θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 53ο

 

 

 

 

 

53.

 

Ο άγνωστος με τη μαύρη μάσκα

 

 

 

Ο άγνωστος με τη μαύρη μάσκα φάνηκε στα Βαρέλια ένα Σάββατο βράδυ που 'βρεχε· ήταν το πρώτο Σάββατο του Νοεμβρίου. Από νωρίς το υποψιαστήκαμε πως κάτι θα συνέβαινε, καθώς, κάποια στιγμή που η βροχή έπαψε μόλις για πέντε λεπτά, άνοιξαν τα σύννεφα και φάνηκε να ανατέλλει στο θόλο της νύχτας η πλάγια ημισέληνος που σημαίνει θανατικό· κι έπειτα σμίξανε και πάλι τα σύννεφα κι η βροχή ξανάρχισε δυνατότερη. Εκείνο το βράδυ δε μαζευτήκαμε στα Βαρέλια· από τ' απόγευμα είχαμε πάει στο νταμάρι απέναντι απ' της Φρόσως εγώ, ο Σώτερ κι ο Μεγάλος Πρόδρομος. Mόλις άρχισε να βρέχει, πέρασε ο Σώτερ και μας πήρε απ' τα σπίτια μας· ήθελε να μετρήσει με πόσες σταγόνες της βροχής γεμίζει το γυάλινο ποτήρι της γρια-Αλεξάνδρας, αυτός εξάλλου είδε και την πλαγιασμένη ημισέληνο, που σήμαινε πως κάποιος θα σκοτώσει κάποιον, επανέλαβε μάλιστα κι εκείνη την κουβέντα της που πολύ του άρεζε: «ένα σημάδι είναι καλό σημάδι...». Κι ενώ ο Σώτερ έχανε συνέχεια το μέτρημα, γιατί περνούσαν πάνω απ' τα σύννεφα θλιμμένα αηδόνια —έτσι έλεγε ο θεοπάλαβος—, έξαφνα ακούσαμε το συνθηματικό απ' το δρόμο· ήταν ο Όττος και μας έκανε νοήματα να κατεβούμε... Παραξενεμένοι, κατεβήκαμε στο δρόμο. O φίλος μας ήταν αλαφιασμένος, μπέρδευε τα λόγια του κι έπνιγε τις μισές κουβέντες του απ' το λαχάνιασμα: ένα μαυροντυμένο φάντασμα είχε φανεί στην αλάνα, με μαύρη μάσκα στο πρόσωπο σαν το Ζορό, με μαύρη κάπα και μαύρη κουκούλα στο κεφάλι, αδύνατο και ξερακιανό, «...ίσως και να 'ναι ο Χάροντας...» τραύλισε κάποια στιγμή «...και το δεξί του χέρι το 'χει κρυμμένο στην κάπα του... ο Ζήσης λέει πως στα σίγουρα κρατάει το δρεπάνι... κόβει γύρες στην αλάνα και αδιαφορεί για τη βροχή... επαναλαμβάνει συνέχεια κάτι ακαταλαβίστικα για κάποια που τη λένε Θάλασσα...».

 

Τρέξαμε αμέσως στην αλάνα —ο Σώτερ μάλιστα άφησε το ποτήρι της γρια-Αλεξάνδρας να ξεχειλίζει από το βρόχινο νερό όλη τη νύχτα— και στο λιγοστό φως της λάμπας του κάτω δρόμου τον είδαμε: ήταν έτσι όπως μας τον είχε περιγράψει ο Όττος: ένας πανύψηλος άνθρωπος (ή μήπως κάτι άλλο;), ντυμένος με μαύρα ρούχα, γυρνούσε πάνω κάτω. Ήτανε τέτοια η κοψιά του, που καταλάβαινες πως ήταν άντρας κι όχι γυναίκα. Η κάπα του ανέμιζε μέσα στη θύελλα σαν μπέρτα του ερέβους· δε χωρούσε αμφιβολία, ήταν ένας άγγελος του θανάτου χωρίς πρόσωπο, μια τρομακτική σκιά που ξαναρχόταν σαν εφιάλτης περασμένων αιώνων για να γεμίζει τα λευκά βουνά με καταρράχτες αίματος, να, λοιπόν, που δεν είχε φανεί τυχαία η πλαγιασμένη ημισέληνος στο ελάχιστο διάλειμμα της βροχής. Είχαμε στριμωχτεί όλοι μας στο υπόστεγο του εκατοστού πέμπτου και τον βλέπαμε τρέμοντας, όχι απ' τη βροχή, που μας είχε ποτίσει ως το κόκαλο, μα από ένα φόβο τόσο αλλόκοτο, που σου αγκύλωνε τα μέλη και συνάμα σε έθελγε σαν πονηρό λουλούδι. Ο καταραμένος ίσκιος έκανε γύρους στην αλάνα, επαναλαμβάνοντας κάθε λίγο την ίδια κραυγή με στριγκή κατεστραμμένη φωνή· πιότερο ήτανε πνιχτό κρώξιμο αρπακτικού παρά ανθρώπινη λαλιά — να φανταστείς, στην αρχή νόμισα πως ήταν απλά η απαίσια βραχνάδα της κόλασης, μα κατόπιν διέκρινα κάποιες σκόρπιες λέξεις «...φίλησε... θάλασσα... χάσω...» να ανακατεύονται με τον ήχο της βροχής και με το σφύριγμα του ανέμου. Κάποτε ο Κώστας είπε μονολογώντας «...ποια να 'ναι τάχα αυτή η θάλασσα;», ο Σώτερ του απάντησε χαμηλόφωνα, «είναι μια που την αγαπάς και σε ρουφάει...», προλέγοντας, χωρίς να το θέλει, αυτά που θα συνέβαιναν στο φίλο μας τέσσερα χρόνια αργότερα. Εκείνη την ώρα ο μαυροντυμένος ξένος ήρθε προς το μέρος μας και στάθηκε μπροστά μας, λες και είχε ακούσει τη στιχομυθία μας, κι ενώ εμείς ήμασταν κοκαλωμένοι απ' τον τρόμο, μας είπε με τη φριχτή φωνή του: «κάθε που αφρίζει το κύμα γεννιέται ένας δολοφόνος...». Το πρόσωπό του ήτανε σκεπασμένο από ένα μεταξένιο πανί, σαν μάσκα, που ίσως και να μην είχε τρύπες στο μέρος των ματιών. Μόλις πέρασε ένα λεπτό, κι ενώ εξακολουθούσε να στέκεται απέναντί μας, ο Σώτερ τού φώναξε δυνατά —πού το βρήκε το θάρρος ο αθεόφοβος— «...ποιος είσαι, ξένε;... τι γυρεύεις στην αλάνα μας; ...νομίζεις πως θα μας τρομάξεις επειδή φόρεσες τη μάσκα του Λεμονμπούζη;». Ο μαύρος ίσκιος τότε προχώρησε προς το μέρος μας και ένιωσα την ψυχή μου να ζαρώνει απ' το φόβο· στ' αλήθεια έμοιαζε πως πίσω απ' τα μαύρα ρούχα ήτανε ένας σκέτος σκελετός ή ένα σκιάχτρο από καλάμια του κίτρινου ποταμού ή ένα αερικό του σκοταδιού, μοχθηρό και αμείλικτο, που αν ερχόταν στα δυο βήματα θα μας έπαιρνε το κεφάλι και θα το έκρυβε κάτω απ' την κάπα του. Μα όταν έφτασε στα δύο βήματα, κι εμείς κλείσαμε τα μάτια περιμένοντας να μας κόψει το λαρύγγι, ηδονικά ναρκωμένοι μες στη μαύρη ομίχλη του τρόμου και του θανάτου, δεν έβγαλε το δεξί χέρι απ' την κάπα για να χτυπήσει, μονάχα άρχισε να μιλάει — άραγε σ' εμάς; Ήταν ένα παραλήρημα σακατεμένων φράσεων που στα κενά τους φώλιαζε η απόγνωση του απόλυτου σκοταδιού, της τρέλας, της απερίγραπτης ερημίας: «πρέπει να τελειώσει...» έλεγε με την τρομακτική φωνή του «ο αφρός των κυμάτων... η κόκκινη βροχή... οι σιδερένιοι κεραυνοί... όλη ετούτη η φωτιά είναι για μένα, λοιπόν... και τα πουλιά του φεγγαριού περιμένουν... φωνάξτε την για να τελειώσει... όταν αφρίζει η θάλασσα ένας αθώος δακρύζει... ο θόλος της νύχτας βαραίνει από το αίμα... κι αυτό το γέλιο του θανάτου το φριχτό δε σταματάει...». Κάποτε τον ακούσαμε να λέει ανάμεσα στα άλλα τις κρίσιμες κουβέντες: «φωνάξτε την, επιτέλους... αξίζει ένα τέτοιο φιλί σ' εμένα που 'κοβα λαιμούς πέρα για πέρα...». Μεμιάς τότε όλα φωτίστηκαν μες στο μυαλό μου και, σαν να ήμουνα στο σινεμά του Ταρτούφου, πέρασαν μπροστά απ' τα μάτια μου οι σκηνές μιας ιστορίας που μονάχα την είχα ακούσει, καθώς είχε συμβεί πάρα πολλά χρόνια πριν γεννηθώ: ένας σημαδεμένος γιος να μαχαιρώνει τη μάνα του· ήτανε νύχτα, γινότανε σωστός κατακλυσμός κι η γη σειότανε, μα το μαχαίρι έκοψε τη σάρκα κι έπειτα ένα γέλιο στοίχειωσε όλους τους θαλασσινούς ανέμους και θεόρατα πουλιά με φτερά χάλκινα φέρναν στη γειτονιά μας κομμένα κεφάλια δακρυσμένων αθώων, α, το μαυροντυμένο φάντασμα είχε μιλήσει σωστά, μόλις αφρίζει το κύμα μόνο κακό μπορείς να περιμένεις, τότε η αγάπη είναι πια η άκρη του τρόμου κι ένα μονάχα φιλί θα σε λυτρώσει απ' αυτόν τον τρόμο, ένα φιλί θα σε λυτρώσει από την αγάπη, ένα ελάχιστο άγγιγμα χείλη με χείλη κι όλα θα τελειώσουν... Δεν ξέρω καν πόσα λεπτά θα 'χαν περάσει με όλα αυτά να κατακλύζουν το νου μου, όταν άκουσα τη φωνή του Σώτερ στ' αυτί μου: «πρέπει κάποιος να φωνάξει τη δασκάλα μας...».

 

Έτρεχα σαν παλαβός για το σπίτι της και δε σκεφτόμουν τίποτε —μονάχα έτρεχα—, όταν, πριν καν φτάσω στο μισό του δρόμου, έπεσα πάνω της. Φορούσε το μακρύ παλτό της και κουκούλα για τη βροχή και δε φαινόταν μες στο σκοτάδι· αναμφίβολα πήγαινε στην Κουπέλα — πού αλλού; Με τη φόρα που είχα κοντέψαμε να σωριαστούμε αγκαλιασμένοι στις λάσπες. Μόλις σηκωθήκαμε και πάλι στα πόδια μας, με κοίταξε απορημένη κι ανήσυχη, «κυρία...» της είπα με κομμένη την ανάσα, «ήρθε ένας ξένος με μαύρη μάσκα στην αλάνα...». Εκείνη τότε τινάχτηκε για μια στιγμή προς τα πίσω σαν να τη χτύπησε ρεύμα, μα αμέσως μετά το πρόσωπό της πήρε τη γνώριμη γαλήνια έκφραση. Ευθύς έφερε το χέρι της στο στόμα μου, σαν να μου 'λεγε πως δεν έπρεπε να πω τίποτε περισσότερο· τράβηξε την κουκούλα απ' το κεφάλι της και είπε μονάχα μια κουβέντα: «πάμε». Η βροχή συνέχιζε όλο και πιο δυνατή.

 

Στο δρόμο για την αλάνα η κυρία Δομένικα σχεδόν έτρεχε μπροστά μου, πηδούσε πότε δεξιά και πότε αριστερά για να αποφύγει τις λακκούβες με τα λασπόνερα. Όταν φτάσαμε, ο ξένος συνέχιζε τους ακανόνιστους κύκλους του και τα ακατάληπτα μουρμουρητά του. Η δασκάλα μας με έσπρωξε προς τα πίσω και προχώρησε προς το μέρος του· εγώ έφτασα πισωπατώντας στο υπόστεγο του εκατοστού πέμπτου και, μαζί με τους άλλους, την είδαμε να φτάνει στα δύο βήματα απέναντί του. Εκείνος τότε σταμάτησε το παραλήρημά του κι έξαφνα έπαψε μεμιάς η βροχή, τα σύννεφα τραβήχτηκαν στη στιγμή και στο θόλο της νύχτας φάνηκε η πλάγια ημισέληνος που σήμαινε θανατικό. Όλη η αλάνα φωτίστηκε απ' την αλλόκοτη λάμψη τούτης της ημισελήνου και απόλυτη σιωπή απλώθηκε παντού· ακούγονταν μόνο τα ρυάκια της βροχής. Κάποτε ο ξένος έβγαλε το δεξί του χέρι από τον κόρφο του και είδαμε, αλίμονο, αυτό που όλοι περιμέναμε: στην αγκυλωμένη από πολλά χρόνια χούφτα του κρατούσε ένα μακρύ δίκοπο φοβερό μαχαίρι βουτηγμένο στο αίμα· η φωνή του ακούστηκε κάπως πιο ανθρώπινη από πριν: «πέρασε ο καιρός... τα χέρια μου δε σκοτώνουν πια όπως άλλοτε... τα βλέφαρά μου γυρεύουν τις πεταλούδες του χειμώνα...». Τότε η δασκάλα μας προχώρησε ένα βήμα μπροστά· τα μάτια της έλαμπαν αλλόκοτα, νομίζω πως χαμογελούσε... Σαν άγγιξε με το δεξί της χέρι τη μαύρη μάσκα του, κι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν τη σηκώσει και φανεί στο φως του πλαγιασμένου φεγγαριού η ουλή που αυλάκωνε το πρόσωπό του, ο Μεγάλος Πρόδρομος ψιθύρισε επιτακτικά: «κλείστε τα μάτια...». Έκλεισα τότε τα βλέφαρά μου σφίγγοντάς τα όσο μπορούσα πιο δυνατά, τόσο που άρχισαν να σουβλάνε το σκοτάδι μου επώδυνες αιχμηρές λάμψεις. Πέρασε ώρα (λίγη; πολλή; δεν μπορώ να υπολογίσω)· κάποτε άρχισε πάλι η βροχή και οι πρώτες σταγόνες της έπεσαν πάνω μας, καθώς, την ώρα που γεμάτοι έξαψη βλέπαμε τη δασκάλα μας να ζυγώνει τον ξένο, άθελά μας είχαμε κάνει μερικά βήματα προς το μέρος τους, φεύγοντας απ' το υπόστεγο του εκατοστού πέμπτου. Τότε ανοίξαμε ο ένας μετά τον άλλον τα μάτια μας. Στην αλάνα μπροστά μας δεν υπήρχε ψυχή, το φεγγάρι είχε χαθεί, η κυρία Δομένικα κι ο ξένος με τη μαύρη μάσκα είχανε φύγει. «Τελικά όλα έγιναν για ένα φιλί κάτω απ' την πλάγια ημισέληνο...» μονολόγησε ο Σώτερ μετά από δέκα λεπτά που στεκόμασταν ακίνητοι μες στη βροχή. Τότε μίλησε ο Όττος, «ο ξένος ήταν ο...», «όχι» τον έκοψε ο Σώτερ πριν προφτάσει εκείνος να το πει, «ήταν ένας άγνωστος ταξιδιώτης που γύρευε ένα φιλί...».