θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 59ο

 

 

 

 

 

59.

 

Η πιο μεγάλη συμφορά

 

 

 

Στις αρχές του Δεκεμβρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά η κυρία Δομένικα πρέπει να κάρφωσε τα παντζούρια της — απ' τη Μαργαριτούλα μάθαμε πως η δασκάλα μας από τα μέσα του Νοεμβρίου είχε αγοράσει απ' τον πατέρα της, που 'τανε ξυλουργός, μια κούτα σιδερόκαρφα απ' τα μεγάλα. Σχεδόν όλο το Δεκέμβριο και μέχρι το τέλος του Γενάρη χιόνιζε συνέχεια· όλες αυτές τις μέρες εκείνη καθότανε κλεισμένη στο σπίτι της, προφανώς ανασυνέθετε για μια τελευταία φορά τη ζωή της, ίσως και να 'δινε λογαριασμό στο θεό της, ίσως, πάλι, να προσπαθούσε να ακούσει πώς πάγωνε το χιόνι πάνω στο χώμα. Και το βράδυ των Χριστουγέννων γιόρτασε μόνη της τα είκοσι οχτώ της χρόνια, γράφοντας στο κόκκινο τετράδιό της μια πρόταση, σαν άθροισμα, θαρρείς, της τελικής πρόσθεσης, μια πρόταση βγαλμένη από τα πιο βαθιά σκοτάδια του νου:

 

η πιο μεγάλη συμφορά είναι τα κρίνα

 

Ωστόσο, τώρα πια που πέρασαν τόσα χρόνια, νιώθω πως συμφιλιώνομαι σιγά σιγά με τούτα τα λόγια, η προσφορά της αγνότητας καταλήγει στη φρίκη και μόνο ο θάνατος έρχεται για να κοπάσει την έξαλλη ανθοφορία των κρίνων, εξάλλου μου 'χουνε δώσει και μένα κρίνα, όλοι κάποια ώρα λαμβάνουμε κρίνα κι όλοι τα περιμένουμε σε μια γωνιά...