θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 62ο

 

 

 

 

 

62.

 

Ποιος;

 

 

 

Λένε πως οι παλιοί σοφοί, εκείνοι που ήσαν τόσο σοφοί ώστε να φροντίσουν να λησμονηθούν για πάντα, επέμεναν σε αυτό μέχρι την τελευταία τους ώρα: ο τρόμος κατανοείται με τρόμο και ο κόσμος κατανοείται με κόσμο. Αν, λοιπόν, η συνταγή για το βρασμένο αίμα σε τρόμαξε μια φορά, έχεις την φράση της προτελευταίας σελίδας του τετραδίου της δασκάλας μου που θα σε τρομάξει δέκα ή και εκατό – μα συνάμα θα σε γεμίσει με την αλλόκοτη πηχτή γαλήνη του βαθιού τρόμου· βλέπεις, τα σημάδια που στην αρχή είναι κρυφά κι αόρατα, όσο πλησιάζει το τέλος, φανερώνονται με όλο και μεγαλύτερη καθαρότητα, κι ο πονηρός είναι σχεδόν παρών, λείπει μονάχα το φοβερό του όνομα:

 

χθες το βράδυ δε φορούσε σκουφί

 

Κι ίσως περιμένεις τώρα να υπεκφύγω, να προσποιηθώ πως τάχα δεν ξέρω, πως δεν καταλαβαίνω τίποτε· κι εγώ θα το 'θελα αυτό, να μην υποψιάζομαι ή να 'χω κάποια άλλη εξήγηση που να πονά λιγότερο, όμως η αλήθεια είναι πως κάποια βραδιά ανάμεσα στην εικοστή του Γενάρη και στην πέμπτη του Φεβρουαρίου η κυρία Δομένικα συνάντησε κάποιον ή, πιο σωστά, κάποιος την επισκέφτηκε που δε φορούσε σκούφο, κι άμα δηλώνεται για εκείνη τη βραδιά πως αυτός ο «κάποιος» ήταν ξεσκούφωτος, ε, τούτο πα να πει πως υπήρξε και κάποια άλλη φορά, ή κάποιες άλλες φορές, που η δασκάλα μας τον συνάντησε κι αυτός τότε φορούσε σκουφί στο κεφάλι, κι άραγε γιατί τόση επιμονή σε αυτόν το σκούφο που εκείνη την κρίσιμη βραδιά δεν τον φορούσε αυτός ο μυστηριώδης επισκέπτης — έλα, αγάπη μου, είναι πολύ απλό, αν βρεις τι χρησίμευε ο σκούφος, θα βρεις και τον μυστηριώδη άγνωστο – τα πράγματα στη ζωή είναι τόσο απλά, για σκέψου, γιατί μας χρησιμεύουνε τα ρούχα; – για να ζεσταινόμαστε και για να κρύβουμε τη γύμνια μας, οπότε αν αυτός ο «κάποιος» τον φορούσε το σκούφο επειδή κρύωνε, ε, τότε δε θα το πρόσεχε και τόσο πολύ η κυρία Δομένικα, δεν μιλάς την προτελευταία νύχτα της ζωής σου για κάποιονε που απλά κρυώνει μες στο Φλεβάρη, επομένως κάτι έκρυβε με το σκουφί αυτός ο άγνωστος όλες τις άλλες φορές που συναντήθηκε μαζί της, κάτι που στην τελευταία τους συνάντηση της το φανέρωσε – τι να 'κρυβε λοιπόν ο άγνωστος με το σκουφί, αχ, τι να 'κρυβε — εδώ σε θέλω: η φύση μας θέλει να κρύβεται, έλα, ξέρω πως το 'χεις καταλάβει, μα διστάζεις να το προφέρεις, ας είναι, θα το πω εγώ για σένα, πάντοτε εγώ προφέρω τις τρομερές λέξεις για λογαριασμό σου, εσύ ακούς δίχως καμιά ευθύνη, εσύ διαβάζεις τούτη την αφήγηση απλώς συνεπαρμένη, την κακιά λέξη εγώ θα την πω, σε μένα το κρίμα, εξάλλου γι αυτό αφηγούμαι, για να κερδίσω επιτέλους το κρίμα μου, το κρίμα μου,  — ο άγνωστος με το σκουφί έκρυβε τα κέρατά του, γιατί ο άγνωστος αυτός ήταν ο διάβολος.