θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 56ο

 

 

 

 

 

56.

 

Verum, sine mendacio,

certum et verissimum

 

 

 

Εκείνη την ώρα ακούστηκε και η βαριά φωνή του Μεγάλου Πρόδρομου με το χαρακτηριστικό του κόμπιασμα: «Κυρία... γίνεται κανείς να ακούσει το τρίξιμο των λουλουδιών που ανθίζουν;». Τη στιγμή ακριβώς που τέλειωνε την ερώτησή του έσβησαν ξαφνικά όλα μαζί τα κεριά· το σκοτάδι έπεσε πηχτό. Η απάντηση της κυρίας Δομένικας ακούστηκε στ' αυτιά μας σαν ένας ψίθυρος από τον κάτω κόσμο, που σκέπασε κάθε άλλο ήχο ή αίσθηση — νόμιζες πως δε μιλούσε άνθρωπος μα μια τσιτσιρισμένη κιόλας από τις φλόγες της κόλασης ψυχή· στα σίγουρα, ήταν η πρώτη και μοναδική φορά για κείνο το βράδυ που η δασκάλα μας έλεγε την αλήθεια, ίσως γι' αυτό να έπρεπε να σβήσουν τα κεριά προτού μας απαντήσει, για να μη βλέπουμε το πρόσωπό της: «το τρίξιμο των λουλουδιών που ανθίζουν μες στη νυχτερινή σιωπή... το ξυράφι που κάθε δειλινό ματώνει τον ορίζοντα... τους ανάποδους ανέμους των λανθασμένων καλοκαιριών... τα δάκρυα όσων τους βγάλαν τα μάτια... τους σκελετωμένους σκύλους που παγώσαν από το κρύο τη νύχτα... τα γινωμένα κεράσια που δώρισε ο πεινασμένος διαβάτης... την τυφλή κοπέλα που κανείς ποτέ δεν της πρόσφερε μία βιολέτα... όλα αυτά τα βρίσκει κανείς μονάχα αν τα γυρέψει στο στομάχι της κόλασης...».

 

Και, ως συμπλήρωμα όλων αυτών, μόλις η δασκάλα μας απόσωσε τα λόγια της, ήρθε και το αναπόφευκτο: η επαφή της σάρκας. Και βέβαια αυτό έγινε ολότελα μηχανικά, ασυνείδητα, σαν να 'ταν συνήθεια μιας άλλης ζωής· μες στο σκοτάδι που γεννά την κτηνωδία, φουσκωμένοι από την αλλόκοτη έλξη που ασκούσε εκείνη πάνω μας, σχεδόν μπουσουλήσαμε και βρεθήκαμε όλοι γονατισμένοι γύρω της, πολύ κοντά της, τόσο που τα γόνατά μας άγγιζαν τα γόνατά της. Τότε η κυρία Δομένικα άπλωσε τα χέρια της εμπρός κι αισθανθήκαμε τα ακροδάχτυλά της να αγγίζουν τα μάγουλα, τα χείλια μας, τα βλέφαρά μας — άραγε πού τα βρήκε τόσα χέρια για να αγγίξει δεκατρία πρόσωπα μαζί; Και, μ' όλο που το άγγιγμά της ήταν τόσο ανάλαφρο όσο η ανάσα ενός βρέφους που κοιμάται, έχασα μεμιάς την αίσθηση των ορίων του σώματός μου, έγινα ολόκληρος μια υδάτινη μάζα που απλώθηκε κάτω κι ανακατεύτηκα με τους υπόλοιπους, και τότε ένιωσα για πρώτη μου φορά πως δεν ήμουν τίποτε, ούτε ύλη ούτε πνεύμα· απ' όλα τα μέλη του προηγούμενου κορμιού μου —τι παράξενο— αισθανόμουν μονάχα τα δόντια μου, έτοιμα να δαγκώσουν λυσσασμένα αυτό το ακαθόριστο κάτι που γεννούσε την τόση λαγνεία... Και πράγματι, κάποτε το μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού της διέγραψε τη γραμμή των χειλιών μου, την πίεσε, σχεδόν εκπόρθησε το στόμα μου, ηλέκτρισε το εσωτερικό του πάνω χείλους κι αίφνης μια υπέροχη παράφορη νοσταλγική γλύκα με κυρίευσε, μια ηδονή που κάτι της έλειπε για να ολοκληρωθεί απόλυτα... Τότε δάγκωσα με όλο μου το είναι το νύχι της, εκείνο το μακρύ μαύρο νύχι με το οποίο ξεκλείδωνε τις κλειδαριές στα όνειρά της, το δάγκωσα και δεν ήμουν τίποτε άλλο εκτός από το στόμα που δάγκωνε — στ' αλήθεια, αισθανόμουν ότι μου 'βγαινε η ψυχή με το λυσσαλέο εκείνο δάγκωμα, κι ο κόσμος γέμιζε από λουλούδια που αιμορραγούσαν, υπερμεγέθη αλλόκοτα πουλιά που 'χανε κρεμασμένα απ' το λαιμό τους φίδια, γυμνούς ανθρώπους αρσενικοθήλυκους με μπλαβιασμένη σάρκα που σμίγαν με πιθήκια που στρίγκλιζαν, χιλιάδες ποντίκια δεμένα το ένα με τ' άλλο απ' τις ουρές τους που έτρεχαν — ένα μαύρο νύχι κοφτερό σαν νυστέρι που τις νύχτες έκοβε τις καρωτίδες των μωρών που κοιμούνταν, το δάγκωσα αυτό το νύχι, κι όταν εκείνη τράβηξε απαλά το δάχτυλό της, αυτό ήταν ακόμη ανάμεσα στα δόντια μου, το είχα κόψει, κι αμέσως το ξαναδάγκωσα, ξανά και ξανά, με λύσσα, μέχρι που έγινε μικρά κομμάτια κι έπειτα τα κατάπια όλα μαζί. Μονάχα τότε γαλήνεψα και σιγά σιγά άρχισα και πάλι να αισθάνομαι το κορμί μου. Μα το πιο παράξενο απ' όλα ήταν αυτό που άκουσα να λέει ο Μανόλης για κείνο το βράδυ, αρκετό καιρό μετά το θάνατό της: ο φίλος μας είπε πως του συνέβη ακριβώς το ίδιο, κι από τα στόματα όλων μας ξέφυγε μια κοφτή κραυγή έκπληξης· σε λίγα λεπτά είχε βέβαια αποκαλυφθεί πως εκείνο το βράδυ στις είκοσι εφτά Νοεμβρίου, μόλις έσβησαν τα κεριά κι έπεσε το σκοτάδι, ο ένας μετά τον άλλον —ή όλοι μαζί ταυτόχρονα, κανείς δεν ξέρει— μες στην απίστευτη έκσταση του παραληρήματός μας φάγαμε δεκατρείς φορές το φοβερό νύχι της δασκάλας μας, κι όσο κι αν είναι αδύνατο να φαγωθεί το ίδιο νύχι δεκατρείς φορές, αυτό έγινε, κι άλλο μη βάζεις με το νου σου, κι ας χρησιμοποιήθηκε αυτό το μαύρο διαβολικό νύχι το ίδιο κιόλας βράδυ, καθώς έψαξα στις αμυγδαλιές του μαγεμένου λόφου και σε μια από αυτές βρήκα χαραγμένο το νούμερο εξήντα εννιά...

 

Κι όπως ήμασταν κυλισμένοι γύρω της ο ένας πάνω στον άλλον, αποχαυνωμένοι από την πρωτόγνωρη ηδονή, έξαφνα ένα γαλάζιο φως γέμισε το δωμάτιο· η δασκάλα μας είχε σηκωθεί δίχως να την καταλάβουμε κι είχε ανοίξει το παντζούρι του παραθύρου. Ένα παγερό αμείλικτο φεγγάρι έλαμπε ολοστρόγγυλο. Χωρίς να μας κοιτάξει διόλου, παρά ατενίζοντας το θόλο της νύχτας, είπε: «με τέτοιο φεγγάρι δε θα χάσετε το δρόμο...». Στη στιγμή πεταχτήκαμε όρθιοι· είχαμε καθίσει πολύ παραπάνω από όσο έπρεπε, είχαν περάσει πολλές ώρες που ήμασταν στο σπίτι της κι ίσως η δασκάλα μας να είχε κάποια δουλειά... Σχεδόν κουτρουβαλήσαμε από την ξύλινη σκάλα, φτάσαμε στην εξώπορτα, την ανοίξαμε, όταν ξαφνικά ακούσαμε τη φωνή της να μας λέει ένα ναζιάρικο «καληνύχτα...» γεμάτο υπονοούμενα. Γυρίσαμε και την είδαμε· το φεγγάρι φώτιζε σαν ένας μαγικός γαλάζιος προβολέας από την ανοιχτή εξώπορτα, κι εκείνη καθότανε σαν μια πανέμορφη νεράιδα πίσω από το τραπεζάκι του χολ και χαμογελούσε. Τότε τη ρώτησα όλο νάζι και χαμόγελο «κυρία, στα σίγουρα δε μας λες ψέματα;», ήταν μια ερώτηση χωρίς καμία σημασία, το μόνο που ήθελα ήταν να με προσέξει, να ασχοληθεί μαζί μου έστω για μια στιγμή. «Ναι, στα σίγουρα δε σας λέω ψέματα...» μου απάντησε ευθύς γελώντας, μα συνάμα με μια αστραπιαία κίνηση έκρυψε την αριστερή της παλάμη κάτω από το άσπρο τραπεζάκι· κοντοσταθήκαμε για λίγο, ίσα για να θαυμάσουμε για μια ακόμη φορά την υπέροχη ομορφιά της, κι έπειτα γυρίσαμε την πλάτη μας για να φύγουμε. Εκείνη τη στιγμή την ακούσαμε να συμπληρώνει: «άμα σας λέω ψέματα, οι μαργαρίτες να βγάλουν ξυράφια αντί για πέταλα...». Τα λόγια της δε μας πονήρεψαν διόλου και, χορτασμένοι από την ανεπανάληπτη μαγεία εκείνης της βραδιάς (κι εγώ δυο φορές πιο φουσκωμένος που η τελευταία κουβέντα της δασκάλας μας ήταν για μένα), βγήκαμε στον παγερό αέρα. Στο θόλο της νύχτας έλαμπε η πανσέληνος του Νοεμβρίου. Πήραμε βιαστικά το δρόμο για την αλάνα. Την κυρία Δομένικα δεν την ξανάδαμε ζωντανή.