θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 66ο

 

 

 

 

 

66.

 

Hinc erunt adaptationes mirabiles,

quarum modus est hic

 

 

 

Πέρασε ένα λεπτό μέχρι που φύσηξε ο άνεμος, μιλώ για το φοβερό άνεμο της Κουπέλας που τα βράδια σφυρίζει σαν περνά μανιασμένος ανάμεσα απ' τα κλαδιά των δέντρων του μαύρου λόφου. Ανέμισαν τρελά τα μαλλιά εκείνης, τα μάτια της δάκρυσαν απ' την ορμή του, η κόκκινη κορδέλα πέταξε μακριά, χάθηκε. Μες στο μαύρο σκοτάδι η δασκάλα μας, γυμνή κι ολομόναχη, είδε τις περασμένες εικόνες να ξανάρχονται λάμποντας με απίστευτη καθαρότητα για μια μοναδική στιγμή, όπως τα γράμματα που πυρώνουν μόλις για μισό δευτερόλεπτο σαν βάλεις το χαρτί πάνω απ' τη φλόγα — άκουσε για δεύτερη φορά τα ίδια λόγια, τις ίδιες μουσικές, τις κατάρες, τις οιμωγές, τις κραυγές και τα γέλια, τα ψιθυρίσματα και τους αλλόκοτους ήχους, που τάχα δε θα επαναλαμβάνονταν ποτέ, ένιωσε να τη δονούν και πάλι όσα συντάραξαν το είναι της και έβαψαν κόκκινα τα μάγουλά της και μπούκωσαν το στήθος της και έκαναν την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή, και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έζησε για δεύτερη φορά όλη της τη ζωή· τα πάντα επέστρεφαν —εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις, αγγίγματα και εκστάσεις—, όλα απόκοσμα, ξεκάθαρα και διαυγή, επέστρεφαν για μια στιγμή κι έπειτα —λες και τα ρουφούσε μες στην τρομερή του αγκαλιά ο άνεμος— χάνονταν μες στο σκοτάδι· ο ήλιος που μαύριζε τα μεσημέρια, το ολόγιομο φεγγάρι που λιγοστεύει, το μπισίκι που κλείνει, το μαχαίρι που καρφώνει την καρδιά, το φιλί που παίρνει τη ζωή απ' το σώμα —κι ο άνεμος σφύριζε—, το τραγούδι των λεπρών, τα δάκρυα του δαίμονα, οι σπασμοί των ερώτων, οι υποσχέσεις «ποτέ» ή «αιωνίως», τα ψέματα, οι παρακλήσεις, οι ικεσίες, το δάγκωμα των δαχτύλων —κι ο άνεμος σφύριζε—, οι ματιές που έκαιγαν, τα μακριά νύχια που χάραζαν τους κορμούς των δέντρων, οι μαργαρίτες, που αντί για πέταλα έβγαλαν ξυράφια, και το πέπλο που σκεπάζει το πρόσωπο, ναι, όλα είχαν γίνει όπως έπρεπε στο μαύρο ηδονικό εφιάλτη, κι ο άνεμος σφύριζε, κι η δασκάλα μας δεν έκλεινε τα μάτια, γιατί εκείνη την ώρα έπρεπε να τον δει κατάματα τον άνεμο. Κάποτε άνοιξε τα χέρια της διάπλατα, σαν να 'θελε να τον χωρέσει ολόκληρο στην αγκαλιά της, να τον φυλακίσει εκεί, να γίνει ένα με αυτόν, να φύγει μαζί του· έξαφνα έπαψε ολότελα ο φοβερός στρόβιλος του παρελθόντος και της κλεμμένης ζωής κι όλα έγιναν ένα ατέλειωτο παρόν, εδώ και παντού, όπως είχε χαράξει στο χώμα με ένα καλάμι δώδεκα μήνες νωρίτερα. Στο πρόσωπό της έφεγγε ένα χαμόγελο. Σχεδόν την ίδια στιγμή, ανάμεσα απ' τις μυγδαλιές, ακούστηκε το σφύριγμα του ανέμου να σχηματίζει το τελευταίο πρόσταγμα για κείνη. Ήταν μια λέξη χωρίς φόβο ή ελπίδα, χωρίς ερωτηματικό:

 

φίλησε

 

Μεμιάς τότε η κυρία Δομένικα έπεσε μπρούμυτα καταγής και φίλησε το χώμα της Φωλίτσας.