θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 58ο

 

 

 

 

 

 58.

 

Όπου ταψί είναι το ολόγιομο φεγγάρι

 

 

 

Όταν χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα, ο Σώτερ έφερε στον Άσπρο Βράχο τα κόκκινα τετράδια της δασκάλας μας, στα τελευταία του έβδομου από αυτά διαβάσαμε μια σειρά από ακατανόητες φράσεις, γραμμένες η καθεμιά στο κέντρο ολόκληρης της σελίδας από χέρι που έτρεμε όλο και περισσότερο, ονόματα και ρήματα σκοτεινά μιας συνείδησης που γύρευε, θαρρείς, να αποτυπώσει το παρανάλωμά της στο άσπρο χαρτί. Τα όσα ακολουθούν γεννήθηκαν στο μυαλό μου με αφορμή τις φράσεις αυτές.

 

Εξάλλου τα περισσότερα μπορεί κανείς να τα συμπεράνει ακόμα με τη λογική: για παράδειγμα, είναι σχεδόν βέβαιο πως η κυρία Δομένικα εκείνο το ίδιο βράδυ της εικοστής εβδόμης Νοεμβρίου, λίγες ώρες αφότου εμείς την είδαμε για τελευταία φορά, ανέβηκε στην Κουπέλα και εκεί είπε και στην Τζίλντα το ίδιο ακριβώς ψέμα που είχε πει και σε μας, για τα μπιμπίκια του φεγγαριού και τη μαύρη πέτρα του Στρυμόνα. Η πρώτη από τις ακατανόητες φράσεις του εβδομου τετραδίου της είναι τούτη:

 

όλα τα ψέματα στο ταψί

 

Και βέβαια δεν είναι και τόσο δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτή τη φράση, ιδίως άμα φανταστεί πως εκείνο το μυστηριώδες «ταψί» σημαίνει το ολόγιομο φεγγάρι εκείνης της νύχτας. Άρα η δασκάλα μας έγραφε πως όλα τα ψέματα ειπώθηκαν τη νύχτα με το ολόγιομο φεγγάρι, την εικοστή εβδόμη Νοεμβρίου που ήταν πανσέληνος· πρώτα στο δωμάτιό της είπε σε μας το ψέμα, κι εμείς το πιστέψαμε, γιατί έτσι έπρεπε, κι ας την είδαμε που σταύρωνε τα δάχτυλά της, κι ας μην πήγαμε στις μαργαρίτες για να δούμε που βγάλαν ξυράφια αντί για πέταλα· πρώτα είπε σε μας το ψέμα λοιπόν, κι έπειτα, μόλις η καμπάνα του παπα-Λεπ Ταιρ σήμανε μεσάνυχτα, εκείνη πήρε το δρόμο που γνώριζε τόσο καλά κι ανέβηκε το Θάνατο (χρόνια αργότερα βρήκα τη μυγδαλιά που στον κορμό της είχε χαράξει το νούμερο εξήντα εννιά), κι επάνω εκεί, στη Φωλίτσα της Κουπέλας, αντάμωσε με την Τζίλντα. Κι όταν ολοκληρώθηκε το παράφορο σμίξιμό τους, τότε θα είπε και στην Τζίλντα την ιστορία για τη μαύρη πέτρα του ποταμού Στρυμόνα, που τάχα έπρεπε να λιώσει κάτω απ' τη γλώσσα της, θα της είπε πως θα 'φευγε για ένα δύο μήνες και πως θα ανταμώνανε ξανά το Φλεβάρη. Και η Τζίλντα θα την πίστεψε, γιατί έτσι έπρεπε. Κι όταν η δασκάλα μας της ζήτησε να τη φιλήσει εφτά φορές, στα μάγουλα, στο μέτωπο και στο λαιμό, εκείνη δεν έβαλε με το νου της τίποτε· και λίγο πριν απ' το ξημέρωμα η Τζίλντα έφυγε απ' τον καταραμένο λόφο χωρίς να το ξέρει πως ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε την κυρία Δομένικα, στα σίγουρα θα κατέβηκε το Θάνατο χωρίς να γυρίσει πίσω το κεφάλι να δει, κρατώντας στον κόρφο της το φιλημένο τριαντάφυλλο που σε κάθε τους συνάντηση της έδινε η δασκάλα μας, ενώ κάτω απ' το χώμα οι αγκαλιασμένοι λεπροί θα ούρλιαζαν έξαλλα και οι μαγεμένοι αρουραίοι θα πηδούσαν στις κούνιες των αβάφτιστων μωρών και θα τα δάγκωναν είτε στη φτέρνα είτε εκεί όπου ενώνεται το πάνω με το κάτω χείλος.