θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 64ο

 

 

 

 

 

64.

 

Το πατημένο ερωτηματικό

 

 

 

Η τετάρτη Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ ήταν για τη δασκάλα μας η τελευταία μέρα. Θα κύλησε αργά, με κλεφτές ματιές πίσω απ' τις γρίλιες που γύρευαν το στερνό αντάμωμα με το φως του ήλιου, με μικρές χειρονομίες αποχαιρετισμού των οικείων αντικειμένων, με το λύγισμα των κουταλομαχαιροπίρουνων της κουζίνας, το τρύπημα του πάτου των κατσαρολικών με σιδερόκαρφο, το τελευταίο συγύρισμα των δωματίων, το σπάσιμο του σκεπασμένου καθρέφτη. Με τη δύση του ήλιου η κυρία Δομένικα άναψε τα κεριά, κατόπιν κάθισε στο γραφείο της, πρώτα σημείωσε εκείνη την αινιγματική κουβέντα για το διάβολο κι έπειτα έγραψε σ' ένα κομμάτι χαρτί τις τελευταίες της επιθυμίες και το έβαλε σ' ένα φάκελο — αυτόν το φάκελο βρήκαμε την επόμενη μέρα πλάι στο γυμνό κουφάρι της στη Φωλίτσα της Κουπέλας. Κι ήτανε όλα μελετημένα για να τον βρούμε εμείς εκείνον το φάκελο· η δασκάλα μας το είχε φανταστεί πως η μάνα της θα την έψαχνε απ' τα ξημερώματα της επομένης (σ' το είπα και πριν, η Αύρα Φραντζή το 'ξερε πότε θα τέλειωναν οι χίλιες μέρες της κόρης της), μα, σαν την αναζητούσε, πού θα το μάντευε πως θα την έβρισκε στην Κουπέλα· οι μόνοι που ξέραμε για το μαγεμένο λόφο —εκτός απ' την κυρία Δομένικα και την Τζίλντα— ήμασταν εμείς, άρα η μητέρα της δασκάλας μας θα πήγαινε στην αστυνομία, η αστυνομία στον Κερατένιο, ο Κερατένιος σε μας —σιγά και μη δεν το 'χε ψυλλιαστεί τι έτρεχε με μας και κείνη, όλη η γειτονιά βοούσε πως η Δομένικα μας είχε κάνει μάγια—, κι εμείς θα ανεβαίναμε σαν παλαβοί στην Κουπέλα κι εκεί θα βρίσκαμε τη δασκάλα μας να φιλάει το χώμα και πλάι της τον άσπρο φάκελο — ήτανε όλα μελετημένα, σου λέω, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Και μόλις εκείνη έκλεισε στο φάκελο το χαρτί με τις στερνές της επιθυμίες (όπου δεν έκανε την παραμικρή αναφορά στην Τζίλντα, και μόνο εκείνη ήξερε το γιατί), άνοιξε τα κόκκινα τετράδιά της και τα διάβασε όλα απ' την αρχή, αναμετρώντας το ακατανόητο, αυτό που δε λέγεται με λόγια, εικόνες και ήχους, μα λένε πως συνοψίζεται στο τελευταίο τρέμουλο των χειλιών μια στιγμή μετά το θάνατο... Είχαν περάσει για τα καλά τα μεσάνυχτα όταν σώθηκαν τα κεριά· η κυρία Δομένικα είχε φτάσει στο τελευταίο φύλλο του έβδομου τετραδίου της. Κι όταν απλώθηκε το σκοτάδι, πήρε το μολύβι της και με τρεμάμενο χέρι έγραψε στο χαρτί χωρίς να βλέπει μια μόνο λέξη, κι από δίπλα ένα πεισματικά πατημένο ίσαμε είκοσι φορές ερωτηματικό· εγώ τη διάβασα τούτη τη λέξη ένα αυγουστιάτικο βράδυ στον Άσπρο Βράχο, εφτά χρόνια αργότερα, και, βλέποντας εκείνο το ερωτηματικό πλάι της να 'χει τρυπήσει το χαρτί, σκέφτηκα πως ήταν ολόιδιο με το σημάδι που μου 'χε αφήσει στο στήθος το σουβλί της κυρίας Πανδώρας κι αισθάνθηκα ένα κύμα να φουντώνει μέσα μου, κάτι σαν άγρια χαρά που ξεπετιόταν μέσα απ' την αυλαία της ήττας: ένα ερωτηματικό είναι το σημείο όπου συναντιούνται η λιγοψυχιά, η ελπίδα, ο θάνατος:

 

φίλησε;

 

Αυτή ήτανε και η τελευταία σημείωση της κυρίας Δομένικας στο τετράδιό της, κι όπως σου είπα και πρωτύτερα, λογαριάζω πως γράφτηκε στα τυφλά, μες στο απόλυτο σκοτάδι, κι ενώ η καμπάνα του παπα-Λεπ Ταιρ είχε σημάνει από ώρα μεσάνυχτα. Μετά από αυτό δεν της έμενε τίποτε άλλο· έβαλε τα κόκκινα τετράδιά της στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου χωρίς να το κλειδώσει, έβγαλε κατόπιν απ' το πρώτο την κόκκινη κορδέλα και την τύλιξε στο λαιμό της, κι έπειτα σηκώθηκε, φόρεσε το πανωφόρι της, ρίχνοντας στον κόρφο της τον άσπρο φάκελο, και έφυγε απ' το σπίτι της, παίρνοντας το δρόμο για την Κουπέλα, για να αναμετρηθεί εκεί με τον άνεμο που σφυρίζει καθώς περνά ανάμεσα από τις μυγδαλιές του μαγεμένου λόφου.