θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 63ο

 

 

 

 

 

63.

 

Για αυτό το κεφάλαιο γράφτηκε αυτό το βιβλίο

 

 

 

  Από την πρώτη στιγμή που διάβασα τα τετράδια της Δομένιακας Φραντζή, το φθινόπωρο του χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα, ήταν απολύτως ξεκάθαρο μες στο μυαλό μου: η σημείωση του κόκκινου τετραδίου της δασκάλας μας για κείνον που χθες το βράδυ δεν φορούσε σκουφί γράφτηκε την νύχτα της τετάρτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ — ακόμη και τα μικρά παιδιά το ξέρουν πως ο διάβολος δείχνει τα κέρατά του στην τελευταία συνάντηση. Όσο για το τι ειπώθηκε ανάμεσα στον πονηρό και στην κυρία Δομένικα εκείνο το βράδυ της τρίτης προς την τετάρτη Φεβρουαρίου, εντέλει δεν είναι και τόσο δύσκολο να το φανταστεί κανείς, ιδίως αν βιάζεται να συναντηθεί με το κρίμα του όπως εγώ· βλέπεις, κι οι δυο τους διεκδίκησαν την ίδια ζωή και το ίδιο σώμα και, αλίμονο, όποιος τα κέρδιζε θα τα 'χε κλέψει απ' τον άλλον· εντέλει το χέρι του γιου πήρε τη ζωή της μάνας, κι ο διάβολος έχασε το παιχνίδι, κι έτσι παρέμεινε ένας αντικατοπτρισμός μες στον καθρέφτη, μια ενοχή που στοιχειώνει τη συνείδησή μας, ένας ίσκιος. Και φαντάζεσαι τι λύσσα θα 'χε ο πονηρός για τη δασκάλα μας, μ' όλο που το 'ξερε καλά πως εκείνη δεν είχε φταίξει σε τίποτε, πως όλα έγιναν προτού τη γέννησή της — τι σημασία είχε αυτό για κείνον· η κυρία Δομένικα ήταν για το σατανά μια ήττα, και το μαύρο μπισίκι είχε πια θαφτεί για τα καλά μέσα στη γη εκείνο το βράδυ που κατέρρευσε η σπηλιά της Μπαρμπακούλας... Γι' αυτό εξάλλου το 'χε βάλει σκοπό του με πείσμα λυσσαλέο να κυριεύσει την ψυχή της δασκάλας μας, να της τσακίσει τη συνείδηση και το νου, να την πάρει με το μέρος του, παραδομένη ολοκληρωτικά στις βουλές του — μπορεί να μην κέρδιζε έτσι τη ζωή που 'χε χάσει στο παραλίγο, μα θα ξεπλήρωνε τουλάχιστον την προηγούμενή του αποτυχία, θα κέρδιζε τη χαρά της απόδειξης ότι είναι αυτός πιο δυνατός, θα 'παιρνε το αίμα του πίσω. Έτσι, άρχισε να εμφανίζεται εμπρός της τις νύχτες, πρώτα στα όνειρα κι έπειτα στον ξύπνιο, πάντοτε όμως όταν ήταν μονάχη — ο διάβολος δεν παρουσιάζεται ποτέ σε δύο. Και δεν ξέρω πότε ξεκίνησαν τούτες οι επισκέψεις, μάλλον πολύ προτού ερωτευτεί την Τζίλντα η κυρία Δομένικα, ίσως κιόλας από τότε που εκείνη έμαθε από τη μάνα της την ιστορία της γέννησής της· και φυσικά ο διάβολος δεν της αποκάλυψε την αληθινή του ταυτότητα, αλίμονο, δεν τον βγάλανε πονηρό για πλάκα, θα πήρε την όψη νέου πανέμορφου άντρα, με όψη λυπημένη και μάτια γεμάτα παράπονο — έτσι θα της παρουσιάστηκε της δασκάλας μας, γιατί το υπολόγιζε πως έτσι θα τη συγκινούσε. Μονάχα που έπρεπε να κρύψει κάπως τα κέρατα, το μόνο μέρος του κορμιού του που δεν παράλλαζε ποτέ, κι έτσι φόρεσε στο κεφάλι ένα μάλλινο ναυτικό σκούφο. Σκέψου λοιπόν, και τι δε θα της είπε της κυρίας Δομένικας ο Βελζεβούλ όλα αυτά τα χρόνια· τι ψέματα, τι ιστορίες πάθους, έρωτα και θανάτου, τι δήθεν εξομολογήσεις με πικρά δάκρυα θα της ξεφούρνισε, όλα αυτά βέβαια για να κερδίσει καταρχήν τη συμπάθειά της. Μα η δασκάλα μας δεν ήτανε καμιά χαζή και δεν πίστευε τέτοια παραμύθια, είμαι βέβαιος πως με την πρώτη θα τον καταλάβαινε ποιος ήταν και τι ήθελε απ' αυτήν· παρ' όλα αυτά όμως, δε θα θέλησε να τον αποδιώξει με σταυρούς και ξορκισμούς, καθώς δεν το άντεχε η ψυχή της να αποδιώξει κάποιον που γυρεύει κάτι από αυτήν, όσο μοχθηρός κι αν ήταν, όσο φθονερός κι αν φαινόταν ο σκοπός του — ποιος ξέρει, ίσως κιόλας να ένιωσε και μια περίεργη ακατανόητη έλξη για τον άρχοντα του σκότους που γύρευε εκδίκηση για τη χαμένη ζωή του. Εκείνος, πάλι, σαν είδε πως ο καιρός περνούσε και δεν έπιαναν οι κλάψες, άλλαζε τροπάριο κι άρχιζε να μιλά για την ανυπέρβλητη δύναμη, για το ένα σημείο απ' όπου ξεκινούν και καταλήγουν όλα, για την καταστροφή και την ανασύνθεση του κόσμου, για την επιλογή των εκλεκτών του σκάφους της αιωνιότητας, αυτά και άλλα παρόμοια της έλεγε, εμφανιζόταν μέσα σε σύννεφα ολοκόκκινα και αναληπτόταν με ήχους από σπαθιά και σπαρακτικές οιμωγές, τα μάτια του έκαιγαν σαν πυρωμένα σίδερα, αλλά το σκούφο δεν τον έβγαλε ποτέ· είπαμε, η φύση μας θέλει να κρύβεται. Και, καθώς ούτε με αυτά ίδρωνε το αυτί της κυρίας Δομένικας, εκείνος άρχισε τις υποσχέσεις για δύναμη, μεγαλεία, ηδονές κάθε λογής, μαγικές ικανότητες που δεν της βάνει ο ανθρώπινος νους, κι όσο η δασκάλα μας αδιαφορούσε, τόσο περισσότερο θα μάνιαζε αυτός, μεγαλώνοντας ολοένα τις προσφορές του, μέχρι που έφτασε να της υποσχεθεί πως αν έρθει μαζί του θα έπαυε την κατάρα της Μπαρμπακούλας, πως θα της χάριζε αιώνια νεότητα, πως θα της έδινε να μυρίσει τον ωραιότερο ανθό του κόσμου· τέτοια θα της υποσχόταν, κι η δασκάλα μας θα κρατήθηκε μια, θα κρατήθηκε δυο, μα στο τέλος θα του είπε πως αν είναι να αγαπάς εκ του ασφαλούς δεν έχει αξία. Και βέβαια θα άφρισε με την κουβέντα της αυτή ο διάβολος, θα έφαγε τα λυσσακά του απ' το κακό του, και φαίνεται τότε θα πήρε την απόφαση για όσο εκείνη ζει, κάθε βραδιά που θα 'ταν μοναχή της, να στοιχειώσει τον ύπνο και την ξαγρύπνια της και να την τυραννάει όσο περισσότερο γινόταν, μέχρι εκείνη να πέσει γονατιστή στα πόδια του και να του ζητήσει έλεος. Κι ο πονηρός την έκανε πράξη αυτή του την απόφαση: κάθε βράδυ παρουσιαζόταν μπροστά της και την έβριζε με λόγια απίστευτα χυδαία, της προσέβαλλε ό,τι εκείνη είχε για όσιο και ιερό, αραδιάζοντας αναρίθμητα ψέματα, για ώρες ατέλειωτες της περιέγραφε το πώς σαπίζει το ανθρώπινο κορμί και πώς το τρώνε τα σκουλήκια, το πώς όλα καταλήγουν σε έναν ποταμό φρίκης και πόνου· αυτά της έλεγε κι άλλα παρόμοια: ότι οι αγκαλιασμένοι λεπροί της Κουπέλας είναι αγκαλιασμένοι δολοφόνοι, ότι ο άνεμος που σφυρίζει ανάμεσα από τις μυγδαλιές είναι ψυχές αθώων που δε θα βρουν ποτέ τη γαλήνη. Έτσι περνούσαν τα χρόνια με την ολονύκτια τυραννία για τη δασκάλα μας, και μόνο όταν ανέβαινε στην Κουπέλα γλίτωνε για λίγο, μέχρι που συναντήθηκε με την Τζίλντα στη λεύκα της αλάνας. Μοιραία θα αραίωσαν από τότε οι επισκέψεις του σατανά, καθώς ελάχιστα ήτανε πια τα βράδια που η κυρία Δομένικα δε βρισκόταν με την Τζίλντα στον ανεμοδαρμένο λόφο. Όποτε όμως γίνονταν, πονούσαν πολύ περισσότερο, καθώς εκείνος έβαζε τα μεγάλα μέσα· ήξερε καλά βλέπεις τι την έτσουζε τη δασκάλα μας: εμφανιζότανε έξαφνα με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα και της έλεγε πως για κάθε στιγμή ηδονής που ένιωθε εκείνη, στην ακριβώς αντίπερα μεριά μοιράζεται χίλιες χιλιάδες φορές περισσότερος πόνος, πως για κάθε πιθαμή της σάρκας που χαίρεται, αναρίθμητα σώματα χάνονται μες στη μαύρη χοάνη, πως για κάθε λουλούδι που ανθίζει έχει ρημαχτεί μια ψυχή, πως κάθε φιλί προϋποθέτει ένα φαγωμένο συκώτι, πως για κάθε «σ' αγαπώ» χρειάζεται ένα χαντάκι γεμάτο με αίμα, απ' όπου όλα τα δαιμονικά τέρατα θα πιουν να ξεδιψάσουν. Και ξέρω καλά πως τέτοιες κουβέντες θα κουλουριάστηκαν σαν φίδια μες στην ψυχή της κυρίας Δομένικας και θα τη δάγκωναν κάθε λίγο και λιγάκι, σταλάζοντας μέσα της αφάνταστη πίκρα και πόνο. Ίσως κιόλας έτσι να εξηγείται το γιατί η δασκάλα μας θέλησε να μείνει μόνη της τις τελευταίες εβδομήντα μέρες της, κλεισμένη μες στο σπίτι της με καρφωμένα τα παράθυρά της· είχε ανοιχτούς λογαριασμούς να κλείσει με το διάβολο. Αυτός, απ' την πλευρά του, εκείνες τις μέρες έπαιξε το τελευταίο του χαρτί: της μίλησε για όλα όσα σημάδεψαν τη ζωή της, ακόμη και γι' αυτά που συνέβησαν πριν από τη γέννησή της· για το μαύρο μπισίκι, για το μαχαίρωμα της Μπαρμπακούλας, για την τρέλα του Δομένικου, για τη φριχτή μοναξιά της Αύρας, για την αυτοκτονία του Νίκου Φραντζή, για το ρόγχο του μεθυσμένου μανάβη, κι έπειτα της προείπε το τέλος της Τζίλντας, της μάνας της, του Γιώργου και όλων μας... Της μιλούσε αργά και χαμηλόφωνα, χωρίς να εκνευρίζεται ή να θυμώνει, με παύσεις και μοχθηρά χαμόγελα, περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια την απόγνωση στην οποία περιήλθαν ή θα περιέρχονταν όλοι όσοι συναντήθηκαν μαζί της, «ενώ άμα εσύ δεν υπήρχες...» συμπλήρωνε χαιρέκακα, κι έπειτα ξαναγυρνούσε με συριστικό ψιθύρισμα σε κείνα που ήξερε πως την πονούσαν πιο πολύ: λόγου χάρη, στην απορία του βλέμματος εκείνου του άντρα του μεσημεριού του εξήντα εφτά ή στην απόγνωση της μάνας της ή στο τρεμάμενο πιγούνι του Γιώργου... Και ήταν φανερός ο στόχος του, ήθελε να φορτώσει στην κυρία Δομένικα όλη τη δυστυχία του κόσμου, να βουρλίσει το μυαλό της με τις τύψεις που έτσι κι αλλιώς σερνόντουσαν μέσα της από χρόνια, γύρευε να της στερήσει ακόμη και το μαραμένο χαμόγελο που της είχε απομείνει, ακόμη κι αυτή την ελάχιστη γαλήνη της στερνής ώρας. Κι όμως, παρ' όλο που η ταυτότητά του είχε αποκαλυφθεί πια πέρα για πέρα, αυτός μέχρι τη νύχτα της τρίτης προς την τετάρτη Φεβρουαρίου δεν κόταγε να εμφανιστεί μπροστά της ξεσκούφωτος...

 

Ωστόσο εκείνο το βράδυ που ο διάβολος παρουσιάστηκε στη δασκάλα μας για στερνή φορά δε φορούσε σκουφί· κι αν με ρωτάς το γιατί, τι να σου πω — ίσως γιατί ακόμη κι αυτός πρέπει έστω για μια φορά να λέει την αλήθεια... Εκείνη θα τον περίμενε με όλα τα φώτα σβηστά, καθισμένη όπως πάντα στην καρέκλα της, αποστεωμένη και κίτρινη σαν το φλουρί, ίδια με τις μορφές που στέκουν στο ενδιάμεσο των δύο κόσμων. Και κάτι μου λέει πως ο Βελζεβούλ δε θα εμφανίστηκε μπροστά της όπως τις προηγούμενες φορές, περιτυλιγμένος από ένα υπέρλαμπρο σύννεφο — ίσα ίσα, θα ήρθε σαν κλέφτης, σαν φάντασμα, τυλιγμένος με τη νύχτα και τη σιωπή, μα η δασκάλα μας μπορούσε να δει τη νύχτα μέσα στη Νύχτα και τη σιωπή μέσα στη Σιωπή· εκείνος, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, θα πήρε μια καρέκλα και θα κάθισε απέναντί της. Θα έμειναν για ώρα σιωπηλοί· ήτανε φως φανάρι πως ο πονηρός εκείνη την τελευταία βραδιά δεν είχε πάει για να τυραννήσει κι άλλο την κυρία Δομένικα — κάτι άλλο ήταν που γύρευε, τι όμως; Η δασκάλα μας έσπασε πρώτη τη σιωπή: «όταν φορούσες το σκουφί, τα κέρατά σου φαινόντουσαν μεγαλύτερα...» είπε. Τότε ο διάβολος την κοίταξε για μια στιγμή με τα ολοκόκκινα μάτια του, που 'μοιαζαν πυρωμένα σίδερα, κι αμέσως μετά άρχισε να τραγουδά εκείνο το γλυκύτατο τραγούδι: «Se il mio nome saper voi bramate dal mio labbro il mio nome ascoltate...» — το δίχως άλλο θα τραγουδούσε με φωνή αγγέλου. Μα, όταν πρόφερε τα λόγια «Io son Lindoro...», έσπασε τούτη η φωνή κι εκείνος έπεσε απ' την καρέκλα του και σχεδόν μπουσουλώντας έφτασε στην αγκαλιά της κυρίας Δομένικας, ξεσπώντας ταυτόχρονα σε φοβερούς λυγμούς. Και εκείνη χάιδεψε το κεφάλι με τα κέρατα. Σαν πέρασε λίγη ώρα, έκανε αυτό που έπρεπε να γίνει· έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου της ένα μακρύ μπαρμπέρικο ξυράφι, έπειτα πήρε τον αριστερό καρπό του και του έκαμε μια βαθιά ξυραφιά· και βέβαια δεν έτρεξε καθόλου αίμα — πού να το βρει το αίμα ο πονηρός. Κατόπιν η δασκάλα μας έκανε το ίδιο και στο δικό της αριστερό καρπό και τινάχτηκε το αίμα της σκούρο κόκκινο· κι αμέσως ένωσε τον ξουραφιασμένο καρπό της με το δικό του — ναι, αγάπη μου, έγινε αυτό που μόλις σου είπα, μην τρομάζεις, η κυρία Δομένικα άλλαξε το αίμα της με το διάβολο· ήταν κάποιος που πονούσε κι έκλαιγε στην αγκαλιά της, κι η δασκάλα μας έκανε το μόνο που μπορούσε, δε γινόταν αλλιώς. Και καθώς κρατούσε σφιχτά κολλημένο τον καρπό της πάνω στον καρπό του πονηρού, συνέχισε την επόμενη στροφή του τραγουδιού που εκείνος είχε σταματήσει λίγο πρωτύτερα: «L'amoroso e sincero Lindoro...». Και το τραγούδησε ξανά και ξανά εκείνο το τραγούδι μέχρι που ξημέρωσε.