θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 55ο

 

 

 

 

 

55.

 

Ιδού η ώρα όπου ο αναγνώστης

συνήθως αποφασίζει τι διαβάζει

 

 

 

Στις είκοσι εφτά Νοεμβρίου του εβδομήντα εφτά συναντηθήκαμε με την κυρία Δομένικα για τελευταία φορά. Η δασκάλα μας ήταν που προκάλεσε τούτη τη συνάντηση· την ώρα που έπεφτε ο ήλιος φάνηκε ο Πέπας στην αρχή απ' το μονοπατάκι που οδηγούσε στα Βαρέλια. Δεν έβρεχε διόλου, μα είχε παγωνιά και φυσούσε ένας αέρας του κερατά, και τα τρία κουρέλικα κασκόλ του Πέπα χόρευαν τρελά. Μόλις τον είδαμε εκεί επάνω, αμέσως καταλάβαμε πως κάτι έτρεχε· στην πλάτη του είχε την κασέλα με τα ματόχαντρα και τα υπόλοιπα μπιχλιμπίδια — δε θα ερχόταν κατευθείαν μετά τη δουλειά ως το Μικρό Ρέμα χωρίς λόγο. Και πράγματι, κάτι κρατούσε στο χέρι του που το κουνούσε πάνω κάτω: έναν άσπρο φάκελο. Ο Όττος, γρήγορος σαν το ζαρκάδι, ανέβηκε στο πι και φι ως τον Πέπα, «το βρήκα περνώντας κάτω απ' το σπίτι εκείνης να βολοδέρνεται από τον άνεμο και σας τον έφερα...» του είπε ο Πέπας κι αμέσως, χωρίς άλλη κουβέντα, χάθηκε τρέχοντας. Ίσαμε να κατεβεί κάτω, ο Όττος είχε σκίσει το φάκελο· όλοι πέσαμε από πάνω του, μια ύπουλη ανησυχία λόγχιζε ελαφρά την κοιλιά μου: μες στο φάκελο ήταν μονάχα ένα μαύρο κρίνο, αν το άγγιζες, θα έβαφε τα δάχτυλά σου, κι αν βάφονταν τα δάχτυλά σου, το βράδυ το κορμί σου θ' άρχιζε να παγώνει σιγά σιγά. Μόλις το είδα, μου κόπηκαν τα γόνατα — ήξερα πως κάποτε θα ερχόταν ένα μαύρο κρίνο και για μένα και τότε... Ωστόσο, προτού προφτάσει να το αγγίξει κανένας μας, φύσηξε ξαφνικά ο άνεμος, πήρε το μαύρο κρίνο και το στροβίλισε εξαφανίζοντάς το μεμιάς. «Πρέπει να πάμε στη δασκάλα μας...» είπα τότε εγώ, βλέποντας τους υπόλοιπους αμήχανους κι απορημένους, «...ένα μαύρο κρίνο σημαίνει πως πρέπει να συναντηθούμε...» συνέχισα, μα στη στιγμή δάγκωσα τη γλώσσα μου και δεν είπα και τη συνέχεια: πως μια τέτοια συνάντηση είναι πάντοτε η τελευταία... Ευθύς σηκωθήκαμε όρθιοι και, καθώς ανεβαίναμε σιγά σιγά το ανηφοράκι, κάποιος —θαρρώ ο Κώστας— φώναξε του Γιώργου που καθόταν ακίνητος στο βαρέλι του, σαν να μην είχε ακούσει τίποτε από όσα είχαμε πει. Εκείνος τότε σηκώθηκε και μας έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα του κάνοντας μια αποκρουστική γκριμάτσα· έπειτα ξάπλωσε στο χώμα και μπήκε έρποντας στο εσωτερικό του βαρελιού του.

 

Είχα ακούσει πως στην τελευταία συνάντηση αγαπημένων προσώπων λένε μονάχα την αλήθεια· κι όμως, την εικοστή εβδόμη του Νοεμβρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά η κυρία Δομένικα μας είπε ψέματα. Τα χρόνια που ακολούθησαν σκέφτηκα για ατέλειωτες ώρες τα όσα έγιναν εκείνη τη βραδιά που 'χε παγερό αέρα και μια γαλάζια χλωμή πανσέληνο και, όσο μπορώ να μιλώ με σιγουριά τώρα πια, κατέληξα πως τα ψέματα της δασκάλας μας δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το τελευταίο μάθημά της: άμα θες να πεθάνεις, πεθαίνεις μονάχος, όπως εκείνη· χρειάζεται πρωτύτερα να πεις ένα ψέμα για να σε αφήσουν ήσυχο αυτοί που σε αγάπησαν παράφορα και δε θα αντέξουν τον αποχωρισμό, να τους δώσεις μια πρόφαση, μια καραμέλα που θα κάνει υποφερτό το πρωινό τους ξύπνημα και θα ναρκώσει την οδύνη της επικείμενης απουσίας... Και φαίνεται πως τούτη την πρόφαση τη γυρεύαμε κι εμείς σαν σανίδα σωτηρίας, γι' αυτό και την πιστέψαμε σαν χάννοι, μ' όλο που έπρεπε να το καταλάβουμε με την πρώτη πως μας έλεγε ψέματα, ακόμη κι αν δεν την είχαμε δει που σταύρωσε τα δάχτυλά της, ακόμη κι αν δε μας είχε πει εκείνη η ίδια ένα χρόνο πριν πεθάνει την ημέρα του θανάτου της, ακόμη κι αν δεν το ήξερα εγώ πως τα μαύρα κρίνα σημαίνουν την τελευταία συνάντηση —έπρεπε να το καταλάβουμε—, μα κι αν ακόμη δε χαμπαριάζαμε τίποτε, έπρεπε, τουλάχιστον, το επόμενο κιόλας πρωινό να πάμε ως τις μαργαρίτες για να δούμε μήπως έβγαλαν ξυράφια αντί για πέταλα... Όμως τίποτε απ' όλα αυτά δεν έγινε, οπότε δεν υπάρχει άλλη εξήγηση· τα ψέματα της κυρίας Δομένικας ήταν αυτό που υποσυνείδητα θέλαμε όλοι μας: μια βολική και καλοδεχούμενη εκδοχή, κάτι σαν το ζαχαρωμένο τέλος των παλιών παραμυθιών... Κι ήταν στ' αλήθεια όλα μαγικά σαν παραμύθι εκείνο το βράδυ (γιατί μέχρι να πάμε στο σπίτι της είχε βραδιάσει για τα καλά). Η κυρία Δομένικα μας υποδέχτηκε στην πόρτα εκθαμβωτικά όμορφη, χτενισμένη με περισσή φινέτσα, τα μάγουλά της ολοκόκκινα (το δίχως άλλο θα τα 'χε αλείψει με αίμα για να κρύψει τη χλωμάδα της), φορούσε μελιτζανί βελούδινο φόρεμα και σε όλο το σπίτι ήτανε αναμμένα δεκάδες κοντά κεριά — στα τραπέζια, στα κρεβάτια, στη σκάλα, στο πάτωμα. Το γραμμόφωνο έπαιζε ιταλικά τραγούδια που φυσικά θα μιλούσαν για θανάτους ερωτευμένων, κι ένα μεθυστικό πρωτόγνωρο άρωμα γέμιζε την ατμόσφαιρα (την ξαναβρήκα αυτή τη μυρωδιά μετά από χρόνια στο υπόγειο του Μαξιμιλιανού). Στ' αλήθεια, πρώτη φορά την έβλεπα έτσι τη δασκάλα μου· ήταν μια γυναίκα πανώρια, η κόψη του επικείμενου θανάτου της είχε χαρίσει για ένα ολόκληρο βράδυ το άπιαστο της φευγαλέας τελειότητας. Δεν ήταν ερωτική έλξη αυτό που νιώσαμε, μα κάτι άλλο, άγριο κι αυτοκαταστροφικό, μια φριχτή, αυτοδιαμελιστική επιθυμία να κόψουμε το αριστερό μας χέρι απ' τον καρπό και να της το προσφέρουμε — θα ήταν το χέρι της καρδιάς, στ' αλήθεια, ένα μοναδικό δώρο για εκείνη... Κι όταν, μπαίνοντας μέσα, μας είπε χαμογελώντας διφορούμενα «αυτό σας έμαθα, λοιπόν... να αφήνετε μια κυρία μονάχη για τόση ώρα...», θάρρεψα για μια στιγμή πως είχα μπροστά μου την κυρία Πανδώρα, όπως θα 'ταν σαράντα χρόνια πριν την γνωρίσω — και μάλλον δεν ήμουν ο μόνος που ένιωσα μια τέτοια ανατριχίλα... Απλώθηκε σιωπή. Όλοι μείναμε αποσβολωμένοι από την ομορφιά της δασκάλας μας και την τόσο απροσδόκητη μεταμόρφωσή της. Εκείνη, πάλι, σαν πέρασαν πέντε λεπτά που τη χαζεύαμε βουβοί και σαστισμένοι, έδειξε να απορεί, «τι τρέχει;» μας ρώτησε, «...μήπως δε θέλατε να 'ρθείτε και σας έφερα με το στανιό;», «όχι, κυρία, όχι...» βιάστηκε να απαντήσει ο Σώτερ κι έπειτα συνέχισε διστακτικά «απλά να... είστε πολύ όμορφη...», «α!...» φώναξε εκείνη με φανερά προσποιητή έκπληξη, «...χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια για να το προσέξετε...» συνέχισε ναζιάρικα κι έπειτα, καθώς εμείς μείναμε μ' ανοιχτό το στόμα: «τέλος πάντων, ας πούμε ότι το 'χατε σκεφτεί από την πρώτη μέρα και τόσο καιρό ντρεπόσασταν να μου το πείτε...».

 

Κι ύστερα, μόλις ανεβήκαμε αμίλητοι στο πάνω δωμάτιο, νιώσαμε ένα παράξενο μούδιασμα στα γόνατά μας, σχεδόν σωριαστήκαμε σε κάτι μαύρα μαξιλάρια με κόκκινη δαντέλα που 'χε απλώσει η δασκάλα μας στο πάτωμα. Αμέσως μας μοίρασε ποτήρια μ' ένα σκουρόχρωμο πιοτό, «είναι πολύ παλιό...» μας είπε, «κι έχει φτιαχτεί για κάποιον που ψυχορραγούσε...». Είχε μια στυφή και συνάμα ολόγλυκη γεύση, σου μούδιαζε τη γλώσσα απ' τη γλύκα. «Πιείτε το ίσαμε το τέλος... εκείνος δεν πρόλαβε να το γευτεί...» μας παρότρυνε σαν είδε να γλαρώνουμε. Μόλις αδειάσαμε τα ποτήρια μας, ο Όττος τη ρώτησε «είναι κράνα;», «όχι» του απάντησε εκείνη, «είναι το αίμα του κορακιού που μια νύχτα χτύπησε το τζάμι του παραθύρου...», αυτό μας είπε κι έπειτα κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα.

 

Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς άρχισε να μας μιλά και τι μας έλεγε στην αρχή — μια γλυκιά νάρκη είχε παραλύσει το μυαλό μου. Θυμάμαι μόνο τις φλόγες απ' τα κεριά· αν τις καλοκοιτούσες, έβλεπες πως ήταν μαύρα κρίνα που ολοένα άνοιγαν τα πέταλά τους και γέμιζαν ασφυκτικά την εικόνα σαν εφιάλτης, κι έπειτα, βέβαια, θυμάμαι που η κυρία Δομένικα πέταξε με δύναμη το ποτήρι της στο πάτωμα, κάνοντάς το χίλια κομμάτια και λέγοντας με ξερή φωνή: «...όλα ήταν ψέματα...». Εμείς βέβαια τιναχτήκαμε τρομαγμένοι και την κοιτάξαμε με γουρλωμένα μάτια. Πέρασε ένα λεπτό μέσα σε μια ηλεκτρισμένη σιωπή. «Όλα, σας λέω, ήταν ψέματα...» επανέλαβε κάποτε η δασκάλα μας με φωνή πιο γλυκιά αυτή τη φορά, «το έκανα για να σας προσφέρω την ομορφιά... λένε πως ομορφιά είναι ο ζαχαρωμένος εφιάλτης που σου χαρίζει αυτός που στέκεται απέναντί σου... δεν μπορείτε να έχετε παράπονο, σας χάρισα τόσο καιρό έναν εφιάλτη ζαχαρωμένο ως εκεί που δεν πάει... όμως ήρθε ο καιρός για την αλήθεια...». Έξαφνα το μυαλό μου ξεκαθάρισε μεμιάς από τις παραισθήσεις και όλα έγιναν διαυγή. Η κυρία Δομένικα πήρε μια βαθιά ανάσα και, χρωματίζοντας ζωηρά τη φωνή της, άρχισε να μας εξηγεί πως ολόκληρη η ιστορία της ζωής της που μας είχε διηγηθεί πριν από έξι μήνες ήταν ένα επινόημα της φαντασίας της, πως δεν είχε υπάρξει ποτέ η Μπαρμπακούλα, μήτε η σπηλιά στη δυτική πλευρά του Πύργου, πως ποτέ σημαδεμένος βαρκάρης δε ζήτησε από ψαράδες να του τραγουδήσουν αλλόκοτο τραγούδι, κι έκλειψη ηλίου δεν είχανε δει οι Συριανοί ποτέ — μήτε σ' αυτόν μήτε στον προηγούμενο αιώνα· πως τα χείλη της ποτέ δεν είχαν τρυπηθεί από φαρμακωμένο βελόνι, πως ήτανε πράγματι κόρη του Νίκου Φραντζή, που η Αύρα τον παντρεύτηκε για να ξεφύγει από τη μιζέρια του καλαθάδικου, όπου δούλευε αμέσως μετά την ορφάνια της, πως ο πατέρας της δεν αυτοκτόνησε, παρά σκοτώθηκε από τυχαία εκπυρσοκρότηση του πιστολιού του την ώρα που το καθάριζε, πως ποτέ δεν τη φίλησε ένας μεθυσμένος μανάβης, ρίχνοντάς την κάποιο μεσημέρι με τη βία στην καρότσα του· όχι, η κυρία Δομένικα πρωτοφιλήθηκε με ένα αγόρι που 'χε μακριές φαβορίτες και η ανάσα του μύριζε τζιν, χορεύοντας το «Γκριν φιλντς» σώμα με σώμα σ' ένα γυμνασιακό πάρτι — ήτανε αρχές καλοκαιριού του εξήντα έξι κι ευώδιαζαν τα γιασεμιά εκείνη τη νύχτα. Ακούγαμε τα λόγια της κι ήταν σαν να άδειαζε μπροστά μας ένα κάρο με κουρσούμια· ήταν αδύνατο να μη μας παρασύρουν μαζί τους. Για καθετί που ξέραμε για εκείνη υπήρχε πια κάτι που το διέψευδε, ακόμη και η παραμικρή λεπτομέρεια ανατράπηκε από μια άλλη λεπτομέρεια... Έτσι, ο μανιασμένος άνεμος της Κουπέλας ακυρώθηκε και ποτέ δεν ανακατώθηκαν τα μαλλιά εκείνης, μήτε η ψυχή της ρημάχτηκε από δαιμονικά σφυρίγματα, μήτε απελπισμένοι λεπροί ξεκινήσανε στις αρχές του αιώνα από την Εύβοια για να πεθάνουν αγκαλιασμένοι ένα μήνα αργότερα απελπισμένοι, προδομένοι και γαλήνιοι — αυτό θέλησε η δασκάλα μας να πιστέψουμε εκείνο το βράδυ... Κι όταν έφτασε στα όσα είχανε γίνει απ' το Σεπτέμβριο του εβδομήντα πέντε κι έπειτα, σε αυτά δηλαδή που είχαμε ζήσει μαζί, δε δίστασε να ανασκευάσει και τη δική μας ζωή μαζί με τη δική της· «όλα ήταν μια οφθαλμαπάτη, ένα όνειρο...» μας είπε, «είδατε αυτά που θέλατε να δείτε...» πρόσθεσε κι έπειτα σώπασε χαμογελώντας αινιγματικά. Ώστε, λοιπόν, ένα όνειρο ήταν όλα τα απίστευτα που είχαμε ζήσει μαζί με τη δασκάλα μας — οι πασχαλίτσες που γεννιόνταν από το αίμα κάθε φορά που μάτωνε η σάρκα, το μαχαίρι που πέρασε σύρριζα το λαιμό του Γιώργου χωρίς να τον κόψει, τα αγάλματα που έκλαιγαν, το ζωγραφισμένο ρολόι που μετρούσε την ώρα, οι αετοί που κρατούσαν στα νύχια τους τα κομμένα κεφάλια, η σκεπασμένη ζωγραφιά στο ιερό της εκκλησίας, ο πληγωμένος σκύλος, ο ταξιδιώτης με το μαχαίρι, τα ζώα της κόλασης που είδαμε επάνω στην Κουπέλα να σμίγουν μαζί με το σάρκινο σύμπλεγμα των δύο γυναικών, ακόμη κι αυτή η ίδια η Τζίλντα με τη σάρκα από ροδάκινο και τα μοβ χείλια — όλα αυτά και τόσα άλλα ήταν μια απάτη, κι ο φοβερός αέρας δε σφύριξε ποτέ τα μυστικά του παραγγέλματα στο μαύρο λόφο, ό,τι ακούσαμε ήταν μια εγγαστρίμυθη φωνή της ίδιας μας της φαντασίας, ό,τι είδαμε ήταν κυνηγητό των σκιών του μυαλού μας, ό,τι ψηλαφήσαμε ήταν ψευδαισθήσεις παθών και καταφάσεων της σάρκας που εκείνη είχε κλέψει από όνειρα πεθαμένων και μας τα είχε υποβάλει, και το θεόστενο μονοπάτι με το όνομα «Θάνατος» δεν το περπατήσαμε ποτέ πιασμένοι χέρι χέρι, «αυτό σας έλειπε...» μας είπε η κυρία Δομένικα με το διφορούμενο χαμόγελό της (στο ημίφως των κεριών εκείνο το χαμόγελο έμοιαζε με πρόκληση αφάνταστα ερωτική), «μια σταλιά νιάνιαρα και ν' ανεβοκατεβαίνετε το Θάνατο λες κι είναι η σκάλα του σπιτιού σας...».

 

Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε ο χείμαρρος των λόγων της, γείραμε πίσω στα μαύρα μαξιλάρια μας κι απ' το στέρνο μας βγήκε ένας παράξενος αναστεναγμός, κάτι σαν λύτρωση και επιθυμία μαζί — ήταν επόμενο: γυρεύαμε τα λόγια που λυτρώνουν και αποκτηνώνουν, και τα λόγια αυτά μας είχε μόλις πει η δασκάλα μας... Έπειτα ήταν και το άλλο· η αλλόκοτη θηλυκότητά της εκείνο το βράδυ μάς είχε θολώσει το νου, είχαμε ερεθιστεί πάρα πολύ κι ένας ενστικτώδης, πρωτόγονος φόβος μάς έσφιγγε την ψυχή, καθώς την ίδια ώρα που την ακούγαμε νιώθαμε ότι η λογική μας και η συνείδησή μας ήταν στην απόλυτη διάθεσή της, μια άμορφη μάζα για να τη διαπλάσει όπως εκείνη ήθελε. Κι έτσι, περιμέναμε τον κάθε λόγο της όπως το σφάγιο το μαχαίρι — αν μας έλεγε πως δεν ήμασταν άνθρωποι μα φαρμακερές ταραντούλες αράχνες, θα την πιστεύαμε· αν μας έλεγε πως δεν υπάρχει ο αέρας που ανασαίνουμε, θα σκάγαμε από ασφυξία· ακόμη κι αν μας έλεγε πως ανάμεσα στα πόδια μας δεν έχουμε αρχίδια και πούτσο παρά την κόκκινη τσεκουριά που έχουν τα κορίτσια, θα το πιστεύαμε κι αυτό... Κι απ' τη στιγμή που καταλάβαμε πως εκείνη μας είχε πει αυτά που είχε στο νου της, το μόνο που σκεφτήκαμε ήταν πως πάλι καλά που είχαμε γλιτώσει απ' τα χειρότερα και, ξαπλωμένοι στα μαξιλάρια, χαιρόμασταν την ύπαρξή μας στο ημίφως των μυρωδικών κεριών της κυρίας Δομένικας· το μαύρο μπισίκι που πίκρανε τη ζωή τόσων ανθρώπων δε θα μας έσκιαζε ποτέ, έτσι νομίζαμε, κι η δασκάλα μας ήτανε τώρα απέναντί μας, έτοιμη για να τη φιλήσουμε στα χείλια με την άγρια ελευθερία που νιώθαμε εκείνη την ώρα, ενώ το γραμμόφωνο έπαιζε πάντοτε ιταλιάνικα τραγούδια που μάλλον μιλούσαν για θανάτους ερωτευμένων. Κάποια στιγμή ο Ζήσης ψέλλισε δειλά: «...κι οι χίλιες μέρες που σου δόθηκαν για διορία, κυρία;». Γέλασε δυνατά τότε η κυρία Δομένικα — άμα δεν είχαμε παραδοθεί τόσο ολοκληρωτικά στη μαγεία εκείνης της ώρας, ίσως να προσέχαμε μια πίκρα στη φωνή της: «σας το 'πα... δεν υπάρχει διορία... δε με απειλεί απολύτως τίποτε, είμαι ελεύθερη...».

 

Λίγα λεπτά αργότερα ο Σώτερ έσπασε τη σιωπή και μας έβγαλε σχεδόν στανικά στην επιφάνεια· τα κεριά κόντευαν να σωθούνε. Θυμάμαι πως ο φίλος μου τραύλιζε, κι αυτό μου έκανε εντύπωση — μόνο μια φορά είχε ξανατραυλίσει ο Σώτερ: «κυρρρία... αφού δδδεν υπαάαρχει θθθάνατος, γγγιατί σταμμμάτησες τοοο σχχχολείο;». Η δασκάλα μας του απάντησε σέρνοντας τη φωνή της με μια πρωτόγνωρη για εκείνη φιλήδονη νωχέλεια: «...έπαθα μια αλλεργία... το φως του φεγγαριού γεμίζει το πρόσωπό μου μπιμπίκια, κι απ' το φεγγάρι ακόμα και να θέλεις να κρυφτείς δεν το μπορείς... αυτές τις μέρες θα φύγω για τον ποταμό Στρυμόνα... υπάρχει μια μικρή μαύρη πέτρα στο πιο βαθύ σημείο του ποταμού... άμα τη βρεις και τη λιώσεις κάτω απ' τη γλώσσα σου, γιατρεύεσαι μια και καλή απ' τα μπιμπίκια του φεγγαριού...». Και βέβαια εκείνη τη στιγμή ο Σώτερ, ή ο οποιοσδήποτε άλλος από μας, θα έπρεπε κανονικά να βάλει τις φωνές· τι μαύρες πέτρες και κουροφέξαλα μας έλεγε —το πρόσωπό της ήταν πεντακάθαρο· πού τα είδε αυτά τα μπιμπίκια του φεγγαριού—, αυτό έπρεπε να της πούμε, ήτανε όμως τόση η ξαφνική επιθυμία μας για κείνη, που η ψυχή μας αποζητούσε τα πιο εξωφρενικά ψέματα για να δοθεί, έστω και πρόσκαιρα, σε μια ασυνείδητη παραφορά μαζί της· έτσι, το μόνο που βρήκε να τη ρωτήσει ο Σώτερ ήταν: «...σε πόσον καιρό θα λιώσει αυτή η μαύρη πέτρα άμα την έχεις κάτω απ' τη γλώσσα σου;»· «εξαρτάται από το πόσο το θες...» του απάντησε ψιθυρίζοντας συνωμοτικά η κυρία Δομένικα, λες και μιλούσε μόνο σ' αυτόν, «...άμα το θες πολύ, τη λιώνεις και σε μια μέρα...». Κι ο Κούλης, που σπανίως άνοιγε το στόμα του, δε δίστασε ούτε στιγμή, «κυρία...» τη ρώτησε, «άμα τη λιώσεις αυτή την πέτρα, θα τη δώσεις μετά και σε μένα;».