θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος ε [εκείνο το βράδυ] *  κεφάλαιο 57ο

 

 

 

 ε.

 

 

[εκείνο το βράδυ]

 

 

 

 

******

 

 

 

 

57.

 

Ας πούμε πως ήταν λάθος ο άνεμος

 

 

 

Όταν η κυρία Δομένικα μας κάλεσε στο σπίτι της εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου, με τη χλωμή γαλάζια πανσέληνο, για να μας πει πως τάχα έπρεπε να πάει στον ποταμό Στρυμόνα για να λιώσει μια μαύρη πέτρα κάτω απ' τη γλώσσα της, είχε σχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα θα έκανε τις εξήντα εννιά μέρες που της απόμεναν (απ' την αρχή τις είχε καλά μετρημένες τις μέρες της η δασκάλα μας, κι αυτό το φανερώνουν και τα νούμερα που χάραζε στις αμυγδαλιές, δεξιά κι αριστερά του Θανάτου). Σε όλο εκείνο το διάστημα κανείς από τους γείτονες δεν την είδε να βγαίνει ή να μπαίνει στο σπίτι της και, καθώς τα παντζούρια της ήταν κλειστά, όλοι υπέθεσαν πως είχε φύγει σε ταξίδι· μα η δασκάλα μας δεν έφυγε διόλου από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα τους δυόμισι τελευταίους μήνες της ζωής της. Αυτές τις εξήντα εννιά στερνές ημέρες της κυρίας Δομένικας θα επιχειρήσω τώρα να ανασυνθέσω, ψάχνοντας τον τρόμο και τη γαλήνη μες στον καθρέφτη, κάνοντας υποθέσεις αυθαίρετες και ανεξέλεγκτες, που συστρέφονται μέσα μου τόσα χρόνια, και ψάχνοντας τις ερμηνείες των σκοτεινών φράσεων που έγραψε στις τελευταίες σελίδες του έβδομου από τα κόκκινα τετράδιά της. Μα όποια και να 'ναι η αλήθεια που παραφράζω, θαρρώ πως δεν αλλάζει τίποτα· τα χείλη μου δε θα πάψουν να ματώνουν και τα ακατανόητα θα παραμείνουν ακατανόητα, απλώς τα όσα θα ακολουθήσουν συμπληρώνουν, σαν επίλογος γλυκερού ρομάντζου, το παζλ στο σημείο του ουρανού. Όμως εκεί όπου το μαχαίρι ματώνει τη σάρκα, α, εκεί τα κομμάτια έχουν ήδη τοποθετηθεί, κι αν δεν τα βλέπεις, δε φταις εσύ, ίσως εγώ να τα 'βαλα ανάποδα, ποιος ξέρει, ίσως και να 'ναι λάθος κομμάτια, ίσως κι ολόκληρο το παζλ να 'ταν απ' την αρχή ένα μεγάλο ανεξήγητο λάθος — αυτό για μένα είναι αδιάφορο πια, πέρασα τη ζωή μου ταιριάζοντας τα λειψά παζλ, κλέβοντας μνήμες, όνειρα, υποσχέσεις και νοσταλγίες, κλέβοντας τη συγγνώμη των άλλων, τη μελαγχολία των άλλων, την αγάπη των άλλων, το θάνατο των άλλων, και τώρα νιώθω πως, αν δεν υπήρχαν αυτά που έκλεψα, δε θα υπήρχα κι εγώ.

 

Και καθώς η διήγησή μου για την κυρία Δομένικα κοντεύει στο τέλος της, σκέφτομαι συχνά πως μπορεί, μιλώντας με τόση αγάπη για τη δασκάλα μας, να υπηρετώ εντέλει τις δυνάμεις του κακού (παρ' όλο που όταν ξεκίνησα σε διαβεβαίωσα για το αντίθετο), σκέφτομαι πως μπορεί να ξεγελάστηκα κι εγώ, όπως τόσοι άλλοι, από ένα διαβολικό σχέδιο — εξάλλου εύκολα στην ιστορία της, άμα το θέλει κάποιος, βρίσκει άφθονα τα σημεία του πονηρού. Εγώ μονάχα την είδα με τα μάτια μου να θανατώνει μ' ένα της φιλί, να παίρνει την ψυχή από ζωγραφισμένους αγίους, να εξαφανίζει ρολόγια κάτω από μαύρα μαντίλια, είδα να χάνονται στο στόμα της πασχαλιές γεννημένες από αίμα, μαρμάρινες Παναγίες να δακρύζουν με κατακόκκινα δάκρυα, αετούς με χάλκινα φτερά να της φέρνουν φριχτά κομμένα ανθρώπινα κεφάλια, την είδα να κατεβάζει την κυρτή σπάθα σε αθώο λαιμό, την άκουσα να ψελλίζει φοβερά ακατανόητα λόγια, κι ούτε μια φορά δεν έκανε μπροστά μας το σταυρό της, και στο στήθος της δεν είχε ρώγες για να θηλάσει ανθρώπινο στόμα· την είδα να ανεβαίνει τις νύχτες σε ένα λόφο καμωμένο από θάνατο και προδοσία και ν' ακούει τα παραγγέλματα του ανέμου και να σμίγει εκεί με μια πανώρια γυναίκα και μαζί μ' όλα τα τέρατα της πλάσης — αυτά όλα τα είδα με τα μάτια μου και πόσα άλλα ακόμη, βάλε και πόσα γίνανε δίχως να υποπέσουν στην αντίληψή μου, δίχως να τα μάθει ποτέ κανένας από μας, βάλε και τις κουβέντες της τις καθημερινές που όλες, μα όλες υπαινίσσονταν το σκοτάδι, το έρεβος, το απόλυτο μαύρο, βάλε και τις διηγήσεις της που το λέγαν ξεκάθαρα πως ήτανε σπέρμα σατανικών επιταγών, πως ο πατέρας της έσφαξε τη μάνα του, προκειμένου εκείνη να ζήσει, και δεν μπόρεσε ποτέ να ξεκολλήσει το μαχαίρι απ' την παλάμη του, βάλε τέλος και τις αποσπασματικές σημειώσεις της στις έσχατες σελίδες του έβδομου τετραδίου της (που ακόμη δεν τις ξέρεις, μα όταν θα τις διαβάσεις θα σου κοπούν τα ήπατα από το φόβο) — ε, είσαι κουτεντές πέρα για πέρα, θα μου 'λεγε κανείς, είσαι ένας βλάκας και μισός, ένας ηλίθιος με περικεφαλαία, που ακόμη δεν το 'χεις καταλάβει πως σε τούτη την ιστορία είναι χωμένος ο διάβολος μέχρι τα μπούνια, έτσι θα μου 'λεγε· μα έλα, αγάπη μου, και πες μου εσύ: υπάρχει καμία ιστορία που αν ψάξεις το διάβολο δε θα τον βρεις, το ξέρω, μπορεί να έγραψα μια αντεστραμμένη εκδοχή της παλιάς ιστορίας, όπου όλα τα σημάδια, το φωτεινό αστέρι, τα θαύματα, το Όρος των Ελαιών, ο Μυστικός Δείπνος, η Σταύρωση, όλα σου λέω, οδηγούν στον ακριβώς αντίθετο δρόμο, οδηγούν στον Κύριο του Κακού, εγώ θυμάμαι όμως τον Τζακ που έλεγε πως το καλό και το κακό είναι μονάχα λέξεις, κι ερμηνεύοντας τα σημεία, μπορείς εύκολα να καταλήξεις σε όποιο από τα δύο σε βολεύει, μπορείς εύκολα να βρεις σχέδια διαβολικά ή σχέδια σωτηρίας άμα το θες, όμως εγώ δεν πιστεύω στα σχέδια πια, σε αυτόν τον εφιάλτη κανείς μισεί και αγαπά χωρίς να είναι σίγουρος, σε αυτόν τον εφιάλτη η κυρία Δομένικα γύρεψε τις πιο μαύρες γωνίες και μοίρασε την ψυχή της στα ζώα του φόβου της, σε φίδια, αρουραίους, κοράκια και νυχτερίδες, και δεν πήρε τίποτε για αντάλλαγμα, κι όταν σφύριξε ο άνεμος, εκείνη χόρεψε μέχρι το τέλος, μαθαίνοντάς μας πως ο λαιμός του καθενός αξίζει άμα αυτός που τον έχει τον βάζει στο σίδερο, μαθαίνοντάς μας πως τα ωραιότερα όνειρα μας περιμένουν εκεί, στην κόψη του μαχαιριού αυτού του μαύρου εφιάλτη· ε, αν αυτό λέγεται διάβολος ή Θεός δεν το ξέρω, ξέρω όμως ότι η γυναίκα αυτή πάντοτε θα περπατά μπροστά μου κι εγώ θα την ακολουθώ, κι όποτε βλέπω μάτια να καίνε όπως τα μάτια εκείνης, εγώ θα ψάχνω κάτω από την μπλούζα μου για να προσφέρω βιολέτες. Γιατί, ακόμα κι αν ήταν λάθος ο άνεμος, σου ανακάτεψε τα μαλλιά εκείνο το βράδυ...