οι 100 υβρίζουν τον Χριστό και την Παναγία, άλλες τόσες ξεφτιλίζουν την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, καμιά πενηνταριά καταγγέλλουν τους Έλληνες ότι φέρονται ρατσιστικά προς τους μετανάστες και οι υπόλοιπες περιέχουν ακατανόητες για τον μέσο εγκέφαλο ποιητικές περιγραφές του Τριαρίδη, που όμως γοήτευσαν μέχρι μυελού οστέων τον καθηγητή Γαραντούδη σε σημείο να αποκαλεί το κατάπτυστο αυτό σύγγραμα... «συναρπαστικό αφήγημα!».Ας δούμε, λοιπόν, μερικά απ΄ όσα γράφει ο Τριαρίδης που συνήρπασαν τον καθηγητή Γαραντούδη:

 

1) Νωρίς - νωρίς (σελ. 15) μαθαίνουμε ότι τα μελένια λεμόνια είναι τα βυζιά της γυναίκας που ξυπνάνε την γκάβλα στους άνδρες!

 

2) Στις σελίδες 22-23 μαθαίνουμε ότι η Μαρία συνουσιάστηκε με έναν αρχαίο τράγο για να γεννήσει τον Χριστό, ο οποίος τράγος «είχε μεγάλο γκαβλί». Όταν η 14χρονη Μαρία έμεινε έγκυος, ο γερο-Ιωσήφ αποφάσισε να την παντρευτεί για να μην την σκοτώσουν οι Εβραίοι σαν πόρνη. Τελικά γέννησε σε στάβλο το παιδί της που είχε στο μέτωπο δύο μικρά κέρατα, σημάδι πως ήτανε γιος του τράγου πατέρα του.

 

3) Στην σελ. 25 περιγράφεται με αισχρό τρόπο η Βάπτιση στον ποταμό Ιορδάνη. Αρκεί να πω ότι σύμφωνα με τον Τριαρίδη οι δύο άνδρες «γαμ... ουρλιάζοντας σαν λύκοι και όταν τελειώσανε, ο Βαπτιστής ήταν νεκρός από την γκάβλα!».

 

4) Ο Τριαρίδης αποκαλεί σε όλο το βιβλίο τον Χριστό...«Ραββουνί» από τον συνδυασμό των λέξεων ραββίνος και μ...! Ο Ραββουνί διέθετε ανδρικά και γυναικεία γεννητικά όργανα και επιδιδόταν διαρκώς σε όργια με γυναίκες και άνδρες. Ο Τριαρίδης έχει λεπτομερείς περιγραφές αυτών των οργίων, χρησιμοποιώντας τις πιο αισχρές λέξεις που διαθέτει η ελληνική γλώσσα.

 

5) Στην σελ. 29 περιγράφεται η θεραπεία του παραλυτικού, ο οποίος πλησίασε τον Ραββουνί λέγοντας: «Εγώ δεν ένιωσα ποτέ μου γκάβλα!». Ο Ραββουνί άρχισε να του κάνει πεολειχία και ο παραλυτικός θεραπεύτηκε.


ΞΕΦΤΙΛΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΙΣΤΕΥΩ» ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ

 

Κανονικά θα έπρεπε να σταματήσω εδώ, γιατί πήρατε ήδη μία εικόνα του τι περιέχει το αισχρότατο αυτό βιβλίο που υμνούν τα «Νέα» του «συγκροτήματος Λαμπράκη». Όμως, επιτρέψτε μου να συνεχίσω για να αντιληφθείτε έως πού μπορεί να φτάσει η κακοήθεια του ανθρώπου...

 

6) Στην σελ. 30 περιγράφεται το θαύμα το χορτασμού των πεντακισχιλίων, όπου ο Ραββουνί εμφανίζεται να ζυμώνει το αλεύρι με το σπέρμα του! Στην σελ. 31 πληροφορούμεθα ότι πορδοβολούσε με κρότο και στην σελ. 32 ότι «είχε βυζιά γυναίκας με ολόμαυρες ρώγες».

 

7) Στην σελ. 34 εμφανίζεται ο προδότης Ιούδας ο οποίος ερωτεύτηκε λυσσασμένα τον Ραββουνί. Αφού τρώμε στην μάπα αναλυτικές περιγραφές των οργίων Ραββουνί και Ιούδα, στην σελ. 37 μαθαίνουμε ότι ο Ιούδας πρόδωσε επειδή ποθούσε τρελά τον Ραββουνί και ήθελε να τον έχει αποκλειστικά δικό του!

 

8) Εντελώς αισχρή είναι και η περιγραφή του Μυστικού Δείπνου στις σελίδες 37 και 38: Ο Ραββουνί εμφανίζεται να βάζει το ψωμί στα σκέλια του και να το ποτίζει με τα υγρά του, πριν το προσφέρει στους μαθητές του.

 

9) Μου είναι αδύνατον να μεταφέρω εδώ τα όσα αισχρά λέει ο Ραββουνί προς τους Εβραίους αρχιερείς που τον δικάζουν (σελ. 39-41). Αμέσως μετά περιγράφεται η Σταύρωση, όπου μαθαίνουμε ότι «η ίδια του η μάνα κάρφωσε τον Ραββουνί στον σταυρό και έπειτα τον φίλησε στο στόμα».

 

10) Στην σελ. 46 πληροφορούμεθα ότι μόλις πέθανε ο Ραββουνί πάνω στον σταυρό, «μύρισε ο τόπος ψ...χυμο και μ...υγρά κι αυτή ήταν η Ανάσταση!».

 

Ακολουθούν χίλιες δυό αιχρές περιγραφές για να φθάσουμε στις σελίδες 133-134, όπου ο Τριαρίδης διασκευάζει το «Σύμβολον της Πίστεως», («Πιστεύω εις έναν Θεόν κ.λ.π.») με ό,τι πιο αισχρό μπορεί να φανταστεί ο πιο διεφθαρμένος νους.

 

 

ΥΜΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗ

 

Και τώρα, ας δούμε τι έγραψε στα «Νέα» του περασμένου Σαββάτου γι΄ αυτό το ανοσιούργημα ο αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευριπίδης Γαραντούδης...«Τα μελένια λεμόνια δοκιμάζουν την αντοχή των «περί ηθικής λαλούντων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης, που θα το χαρακτηρίσουν από προκλητικό έως βέβηλο ανάγνωσμα. Ο Τριαρίδης φαίνεται να στοχεύει στην οργή των ηθικολόγων!»...Δηλαδή, όλοι εσείς που έχετε αρρωστήσει από αγανάκτηση, διαβάζοντας τις αισχρότητες που παρέθεσα, είσαστε ηθικολόγοι κατά τον καθηγητή Γαραντούδη, ο οποίος συνεχίζει ως εξής την υμνητική κριτική του: «Τα μελένια λεμόνια αποστρέφονται την κυρίαρχη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία του life-style και των ιστορικών αποδράσεων, που αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι να θίξει φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα!»...Αλήθεια, ποιά είναι αυτά τα κοινωνικά ζητήματα που θέτουν τα «Μελένια λεμόνια;» Ότι οι Έλληνες φέρονται ρατσιστικά στους μετανάστες; Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά...Και καταλήγει ο καθηγητής Γαραντούδης: «Μέσα από αυτόν τον συνδυασμό οργισμένης άρνησης και νηφάλιας κατάφασης, τα Μελένια λεμόνια είναι ένα σαγηνευτικό κείμενο που διατηρεί αμείωτη την υψηλή ένταση της φαντασμαγορικής γραφής του, καθώς αποσυνθέτει και αναδιηγείται τον μύθο και την πραγματικότητα του παλαιού και του σύγχρονου κόσμου, τόσο απαράλλακτα ιδίως, μέχρι τα άκρα: ένα οδυνηρό και ηδονικό, μακάβριο και λυτρωτικό, σκοτεινό, άδοξο, αλλά και φαντασμαγορικό κρεσέντο του τέλους των ανθρώπων!»...

 

«Καθηγητές τρεις και εχάθη η Πατρίς»... Μεγάλε Βίσμαρκ, πόσο δίκιο είχες... Θα τολμούσε ποτέ ο Θανάσης Τριαρίδης να γράψει ένα ανάλογο βιβλίο για τον Μωάμεθ: Όχι βέβαια, διότι οι μουσουλμάνοι είναι σοβαροί άνθρωποι...

 


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΛΦΑ 1, στις 29-9-2007.)

 

 

 

 *****

 

 

Θεόδωρος Ν. Χατζηγώγος

 

Υμνητική κριτική σε αντίχριστους

 

 

Εφημερίδα ΣΤΟΧΟΣ, 27-9-2007.

 

 Απορώ πως κατάφερε και μάζεψε τόσους ανθέλληνες και εχθρούς του Χριστιανισμού η άλλοτε εθνική έπαλξη που ονομάζεται «Συγκρότημα Λαμπράκη» . Απολαύστε το νέο κατόρθωμά τους: Στα ΝΕΑ του περασμένου Σαββάτου δημοσιεύτηκε ολοσέλιδη υμνητική κριτική για το απερίγραπτα αντίχριστο και ανθελληνικό βιβλίο του 37χρονου Θεσσαλονικιού συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη Τα μελένια λεμόνια – η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων. Και μόνο από τον τίτλο του βιβλίου καταλαβαίνει κανείς το περιεχόμενό του, το οποίο προφανώς γοήτευσε τον αναπληρωτή καθηγητή λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευριπίδη Γαραντούδη που υπογράφει την σχετική υμνητική κριτική στα ΝΕΑ. Δεν μπορώ να μεταφέρω στον ΣΤΟΧΟ τα όσα γράφει ο Τριαρίδης  στο ακατονόμαστο βιβλίου του εναντίων του Χριστού, της Παναγίας, του Ελληνικού Πολιτισμού και των ίδιων των Ελλήνων, ενώ συγχρόνως καταγγέλλει τον ρατσισμό του προς τους ξένους μετανάστες…

 

Θα παραθέσω μόνο τι γράφει στα ΝΕΑ ο υμνητής του Γαραντούδης για να πάρετε μια εικόνα: «Ο Τριαρίδης φαίνεται να στόχευσε στην οργή των ηθικολόγων. Όχι μόνο ολόκληρο το βιβλίο του είναι διαποτισμένο από τα σωματικά υγρά του έρωτα και το αίμα, αλλά και πολλές από τις ενότητές του παραλλάσσουν την ίδια ιστορία, εκείνη του γιου της Μαρίας, του Ραββουνί, που έχει ανδρικά και γυναικεία γεννητικά όργανα, μεταφέρει στους ανθρώπους την απελευθερωτική αλήθεια της βακχείας, συνουσιάζεται με όλους τους άντρες και όλες τις γυναίκες. Σε μία, μάλιστα, ενότητα ΣΥΝΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ακόμη και ο Θεός, όντας ανίσχυρος απέναντι στη δύναμη της ηδονής που βιώνουν οι άνθρωποι»…

 

Τέτοια αισχρά βιβλία υμνούν την σήμερον ημέραν τα έντυπα του συγκροτήματος Λαμπράκη. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ο Τριαρίδης έχει με λατινικά γράμματα την φράση: «gavloste ke mi me pistevete»…

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΣΤΟΧΟΣ, στις 27-9-2007.)

 

 

 

 *****

 

[Φοίβη Αθηναίου]

 

Σφάξε με, γραφίδα μ΄, ν΄ αγιάσω (εθνικιστικώς)

 

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, ένθετο ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, 08-10-2007.

 

 

http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20071008&nid=6247840

 

 

Έχει αλλάξει το Σύνταγμα περί ελευθερίας της έκφρασης και δεν το πήραμε χαμπάρι; Ή απλώς κάποιοι θέλουν να το υποκαταστήσουν με τις προσωπικές τους ακραίες θρησκευτικές και εθνικιστικές προτιμήσεις;

 

Δεν δικαιολογείται αλλιώς ο λίβελλος (και δη από γραφίδα που είχε μηνυθεί διότι είχε ισχυριστεί πως «δυστυχώς ο Χίτλερ άφησε ζωντανούς 200.000 από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που ρήμαξαν την πόλη» – κι αυτό ελευθερία έκφρασης δεν είναι;) κατά του μυθιστορήματος του Θεσσαλονικιού Θανάση Τριαρίδη «Τα μελένια λεμόνια».

 

Θα ήταν κι αυτό από μόνο του δικαίωμα έκφρασης αν δεν έπαιρνε η μπάλα και τον καθηγητή Ευριπίδη Γαραντούδη, που τόλμησε- ναι, τόλμησε... στη χώρα με ένα Σύνταγμα περί ελευθερίας της έκφρασης- σε κριτική του να μιλήσει για το ενδιαφέρον του βιβλίου με την αιρετική παραληρηματική γραφή συν το έντυπο που φιλοξένησε την εν λόγω κριτική.

 

Κι εκεί που παίρνει η μπάλα της γραφίδος τα πάντα και τους πάντες, εξανίσταται κιόλας που «έχουμε καταντήσει την άλλοτε πολεμική θρησκεία που ονομάζεται χριστιανισμός σε μια αγαπησιάρικη αρλούμπα που καταλήγει στο μαζοχιστικό απόφθεγμα “Σφάξε με αγά μου ν΄ αγιάσω”». [Δηλαδή, πρέπει να φανταστούμε τώρα τον Θεσσαλονίκης άγιο με γιαταγάνι να σφάζει τους άπιστους (η πολεμική «θρησκεία» που λέγαμε...); Αφήστε. Κι έχω φάει βαριά και κάτι μού ΄ρχεται].

 

Οποία ευκολία με την οποία φτάνουν κάποιοι τα βιβλία στον «προθάλαμο» της πυράς. Εκεί που κάποτε ρίχνανε τις μάγισσες, ήτοι όποιες ήξεραν απλώς κάτι παραπάνω ή κάτι διαφορετικό από τους ιεροεξεταστές τους. Όταν, ένα τέταρτο του αιώνα πριν (αρχές του ΄80), είχε αθωωθεί στα ελληνικά δικαστήρια η αιρετική γραφή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ...

 

Δεν φτάνει που έβαλλαν ασύστολα εναντίον ενός βιβλίου Ιστορίας – δίχως να κρίνουν, εν τέλει, το ουσιαστικό περιεχόμενό του που μπορεί να ήταν και πολύ κακό ή κακογραμμένο, αλλά μένοντας στις εθνικιστικές ιδεοληψίες- για το οποίο επέμεινε πεισματικά και τυφλά προεκλογικά η νέα διακυβέρνηση (και ο αρχηγός της που έχει, λένε, διδακτορικό επί της ανταλλαγής των πληθυσμών!), αλλά έσπευσε να το αποσύρει έπειτα από υπόγεια deal με τους νεόκοπους ακραίους του Κοινοβουλίου...

 

Βέβαια όταν κάποιοι άλλοι, εξίσου «διαλλακτικοί» στα πιστεύω τους, καταστρέφουν περίπτερα εκδοτικών οίκων με εθνικιστικές και άλλες προτιμήσεις, τότε είναι κατακριτέοι. Σωστά. Όταν όμως εκπρόσωποι των ίδιων οίκων απαιτούν να κατεβούν έργα τέχνης από διεθνείς εκθέσεις, όπως το Οutlook και άλλες, είναι ζήτημα συλλογικής «ηθικής»; Άλλα μέτρα, άλλα σταθμά;

 

Το Σύνταγμά μας (ευτυχώς) δεν έχει προτιμήσεις δεξιές, αριστερές, ακραίες, θρησκευτικές, άθεες... Υπερασπίζεται κάθε δικαίωμα έκφρασης και ελευθεροτυπίας. Όχι μόνον τα «εθνικιστικά» και «ακραιφνώς θρησκευτικά», επειδή κάποιοι έτσι θέλουν...

 

Φοίβη [Αθηναίου]

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 08-10-2007, http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20071008&nid=6247840. Το όνομα Φοίβη Αθηναίου είναι ψευδώνυμο, με το οποίο υπογράφεται καθημερινή στήλη της εφημερίδας.)

 

 

 

*****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ].

 

Παραβαίνω την αρχή μου να μην αναφέρομαι σε ανυπόγραφα ή ψευδώνυμα κείμενα και αναδημοσιεύω εδώ πέντε σχετικά με τα μελένια λεμόνια αποσπάσματα από το βιβλιοφιλικό blog http://diavazo.blogspot.com/ που υπογράφεται από τον Reader’s Diggest (του οποίο την πραγματική ταυτότητα αγνοώ). Το κάνω αυτό γιατί ο συγκεκριμένος blogger ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε, εκτενώς και επανειλημμένα, στο συγκεκριμένο βιβλίο έναν χρόνο πριν από την έντυπη έκδοση του. Τα αποσπάσματα καλύπτουν μια διετία – από την άνοιξη του 2006 μέχρι την άνοιξη του 2008.

 

Εξάλλου διαδικτυακή ήταν και η πρώτη αναγγελία της έντυπης έκδοσης του βιβλίου – λίγες ώρες μετά την κυκλοφορία του. Έγινε από τον blogger Πιτσιρίκο (του οποίου επίσης αγνοώ την πραγματική ταυτότητα), στις 9/5/2007: http://pitsirikos.blogspot.com/2007/05/blog-post_09.html

 

 

 

Reader’s Diggest [ψευδώνυμο]

 

http://diavazo.blogspot.com/

 

 

Αναφορές και σχόλια

για τα μελένια λεμόνια του Θανάση Τριαρίδη

 

 

******

 

 

Saturday, April 15, 2006

 

Site Ελλήνων συγγραφέων (Τ)

 

[…]

Τριαρίδης Θανάσης, www.triaridis.gr

H πλέον παράξενη περίπτωση λογοτέχνη που συνάντησα στο διαδίκτυο. Δικηγόρος εκ Θεσσαλονίκης με εννέα δημοσιευμένα βιβλία, πλούσια κοινωνική δράση. Αντιμετωπίζει την άρνηση του εκδοτικού του οίκου για το τελευταίο βιβλίο του ''Τα μελένια λεμόνια'' εξαιτίας του βλάσφημου, εικονοκλαστικού (ο ίδιος το χαρακτηρίζει και πορνογραφικό) χαρακτήρα τους και από τότε γίνεται ''εκδότης του εαυτού του'' που δημοσιεύει τη δουλειά του στο προσωπικό του site. Διαβάστε πως εξηγεί ο ίδιος την ιστορία του www.triaridis.gr/melenialemonia/note/ αλλά όποιος θέλει να προχωρήσει στην ανάγνωση των ιστοριών του πρέπει να είναι πολύ....αποφασισμένος! Πέραν αυτού στο site υπάρχει πλούσιο υλικό, ολόκληρα βιβλία του ίδιου (δημοσιευμένα με την συμβατική μορφή ή όχι), προτάσεις για την τέχνη, ακόμη και links μουσείων και διάφορα κείμενα του.


[…]

 

http://diavazo.blogspot.com/2006/04/site_15.html

 

 

******

 

 

Wednesday, September 13, 2006

 

Ενα βιβλίο ωρολογιακή βόμβα

 

Πρόκειται για μια δουλειά που δεν περίμενα ποτέ ότι θα εκδοθεί. Το ίδιο ακριβώς πίστευε για χρόνια και ο δημιουργός της. Κι’ όμως, το βιβλίο του Θεσσαλονικιού δημοσιογράφου Θανάση Τριαρίδη ’’Τα μελένια λεμόνια’’ θα βρεθούν μέσα στους προσεχείς μήνες στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Την ευθύνη, αληθινή ευθύνη, της έκδοσης ανέλαβε ο εκδοτικός οίκος ’’Τυπωθήτω’’ του Γ. Δαρδανού, στον οποίο την επιμέλεια εκδόσεων έχει ο ίδιος ο Τριαρίδης. Ο συγγραφέας δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος αλλά τα τελευταία χρόνια είχε ’’δημιουργική σιγή’’ ή καλύτερα ’’εκδοτική σιγή’’ με αφορμή τις διαδοχικές απορρίψεις των ’’Μελένιων λεμονιών’’ από τους εκδοτικούς οίκους.

 

 

Ο Τριαρίδης, 36 ετών, σήμερα με σπουδές νομικής έγινε γνωστός ως ακτιβιστής για τα δικαιώματα των τσιγγάνων αλλά και με αφορμή τα όσα έγιναν το καλοκαίρι του 2005 στην εφημερίδα Μακεδονία. Η διεύθυνση της εφημερίδας αρνήθηκε τότε να δημοσιεύσει κείμενο του με θέμα την κομμένη, παλιά, μακεδονική γλώσσα και την επαναφορά της στα σχολεία και δημιουργήθηκε ολόκληρος σάλος που οδήγησε, τελικά, στην αποχώρησή του από την εφημερίδα. Το ένατο βιβλίο του εκδόθηκε το 2003 από τον Πατάκη (τίτλος ’’Η μουγκή καμπάνα’’) αλλά έκτοτε υποχρεώθηκε μόνο σε ιντερνετική δράση αφού τόσο ο Πατάκης, όσο και οι Σύγχρονοι Ορίζοντες αλλά και μερικοί ακόμη εκδοτικοί οίκοι αρνήθηκαν να τυπώσουν ’’Τα μελένια λεμόνια’’.

 

Γιατί; Αντιγράφω τα όσα γράφει ο ίδιος ο Τριαρίδης (και είναι αρκούντως επεξηγηματικά) στον διαδικτυακό του χώρο για να γίνει αντιληπτό το γιατί το βιβλίο θα ξεσηκώσει σάλο ειδικά στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Αλλά και τις συζητήσεις που θα ξεκινήσουν στους λογοτεχνικούς κύκλους για τα όρια που μπορεί να φτάσει η τέχνη. Και αν θυμηθούμε την όχι και μακρινή υπόθεση της καταδίκης Αυστριακού δημιουργού κόμιξ επειδή τόλμησε να εικονογραφήσει τη ζωή του Χριστού τότε μάλλον ’’Τα μελένια λεμόνια’’ (συνοδευτικός υπότιτλος ’’Η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων’’) θα ξεσηκώσουν μια σειρά συζητήσεων και αντιδικιών. Μεταφέρω, λοιπόν, στο blog ένα μικρό κομμάτι από τα όσα γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα της ηλεκτρονικής έκδοσης του βιβλίου ο ίδιος ο συγγραφέας:

 

«Τον Σεπτέμβριο του 2004 τα Μελένια λεμόνια απορρίφθηκαν από τον εκδοτικό οίκο που μέχρι τότε εξέδιδε τα βιβλία μου. Μια πρόχειρη έρευνα του ελληνικού εκδοτικού τοπίου (του οποίου δεν μπορώ να πω ότι είμαι και ο καλύτερος γνώστης) και οι συζητήσεις με μερικούς φίλους (όχι περισσότερους από έξι) που είχαν διαβάσει το βιβλίο, με έκαναν να καταλάβω πως τα Μελένια λεμόνια δεν είχαν πιθανότητες να εκδοθούν από κανέναν εκδότη στην Ελλάδα για αρκετούς λόγους: Ο κυριότερος από αυτούς έμοιαζε να είναι η ερωτική (αλλιώς: πορνογραφική) γλώσσα και η ερωτική (: πορνογραφική) οπτική με την οποία αναπλάθονταν μύθοι που χρησιμοποιήθηκαν από τις θρησκείες στα «Ιερά Βιβλία» τους. Με δεδομένες τις πρόσφατες δικαστικές περιπέτειες άλλων βιβλίων, έμοιαζε αρκετά σαφές στο μυαλό μου πως ο εκδοτικός οίκος που θα εξέδιδε τα Μελένια λεμόνια, θα μάζευε –όπως χαρακτηριστικά υπογράμισε κι ένας φίλος- «μια καλαθούνα γεμάτη με μηνύσεις».

 

»Ωστόσο ο φόβος της γεμάτης καλαθούνας δεν θα ήταν ο μοναδικός λόγος· ακόμη κι αν βρισκόταν ο εκδότης που δεν θα υπολόγιζε το ενδεχόμενο των μηνύσεων, θα υπήρχαν κι άλλες σημαντικές αιτίες για την μη έκδοση των Λεμονιών. Μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες (έτσι όπως προέκυψαν μέσα από τις συζητήσεις που προανέφερα): η ερμητική φόρμα, η ειδολογική αοριστία, η εμμονή μου σε μια συγκεκριμένη σελιδοποίηση σε συνδιασμό με τον ανοικονόμητο αριθμό σελίδων που προέκυπτε, η δυσοίωνη εμπορική μοίρα που προδιαγραφόταν και, εν τέλει, η μέτρια ή και κακή ποιότητα του κειμένου (αυτό το τελευταίο, όσοι γράφουμε, θέλουμε να το ξεχνούμε). Γρήγορα κατάλαβα πώς το να εναποθέσω την έκδοση στη συνήθη διαδικασία των φακέλων και των αποστολών προς τους εκδότες θα ήταν μια ματαιοπονία (κάτι τέτοιο θα είχε νόημα να γίνει μονάχα για την τιμή των όπλων – ή για λόγους περιέργειας).

 

»Έτσι βρέθηκα μπροστά σε μια πρωτόγνωρη για μένα πραγματικότητα: έπρεπε να αυτολογοκριθώ, να μην δημοσιοποιήσω ένα βιβλίο μου (καλό ή κακό, που ωστόσο εγώ ένιωθα πως με εκφράζει), καθώς δεν έβρισκα δίοδο γι αυτήν την έκδοσή του. Αν όμως επέτρεπα να γίνει αυτό, θα ήταν σαν να παραδεχόμουν πως οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να εκφράζονται δημόσια μόνο εφόσον τους το επιτρέπει η αγορά. Επειδή δεν μπορώ να παραδεχτώ κάτι τέτοιο, αποφάσισα να εκδώσω μόνος μου το βιβλίο. Σε παλιότερους καιρούς θα έπρεπε να βρω τα χρήματα για να κάνω μια ιδίοις αναλώμασιν έκδοση. Στον καιρό του Internet, και ειδικά για έναν άνθρωπο που έχει δική του ιστοσελίδα όπως εγώ, αρκεί η ενασχόληση λίγων ωρών. Οι ώρες αυτές βρέθηκαν και το βιβλίο είναι στα χέρια σας, στην άκρη των δακτύλων σας που πατάνε το ποντίκι σας, στην οθόνη σας...’’.

 

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου το διάβασα πριν μερικούς μήνες (στην ηλεκτρονική του έκδοση) όταν αναζητούσα στο διαδίκτυο τα site των συγγραφέων για να τα παρουσιάσω στο blog μου. Για όσους πάντως θέλουν να πάρουν μια πρώτη ιδέα για το βιβλίο που θα συζητηθεί περισσότερο από κάθε άλλο τους επόμενους μήνες η διεύθυνση που μπορεί να ανατρέξει είναι www.triaridis.gr/melenialemonia/book/

 

[…]

 

http://diavazo.blogspot.com/2006/09/blog-post_13.html

 

 

******

 

 

Wednesday, November 01, 2006

 

Ξεφ(τ)υλλίζοντας....part 71

 

 

Περιμένοντας την έκδοση των ’’Μελένιων λεμονιών’’ ο Θανάσης Τριαρίδης δε μένει άπραγος. Ο Θεσσαλονικός δημοσιογράφος-συγγραφέας-ακτιβιστής ’’ξανακτύπησε’’ εναρμονισμένος στο πνεύμα των ημερών και στη συζήτηση για την αναγκαιότητα των παρελάσεων στις εθνικές εορτές. Σε συνέντευξη του που δημοσιεύτηκε στην Εποχή (Κυριακή 29 Οκτωβρίου) λέει ουκ ολίγα ενδιαφέροντα. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να τη διαβάσουν με ένα κλικ στο link που ακολουθεί. http://www.triaridis.gr/keimena/keimD054.htm

 

Υπενθυμίζω ότι ήδη η υπό έκδοση δουλειά του με τίτλο ’’Τα μελένια λεμόνια’’ είναι από τις πλέον συζητημένες (και συζητήσιμες) δουλειές του χειμώνα. Όποιος θέλει να μάθει το γιατί ή να πάρει μια πρώτη γεύση από μια δουλειά που μόλις γίνει αντιληπτή από τον κλήρο και τους πιστούς θα έχουμε αλά-Τζιμάκο διαμαρτυρίες μπορεί είτε να επισκεφτεί το site του Τριαρίδη (http://www.triaridis.gr/) ή να ανατρέξει στα γραφόμενα μου την Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου.



[…]

 

 

http://diavazo.blogspot.com/2006/11/part-71.html

 

 

******

 

 

Saturday, December 29, 2007

 

Τα καλύτερα του 2007

 

 

Μετά από αρκετούς μήνες ξαναγράφω στο μπλογκ για πολύ συγκεκριμένους λόγους: Πρώτος και σημαντικότερος, αφού κλείνει η χρονιά είπα να τηρήσω την παράδοση και να μην σπάσω τον κύκλο των ανασκοπήσεων με τα καλύτερα της χρονιάς που φεύγει. Δεύτερος λόγος, ότι παρότι το μπλογκ είναι σε ’’ύπνωση’’ εδώ και μήνες υπάρχουν πάνω από εκατό επισκέψεις καθημερινά (τι διαβάζουν δεν το ξέρω αλλά οφείλω να τους τιμήσω με κάτι φρέσκο…). Τρίτος λόγος: Στις ανασκοπήσεις των σεβαστών κριτικών μας αυτές τις μέρες θα διαβάσουμε τα συνηθισμένα για τη…μέτρια παραγωγή, το τέλμα της ελληνικής λογοτεχνίας και όλα τα γνωστά κλισέ που επιστρατεύουν για να καλύψουν την αδυναμία ή την αδιαφορία τους να ανακαλύψουν οτιδήποτε νέο κυκλοφορεί. Αποστασιοποιημένος από το μπλογκ εδώ και μήνες το γράφω με σιγουριά: Ποτέ άλλοτε τα τελευταία 20-25 χρόνια η Ελλάδα δεν είχε τόσους πολλούς και καλούς συγγραφείς για κάθε αναγνωστικό γούστο και επίπεδο. Τα υπόλοιπα είναι για λαϊκή κατανάλωση ή για συντεχνιακό κουβεντολόι μη αναγνωστών.

 

[…]

Δέκα βιβλία που δεν θα βρείτε στα ευπώλητα αλλά αξίζουν τον κόπο (Τα αδικημένα βιβλία του 2007, με την επιφύλαξη ότι ορισμένα βιβλία κυκλοφόρησαν τους τελευταίους 2-3 μήνες άρα έχουν πιθανότητες να διαγράψουν μια καλή πορεία):



[…]

 

1. Τα μελένια λεμόνια, Η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρώπων, Θανάσης Τριαρίδης (εκδόσεις Τυπωθήτω): Ήταν αναμενόμενο ότι οι κριτικοί θα έδειχναν μουδιασμένοι απέναντι στην εικονοκλαστική δουλειά του ακτιβιστή από τη Θεσσαλονίκη και προτίμησαν τη λύση της....σιωπής. Έργο που σε άλλη χώρα θα τροφοδοτούσε συζητήσεις, αναλύσεις, διαφωνίες. Στην Ελλάδα καταδικασμένο θύμα του μεσαιωνικού λογοτεχνικού σκοταδισμού. Παρότι υπάρχουν δεκάδες σημεία του που διαφωνώ είναι μια σπάνια δουλειά.

 

[…]

 

http://diavazo.blogspot.com/2007/12/2007.html

 

 

******

 

Tuesday, March 18, 2008

 

Η συνέντευξη στο ’’Διαβάζω’’

 

[…]

 

O Reader’s Diggest ανοίγει τα χαρτιά του. Ο πιο συζητημένος έλληνας μπλόγκερ σε μια εκ βαθέων συζήτηση.

 

[…]

 

7) Εσείς, αυτά τα χρόνια που είχατε το μπλογκ, διαβάσατε τέτοια «εξαιρετικά βιβλία»;

Θα μιλήσω μόνο για την προηγούμενη ημερολογιακά χρονιά. Διάβασα εξαιρετικά βιβλία, πολύ καλά βιβλία, καλά βιβλία και κάκιστα βιβλία. Ανακάλυψα μαζί με αρκετούς ακόμη καθυστερημένα μια σπουδαία ελληνίδα συγγραφέα, την Ιωάννα Μπουραζοπούλου, η οποία με υποχρέωσε να αναζητήσω και τα προηγούμενα βιβλία της και πείσθηκα αναγνωστικά ότι είναι εξαιρετική, το Live wire των Οιχαλιώτη, Στεφανέα που δυστυχώς πέρασε μάλλον απαρατήρητο από το αναγνωστικό κοινό, τα Μελένια λεμόνια του Τριαρίδη, βιβλίο που δύσκολα προσπερνάει ασχολίαστο κάποιος, είτε το δει θετικά, είτε αρνητικά και έμεινα εντυπωσιασμένος από τη χρήση της ελληνικής γλώσσας από την ηθοποιό Αφροδίτη Αλ Σάλεχ στον ’’Βεσάρο’’. Είναι γλωσσικά το πιο άρτιο βιβλίο που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Δυστυχώς, δεν ξέρω πόσοι άλλοι τα διάβασαν γιατί δεν τα είδα σε κανένα πίνακα ευπωλήτων.

 

[…]

 

http://diavazo.blogspot.com/2008/03/blog-post.html

 

 

 

*****

 

 

Στέφανος Δάνδολος

 

Η αλήθεια που σου ταιριάζει

 

 

 

Εάν καμιά φορά βλέπετε τον ουρανό μαύρο, είναι επειδή διανύουμε την εποχή του μαύρου. Του συννεφιασμένου. Άλλοι βλέπουν την τρομοκρατία εκεί πάνω, άλλοι την έλλειψη ορα­μάτων, άλλοι τον κενό λόγο. Εγώ βλέπω την απειλή. Μια απει­λή σκιώδη και αμυδρή, που όμως δεν παύει να είναι απειλή. Μια απειλή που ριζώνει στο φανατισμό, στα καταπιεσμένα σύν­δρομα, στην έξαρση των προκαταλήψεων. Εξαλείψαμε τους όρους «Δεξιά» και «Αριστερά» προς χάριν ενός τεχνοκρατικού παρόντος και καλά, αλλά καταχωνιάσαμε αυτούς τους όρους στο πνεύμα μας. Τους αφομοιώσαμε στη μνήμη του σώματος.

 

Παράδειγμα 1ο: ένα έργο τέχνης λογοκρίνεται στην Αθή­να του 2007. Παράδειγμα 2ο: πενήντα Παλαιστίνιες δημοσιο­γράφοι κάνουν διαδήλωση στη Γάζα επειδή η ακραία ισλαμιστική ομάδα «Ξίφη της αλήθειας» απειλεί να τις αποκεφαλίσει εάν δεν φορέσουν καλύπτρα που να σκεπάζει όλο το σώμα τους. Παράδειγμα 3ο: η Ευρωβουλή εγκρίνει μέχρι και «φακέ­λωμα» του DNA. Παράδειγμα 4ο: επιστήμονες στην Αγγλία ετοι­μάζονται να δημιουργήσουν ζωή έπειτα από πρόσμειξη διαφο­ρετικών ειδών. Και αυτά είναι μονάχα τέσσερα παραδείγματα από τα εκατοντάδες που γεννά η καθημερινή επικαιρότητα.

 

Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο συννεφιασμένο είναι το ριζικό αυτού του κόσμου. Ενός κόσμου που προσπαθεί να βρει διέξοδο από τη σκιά της αμυδρής αυτής απειλής βλέποντας τηλεόραση, ας πούμε. Χαζεύοντας. Τρώγοντας το πιλάφι μιας ανάλγητης αισθητικής, που του σερβίρουν οι ειδήμονες της ευδαιμονίας του, αυτοί που εκπροσωπούν τα μίντια, την πολιτική, την Εκκλησία και ούτω καθεξής. Θα μου πεις, αλλού η διέξοδος είναι διαφορετική; Ε, σε κάποια κράτη μπορεί και να είναι. Στη Σουηδία, φέρ’ ειπείν, ξεκινάει διαφημιστική καμπάνια υπέρ του βιβλίου και μιλάμε νια μια χώρα στην οποία διαβάζει το 94%. Δηλαδή, η διαφημιστική καμπάνια αφορά στο υπόλοιπο 6%.

 

Εγώ αυτές τις μέρες έχω βρει διέξοδο στο βιβλίο του Θανάση Τριαρίδη Τα μελένια λεμόνια (εκδόσεις Τυπωθήτω). Κάπου βρίσκω χιλιάδες απαντήσεις εκεί μέσα. Αλλά όχι υπό το διδακτικό πνεύμα των επαγγελματιών φιλοσόφων της εποχής (κάτι αστείων σαν τον Πάολο Κοέλιο). Τις βρίσκω κατόπιν πάλης. Κατόπιν όξυνσης και ερεθισμού πνευματικού. Σκοπεύω να γρά­ψω για τούτο το βιβλίο ενδελεχώς, οπότε ας μην επεκταθώ περισσότερο. Το μόνο που θα πω είναι ότι ακόμα και αυτή η γενική απειλή που φαίνεται να σκιάζει τον ουρανό μας, είναι αντιμετωπίσιμη. Μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από τον έρωτα, την ανθρωπιά, τις μικρές καθημερινές στιγμές, το νόημα του να ψάχνεις το Θεό στους ανθρώπους, τέτοια πράγματα. Μονάχα γεμάτος μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι η αλήθεια δεν βρί­σκεται σε αυτά που σου σε αυτά που σου σερβίρουν, αλλά σε αυτά που ανακαλύπτεις μόνος σου. Και μονάχα έτσι μπορείς να επιλέξεις την αλήθεια που σου ταιριάζει περισσότερο.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Βραδυνή στις 9-6-2007.)

 

 

 

*****

 

 

Στέφανος Δάνδολος

 

Η μοναξιά του γραφιά

 

 

Είχα την εντύπωση ότι θα συνέβαινε το αντίθετο, αλλά όση περνάνε τα χρόνια το γράψιμο γίνεται όλο και πια δύσκολο. Να φταίει η εποχή που σε αφυδατώνει, αντί να σε διψάει; Δεν ξέρω. Ίσως να είναι και θέμα εσωτερικής λειτουργίας. Γιατί όχι; Κάποιος που γράφει επαγγελματικά είναι περίπου σαν το αυτοκίνητο. Τα χιλιόμετρα βαραίνουν τη μηχανή. Γι’ αυτό και θαυμάζω πραγματικά κάτι γεννημένους γραφιάδες σαν τον Φαράκο, που δάμασαν τα πάντα με το γράψιμο. Θαρρώ ότι τα παλιά αυτοκίνητα είναι άλλη κράση. Από λαμαρίνα. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Μ’ εμάς τις πλαστικούρες είναι το θέμα. Τι γίνεται μ’ εμάς τις πλαστικούρες. Τα γράφω αυτά χωρίς να ξέρω ειλικρινά το λόγο. Απλώς, φεύγουν μόνα τους από μέσα μου. Ίσως τα γράφω επειδή όλη αυτή η βιομηχανία που έχει οικοδομηθεί πάνω στο γράψιμο δεν είναι παρά αυτό που έλεγε ο Ναμπόκοφ, «ένα απέραντο τίποτα που δεν υπενθυμίζει παρά τη μοναξιά μας». Όμως, η μοναξιά του αναγνώστη δεν υπάρχει πια. Υποκαταστάθηκε από ένα σωρό άλλες μοναξιές, τη μοναξιά του χάκερ, τη μοναξιά του τηλεορασόπληκτου, τη μοναξιά του χαμένου που απλώς θέλει να χαζεύει. Εκείνη η εποικοδομητική μοναξιά που γένναγε μανιώδεις αναγνώστες, και που δεν ήταν ούτε μίζερη, ούτε μανιοκαταθλιπτική, έχει αφανιστεί από ένα κάρο ανάλγητες φωνές που δεν σου λένε τίποτα, απλώς σε νανουρίζουν στην απόλυτη υπνηλία σου, ενώ την ίδια ώρα σου πουλάνε το παραμύθι ότι έχουν αφανίσει τη μίζερη όψη του μοναχικού που ζει στη σιωπή. Αλλά, μεγαλύτερη σιωπή από το θόρυβο κάτι τέτοιων φωνών δεν υπάρχει. Οπότε, μέσα σε τούτη τη σιωπή, και χωρίς να το καταλάβεις, αφομοιώνεσαι από τη γενικότερη χαχαχούχα της εποχής.

 

Τώρα, κοίτα πλάκα. Όσοι γράφουν σήμερα, και είναι πολύ οι άτιμοι, γράφουν χωρίς πραγματικούς αναγνώστες. Ή, για να το θέσω πιο σωστά, γράφουν για ελάχιστους πραγματικούς αναγνώστες. Δεν ξέρω για ποιους λόγους εξακολουθούν να γράφουν. Ειλικρινά δεν ξέρω. Θέλω να πω, μπορεί κάποιος να γράφει για τη δόξα ή για τα λεφτά ή για να βλέπει τη φωτογραφία του ή για να τον συζητάνε. Μπορεί. Αλλά στην Ελλάδα, τίποτε από όλα αυτά δεν συμβαίνει, επειδή – η Ελλάδα δεν είναι η χώρα των πραγματικών αναγνωστών. Τείνω να καταλήξω στο ότι οι περισσότεροι γράφουμε επειδή δεν ξέρουμε να κάνουμε τίποτε άλλο και επειδή αυτό που κάνουμε, το κάνουμε μάλλον καλά και έντιμα. Αλλά, η πλάκα είναι ότι όσο λιγοστεύει και η δεξαμενή των πραγματικών αναγνωστών, αυτών που μπορούν να κρίνουν εάν το σημερινό σου κομμάτι είναι καλύτερο ή χειρότερο από το χθεσινό και τα λοιπά, τόσο λιγοστεύει και το κίνητρο γι’ αυτόν που γράφει.

 

 Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα βιβλία. Εμείς εδώ λειτουργούμε μέσα από επετηρίδες. Τους παλιούς συγγραφείς τους έχουμε θεοποιήσει. Τους νέους τους έχουμε σε απόσταση. Θα πεις, έτσι γινόταν πάντα. Ναι, αλλά παραπάει πλέον σε τούτη τη χώρα. Παράδειγμα. Έλεγα σε μια παρέα προχθές το βράδυ, που με είχε πρήξε με τον Καζαντζάκη, ότι ο νέος Καζαντζάκης ζει στη Θεσσαλονίκη και ονομάζεται Θανάσης Τριαρίδης. Μόνο που δεν δείρανε για την ασέβειά μου. Τον λατρεύω τον Καζαντζάκη και, πιστέψτε με, αποτελεί ένα από τα πλέον βασικά κεφάλαια της συγγραφικής πορείας μου (ως μελέτη). Είναι τόσο απίθανο, όμως, έπειτα από μισό αιώνα να έχει βγει ένας συγγραφέας που να μπορεί να τον ακουμπήσει; Διαβάζοντας τα μελένια λεμόνια έχω την αίσθηση ότι ο Τριαρίδης τον ακουμπάει. Από τι ήταν, δηλαδή, ο Καζαντζάκης και δεν μπορεί κανείς να τόν ακουμπήσει; Από τι ήταν ο Αλεξάνδρου; Από τι ήταν ο Τσίρκας; Από χρυσόσκονη; Αυτοί δεν είχαν σάρκα και οστά, όπως εμείς; Τέλος πάντων. Το ζήτημα είναι ότι δεν αξίζει να ασχολείσαι πλέον.

 

Τον Τριαρίδη δεν τον γνωρίζει η Ελλάδα και ούτε θα τον μάθει και ποτέ, άντε να τον μάθει δηλαδή καμιά πενηνταριά χρόνια μετά το θάνατό του. Και ξέρεις γιατί; Επειδή η Ελλάδα προτιμάει να ξέρει τους Βας Βας και τους Παπακαλιάτηδες. Επειδή η Ελλάδα, όπως σου έλεγα και πριν, μοιάζει νοθευμένη από ένα κάρο ανάπηρες μοναξιές που στην ουσία ισοδυναμούν με ένα τεράστιο, ολόχρυσο τίποτα. Επειδή τίποτα δεν τη συγκινεί. Μόνο ένα σκάνδαλο με ομόλογα, μια χάβρα τηλε-σχολιαστών και ένα επεισόδιο τύπου «Παρά πέντε». Να κοιμόμαστε ευτυχισμένοι. Μακάριοι. Περιμένοντας με διακριτική καρτερικότητα να περάσουν τα χρόνια και να φτάσει το τέλος.

 

 

            (Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Βραδυνή στις 12-6-2007.)

 

 

 

*****

 

 

Θανάσης Γεωργιάδης

 

«Τα μελένια λεμόνια…»

 

 

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=5506&subid=2&pubid=136549

 

 

Κατ αρχήν, μια διευκρίνιση απαραίτητη: δεν αναγράφω εδώ ολόκληρο τον τίτλο του άκρως ποιητικού πεζογραφήματος του Θ. Τριαρίδη, όχι επειδή σκανδαλίζομαι απ αυτόν, αλλά για να μη δώσω αφορμή σκανδαλισμού σε κάποιους συστηματικώς ευσκανδάλιστους (επειδή στην Ελλάδα μονίμως οι ανήθικοι ομιλούν περί ηθικής). Εξακολουθώ επιπλέον να πιστεύω πως (κατ εμέ) ισχύει απολύτως και σε κάθε περίπτωση το ρητό του φιλοσόφου Μάρκου Αυρηλίου, «τίποτε το ανθρώπινο δε μου είναι ξένο», επομένως και πρωτίστως το κορμί είναι που μας αφορά, κυρίως, παραλλήλως με το πνεύμα. Απορώ μάλιστα εξακολουθητικά μαζί με τον συγγραφέα του εν λόγω βιβλίου γιατί οι σύγχρονοι άνθρωποι θεωρούμε ότι τα αναπαραγωγικά όργανα του γένους είναι βρωμερά και ειδεχθή, εκείνα τα οποία οι πρόγονοί μας τα αποκαλούσαν και τα ονόμαζαν με γνώση και σοφία βαθιά σεβαστά, ήτοι αιδοία.

 

Κατά τα άλλα, πιστεύω ότι ο Θ. Τριαρίδης οδηγεί σε κάποιο ευτυχές (λογοτεχνικό) πέρας ό,τι επιχείρησαν και άλλοι προ αυτού, και πιο συγκεκριμένα ο Εμπειρίκος, χειριζόμενος εύστοχα κάθε καλλιτεχνική μαγγανεία και κατέχοντας απολύτως τα μυστικά της δικής του προσωπικής τέχνης. Γιατί πλέον, έπειτα από τόσα χρόνια στο σινάφι, κάτοχος κάθε κλείθρου, μπορεί να ανοίγει και να κλείνει θέματα ποικίλα, να γράφει και να υπογράφει οτιδήποτε του είδους και να κρίνεται εκ του αποτελέσματος και όχι εκ των προθέσεων. Διότι, όπως προ δεκαετιών καθόρισε πολύ καλά ο απαράμιλλος τεχνίτης Φρανσουά Μοριάκ, κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα επιζεί μόνο αν είναι ποιητικό. Η ποιητικότητα που εμπεριέχει ή όχι αποφαίνεται εντέλει γι αυτό. Και «Τα μελένια λεμόνια...» είναι όπως ήδη είπαμε άκρως ποιητικά. Οσον αφορά την υποτιθέμενη βρωμιά και κακία, οι εμπράγματες λέξεις, τα ονόματα, δεν όζουν, ο νους των ανθρώπων είναι βρωμερός, ούτε η ύλη είναι κακή.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος, στις 04-10-2007.)

 

 

 

*****

 

 

Νίκος Ντόκας – Βασίλης Κ. Καλαμάρας

 

Θανάση Τριαρίδη, Τα μελένια λεμόνια – η διαθήκη των γκαβλωμένων ανθρωπων

 

 

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε σε ηλεκτρονική μορφή στην ηλεκτρονική διεύθυνση του συγγραφέα. Από το 2000 που πρωτοδημοσίευσε, έχουν κυκλοφορήσει σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή πέντε αφηγήματα, ένα μυθιστόρημα κι ένα βιβλίο με δοκίμια. Αχρονος ο χρόνος αυτής της αφήγησης, που φτάνει ώς τα βαθιά της δημιουργίας του κόσμου, εκεί όπου ο μύθος και το παραμύθι έχουν την αποκλειστική επικράτειά τους. Ο λόγος του είναι όπως η ποίηση συλλαμβάνει τη στιγμή, χάνοντας την Ιστορία άνευ επιστροφής. Κατάδυση στο ον και στο είναι.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, στο ένθετο Βιβλιοθήκη, στη στήλη «Βιβλιογραφίες»,  στις 19-10-2007.)

 

 

 

*****

 

 

Θανάσης Γεωργιάδης

 

Περί ύψους

 

 

Ύμνος και αίνος υψηλός στη γυναίκα, ως γεννήτορα ουσιαστικό του αντρός και γενικότερα των καινούριων ανθρώπων κατά πρώτον λόγο και ως αγαπώμενη και ερωμένη των αιωνίως αρσενικών κατά δεύτερο πλην ισότιμο λόγο, αποτελεί το βιβλίο Τα μελένια λεμόνια του Θανάση Τριαρίδη που δεν ηθικολογεί κατ’ ελάχιστον, ούτε εκπορνεύει κανένα από τα βασικά ένστικτά μας. Μόνο και απλώς τα αναγνωρίζει χωρίς καμιά περίσσεια ναρκισσισμού. Ίσα κι ίσα, θα μπορούσα να παρατηρήσω δίχως απολογητικό τόνο κανένα,ότι οι αρνητές της ερωτικότητας των ανθρώπων είναι όσοι οφείλουν να απολογηθούν για την κρυμμένη και κακοφασκιωμένη απανθρωπία και την πρόδηλη υποκρισία τους. Και όποιος διαβάσει  αυτό το ωραίο και δύσκολο βιβλίο, το τόσο ποιητικό, θα καταλάβει τι εννοώ.

 

Εν πρώτοις, τα λεγόμενα αιδοία (και αιδώς εν προκειμένω είναι το σέβας) αξίζουν το σεβασμό μας γιατί εξαιτίας τους υπάρχουμε. Όπως δεν ενοχλούμε στο ελάχιστον, ακούγοντας τον ύμνο «ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας τω τόκω σου» καθ’ όμοιον τρόπο δεν ενοχλούμαι με την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου, έχοντας πάντα κατά νουν ότι ουδέν μέλος του ανθρωπίνου σώματος είναι άτιμον, κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομον, τον και χρυσορρήμονα.

 

Εκτός από την ποίηση όμως υπάρχουν και άλλα μες στο προσδιορισμένο βιβλίο, πολλά και μονίμως ανθρώπινα απαξάπαντα, ορισμένα ένθεα, μερικά τιτανικά, προσθέτοντας κοντά στην ύβρη και την αιδώ ή την ντροπή. Όχι πως είμαι υπερβάλλοντως αισχυντηλός. Κάποια από αυτά υπονοιαστικά, κάποια ξεκάθαρα, για παράδειγμα όσα εμπεριέχονται στα κεφάλαια Κουρτζ, Αϊνστάιν, Ο κάτωχρος Μαξιμιλιανός κλπ. Ακούστε ένα μέρος τους: Απόφαση του Αμερικάνου ομοσπονδιακού δικαστή Όλιβερ Ουέντελ Χολς για τη στείρωση της Κάρι Μπλακ. Το σκεπτικό της απόφασης υπογραμμισμένο: Τρεις γενιές ηλιθίων είναι αρκετές.

 

Αυτά, λοιπόν. Και μην ξεχνάτε, φίλοι πως όλα απάνω μας είναι Χριστός, όπως καθόρισε ο ποιητής και Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.

 

Καλή ανάγνωση. Η όντως λογοτεχνία δικαιούται αυτή την ευχή.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία, στις 01-12-2007.)

 

 

 

*****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ].

 

Ακολουθεί ένα κείμενο για τα μελένια λεμόνια γραμμένο τον Σεπτέμβριο του 2007 από την (εντελώς άγνωστή μου μέχρι τότε) φιλόλογο Εύη Κουτρουμπάκη. Το κείμενο δόθηκε από την ίδια προς δημοσίευση στο περιοδικό Ένεκεν τον Νοέμβριο του 2007 – ωστόσο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.

 

Μετά από την άδειά της Ε. Κ., δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

 

 

 

Εύη Κουτρουμπάκη

 

«Ανήκω μονάχα στων ανθρώπων το παράφορο αίμα»

 

 

Το πορφυρούν σύμπαν του Θανάση Τριαρίδη:

Σκόρπιες σκέψεις για τα μελένια λεμόνια.

 

 

Κάθε φορά που φυλλομετρώ (αν και αυτήν τη φορά η «φυλλομέτρηση» αφορούσε ιστοσελίδες στον απύθμενο ωκεανό του Διαδικτύου) ένα βιβλίο που με συγκινεί, σκέφτομαι πως ορισμένοι συγγραφείς είναι αναγνωστική μοίρα ορατή και ευτυχής από την πρώτη κιόλας φορά.

 

Ένας συγγραφέας γίνεται εν τέλει αναγνωστικό πάθος γι αυτό που ο Μπόρχες τονίζει σε ένα από τα κείμενα του: «Απ’ όλα τα εργαλεία του ανθρώπου, το πιο εκπληκτικό είναι εν τέλει το βιβλίο, γιατί είναι η προέκταση της μνήμης και της  φαντασίας του.»

 

Κι αυτήν τη μνήμη και τη φαντασία πυροδοτεί στα μελένια λεμόνια του ο Θανάσης Τριαρίδης. Άθεος ενώπιον των Ιεροεξεταστών και των Ιερών Συνόδων, αιρετικός και ανατρεπτικός, φυσίζωος και πεισιθανάτιος, μας καλεί να κάνουμε ταξίδια στο απίστευτο όταν είμαστε παιδιά, στο απέραντο όταν είμαστε ερωτευμένοι (ή και ταξίδια απο τη μια κάμαρα στην άλλη, όπως εξαιρετικά γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης). Το «κοκκινοβαμμένο βιβλίο», με το κόκκινο σε κάθε εκδοχή του: το κόκκινο του αίματος, των χειλιών, του πάθους, του θανάτου, του δημίου –  ακόμη και το κόκκινο του φεγγαροβαμμένου χιονιού. «Και όταν μιλάμε για κόκκινο –γράφει ο Δημήτρης Καλοκύρης– να εξηγούμαστε: Χρώμα στο όριο του απόλυτου σχεδόν. Ανάμεσα σε αυτό που οι ζωγράφοι αποκαλούν κόκκινο του καδμίου που ήταν το χρώμα της Φιλοσοφικής Λίθου των αλχημιστών και σε εκείνο του καρμινίου, του σκοτωμένου αίματος, το οποίο μας συνδέει αστραπιαία με την Κάρμεν του .Πρόσπερου Μεριμέ…»..

 

Τα μελένια λεμόνια είναι μια σεκάνς Ιστορίας, Τέχνης, ερωτικών σπασμών και σουρρεαλιστικών οργασμών – και όλα αυτά γερά ριζωμένα σε μια ξεκάθαρη πολιτική θέση. Αυτήν του αγωνιώντος ανθρώπου μπροστά στη δήωση των πάντων από τον ολετήρα του καθωσπρεπισμού, του μικροαστισμού και της οικονομικής και όχι μόνον εκμετάλλευσης από τους αδίστακτους καθεστηκότες και τους κατά παράδοσιν ανεγκέφαλους.

 

Το βιβλίο του Τριαρίδη προσομοιάζει σε μια λίμνη με στρόφιγγα. Όταν η στρόφιγγα ανοίγει, «πέφτει η νύχτα που του αναλογεί» και αναδύονται χωρίς φτιασίδια  βράχοι, παλιοσίδερα και όλα τα σκωροφαγωμένα υλικά που εγκαταβιούν στο βυθό της: Το Auto da Fe, τα κρεματόρια, ο Πολ Ποτ, τα σφαγμένα νήπια, τα βομβαρδιστικά, ο επιθανάτιος ρόγχος , τα φλογοβόλα... Όταν πάλι η στρόφιγγα κλείνει και γεμίζει αυτή η λεκάνη με λάλον ύδωρ, τότε «θνητοί και ελεύθεροι»» επι των υδάτων της ταξιδεύουν με καπετάνιο τον Ανδρέα Σπερχή, η Κάλλας πιασμένη χέρι χέρι με τη Δυσδαιμόνα, ο Σούμπερτ με   το Ραφαήλ Σάντσιο, ο Leonard Coen που χορεύει με τη Lucia di Lamermour μέχρι το τέλος της αγάπης, η Ζεμφύρα που χαιρετά από μακριά τον Πολ Γκωγκέν, σε μια περιδίνηση από το αρχαίο Matsu Pitsu μέχρι τα ονειρικά Strawberry Fields….

 

Ο Θανάσης Τριαρίδης δίνει στον εαυτό του τη δυνατότητα να αγωνιά απεγκλωβισμένος από κάθε είδους «θρησκευτική» ή «πατριωτική» ιδεοληψία. Γιατί, εν τέλει, λογοτεχνία δεν είναι η αναπαραγωγή των κατεστημένων δομών, δεν είναι η ηθικολογία και ο διδακτισμός. Λογοτεχνία είναι το αίσθημα και όχι η αισθηματολογία (η αισθηματολογία κατά τον Wallace Stevens είναι η αποτυχία του συναισθήματος). Ο Τριαρίδης εκθέτει το εσώτερο συναίσθημα, τα μύχια της σκέψης, εκθειάζει την τρέλα του Ραγκόζιν, το πάθος της Ναστάσια Φιλίποβνα, του Άμλετ, του Ληρ, της Γερτρούδης και θρηνεί πάνω από τους νεκρούς Εβραίους της Σαλονίκης, τους ναύτες της Κροστάνδης, τον καμένο τσιγγάνικο μαχαλά ή τα δεκατέσσερις χιλιάδες παγωμένα νήπια στις γωνιές του δρόμου. Εκθέτει και εκτίθεται ταξιδεύοντας από τον Paradiso Terrestre στη γη της πανώλης και τούμπαλιν. Αρνείται να αποδεχτεί όλα αυτά που συνάδουν με τις προαιώνιες αρχές του έθνους και του κλήρου και να σταθεί δειλά στη γωνία για να μην τον μαλώσει ο δάσκαλος. Εξαιρεί τον εαυτό του από το «Θεϊκό Βλέμμα» που ελέγχει τα πάντα και εξορίζει την ύπαρξη σε έναν μελλοντικό φαντασιακό χωροχρόνο απαγορεύοντάς μας να ζούμε τον παρούσα πραγματική ζωή μας.

 

 Τα μελένια λεμόνια  είναι ένα βιβλίο εκρηξιογενές (άλλωστε, η τέχνη του λόγου συμπορεύεται με την έκρηξη του βαθύτερου εγώ και των φαντασιακών του παροξυσμών). Επιτίθεται στα ανήδονα όνειρα, τους άχυμους βερμπαλισμούς και τις φλυαρίες, βγάζει τη γλώσσα στη σκοταδιστική γελοιότητα και αναζητά τις φλεγόμενες λέξεις που ζητούν να σπάσουν την κρούστα του διατεταγμένου καθωσπρεπισμού.

 

Ο Τριαρίδης ταξιδεύει ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο, ψιθυρίζοντας σκέψεις κατά βάθος αισιόδοξες. Συναντιέται με την ιδέα του θανάτου χωρίς να ωχριά. Αν ο Ρεζίζ Ντεμπρέ τονίζει πως «ο κοινός παρονομαστής όλου αυτού που αποκαλούμε θρησκεία, από τις λατρείες της γονιμότητας ως τις θρησκείες χωρίς Θεό, είναι ο εγκωμιασμός της ζωής και της γέννησης που ο άνθρωπος απευθύνει προς τον ουρανό,  για να απωθήσει και να  λησμονήσει το αναπότρεπτο του θανάτου», ο συγγραφέας των μελένιων λεμονιών, απελευθερωμένος από αυτήν την θεολογική αειζωία, φαίνεται να συμπορεύεται με την εξομολόγηση του Edgar Allan Poe: «Δεν μπόρεσα να αγαπήσω παρά μονάχα εκεί που ο θάνατος σμίγει την ανάσα του με την ανάσα της ομορφιάς». Γυρνά επιδεικτικά την πλάτη του σε όλους όσους αγαπούν ή μισούν εν Θεώ και δεν παραδέχεται σε κανενός είδους εκφυλισμό, θυμίζοντας ίσως μερικές σκέψεις του Αντρέ Μπρετόν για τα Ασματα του Μαλντορόρ του Λωτρεαμόν: «Ενα κλουβί απο αμίαντο, που φυλακίζει μια καρδιά υπερθερμασμένη, κάνοντας μας να νιώθουμε μέσα σ’ αυτές τις καταραμένες σελίδες να κυκλοφορεί κάτι σαν το ρίγος του απείρου πάνω σε καμμένα χείλια και να δονείται η πνοή ενός θυελλώδους ιδανικού

 

Ο Θανάσης Τριαρίδης μας καλεί να ερωτευτούμε το πυρ χωρίς να αναζητούμε προϋποθέσεις ασφάλειας. Μας καλεί να παραμείνουμε έμπυροι και διακεκαυμένοι, να παραμείνουμε ματωμένοι ακόμη και μέσα στις στάχτες μας.

 

Άλλωστε η λογοτεχνία πριν να ενώσει οφείλει να ματώσει.

 

 

(Γραμμένο στην Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 2007. Τον Νοέμβριο του 2007 δόθηκε προς δημοσίευση στο περιοδικό Ένεκεν, όπου δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.)

 

 

 

*****

 

 

[Σημείωση του Θ.Τ].

 

Το δοκίμιο του Θανάση Πολλάτου (δημοσιευμένο στο περιοδικό Μάγμα, τεύχος 2, Μάιος 2008) είναι ένα φιλοσοφικό κείμενο για την συμπλοκή  και την αλληλοτροφοδοσία του έρωτα και του θανάτου – μελετώντας αυτές τις δύο ορμές ως υπαρξιακές συνθήκες και ως φαντασιακές προσδοκίες. Το αναδημοσιεύω εδώ όχι μόνο γιατί ξεκινάει και ολοκληρώνεται με παραθέματα από τα μελένια λεμόνια (γεγονός που αποτελεί ασύμμετρη τιμή για το βιβλίο μου), αλλά κυρίως γιατί καταγράφει (και προχωράει) αρκετούς από τους άξονες των λεμονιών – ως εκ τούτου θα ήθελα να ενταχτεί και στον διάλογο γύρω από το βιβλίο μου…

 

 

 

Θανάσης Πολλάτος

 

Για τον έρωτα και το θάνατο

 

 

Γυρεύω την Αλμπερτίν, την απάντηση στο θάνατό μου.

 

Θανάσης Τριαρίδης, Τα μελένια λεμόνια

 

 

Στο έργο του ώριμου Φρόυντ η ορμή της ζωής και η ορμή του θανάτου εμφανίζονται ως δύο ανταγωνιζόμενα ρεύματα που καθορίζουν τον ανθρώπινο ψυχισμό. Η μεν ορμή της ζωής, «Eros» την αποκαλεί πολύ χαρακτηριστικά ο Φρόυντ, συμπυκνώνει τη σεξουαλική ορμή που κατευθύνεται είτε προς το σεξουαλικό αντικείμενο είτε προς το Εγώ και στοχεύει στη συνένωση της οργανικής ζωής σε ολοένα μεγαλύτερες ενότητες. Αντιθέτως, η ορμή του θανάτου που περιλαμβάνει τις καταστροφικές ορμές εκφράζει την επιθυμία επιστροφής στην ανόργανη ύλη. Φυσικά, οι απόψεις αυτές του Φρόυντ είναι βαθιά επηρεασμένες από το βιολογισμό και τον εξελικτικισμό της μεταδαρβινικής εποχής που έχουν επιδράσει επίσης, με ανάλογο τρόπο, στη σκέψη του Νίτσε και του Μπερξόν. Όσο κι αν τα δύο αυτά ορμικά ρεύματα, ο Έρωτας και ο Θάνατος, μοιάζουν απολήξεις μιας περισσότερο μεταφυσικής και λιγότερο ψυχαναλυτικής σκέψης, η αξία και η χρησιμότητά τους στη διαύγαση του ψυχικού παραμένει σημαντική.

 

Ο Καστοριάδης από τη μεριά του, πιστός  φροϋδικός, αποδέχεται τη διάκριση μεταξύ λιβιδινικών και καταστροφικών ενορμήσεων (1), παρ’ όλο που δείχνει αρκετά επιφυλακτικός μπροστά στη γενική κοσμολογική προέκταση που δίνει στα δύο ρεύματα ο Φρόυντ (2). Χρησιμοποιεί επίσης τη φροϋδική διάκριση Έρωτα και Θανάτου -κάπως μεταλλαγμένη- στο κοινωνικο-ιστορικό πεδίο για να προσδιορίσει τη σημασία της επίγνωσης της θνητότητας για την αποχαλίνωση της φαντασιακής δημιουργικότητας της κοινωνίας (3). «Ο ελληνικός κόσμος κτίζεται πάνω στην επίγνωση ότι δεν υπάρχει φυγή από τον κόσμο κι από τον θάνατο, ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Στο σημείο αυτό θα τολμήσω να διορθώσω ένα μεγάλο Έλληνα ποιητή, τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Στο ποίημά του «Εις την οδό των Φιλελλήνων», ο Εμπειρίκος τελειώνει με την ευχή: να γίνει [...] πανανθρώπινη η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμο εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής το, φόβο του θανάτου. Εγώ θα έλεγα: έκαμαν οίστρο της ζωής την γνώση του θανάτου. Ο φόβος του θανάτου διακατείχε παντού και πάντοτε όλους τους θνητούς. Ίσως αυτός μας εμποδίζει κι εμάς σήμερα, όπως εμπόδισε πολλές φορές στο παρελθόν τους ανθρώπους, να έχουμε τον απαιτούμενο οίστρο για την ζωή μας, να έχουμε δηλαδή την επίγνωση ότι είμαστε πραγματικά θνητοί, και ό,τι έχουμε να κάνουμε, αν γίνεται, θα γίνει εδώ, από μας, και εδώ θα το κάνουμε, εμείς» (4). Συνεπώς, ο οίστρος της ζωής που δε μπορεί παρά να αναφέρεται στην έννοια της ανθρώπινης δημιουργικότητας, από την οποία καθορίζεται ολόκληρο το φιλοσοφικό έργο του Καστοριάδη αλλά και το πρόταγμα της αυτονομίας εν γένει, συνδέεται άμεσα με τη διαλεκτική του Έρωτα και του Θανάτου. Οι ορμές της ζωής (Eros) αποδεικνύονται η αφετηρία της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Αν παραλείπαμε δε τον περιοριστικό προσδιορισμό «ανθρώπινη» και αποδίδαμε στη δημιουργία έναν ευρύτερο, κοσμολογικό ρόλο (κάτι το οποίο μπορούμε να κάνουμε ως ένα μόνο σημείο), ο Μπερξόν θα συμφωνούσε απολύτως μαζί μας.

 

Υπό το φως αυτής της επισήμανσης οφείλουμε να ερμηνεύσουμε και τον όρο «βαρβαρότητα» που χρησιμοποιεί ο Καστοριάδης σε αντίστιξη με τον όρο «σοσιαλισμός» ή αργότερα «αυτονομία». Αν, όπως δηλώνει ο ίδιος, το νόημα που έδινε πάντα στον όρο «βαρβαρότητα» αναφέρονταν σε «μια κλειστή κοινωνία που λιμνάζει ή που δεν ξέρει παρά να γίνεται κομμάτια δίχως να δημιουργεί τίποτε» (5), τότε ο Θάνατος υπό τη μορφή των δυσχερειών και των αγκυλώσεων που προκαλεί η επίγνωση του ανυπέρβλητου χαρακτήρα του, τουτέστιν η ματαιότητα κάθε ανθρώπινης πράξης μπροστά στη βέβαιη κατάληξή της, μπορεί να συσχετιστεί με τις δυνάμεις εκείνες του Είναι –κι εδώ γινόμαστε λίγο μεταφυσικοί- που ρέπουν προς τη στασιμότητα, προς την ανάσχεση της ροϊκότητας του χρόνου, προς τις κοινωνίες εκείνες και τα υποκείμενα εκείνα που «λιμνάζουν» (6).

 

Έτσι, ο Θάνατος δεν εμφανίζεται εδώ ως πραγματικό ορμικό ρεύμα που κατευθύνει την ανθρώπινη ζωή προς την καταστροφή ή την αυτοκαταστροφή, δηλαδή δεν εμφανίζεται ως μια πραγματικά κινητήρια δύναμη. Αντιθέτως, ο φόβος της θνητότητας ως εκδήλωση της ορμής του θανάτου αποτελεί απλά ανασχετικό παράγοντα στην εκδίπλωση της δημιουργικότητας. Και χρειάζεται ενός συγκεκριμένου τύπου αντιμετώπιση του ζητήματος, μια συγκεκριμένη υπαρξιακή απάντηση στο ζήτημα της θνητότητας από μέρους της κοινωνίας και του υποκειμένου, ώστε να γίνει ο φόβος αυτός οίστρος και μάλιστα οίστρος δημιουργικός, αντιτιθέμενος στον ντε φάκτο μάταιο χαρακτήρα κάθε πράξης απέναντι στο θάνατο. Συνεπώς, ο Θάνατος ως φόβος αδυνατεί σε πρώτο επίπεδο να υποκινήσει την κοινωνία ή το υποκείμενο προς ένα στόχο, έστω κι αν πρόκειται για το στόχο της επιστροφής στην ανόργανη ύλη, της εξαφάνισης, της απόλυτης άρνησης, της καταστροφής. Ο Θάνατος εδώ αποτελεί το φρένο σε κάθε κίνηση, ακόμα και στην κίνηση εκείνη που θα οδηγούσε στην επιβεβαίωσή του, δηλαδή στον οριστικό εκμηδενισμό. Το κριτήριο δεν είναι πια ο στόχος της κίνησης (συνένωση της οργανικής ζωής σε ολοένα μεγαλύτερες ενότητες ή επιστροφή στην ανόργανη ύλη, δηλαδή δημιουργία ή καταστροφή), αλλά η ίδια η κίνηση. Στις περιπτώσεις της βαρβαρότητας –αν και τέτοιες είναι αδύνατο να υπάρξουν σε απόλυτο βαθμό- ο Θάνατος δεν τοποθετείται στο τέρμα μιας καθ’ όλα παράλογης πορείας προς το Άουσβιτς, αλλά είναι ήδη εδώ και εκπληρωμένος ως εκπληρωμένη στο βαθμό του δυνατού ζώσα επιστροφή στην ανόργανη ύλη, ως γενικευμένη απάθεια.

 

Βέβαια, τη μη κινητική αυτή έκφανση της ορμής του θανάτου, ο Φρόυντ τη γνώριζε ήδη όταν μιλούσε για την «αρχή της νιρβάνα», δηλαδή την τάση εκείνη της ψυχικής ζωής να εξαλείφει κάθε εσωτερική ένταση και κατά μία έννοια να πραγματώνει μία κατάσταση απάθειας παρόμοιας του θανάτου πριν από την οριστική επίτευξη του τελευταίου. Αντιστοίχως, αυτό που ο Φρόυντ ονομάζει «καταναγκασμό σε επανάληψη» για να αποδώσει τον επαναστροφικό χαρακτήρα των ορμών μπορεί να ειδωθεί ως μία τάση για προσήλωση στο παρόν και μία επιθυμία για απορρόφηση στον αχρονικό (δηλαδή επαναστροφικό) χαρακτήρα του τραύματος. Η επανάληψη, από την οντολογική άποψη, δεν είναι παρά η άρνηση του δημιουργικού χαρακτήρα του χρόνου. Και επειδή ο χρόνος δεν είναι παρά διαρκής αυτοαλλοίωση, δηλαδή εκ του μηδενός (ex nihilo αλλά όχι cum nihilo ή in nihilo) δημιουργία, η επανάληψη αποτελεί τη διατύπωση της επιθυμίας κατάργησης του ίδιου του χρόνου, της καταδίκης σε ένα άχρονο παρόν. Το περιβάλλον αυτό δε του άχρονου παρόντος αντιστοιχεί στο χαρακτήρα του χρόνου στην κατάσταση της νιρβάνα.

 

Καταλήγουμε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η ορμή του θανάτου εμφανίζεται στην πιο διαυγή μορφή της ως εκδήλωση της αρχής της νιρβάνα, δηλαδή ως φαινόμενο διαδηλώνον κυρίως την ίδια την απάθεια και τη χαύνωση και δευτερευόντως ως ενεργητικές τάσεις προς το θάνατο και την καταστροφή. Η δημιουργία ενός θεσμού ή η υπηρέτηση μιας σημασίας  που υπηρετεί το θάνατο (π.χ. το Άουσβιτς ή η ολόψυχη συμμετοχή στον πόλεμο που τόσο προβλημάτισε το Φρόυντ) απαιτούν την πρόσμιξη των λιβιδινικών δυνάμεων, δηλαδή απαιτούν μία δημιουργικότητα και μία ενεργητικότητα που δεν αντιστοιχούν στην κατάσταση της νιρβάνας, όσο κι αν υπηρετούν το θάνατο ως άμεσο στόχο τους. Ασφαλώς, τέτοιου είδους προσμίξεις είναι γνωστές στην ψυχανάλυση σε πολλές περιπτώσεις, όπως σε εκείνες της εκδήλωσης μαζοχιστικών και σαδιστικών τάσεων στη σεξουαλική συμπεριφορά. Και στην περίπωση αυτή, και μάλιστα με ένα πιο προσιτό και σαφή τρόπο, η ορμή του θανάτου αναμειγνύεται με τις ορμές της ζωής για να υπηρετήσουν τρόπον τινά μεικτούς στόχους (7). Έτσι οδηγούμαστε στη διαπίστωση ότι η ψυχική ενέργεια που απαιτείται για οποιαδήποτε πράξη, για οποιαδήποτε κίνηση προς ένα σκοπό, ακόμα κι αν αυτός είναι η ίδια η καταστροφή, δε μπορεί παρά να προέρχεται από τα αποθέματα των ορμών της ζωής, δε μπορεί τουτέστιν να είναι παρά λιβιδινική (8). Φυσικά δεν πρόκειται για αποθέματα, αλλά γι’ αυτό που οι ορμές της ζωής είναι, η εκδίπλωση δηλαδή της ψυχικής ενέργειας που αποκαλύπτεται ως διαρκής δημιουργία παραστάσεων, δεδομένου ότι η παράσταση αποτελεί προϋπόθεση της επιθυμίας, της πράξης κ.λπ.

 

Χαρακτηρίζοντας τον άνθρωπο ο Καστοριάδης δύναμη μόρφωσης (vis formandi) και ταυτοχρόνως έρωτα και πάθος μόρφωσης και μορφοποίησης (libido formandi), όπως το Είναι εν τω συνόλω του (9), προσεγγίζει τις μεταφυσικές διατυπώσεις του Φρόυντ. Αν είναι κάτι, λέει, ο άνθρωπος είναι κυρίως αυτός ο δημιουργικός οίστρος που ακόμα και στις πιο ταπεινές και περιορισμένες του εκδηλώσεις αποκαλύπτει τη δυνατότητα συντονισμού του ανθρώπου με τον πρόσφορο, ανοικτό στη δημιουργία χαρακτήρα του κόσμου που αποδίδει μιαν «ανθοφορία του Είναι», κατά τη φράση του Μερλώ-Ποντύ. Επειδή αυτή η δύναμη και ο έρωτας, το πάθος (10) της δημιουργίας απέχουν πολύ και μάλιστα αντιτίθενται στους όρους της αρχής της νιρβάνα, της πρωτογενούς μορφής της ορμής του θανάτου, οφείλουμε να τα αποδώσουμε στις δυνάμεις του έρωτα. Και γι’ αυτό οφείλουμε, όπως έχουμε κάνει ως τώρα, να συνδέουμε τις ορμές της ζωής, τις δυνάμεις του Έρωτα με τη δημιουργία. Γιατί αυτή η απερίσταλτη κινητική ενέργεια που είναι οι ορμές της ζωής, απαιτεί πρώτα και πριν απ’ όλα τη δημιουργία της παράστασης προς την οποία κατευθύνεται η κίνηση αυτή. Και η παράσταση αυτή είναι στην ψυχική σφαίρα προϊόν της δημιουργικότητας της ριζικής φαντασίας του υποκειμένου μη αναγώγιμο στους όρους που επιβάλλει το βιολογικό υπόστρωμα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μία περίπτωση υπέρβασης της πρώτης φυσικής στιβάδας, ξεπεράσματος του γεγονότος ότι ο άνθρωπος είναι ένα μέλος του ζωϊκού βασιλείου. Ακριβέστερα, άνθρωπος δεν είναι πάνω απ’ το ζώο, είναι πέραν αυτού.

 

Ο Καστοριάδης όμως δεν ξεχνά ότι οι δύο αυτές δυνάμεις, η δημιουργία και η καταστροφή, ο Έρωτας και ο Θάνατος, παρότι αντιτιθέμενες συνιστούν ένα διαλεκτικό δίπολο και έτσι «υπάρχει δημιουργία επειδή υπάρχει καταστροφή» (11). Σε άλλη περίπτωση,  κάνοντας μία ριζοσπαστική ερμηνεία ενός χωρίου του Αναξίμανδρου, καταλήγει: «Τα όντα αποδίδουν μεταξύ τους δικαιοσύνη και πληρωμή για την ύβριν τους και για το λόγο αυτόν, κατά το δέον, σύμφωνα με την ίδια αναγκαιότητα, την ίδια αρχή, γεννιούνται και καταστρέφονται. Ποιά είναι λοιπόν αυτή η αρχή; Απλούστατα –και εδώ έγκειται η τελική αντιστροφή- η ίδια η ύπαρξη αποτελεί , κατά μία έννοια, αδικίαν ή ύβριν, παράβαση. Η αδικία δεν είναι, όπως ειπώθηκε, το εμμένειν στην ύπαρξη πέραν του καθορισμένου χρόνου, το απλό υπέρ μοίραν. Εδώ ακριβώς ο Αναξίμανδρος πηγαίνει πιο μακριά από τον Όμηρο: αδικία είναι η ίδια η ύπαρξη. Και αυτή η ύπαρξη πρέπει να καταστραφεί σύμφωνα με την ίδια την αρχή που τη γεννά. Επικρατεί τελικά ένα είδος οντολογικής δικαιοσύνης, η οποία καταλύει την ύβριν την προερχόμενη από κάθε ιδιαίτερη ύπαρξη. Ίσως εδώ ακριβώς να βρίσκεται η πρωταρχική σημασία, διότι, δεδομένου ότι κάθε ιδιαίτερη ύπαρξη υπόκειται σε περιορισμό, πέρας, τέλος, οφείλει να επιστρέφει πάντα στο απροσδιόριστο» (12).

 

Για να υπηρετήσουμε τους δικούς μας σκοπούς, θα μπορούσαμε να διορθώσουμε τον Καστοριάδη ή καλύτερα να τον παραφράσουμε λέγοντας πως ύβρις δεν είναι η ύπαρξη, αλλά η δημιουργία. Αλλά έτσι κι αλλιώς δημιουργία ή ύπαρξη είναι ό,τι ξεφεύγει από τους εκμηδενιστικούς όρους του μη-όντος. Όπως λέει ο Πλάτων στο Συμπόσιο η δημιουργία (ποίησις) είναι το πέρασμα από το μη-ον στο ον (13) και συνεπώς η καταστροφή το αντίθετο. Αν το ζήτημα της δημιουργίας έχει κάποιο οντολογικό νόημα είναι γιατί εγκαθιδρύει τη δυνατότητα του περάσματος από το μη-ον στο ον. Το πέρασμα αυτό υπήρξε πραγματικά σκανδαλώδες για ολόκληρη σχεδόν τη φιλοσοφική παράδοση, καθώς η αποδοχή της δυνατότητάς του παραλύει κάθε λογική σταθερότητας, κάθε παραμόνιμο θεμέλιο που μπορεί να μας προσανατολίσει στο πεδίο της σκέψης. Οι Ιδέες, οι κατηγορίες, οι σκοποί και οι νόμοι της ιστορίας, το αιώνιο πνεύμα, το ens relissimum et perfectissimum,   το Είναι συντρίβονται κάτω από τους όρους της ενδεχομενικότητας και της περατότητας που επιβάλλει ο υπέρτατος οντολογικός νόμος της δημιουργίας και της καταστροφής. Κλονίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της κληρονομημένης σκέψης, σύσσωμη «η φιλοσοφία της καθοριστικότητας» κατά τον όρο του Καστοριάδη. Η κριτική αυτή δε, που εκφράζεται με τον πιο ρητό τρόπο μέσω του Μερλώ-Ποντύ και του Καστοριάδη, αποτελεί τη φυσική απόληξη της μεγάλης φιλοσοφικής, πολιτικής, ηθικής, καλλιτεχνικής και γενικότερης πολιτιστικής προσπάθειας που συντελείται από το μοντερνιστικό κίνημα.

 

Φυσικά, δεν το λέμε αυτό για να υποστηρίξουμε ότι η ιστορία φτάνει με τον Καστοριάδη σε κάποια ολοκλήρωση· κι αυτό όχι γιατί απλά δε φτάνει. Αλλά κυρίως γιατί τότε θα αντιφάσκαμε προς ό,τι μας έμαθε –αν μας έμαθε- η εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά και η ίδια η εκτύλιξη της φιλοσοφικής σκέψης από την αρχαιότητα ως σήμερα: ότι δεν υπάρχει κανένας σκοπός στην ανθρώπινη ιστορία, ότι η ανθρώπινη ζωή δεν έχει κανένα εγγενές νόημα, ότι ό,τι είναι να γίνει ή να μη γίνει θα γίνει από εμάς εδώ και τώρα κ.λπ.

 

Επιπλέον, υποστηρίζω ότι η επιφύλαξη της παραδοσιακής σκέψης απέναντι στο γεγονός της δημιουργίας και της καταστροφής είναι αντίστοιχη με την άρνηση όλων (σχεδόν) των ιστορικών κοινωνιών (14) να παραδεχθούν το γεγονός της περατότητας της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου. Ο Αλμπέρ Καμύ έχει, για έναν επιπλέον λόγο, δίκιο να αποκαλεί το πρόβλημα της αυτοκτονίας το σοβαρότερο φιλοσοφικό πρόβλημα στο Μύθο του Σίσυφου.  Γιατί αν στον ορίζοντα της ανθρώπινης ύπαρξης τοποθετείται αμείλικτο και μοναδικό το ζήτημα της θνητότητας, περίπου σαν την Ιδέα του Αγαθού που στον πλατωνικό κόσμο των Ιδεών φωτίζει όλες τις άλλες Ιδέες, τότε κάθε ανθρώπινη πράξη αρχίζει να πάσχει και να γίνεται δίχως νόημα μπροστά στο αναπόφευκτο μηδέν που πρόκειται να την καταβροχθίσει. Αν η Ιδέα του Αγαθού φωτίζει της Ιδέες, η ιδέα του θανάτου ρίχνει τη σκιά της και σκοτεινιάζει τον κόσμο. «Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ότι δεν δικαιολογείται και στον μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει» (15). Αν ο θάνατος είναι η αναπόφευκτη κατάληξη και αν δεν υπάρχει κανένα εγγυημένο νόημα στην πορεία προς αυτόν, τότε η ζωή γίνεται παράλογη. Λόγω της αναπόδραστης εμμονής σε μία λογική που χωρίς αυτήν είναι δύσκολο να κατοικήσουμε εδώ κάτω, πρέπει να έχει η ζωή ή ο θάνατος κάποιο νόημα.  Ο πόθος του ανθρώπου για σαφήνεια στον οποίο αναφέρεται ο Καμύ είναι εκείνο το παραμόνιμο στήριγμα, ο Θεός, ο Λόγος, ο φορέας του νοήματος ή το νόημα πάνω στο οποίο θα μπορέσει να οικοδομηθεί η ανθρώπινη ζωή. Το ζήτημα του νοήματος της ανθρώπινης ζωής, το ζήτημα της εγγύησης για τη βασιμότητα του νοήματος αυτού, το ζήτημα της λογικότητας της ζωής και του κόσμου και το ζήτημα του θανάτου αποτελούν μέρη του κεντρικού ζητήματος της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτού της οντολογικοϋπαρξιακής ασυμβατότητας του ανθρώπου με τον κόσμο.

 

Το θέμα αυτό, με βάση την ψυχαναλυτική θεωρία του Καστοριάδη, ανάγεται στο γεγονός του μαγνητισμού που έχει υποστεί ο ανθρώπινος ψυχισμός από την πρωταρχική του κατάσταση. Η κατάσταση αυτή προσδιορίζεται από την ενότητα της φιγούρας, του νοήματος και της ηδονής που το «υποκείμενο» γνώρισε στην εμβρυακή ή την βρεφική του περίοδο και την οποία έκτοτε αποζητά ασυνείδητα σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του.  Η πρωταρχική κατάσταση του «υποκειμένου» είναι μία κατάσταση απόλυτου εγκλεισμού και κλειστότητας κατά την οποία «το υποκείμενο, αν  υποκείμενο υπάρχει, δεν μπορεί να αναφέρεται παρά στον εαυτό του, μια διάκριση του εαυτού και του υπολοίπου κόσμου δεν τίθεται και δεν μπορεί να τεθεί» (16). Μιλάμε δηλαδή για μία κατάσταση «ολοκληρωτικού εγκλεισμού» η οποία χαρακτηρίζεται μονάχα από ένα «αίσθημα που είναι άμεσα παράσταση (του εαυτού) και πρόθεση  άχρονης παραμονής αυτής της “ κατάστασης”» (17) και της οποίας τους όρους το μετέπειτα υποκείμενο διαρκώς νοσταλγεί βρίσκοντας στα διάφορα σεξουαλικά ή κοινωνικά αντικείμενα ικανοποίησης απλά υποκατάστατά της. Νομίζω πως η κατάσταση αυτή μπορεί να παραλληλιστεί με την απάθεια και της χαύνωση προς την οποία αποβλέπει η αρχή της νιρβάνα, τουλάχιστον λόγω του γεγονότος ότι στην πρωταρχική κατάσταση υπάρχει ένα είδος πληρότητας από την οποία λείπει ο πόθος, η επιθυμία προς  κάτι εκτός της κατάστασης αυτής, προς ένα αντικείμενο. Λείπει ακόμα και η ίδια η δυνατότητα εμφάνισης ενός αντικειμένου, ενός έτερου προς την κατάσταση αυτή, καθώς στα πλαίσιά της, όλα είναι ένα. Αν ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος –πράγμα που είναι βέβαια δύσκολο να αποδειχθεί- η αφετηρία της ορμής του θανάτου βρίσκεται κάπου εδώ (18), εν αντιθέσει προς τις ορμές της ζωής των οποίων η αφετηρία πρέπει να τοποθετηθεί στο αμέσως επόμενο στάδιο της ψυχικής εξέλιξης, όπου με ένα βίαιο αποχωρισμό, ο κόσμος και άρα τα αντικείμενα προς σεξουαλική ή κοινωνική (μετουσιωτική) μετέπειτα επένδυση αποκτούν υπόσταση αυθύπαρκτη, ανεξάρτητη και ξεχωριστή από τον πρωταρχικό μονήρη πυρήνα του «υποκειμένου». Στην κατάσταση της νιρβάνα, όπως και στην πρωταρχική κατάσταση του «υποκειμένου», επιθυμία δεν υπάρχει, αφού κατά μία έννοια η «επιθυμία» είναι ήδη πραγματωμένη μέσα στην απορρόφηση στο εναδικό σύμπαν. Και επειδή δεν υπάρχει επιθυμία, δεν υπάρχει και κίνηση προς το αντικείμενο, πόθος, vis και libido formandi, δύναμη και πάθος μορφοποιητικό, οίστρος δημιουργικός. Ο πόθος και η δημιουργία εμφανίζονται ως δυνατότητες μετά τη θραύση του πρωταρχικού αυτιστικού σύμπαντος και μάλιστα ως απέλπιδες προσπάθειες επανάκτησής του.

 

Πέραν αυτών, για τον Καστοριάδη η προσπάθεια επιβολής ενός απόλυτου ορθολογισμού εκεί που δεν υπάρχει όπως και η άρνηση του δημιουργικού χαρακτήρα του χρόνου, δηλαδή δύο από τις βασικότερες προκαταλήψεις της παραδοσιακής λογικής/οντολογίας, κατάγονται από ό,τι περιγράψαμε νωρίτερα ως πρωταρχική κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής. Η ασυνείδητη αναζήτηση της κατάστασης αυτής που χαρακτηρίζει τη ζωή του υποκειμένου συνιστά την αναζήτηση της χαμένης ενότητας της φιγούρας, του νοήματος και της ηδονής που μερικά εκπροσωπείται από τις ενοποιητικές απαιτήσεις μιας ενικής οντολογίας με τις παρμενίδειες ρίζες της. «Ο άνθρωπος είναι ένα τρελό ζώο (που στην αρχή είναι τρελό) και που, γι’ αυτό επίσης το λόγο, γίνεται ή μπορεί να γίνει λογικό. Το σπέρμα της ratio περιέχεται επίσης στην ολοκληρωτική τρέλα του πρώτου αυτισμού.  Μια ουσιαστική διάσταση της θρησκείας, δεν χρειάζεται να το υπομνήσουμε, αλλά και μια ουσιαστική διάσταση της φιλοσοφίας και της επιστήμης απορρέουν από αυτό. Δεν τοποθετούμε όπως πρέπει την ratio και, ακόμη σοβαρότερο, δεν αποκτούμε μια συνετή στάση απέναντί της, δεν της  είμαστε τελικά πιστοί, αλλά μάλλον την προδίδουμε, όταν αρνούμαστε να τη δούμε, εκτός των άλλων, και ως μεταμόρφωση της ενοποιητικής τρέλας» (19).

 

Επιπλέον, η αποδοχή του θανάτου, δηλαδή η αποδοχή της δημιουργίας και της καταστροφής, θα σήμαινε την αποδοχή από μέρους της παραδοσιακής σκέψης του γεγονότος της περατότητας και της ενδεχομενικότητας των συστατικών της όρων, θα αναδείκνυε τα όριά της, πράγμα απαράδεκτο για την ίδια. Μπροστά στα όρια αυτά, η απόφαση είναι υπαρξιακή και πολιτική: «δεν θα περιπέσουμε σε αποχαύνωση από πείσμα που δεν κατέχουμε την απόλυτη γνώση» (20). Και εδώ επιστρέφουμε στον Καμύ. «Το παράλογο γεννιέται απ’ την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στον πόθο του ανθρώπου και στην παράλογη σιωπή του κόσμου» (21). Ο πόθος για σαφήνεια πρέπει να ιδωθεί ως ο πόθος για την επιστροφή στην πρωταρχική κατάσταση, ως ο «ο πόθος, κύριος όλων των πόθων, ο πόθος της ολικής ενοποίησης, της κατάργησης της διαφοράς και της απόστασης, που εκδηλώνεται πριν απ’ όλα σαν άγνοια της διαφοράς και της απόστασης. Αν το ασυνείδητο αγνοεί τον χρόνο και την αντίφαση, τούτο συμβαίνει επίσης, γιατί, κρυμμένο στο πιο σκοτεινό σημείο αυτής της σπηλιάς, το τέρας της ενοποιητικής τρέλας βασιλέυει κυρίαρχο» (22). Δεν υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια από εκείνη του Ενός που ταυτίζεται με το Ον, με το Είναι. Και μπροστά στο γεγονός πως ο πόθος της σαφήνειας, ο πόθος της επιστροφής, θα παραμείνει οριστικά ανεκπλήρωτος, και επειδή κι ο ουρανός παραμένει απέναντι σ’ αυτό το απελπισμένο ερώτημα αδυσώπητος και βουβός, όπως λέει ο Καμύ, αναδύεται το άλλο ερώτημα, εκείνο του αν θα φύγεις ή θα μείνεις, το ερώτημα της αξίας και του νοήματος της ζωής υπό τον όρο πως αυτή δεν έχει αξία και νόημα εγγενές. Το ν’ αποφασίσεις να μείνεις σημαίνει ότι αποφασίζεις να υποστείς το παράλογο και τις συνέπειές του. «Το παράλογο είναι η φωτεινή λογική που ξέρει τα όριά της [...] Είναι αυτή η διάσταση ανάμεσα στο πνεύμα που ποθεί και τον κόσμο που εξαπατά, είναι η νοσταλγία μου για ενότητα, είναι αυτό το διασκορπισμένο σύμπαν και η αντίφαση που συνδέει όλα αυτά» (23).

 

Μπροστά στο ερώτημα της αντιμετώπισης του παράλογου/ασύμμετρου προς τον κόσμο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης (24) ο Καμύ, όπως και ο Καστοριάδης, επιλέγουν τη δημιουργική λύση. Να κάνουν οίστρο της ζωής τη γνώση του θανάτου. Αυτό είναι το νόημα της «παράλογης δημιουργίας». «Απ’ όλες τις σχολές της υπομονής και της σαφήνειας, η δημιουργία είναι η πιο αποτελεσματική. Είναι επίσης η συνταρακτική μαρτυρία της μοναδικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας: η διαρκής επανάσταση ενάντια στην ύπαρξή της, η επιμονή σ’ έναν συνεχή και μάταιο αγώνα» (25)[i]. Η μορφή του εξεγερμένου ανθρώπου, παρούσα σε κάθε πτυχή του έργου του Καμύ, είναι το σύμβολο μιας πρωτίστως μεταφυσικής/υπαρξιακής εξέγερσης απέναντι στην ανθρώπινη κατάσταση. Για τον Καστοριάδη οι απαντήσεις μπροστά στο γεγονός της θνητότητας, δηλαδή της πυρηνικής σημασίας του παραλόγου, μπορούν να είναι δύο: η πρώτη είναι η άρνηση ή η οικειοθελής τυφλότητα μπροστά στο γεγονός της θνητότητας και η δεύτερη είναι η αποδοχή του γεγονότος και η κατανόηση ότι «αν θέλουμε να ζήσουμε, δε μπορούμε να ζήσουμε χωρίς νόημα, χωρίς σημασία. Με αυτή την παραδοχή, οι κοινωνικά και ιστορικά δημιουργημένες σημασίες δεν είναι ούτε ενδεχομενικές ούτε απαραίτητες· είναι, όπως έχω γράψει, μεταενδεχομενικές: χωρίς αυτές δεν υπάρχει ανθρώπινη ζωή, ούτε ατομική ούτε κοινωνική. Είναι αυτή η ίδια η ζωή που μας επιτρέπει σε μια δεδομένη στιγμή να καταλάβουμε ότι αυτές οι σημασίες δεν έχουν καμία «απόλυτη» πηγή, ότι η πηγή τους είναι η ίδια μας η δραστηριότητα η δημιουργός νοήματος. Η υποχρέωση ενός ελεύθερου ανθρώπου είναι να γνωρίζει τη θνητότητά του και να παραμένει  όρθιος στο χείλος αυτής της αβύσσου, μέσα στο χάος το στερημένο νοήματος και μέσα στο οποίο εμείς κάνουμε να ξεπροβάλλει η σημασία» (26).

 

Με κάποιο τρόπο, ακόμα και όταν η άβυσσος της μεταενδεχομενικότητας του νοήματος και της θνητότητας σκεπάζεται με διάφορα φτιασίδια, ως επί το πλείστον δηλαδή στα πλαίσια των ετερόνομων κοινωνιών, η άβυσσος με το αμέτρητο βάθος της παραμένει εκεί, χαίνουσα, υπενθυμίζοντας σε κάθε θνητό την ύπαρξή της μέσω της δημιουργίας εκείνης που έρχεται να καλύψει την όψη της. Για το λόγο αυτό, η καλλιτεχνική δημιουργία του θρησκευτικού φαντασιακού έχει ένα βάθος τόσο ανεξήγητο και γοητευτικό. Ο Μίλαν Κούντερα έχει γράψει ότι το πιο τρομακτικό στο αίσθημα του ιλίγγου δεν είναι το ύψος, αλλά η ασυνείδητη επιθυμία μας να πηδήξουμε στο κενό. Η επιθυμία αυτή δε μπορεί παρά να σηματοδοτεί την ίδια την ορμή του θανάτου. Έτσι και η θρησκεία, όπως και κάθε φαντασιακή δημιουργία εν τέλει, εγγράφεται πάνω στον ορίζοντα του θανάτου, αποτελεί μια παροντοποίησή του, αυτού του ίδιου και της παράλογης έλξης που αυτός μας ασκεί –αυτά τα δυο πάνε μαζί. Η μοναδική κοινωνία στην ανθρώπινη ιστορία που δεν κάνει καμία προσπάθεια να αντιμετωπίσει το χάος που στέκει κάτω από τα πόδια της, είτε καλύπτοντάς το είτε αντικρύζοντάς το, είναι η σημερινή. Και στην περίπτωση της σύγχρονης κοινωνίας οι δυνάμεις εκείνες της δημιουργίας, που θα μπορούσαν έστω να συγκαλύψουν την άβυσσο αυτή που σαν μαύρη τρύπα μπορεί να καταπιεί ολόκληρο το σύμπαν, έχουν με κάποιο τρόπο αδρανοποιηθεί. Η σύγχρονη κοινωνία εμφανίζεται ανίκανη να ανταποκριθεί στο γεγονός της κατάρρευσης των μύθων που τη συντηρούσαν (Θεός, ιδέα της προόδου κ.λπ.). Σήμερα τίποτα δε μοιάζει πια να έχει νόημα. Και μπροστά στην ανεπάρκεια του κόσμου να μας προσφέρει ένα νόημα, μπορούμε σαν κακομαθημένα παιδιά να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο διαμαρτυρόμενα και να προκαλούμε την καταστροφή μας. Αυτή η πρόκληση της καταστροφής, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος συνεχίζει να πριονίζει νωχελικά το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται, ο τρόπος με τον οποίο καταστρέφει οριστικά και αμετάκλητα τον πλανήτη, δε μπορεί παρά να είναι η έκφραση της επικράτησης της ορμής του θανάτου. Ξέρω, είναι επικίνδυνο να κάνουμε αναγωγές από το ψυχικό στο κοινωνικό, αλλά νομίζω ότι η ανθρώπινη επιμονή στο φαντασιακό της ανάπτυξης, στο καπιταλιστικό φαντασιακό, έχει εξόφθαλμα αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα, ενώ εκδηλώνεται με έναν τέτοιο χαυνωτικό τρόπο –αφήνεται απλά να συμβεί- που φέρνει στο νου αναπόδραστα τις διατυπώσεις του Φρόυντ. Και το καθεστώς της απάθειας συμπαρασύρει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας και επεκτείνεται σε όλα τα πεδία: πολιτική, φιλοσοφία, επιστήμη, τέχνη, καθημερινή ζωή. «Μόνη πια δυνατή και τελευταία λύση/ Στα γήινα προβλήματά μας/ Το γκρέμισμα της βαρβαρότητας που χασμουριέται/ Που γυρίζει το κεφάλι της αλλού για να μη δει/ Εκείνο που την ενοχλεί εκείνο που αποτελεί/ μόνιμη παρεξήγηση ανάμεσα/ Στον οπαδό και στον αντίπαλο σκοπό της/ Πάσχοντας από διπλοπροσωπία ανίατη»ν (27).

 

Νομίζω είναι ο Νίτσε εκείνος που πρώτος απ’ όλους ανήγγειλε το τέλος, όχι μόνο του Θεού, αλλά και του μοντερνισμού. Όταν στο τέλος της Γενεαλογίας της ηθικής αναρωτιέται για το νόημα της αλήθειας, για την αθεμελίωτη αναγκαιότητά μας να πιστεύουμε το αληθινό και όχι το ψευδές, όπως νωρίτερα είχε αναρωτηθεί για την αναγκαιότητά μας  να πράττουμε το καλό και όχι το κακό, φέρνει ολόκληρο αυτό το ρεύμα της φιλοσοφικής σκέψης που ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και συνδέεται με το πρόταγμα της αυτονομίας, στα όριά του. Γιατί η απάντηση στο ερώτημα αυτό, όπως και σε άλλα αντίστοιχα όπως στο γιατί πιστεύουμε στην ελευθερία, δε μπορεί παρά να είναι «θεολογική» (28) (του ρασιοναλισμού περιλαμβανομένου) ή ταυτολογική. Ο Νίτσε, με ολόκληρη τη φιλοσοφία του και υιοθετώντας μια λύση (τη θέληση για δύναμη) βασισμένη στο βιολογικό εξελικτικισμό, τοποθετήθηκε με τη μεριά της «θεολογίας», παρ’ όλο που η απόφανση αυτή είναι σκληρή για ένα πνεύμα της γενναιότητας του Νίτσε που πολέμησε με όλα τα μέσα την κληρονομημένη ιδέα του Θεού. Η ταυτολογική απάντηση που απομένει, δεν είναι στην ουσία απάντηση. Όπως κάθε ταυτολογία. Αναζητάμε την αλήθεια γιατί αναζητάμε την αλήθεια. Επιθυμούμε την ελευθερία γιατί επιθυμούμε την ελευθερία. Εδώ είναι τα όρια του λόγου. Στο κατώφλι αυτών των ορίων, μπορούμε να αρχίσουμε να λέμε (και να κάνουμε) ασυναρτησίες καταδικάζοντας το Λόγο, αυτόν τον βδελυρό και εκτρωματικό Πατέρα-δυνάστη (δηλαδή να προσχωρήσουμε στο μεταμοντερνισμό – ελπίζω να μη γίνομαι περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται αφοριστικός), μπορούμε να μην παραδεχθούμε τα όρια και να τα αποδώσουμε στην ανικανότητά μας ή στη ανωριμότητα των συνθηκών για το ξεπέρασμά τους διατηρώντας τις «ορθολογιστικές» μας αυταπάτες ή, τέλος, μπορούμε να τα παραδεχτούμε και παρ’ όλ’ αυτά να συνεχίσουμε τον αγώνα για την αλήθεια και την ελευθερία γνωρίζοντας τα όριά του και γνωρίζοντας τα όριά μας. Να μην ξεχνάμε όμως ότι μπορούμε να ρωτάμε για την αξία και τη σημασία της αλήθειας και της ελευθερίας γιατί βρισκόμαστε ήδη σε έναν κόσμο όπου ρωτάμε για να μαθαίνουμε την αλήθεια και αγωνιζόμαστε για να κατακτήσουμε την ελευθερία. Βρισκόμαστε δηλαδή σε έναν κόσμο όπου τα σπέρματα της αυτονομίας είναι ακόμη ζωντανά και όπου η αλήθεια και η ελευθερία έχουν για μας σημασία. Με άλλα λόγια, αυτά που είχε γράψει κάποτε ο Στραβίνσκι στο θρασύτατο Ανσερμέ, «μα δεν είστε σπίτι σας, αγαπητέ μου».

 

Αλλά ας επιστρέψουμε στον Έρωτα και στο Θάνατο. Η ανθρώπινη μοίρα καθορίζεται από το γεγονός της θνητότητας, την ανυπαρξία ενός εγγενούς και απρόσβλητου από το θάνατο νοήματος της ζωής, την απουσία ενός όντος ή μίας αρχής που να εγγυάται τη βασιμότητα της ζωής και του κόσμου, που να κάνει νοητό το α-νόητο, την ανυπαρξία ενός παραμόνιμου θεμελίου πάνω στο οποίο να μπορεί να οικοδομηθεί η ανθρώπινη ματαιότητα. Όλες αυτές οι ανθρώπινες ανάγκες εμφανίζονται απ’ τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο απ’ ό,τι πρέπει, απ’ τη στιγμή που η ψυχή είναι το ίδιο το χαμένο της αντικείμενο, όπως λέει ο Καστοριάδης, απ’ τη στιγμή που είναι καταδικασμένος στην αναζήτηση ενός οριστικά ανεκπλήρωτου πόθου. Έτσι, κάθε του επιθυμία γίνεται ένα βήμα προς ένα στόχο που παραμένει απρόσιτος όσο κι αν τον πλησιάζουμε. Το ακόρεστο της κάθε επιθυμίας (29), το ατελέσφορο το οποίο ο Πλάτωνας στο Γοργία παρομοιάζει με την προσπάθεια μεταφοράς νερού με ένα κόσκινο, είναι εκείνο που κάνει τη ζωή έναν ανόητο -για ένα Σωκράτη-, διαρκή και μάταιο αγώνα, αγώνα σισύφειο, όπως θα συμφωνούσε ο Καμύ, προς ένα από τα πριν προσδιορισμένο τέλος. Σε τελική ανάλυση, ακόμα και όταν το γεγονός της θνητότητας συγκαλύπτεται από τις ιδέες της αθανασίας της ψυχής ή από υπερβατικοποιημένες ιδέες όπως το Έθνος, το Κόμμα, η Ιστορία που διά του υποτιθέμενου παραμόνιμου χαρακτήρα τους αποτελούν ένα αντιστάθμισμα απέναντι στη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, η ιδέα του θανάτου παραμένει απαραγνώριστα καθορίζουσα την ανθρώπινη ζωή (30). Όπως είπαμε παραπάνω, ένας ήλιος που σαν την πλατωνική Ιδέα του Αγαθού ρίχνει το σκοτεινό και απειλητικό φως του, το φως της ματαιότητας, σε κάθε πράξη (31). Αυτό, οι μεγάλοι καλλιτέχνες το γνωρίζουν πιο συχνά και πιο ξεκάθαρα από τους μεγάλους φιλοσόφους: «Βρέχω, νοτίζω, πίνω κι όλ’ αυτά από φόβο μην πεθάνω. Πίνετε πάντα, δε θα πεθάνετε ποτέ. Αν δεν πιω θα μείνω ξερός. Ναμαι, πέθανα κιόλας. Η ψυχή μου φτερουγίζει σε καμιά βατραχολιμνούλα. Η ψυχή ου δύναται κατηκοίσαι εν τόπω ξηρώ» (32), γράφει ο Ραμπελαί περιπαίζοντας τον Ιερό Αυγουστίνο. Εδώ οι χαρές της ζωής εμφανίζονται ικανές να νικήσουν το θάνατο, όχι βέβαια αντιμετωπίζοντάς τον κατά μέτωπο, αλλά διακωμωδώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης και εν τέλει αναδεικνύοντας την ανθρώπινη τραγικότητα μέσα στο φυσικό της χώρο, το χιούμορ. Το οργιαστικό πανηγύρι του Ραμπελαί λαμβάνει χώρα ενώπιον του θανάτου και ταυτοχρόνως ενάντιά του: «Σπαρταριστός δεν είναι ο θάνατος, όταν πεθαίνεις με τον πούτσο σου στητό;» (33).

 

Οι ανταγωνιζόμενες δυνάμεις του Έρωτα και του Θανάτου αναμειγνύονται παρότι ασυμβίβαστες στην περίπτωση του έρωτα. Το «ωκεάνειο αίσθημα», «ένα αίσθημα της αδιάλυτης σύνδεσης, της ομοιογένειας με την ολότητα του περιβάλλοντος» (34) για το οποίο μιλάει με επιφύλαξη ο Φρόυντ στο Ο πολιτισμός πηγή  δυστυχίας παραπέμπει σαφώς στην πρωταρχική κατάσταση του «υποκειμένου» (35). Και η κατάσταση αυτή –συναφής με τους όρους της αρχής της νιρβάνα, όπως έχουμε πει- επιτυγχάνεται στην περίπτωση του έρωτα: «στο ανώτατο σημείο του έρωτα τείνει να εξαλειφθεί το σύνορο ανάμεσα στο Εγώ και στο αντικείμενο» (36)[ii], τουτέστιν να επιτευχθεί μια ενότητα αντίστοιχη με την πρωταρχική, μια εξάλειψη της διαφοράς, μια επιστροφή στους όρους του πρωταρχικού ναρκισσισμού. Μόνο που στην περίπτωση του έρωτα η κατάσταση αυτή δεν είναι νιρβανική, παρόλο που αποβλέπει σε όρους ανάλογους της νιρβάνα. Θέλω να πω ότι είναι διαρκώς προς επίτευξη και όχι κατάσταση επιτευγμένη και συνεπώς αυτό που υπερισχύει είναι το αγωνιστικό, το κινητικό στοιχείο, φτάνω να πω, το καθαρό λιβιδινικό στοιχείο. Αντιστοίχως, νομίζω, ο μεγάλος ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος επιμένει πολλάκις στο Μεγάλο Ανατολικό του πως «… το εξαίσιον μουνί της έλεγε με την ιδίαν γλώσσαν, περί των κήπων της Εδέμ και περί των εκστατικών του φύλου της ανθέων, όπου το αφρόεν πάθος της ψωλής ευρίσκει και συνθέτει εκείνα τα στοιχεία, που εν ευφροσύνη δημιουργούν τον σύντονον τον γλυκασμόν τον μέγαν, που μετατρέπει, προς στιγμήν, πάσαν διαφοροποίησιν και πάντα διαχωρισμόν, εις ένθεον και απόλυτον ενότητα κατακτημένην» (37). Το ωκεάνειο αίσθημα, ερωτικά επιτευγμένο, δηλαδή η αυθεντική εκδήλωση του έρωτα, αποτελεί την πειστικότερη απάντηση στη γνώση του θανάτου καθώς διαδηλώνει, όπως και κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας, την παράλογη περιφρόνησή του απέναντι στο θάνατο. Ο έρωτας ξεπερνά το θάνατο καθώς τον εγκολπώνεται και τον κάνει να υπηρετεί τη σημασία του. Οι δυνάμεις του έρωτα, οι δυνάμεις της δημιουργίας είναι κατεξοχήν η παράλογη επιμονή τους, η επιμονή απέναντι στην ίδια τους ματαιότητα. Δίνουν έναν μάταιο αγώνα απέναντι στην ίδια την ανθρώπινη μοίρα, τη μοίρα της θνητότητας.

 

Πέραν αυτού, το ερωτικό αίσθημα, αυτή η σύμμειξη της τρυφερότητας με τον αισθησιασμό, όπως υποστηρίζει ο Φρόυντ (38), μπορεί να αποτελέσει ένα αντιστάθμισμα μπροστά στο θάνατο, μπροστά στη δύσκολη πορεία προς αυτόν όπου ο φόβος της θνητότητας, όπως και η μεταενδεχομενικότητα του νοήματος ανακύπτουν ως διαρκώς αναδυόμενες απειλές απέναντι στην υφιστάμενη κανονικότητα που επιτάσσει το γεγονός ότι, παρ’ όλες τις δυσχέρειές της, η ζωή είναι υποφερτή (39). Σε ένα τέτοιο αίσθημα βρίσκει καταφύγιο ο ένας από τους ήρωες του Στο δρόμο του Τζακ Κέρουακ μετά τη μανιώδη διαρκή φυγή του και την απελπισμένη του περιπλάνηση προς αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο που δεν παρέχει κανένα. Αντιστοίχως, αυτό είναι το νόημα της τρυφερότητας και του λανθάνοντος αισθησιασμού μεταξύ των ηρώων του Χαμένοι στη μετάφραση της Σοφία Κόπολα (40). Με τον τρόπο αυτό, το αίσθημα του παραλόγου γίνεται λιγότερο δυσβάσταχτο καθόσον μοιράζεται, εξισορροπείται ή καθόσον πεισματικά αποπροσανατολίζεται, αίσθηση την οποία αποπνέει το ποιητικό έργο Γκερασίμ Λούκα και ιδιαιτέρως Το τέλος του κόσμου του. Στο έργο του μεγάλου ποιητή ανακαλύπτεται επίσης ξανά η σωματικότητα ως πεδίο της παράλογης πάλης της ύπαρξης, πάλης που γίνεται με τα μόνα πρόσφορα όπλα, αυτά του έρωτα. Αυτή η επανεύρεση του σώματος τοποθετείται στα πλαίσια που είχε θέσει ο Μερλώ-Ποντύ, ο οποίος άφηνε να διαφανούν οι πολλαπλές εκφραστικές δυνατότητες του σώματος, προϋποθέτωντας περισσότερο ή λιγότερο σιωπηρά το υπαρξιακό βάθος που τους προσδίδει ο Λούκα (41).

 

Ίσως βέβαια, η νιρβάνα και ο έρωτας να αποτελούν εξίσου βλέψεις του μηδενός, αφού το μηδέν και το όλον, το σύμπαν Εν που επιτυγχάνεται μέσω του ωκεάνειου αισθήματος, δεν απέχουν τελικά όσο φανταζόμαστε. Κι όλ’ αυτά επειδή ο άνθρωπος κατάγεται και προορίζεται για το μηδέν και αυτή η καταγωγική και τελεολογική του διάσταση είναι καθορίζουσες της ύβρεως της ύπαρξής του. Όμως, όπως μας διδάσκει το παράδειγμα της Οδού των Φιλελλήνων του Εμπειρίκου, σημασία δεν έχει η κατάληξη που είναι δεδομένη, αλλά η πορεία προς αυτήν. Και έτσι, ο άνθρωπος γίνεται ξανά υπεύθυνος για ό,τι θα συμβεί εδώ, δηλαδή για ό,τι θα κάνει ο ίδιος να συμβεί. Αλλά ακόμα, καθώς είναι ον τραγικό, πρόκειται να αναλάβει ένα μάταιο αγώνα ενάντια στο αναπόφευκτο, ενάντια στη μοίρα του και να δημιουργήσει για τη ζωή του ένα ημερινό νόημα και έναν κόσμο πιο ανθεκτικό στο χρόνο απ’ ό,τι ο ίδιος. Αυτός είναι, όπως θα συμφωνούσε η Χάννα Άρεντ, ένας τρόπος να απαντάει στο γεγονός της θνητότητάς του. Οι ορμές της ζωής και του θανάτου, πέραν από δύο ορμικά ρεύματα της ανθρώπινης ψυχής, είναι και δύο υπαρξιακές αποφάσεις των ατόμων και των κοινωνιών. Η μία καταφάσκει την παράλογη δημιουργία, το αγωνιστικό πάθος ενάντια στον ή παρά τον παράλογο χαρακτήρα του κόσμου, το δημιουργικό οίστρο που παλεύει να κάνει το Χάος Κόσμο, παρ’ όλο που γνωρίζει ότι όλα θα επιστρέψουν στο Χάος και μόνο σ’ αυτό. Και η άλλη καταφάσκει την απόλυτη παράδοση στη ματαιότητα, στο μηδέν, την χαυνωτική απάθεια και την αδιαφορία.

 

Κλείνοντας, για να μη ματαιπονούμε άλλο, να αφήσουμε τον ποιητή –που τον κρατάμε τόσην ώρα σχεδόν φυλακισμένο στο υπόγειο– να πει τη ματαιότητα του έρωτα μπροστά στο θάνατο, τον παράδοξο εναγκαλισμό τους, την απαράμιλλη δυναμική του έρωτα, το θρίαμβο της εγκόσμιας καταδίκης του ανθρώπου. Να πει σε δέκα λέξεις ό,τι μπορέσαμε ως εδώ να πούμε, ό,τι δε μπορέσαμε και ό,τι πιθανότατα δε θα μπορέσουμε να πούμε ποτέ –αυτή είναι άλλωστε η δουλειά του ποιητή: «Χύνω και πεθαίνω και σαπίζω στο πράσινο των ματιών σου. Εδώ» (42).

 

 

Σημειώσεις

 

1. Πρβλ. τη συζήτηση με το Ζαν-Λυκ Ντοννέ: Κορνήλιος Καστοριάδης, Διάλογοι, μτφρ. Ε. Γεροκώστα, εκδ. Ύψιλον, 2001, σελ. 48. Λέγοντας «λιβιδινικές» εδώ ο Καστοριάδης εννοεί μάλλον ερωτικές. Επίσης, πρβλ. την αναφορά του στον Έρωτα και το Θάνατο στο Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφρ. Σ. Χαλικιά - Κ. Σπαντιδάκη - Γ. Σπαντιδάκη, εκδ. Ράππα, 2002ΉΊ, σελ. 154.

2. Το ως ποιό σημείο ο Καστοριάδης αποδέχεται τη φροϋδική αντίστιξη Έρωτα και Θανάτου είναι σίγουρα ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Το επίκεντρο της συζήτησής μας όμως δεν είναι η απάντηση στο ζήτημα αυτό, όσο κι αν μερικές όψεις του ζητήματος φωτίζονται στον ένα ή στον άλλο βαθμό από τις διατυπώσεις μας.

3. Θα αναρωτηθεί κάποιος: τι σχέση έχει η ορμή του θανάτου με τον τρόπο αντιμετώπισης της θνητότητας από ένα υποκείμενο ή μια κοινωνία και με το φόβο που ο θάνατος προκαλεί έτσι κι αλλιώς στα ανθρώπινα όντα. Η πειστικότερη απάντηση –ίσως βέβαια ανεπαρκής και συζητήσιμη κι αυτή- θα ήταν ότι καθώς το ψυχικό ερείδεται στην πρώτη φυσική στιβάδα, στην καθαρά βιολογική πλευρά του ανθρώπινου όντος, έτσι και η ψυχική ορμή του θανάτου ερείδεται στο απαράγραπτο βιολογικό γεγονός της θνητότητας. Αλλά στην περίπτωση του ανθρώπου, σε αντίθεση με τα ζώα, η υπερτροφία του ψυχικού υπερβαίνει και διεμβολίζει σε πολλές περιπτώσεις το βιολογικό υπόστρωμα και τις αρχές που το διέπουν. Καταλήγω, συνεπώς, ότι οι ορμή του θανάτου χαρακτηρίζει αποκλειστικά τον ανθρώπινο ψυχισμό και ίσως αποτελεί έναν βασικό τρόπο από μέρους του διαπραγμάτευσης του απαράγραπτου γεγονότος της θνητότητας με ό,τι αυτή σημαίνει και συνεπάγεται. Γιατί ο θάνατος καθεαυτός, υπό τον όρο της ουσιαστικής επίγνωσης του αναπόφευκτου χαρακτήρα του, μπορεί να δημιουργήσει μια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων που θέτουν εν αμφιβόλω τη δυνατότητα της ίδιας της επιθυμίας, της μετουσίωσης καθώς και το ίδιο το νόημα της ανθρώπινης ζωής. Έτσι, το ζήτημα του θανάτου μπορεί να καταστεί ο έσχατος βράχος πάνω στον οποίο δύναται να τσακιστεί ολόκληρη η ψυχαναλυτική εργασία, όπως έχει υποστηρίξει ο Καστοριάδης.

4. Κορνήλιος Καστοριάδης,  Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, , εκδ. Ύψιλον, 1999, σελ. 23-4.  

5. Κορνήλιος Καστοριάδης, Χώροι του ανθρώπου, μτφρ. Ζ. Σαρίκα, εκδ. Ύψιλον, 1995, σελ. 145.

6. Κατά τούτο, ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης (πρβλ. Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, Έμβιος λόγος στο Ψυχή, λόγος, πόλις – Αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, εκδ. Ύψιλον, 2007, σελ. 48) κάνει λάθος όταν υποστηρίζει ότι ο Καστοριάδης υποτιμά τη δυναμική της ορμής του θανάτου στο έργο του. Αντιθέτως, η διάκριση σοσιαλισμός/αυτονομία ή βαρβαρότητα, παρούσα σε κάθε πτυχή του έργου του Καστοριάδη, είναι βασισμένη ακριβώς στην αντίστιξη έρωτα και θανάτου. Ασφαλώς, η αναφορά αυτή στον έρωτα και το θάνατο μπορεί να μην είναι αρκετή. Δεν παύει όμως να είναι μια αναφορά θεμελιώδης που βάζει το ζήτημα σε άλλη βάση. Και ας μην ξεχνάμε και τις οντολογικές απολήξεις της διάκρισης αυτής, οι οποίες θα φανούν ευκρινέστερα στη συνέχεια. Όπως προείπαμε πάντως, πρόκειται για πολύπλοκο ζήτημα το οποίο πραγματεύεται αποσπασματικά και ο Eugθne Enriquez στο Cornelius Castoriadis: un homme dans une oeuvre στο Giovanni Busino, Autonomie et autotransformation de la sociιtι. La Philosophie militante de Cornelius Castoriadis, editions Droz, Genθve, 1989, p. 46-7.

7. Πρβλ. Σίγκμουντ Φρόυντ, Το οικονομικό πρόβλημα του μαζοχισμού στο Ναρκισσισμός, μαζοχισμός, φετιχισμός, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος, 1991, σελ. 43 κ.ε.

8.  «Μπορούμε να καταργήσουμε το χαρακτηρισμό της Libido ή να τον χρησιμοποιούμε γενικά σαν ταυτόσημο με την ψυχική ενέργεια» (Σίγκμουντ Φρόυντ, Νέα σειρά παραδόσεων για την εισαγωγή στην ψυχανάλυση, μτφρ. Κλ. Τρικεριώτη, εκδ. Επίκουρος, 1977, σελ. 101).

9. Πρβλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, εκδ. Ύψιλον, 2001, σελ., σελ. 74-5.

10. Η χρησιμοποίηση αυτών των λέξεων δεν είναι, προφανώς, τυχαία.

11. Cornelius Castoriadis, Sujet et vιritι dans le monde social-historique, Sιminaires 1986-1987, La crιation humaine I, ιditions du Seuil, 2002, p. 279.

12. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα – Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο, Σεμινάρια 1982 – 1983, μτφρ. Ξ. Γιαταγάνα, εκδ. Κριτική, 2007, σελ. 298-99.

13. Πλάτων, Συμπόσιον, 205 b.

14. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ακόμα και στο αρχαιοελληνικό δημοκρατικό φαντασιακό υπάρχει αποδοχή της θνητότητας στο βαθμό που λέει ο Καστοριάδης, αν και συμφωνώ ότι εκεί βρισκόμαστε πιο κοντά σε μια τέτοια αποδοχή απ’ οπουδήποτε αλλού.

15. Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σίσυφου, μτφρ. Β. Χατζηδημητρίου, εκδ. Γαλαξία, 1971, σελ. 29.

16. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, ό.π., σελ. 415.

17. Ό.π.

18.  «Το μόνο πράγμα για το οποίο μαραζώνουμε σ’ όλη μας τη ζωή, που μας κάνει ν’ αναστενάζουμε και να παραπονιόμαστε και να υποφέρουμε κάθε λογής γλυκιές ναυτίες, είναι η ανάμνηση κάποιας μακαριότητας χαμένης που, χωρίς αμφιβολία, νιώσαμε μέσα στη μήτρα και που δεν μπορεί να ξανάρθει (αν και αρνούμαστε να το παραδεχτούμε), παρά μονάχα με το θάνατο. Μα ποιός θέλει να πεθάνει; Μέσα απ’ τη δίνη των γεγονότων δεν έπαυα, στο βάθος του μυαλού μου να σκέφτομαι γι’ αυτό. Το εκμυστηρεύτηκα στον Ντην και αμέσως αναγνώρισε σ’ αυτά τον απλό πόθο για τον ίδιο το θάνατο» (Τζακ Κέρουακ, Στο δρόμο, μτφρ. Δ. Νικολοπούλου, εκδ. Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007, σελ. 180).

19. Η φαντασιακή θεσμική της κοινωνίας, ό.π., σελ. 422.

20. Ό.π., σελ. 149.

21. Ο μύθος του Σίσυφου, ό.π., σελ. 35.

22. Η φαντασιακή θεσμική της κοινωνίας, ό.π., σελ. 421.

23. Ο μύθος του Σίσυφου, ό.π., σελ. 57.

24. Δεν έχει κανένα νόημα να διευκρινίσουμε αν παράλογος είναι ο κόσμος, ο αδυσώπητος ουρανός ή άνθρωπος και οι παράλογες απαιτήσεις του, καθώς στη σκέψη του Καμύ, νομίζω, οφείλουμε να μιλάμε για ένα παράλογο που εκρύγνυται και καταλαμβάνει το σύμπαν από τη στιγμή που θα συνειδητοποηθεί η πρώτη ικμάδα του. Πρόκειται για ένα παράλογο που εξαπλώνεται, όπως ακριβώς η νιτσεϊκή «έρημος που εξαπλώνεται και αλίμονο σ’ εκείνον που κρύβει ερήμους».

25. Ό.π.

26. Cornelius Castoriadis, Une sociιtι α la dιrive - Entretiens et dιbats 1974-1997, ιditions du Seuil, 2005, p. 260.

27. Νάνος Βαλαωρίτης, Το τέσσερα, στο Ποιήματα, 2 [1965-1974], εκδ. Ύψιλον, xx, σελ. 86.

28. Χρησιμοποιούμε εδώ –καθ’ υπέρβασιν ίσως και χωρίς καμία απαξιωτική χροιά- τον όρο «θεολογική» για να χαρακτηρίσουμε τη σκέψη εκείνη που μπροστά στα όριά της και για να ξεφύγει από την αμηχανία που αυτά της προκαλούν καταφεύγει σε ιδέες ή αρχές υπερβατικές, εξωανθρώπινες (Πρώτο Κινούν , Θεός, Λόγος, Φύση κ.λπ.) για να υπερπηδήσει την αδυναμία της.

29. «Πιστεύω πως πρέπει, όσο κι αν ηχεί παράξενα, να ασχοληθούμε με τη δυνατότητα ότι υπάρχει κάτι στη φύση της σεξουαλικής ορμής που δεν ευνοεί την επίτευξη της απόλυτης ικανοποίησης» Σίγκμουντ Φρόυντ, Ψυχολογία της ερωτικής ζωής, μτφρ. Γ. Βαμβαλή, εκδ. Επίκουρος, 1974, σελ. 35.

30. Ο Μαξ Σέλερ, πολύ σωστά, έχει υποστηρίξει ότι μια «μύχια εμπειρία του προσανατολισμού μας προς το θάνατο» περιλαμβάνεται στο ίδιο το βίωμα του χρόνου (Μαξ Σέλερ, Θάνατος και μετά θάνατον ζωή, μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 36). Επίσης, «Ο θάνατος είναι ένας τρόπος του είναι, τον οποίο του εδωνά-Είναι αναλαμβάνει ευθύς ως υπάρξει» (Μάρτιν Χάιντεγκερ, Είναι και χρόνος, τόμος Β’, μτφρ. Γ. Τζαβάρα, εκδ. Δωδώνη, 1985, σελ. 445).

31.  «Γνωρίζετε μια γυναίκα, την ερωτεύεστε τρελλά, σας ερωτεύεται κι εκείνη, περνάτε μια νύχτα μαζί της και γνωρίζετε περνώντας τη νύχτα αυτή, βρισκόμενοι μέσα στο ερωτικό ντελίριο και την έκσταση ότι υπάρχει και μια άλλη πλευρά, γνωρίζετε ότι αυτή η στιγμή δε θα ξαναρθεί ποτέ και ότι μια μέρα ούτε εκείνη ούτε εσείς θα υπάρχετε. Και αν δεν το γνωρίζετε αυτό, αυτή η στιγμή του ντελιρίου δεν είναι μια πραγματική στιγμή ντελιρίου. Είναι αυτή η μαύρη σκιά που κάνει αυτό που ζούμε τέτοιο που είναι και ίσως τόσο έντονο» (Κορνήλιος Καστοριάδης, από μια συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό France Culture στις 19/6/1992 – ευχαριστώ επί τη ευκαιρία το Νίκο Ηλιόπουλο για την παραχώρηση της  μαγνητοταινίας).

32. Φρανσουά Ραμπελαί, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, μτφρ. Φ. Δρακονταείδη, εκδ. Εστία, 2004², σελ. 73.

33. Ό.π., σελ. 195.

34. Σίγκμουντ Φρόυντ, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, μτφρ. Γ. Βαμβαλή, εκδ. Επίκουρος, 2005, σελ. 14. Ο Φρόυντ βασίζεται, όπως δηλώνει, σε μερικές παρατηρήσεις του φίλου του Ρομαίν Ρολάν, ενώ το «ωκεάνειο αίσθημα» θα πρέπει να συσχετιστεί με μερικές ιδέες του Φερέντσι στο Thalassa- Psychanalyse des origines de la vie sexuelle.

35. Ο  Ζαν Λαπλάνς υποστηρίζει πως «ο πρωτογενής ναρκισσισμός, ως ψυχική πραγματικότητα, δεν μπορεί να είναι παρά ο πρωτογενής μύθος της επιστροφής στους μητρικούς κόλπους, ένα σενάριο, που ορισμένες φορές ο Φρόυντ συγκαταλέγει μάλιστα ρητά μεταξύ των πιο σημαντικών πρωταρχικών φαντασιώσεων» (Jean Laplanche, Ζωή και θάνατος στην ψυχανάλυση, μτφρ. Ν. Παπαγιαννοπούλου, εκδ. Νεφέλη, 1988, σελ. 137). Συνεπώς, σε μερικές περιπτώσεις ο Φρόυντ προεξαγγέλει κατά μία έννοια τον Καστοριάδη χωρίς όμως να δίνει κατά τη γνώμη μου στο φαινόμενο την ίδια βαρύτητα, εξετάζοντάς το πιθανόν ως επιμέρους και όχι ως γενική τάση. Για παράδειγμα: «Το παράπονό του είναι κατά βάθος μια εκπληρωμένη φαντασίωση που τον παρουσιάζει να έχει επιστρέψει στη μήτρα, αλλά μια φαντασίωση που εκφράζει την επιθυμία της απόδρασης απ’ τον κόσμο. Πρέπει να μεταφρασθεί ως εξής: είμαι τόσο δυστυχισμένος στη ζωή, πρέπει να ξαναμπώ στην κοιλιά της μητέρας» (Σίγκμουντ Φρόυντ, Ο Βόλφσμαν, από τα Τρία ιστορικά ασθενείας, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος, 1995, σελ. 361). Την ψυχαναλυτική θεωρία του Καστοριάδη -που αποτελεί ανάπτυξη της φροϋδικής ιδέας περί πρωταρχικού ναρκισσισμού- αποδέχεται, όπως φαίνεται χωρίς να τη γνωρίζει, και ο σπουδαίος αμερικανός κοινωνιολόγος Κρίστοφερ Λας στην Κουλτούρα του ναρκισσισμού (1979) καθοδηγούμενος από την ιδέα του ωκεάνειου αισθήματος και μερικές ιδέες της Μέλανι Κλάιν, του Μπέλα Γκρούνμπεργκ κ.α. περί της πρόωρης γέννησης και του άγχους που αυτή προκαλεί (πρβλ. Κρίστοφερ Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφρ. Β. Τομανά, εκδ. Νησίδες, xx, σελ. 232 κ.ε.).

36. Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, ό.π., σελ. 15.

37. Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, Μέρος πρώτον, τόμος Α’, εκδ. Άγρα, σελ. 81.

38. Ψυχολογία της ερωτικής ζωής, ό.π., σελ. 25 κ.ε.

39. Σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του Ζακ Πρεβέρ, το Μες στο σπίτι μου, μια γυναίκα έρχεται στο τέλος, σε μια σχεδόν αποκαλυψιακή σκηνή, να ταράξει, αλλά όχι να υπερβεί (;) τους όρους της υπαρξιακής μοναξιάς του ήρωα μέσα στον κόσμο: «Μες το σπίτι μου θα ρθείς/ Σκέφτομαι κάτι άλλο μα δε σκέφτομαι παρ’ αυτό/ Και όταν θα χεις μπει μες στο σπίτι μου/ Θα βγάλεις όλα σου τα ρούχα/ Και θα μείνεις ακίνητη γυμνή όρθια με το κόκκινο στόμα σου/ όπως οι κόκκινες πιπεριές που ναι κρεμασμένες στο λευκό τοίχο/ Και μετά θα ξαπλώσεις κι εγώ θα ξαπλώσω δίπλα σου/ Να λοιπόν/ Μες στο σπίτι μου που δεν είναι σπίτι μου θα ρθείς» (Jacques Prιvert, Paroles, ιditions Gallimard, 1997, p. 86-7).

40. Στο ίδιο πνεύμα, ο Νάνος Βαλαωρίτης αντισταθμίζει τον έρωτα με το κενό: «Πέφτοντας μες στη χαράδρα/ Ανέβαινα την ομορφιά σου/  Μες στον γκρεμνό της έπεφτα ανεβαίνοντας/ Χωρίς ποτέ να φτάνω απάνω ή κάτω»  (Πίνακας περιεχομένων στο Ποιήματα, 2 [1965-1974], ό.π, σελ. 48).

41 «Το σώμα είναι αινιγματικό» λέει στον Άνθρωπο και την αντιξοότητα (Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, Σημεία, μτφρ. Γ. Φαρακλά, εκδ. Εστία, σελ 377). Η πάλη του Λούκα δεν είναι παρά μια πτυχή αυτής της εκστατικής αινιγματικότητας.

42. Θανάσης Τριαρίδης, Τα μελένια λεμόνια, εκδ. Τυπωθήτω, 2007, σελ. 64.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μάγμα 2, Μάιος 2008)