θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 65ο

 

 

 

 

 

65.

 

ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

 

 

 

Η βραδιά της τετάρτης προς την πέμπτη Φεβρουαρίου δεν είχε διόλου φεγγάρι, μα τούτο δε σημαίνει βέβαια πως η κυρία Δομένικα δυσκολεύτηκε να φτάσει ίσαμε το μονοπάτι του Θανάτου· ήξερε τη διαδρομή καλύτερα από κάθε άλλον, κι εξάλλου, όταν πηγαίνεις να πεθάνεις, δε χάνεις ποτέ το δρόμο, κι ας είναι πίσσα το σκοτάδι γύρω σου — άλλωστε η δασκάλα μας, ακόμα κι ελεύθερο να άφηνε το βήμα της, πάλι στην Κουπέλα θα 'βγαινε, ο Ταρνανάς ένα παρόμοιο ολοσκότεινο βράδυ ένα χρόνο νωρίτερα μας είχε πει: «άμα αφήσεις το βήμα σου ελεύθερο, θα βγεις εκεί που πρέπει...». Και, καθώς εκείνη άρχισε να ανεβαίνει το μαύρο μονοπάτι, όλοι οι δαίμονες της Κουπέλας, όλοι εκείνοι οι λεπροί που πέθαναν αγκαλιασμένοι και γίνανε το χώμα του ανεμόδαρτου λόφου, στάθηκαν πλάι στους κορμούς των δέντρων αριστερά και δεξιά από το Θάνατο και, όπως περνούσε η δασκάλα μας, όλοι άπλωναν το χέρι να την αγγίξουν, σαν να της δίναν κατευόδιο ή μια ψυχή παραπάνω για να την κάψει άφοβα στα μήλα. Κι αφού πράγματι την άγγιξαν ο ένας μετά τον άλλον —όλοι οι θλιμμένοι δαίμονες—, έφτασε κάποτε στην τελευταία μυγδαλιά του Θανάτου. Όταν έφτασε λοιπόν στην τελευταία μυγδαλιά του μονοπατιού, με το μακρύ νύχι του δεξιού της χεριού χάραξε μια λέξη μες στο βαθύ σκοτάδι πάνω στον κορμό του δέντρου: «απόψε». Κι έπειτα προχώρησε στη Φωλίτσα ίσαμε δέκα μέτρα και σταμάτησε μπροστά στη γούβα των ερώτων της με την Τζίλντα, εκεί που πριν από ένα χρόνο την είδαμε να παίρνει ένα καλάμι και να γράφει επάνω στο χώμα τη φράση

 

ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

 

Κι αφού έμεινε ακίνητη και με κλειστά τα μάτια για ένα δυο λεπτά, έβγαλε απ' τον κόρφο της τον άσπρο φάκελο, τον απόθεσε πλάι απ' τη γούβα κι έβαλε πάνω του μια λεία πλατιά μαύρη πέτρα για να μην τον πάρει ο άνεμος. Κατόπιν γδύθηκε ολότελα (φορούσε μόνο την κόκκινη κορδέλα στο λαιμό) και κάνοντας τα ρούχα της μπόγο τα πέταξε μακριά. Δε νοιάστηκε διόλου για το κρύο, ίσα ίσα, μ' όλο που 'χε μείνει πετσί και κόκαλο και θα 'πρεπε να τουρτουρίζει σαν το σπουργίτι, στάθηκε ορθή, γαλήνια, αγέρωχη και έστρεψε το βλέμμα της ψηλά, προς το μαύρο θόλο της νύχτας· τι να 'βλεπε άραγε — το σκοτάδι ήτανε πίσσα. Πέρασε κάμποση ώρα· εκείνη παρέμενε ακίνητη σαν άγαλμα και δε σκεφτόταν τίποτε — ήταν δοσμένη ολόκληρη σε μια απόλυτη προσμονή: όπου να 'ταν θα σφύριζε ο άνεμος για τελευταία φορά. Σε αυτήν την προσμονή είχε δοθεί τανύζοντας το σώμα και την ψυχή της ως τα απώτατα άκρα· κάποια στιγμή το τραγούδι βγήκε απ' το στόμα της σαν προσευχή:

 

  «Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, πόσο σε καρτερούσα, για να φιλήσω έξαλλα τα χείλη που ποθούσα κι ήρθες φορώντας στο λαιμό την κόκκινη κορδέλα κι άνθισες τις αμυγδαλιές επάνω στην Κουπέλα κι έφερες τον καρνάβαλο και κρέμασες τις χάντρες και ξάναψες τις κοπελιές και φούντωσες τους άντρες και σε χορό τους έσυρες κι όλο κρασί κερνούσες κι όλους τους εξελόγιασες κι όλους τους εμεθούσες· και μένα που 'μαι μοναχός κι ερωτοχτυπημένος, Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, με πλήγωσες και φέτος...».

 

Κι όταν τέλειωσε το τραγούδι της, η κυρία Δομένικα πήρε βαθιά ανάσα και, φουσκώνοντας τα μάγουλά της, φύσηξε προς το μέρος απ' όπου θα ερχόταν ο άνεμος, λες κι ήθελε να τον προκαλέσει. Κατόπιν έλυσε την κόκκινη κορδέλα απ' το λαιμό της και την άφησε να πέσει κάτω, κι αμέσως μετά σχημάτισε με τους δύο δείκτες της το σχήμα του σταυρού και τους έφερε στο στόμα της και τους δάγκωσε στο σημείο ακριβώς που κόβουν ο ένας τον άλλον. Η δασκάλα μας ήτανε πια έτοιμη για όλα.