θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 52ο

 

 

 

 

 

52.

 

Οι αποκεφαλισμένοι περιμένουν

 

 

 

Τις επόμενες μέρες στα Βαρέλια δεν έγινε καμιά συζήτηση για εκείνο το φοβερό φιλί, σαν να μην είχε φανεί ποτέ ο μαύρος πληγωμένος σκύλος στην αλάνα. Οι ώρες περνούσανε με μια μελαγχολικά αδιάφορη μουρμούρα· μονάχα ο Όττος απήγγειλε με θεατρική πόζα στο Ζήση —σαν να του 'κανε ερωτική εξομολόγηση— εκείνο το ποίημα που άρεσε στον Τζακ: «Απρίλη μήνα ελκύστηκα απ' τα γυμνά σου κάλλη, Απρίλη εντοπίστηκα μες στη δική σου αγκάλη...». Κι ο Ζήσης πειραζόταν τόσο πολύ, που έκρυβε το πρόσωπό του μες στις παλάμες του και μούγκριζε απ' το κακό του. Χρόνια αργότερα, όταν εγώ, ο Γιώργος, ο Σώτερ και ο Μεγάλος Πρόδρομος προσπαθήσαμε μάταια να ανακαλύψουμε την αλληλουχία των γεγονότων της ζωής μας στον Άσπρο Βράχο, ανάμεσα στα τόσα άλλα, ομολογήσαμε ο ένας στον άλλον πως την ώρα εκείνη που η κυρία Δομένικα έδινε μπροστά μας τα θανατηφόρα φιλιά, μια ανεξήγητα έντονη λαγνεία ανατρίχιαζε το κορμί μας και μυρμήγκιαζε τους παιδικούς μας όρχεις· τότε, θυμάμαι, πήρε το λόγο ο Σώτερ κι άρχισε ένα παραληρηματικό μονόλογο· ανάμεσα στα άλλα μάς είπε πως η λαγνεία δεν είναι παρά μια αρχέγονη επιθυμία για το θάνατο της ψυχής και πως, κι αν ακόμη ήταν έργο διαβολικό, υπήρξε μέρος της ζωής μας, επομένως δε θα έπρεπε να νιώθουμε πια ενοχή για τα μυρμηγκιάσματα της σάρκας μας και τις ηδονικές ανατριχίλες εκείνου του φθινόπωρου του εβδομήντα εφτά την ώρα που η δασκάλα μας μοίραζε τα φιλιά του θανάτου — εξάλλου, μακάρι να αξιωνόμασταν όλοι μας έναν τέτοιο θάνατο από εκείνα τα υπέροχα σκασμένα χείλη, που 'χαν χρώμα κόκκινο πεθαμένο.

 

Στο δρόμο της επιστροφής από μια βουβή μάζωξη στα Βαρέλια μάς βρήκε η καμπάνα του παπα-Λεπ Ταιρ που σήμανε συνθηματικά, μια και δυο και δυο και μια, το βράδυ της παραμονής του Αϊ-Δημήτρη. Όλη εκείνη την εβδομάδα της σιωπής περιμέναμε με λαχτάρα κάτι να γίνει, κάτι που θα μας έβγαζε από το τέλμα της αδράνειας, και εκείνο το απρόσμενο βραδινό κάλεσμα του παπα-Λεπ Ταιρ θα μπορούσε να είναι αυτό. Δέκα λεπτά υστερότερα απ' τα κοφτά χτυπήματα της καμπάνας, είχαμε μαζευτεί όλοι μας στην πίσω πόρτα του ιερού ναού Πίστεως και Ελπίδος, εκεί που ήταν η αποθήκη του παπα-Λεπ Ταιρ· ο Σώτερ χτύπησε την πόρτα με το συνθηματικό. Δεν πήραμε καμιά απάντηση και ανοίξαμε — όπως πάντα ήταν ξεκλείδωτα. Αμέσως μας πήραν τα ντουμάνια από τα αλλόκοτα λιβάνια του τρελόπαπα· ήτανε τόση η κάπνα, που δεν μπορούσες να διακρίνεις τους ξύλινους τοίχους μήτε και το άθλιο κρεβάτι του, μονάχα στο βάθος αχνόφεγγε κρεμασμένη στον τοίχο μια λάμπα πετρελαίου. Κάτω απ' τη λάμπα καθισμένος στο τραπέζι, γυμνός από τη μέση κι επάνω, σαν φιγούρα ναυαγού από παμπάλαιες ιστορίες, ο παπα-Λεπ Ταιρ κάπνιζε, όπως πάντα, όχι όμως τσιγάρο, μα ένα γκρίζο χωνάκι, σαν τα βελάκια που βάζουμε στο φυσοκάλαμο. Το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο από τον τρόμο. Δεν πίστευα ποτέ πως θα έβλεπα έτσι αυτόν που έλεγε πως η ανάμνηση της πιο φοβερής τρικυμίας είναι επίπεδη σαν το λάδι· στις κόρες των ματιών του είχαν φανεί εκείνες οι λευκές ρωγμές που έλεγε η μαντμαζέλ Παλούκα πως φαίνονται μόνο στα μάτια των αυλικών του σατανά. Στο ραδιόφωνο ακούγονταν παράσιτα και πίσω απ' αυτά μια εύθυμη μεξικάνικη καντάδα. Σαν φτάσαμε μπροστά του, και χωρίς να πούμε τίποτε, μίλησε εκείνος με τη σκοροφαγωμένη του φωνή· έμοιαζε να μη βλέπει μπροστά του εμάς, μα κάτι άλλο, ποιος ξέρει τι, «να μη γυρίζεις πίσω το κεφάλι... στο κατόπι σου πάντοτε η θεσπέσια φρίκη...» είπε κι έπειτα σκούντησε με μια τρεμάμενη κίνηση ένα μικρό διπλωμένο χαρτί, «δώστε το σε κείνη...» μούγκρισε, «...στο χέρι της...». Πράγματι, αφού πέρασε ένα λεπτό σιωπής, που τα παράσιτα του ραδιοφώνου δυνάμωναν όλο και πιο πολύ, σαν γραβάλισμα αρουραίων της κόλασης, κάποιος από εμάς —ο Όττος νομίζω— πήρε το διπλωμένο χαρτί και το έκρυψε στον κόρφο του. Και καθώς μέναμε απέναντί του ακίνητοι και τον κοιτούσαμε με αμηχανία, ο παπα-Λεπ Ταιρ άρχισε να ουρλιάζει: «φευγάτε, που να σας πάρει..»· φύγαμε τρέχοντας...

 

Το γράμμα που έπρεπε να δώσουμε στο χέρι της κυρίας Δομένικας από μέρους του τρελόπαπα ήταν ένα χαρτί διπλωμένο στα τρία κι είχε ένα σφράγισμα από κερί με το δαχτυλικό του αποτύπωμα. Φυσικά ποτέ δε μάθαμε τι έγραφε, μα το παράξενο είναι πως, όταν το δώσαμε, λαχανιασμένοι από το τρεχαλητό, στη δασκάλα μας είκοσι λεπτά αργότερα, εκείνη δεν το διάβασε, ούτε καν το ξεδίπλωσε. Απλά το πήρε στην παλάμη της και, καθώς της είπαμε με κομμένες λέξεις από ποιον ήτανε, έμεινε για κάμποσο ακίνητη να κοιτά σκοτεινιασμένη το κενό· έπειτα, σαν να συνήλθε ξαφνικά, μας είπε χαμογελώντας γλυκύτατα «ευχαριστώ» κι έκλεισε βιαστικά την πόρτα. Ούτε καν που χρειάστηκε να πούμε την παραμικρή κουβέντα αναμεταξύ μας για να σταθούμε πίσω απ' το μισογκρεμισμένο τοίχο, που βρισκόταν τριάντα μέτρα δεξιά από την πόρτα της, και να την περιμένουμε να βγει. Ήταν ολοφάνερο πως κάτι θα γινόταν εκείνη τη βραδιά· ο παπα-Λεπ Ταιρ είχε κάποιο φοβερό πρόβλημα και γύρευε έντρομος τη δασκάλα μας για να τον βοηθήσει. Και εμείς ήμασταν αποφασισμένοι να μάθουμε τι συνέβαινε, νιώθαμε εξάλλου πως είχαμε αυτό το δικαίωμα· η ζωή τους ήταν το κανάλι από όπου θα περνούσε και η δική μας ζωή... Ήταν περίπου δέκα λεπτά που παραφυλάγαμε, όταν η κυρία Δομένικα βγήκε φορώντας το μαύρο πανωφόρι της· περπατούσε τόσο γρήγορα, που χρειάστηκε να τρέχουμε στο κατόπι της για να μην τη χάσουμε μες στο σκοτάδι· σύντομα όμως βεβαιωθήκαμε πως πήγαινε εκεί όπου όλοι μας είχαμε προβλέψει. Μόλις έφτασε στην εκκλησία, μπήκε στην αποθήκη χωρίς να χτυπήσει την πόρτα· φαίνεται πως ήξερε καλά τα κατατόπια. Εμείς μπήκαμε στον κυρίως ναό από ένα πλαϊνό δεξί παράθυρο που ήτανε σπασμένο — αν μπαίναμε στην αποθήκη, θα μας παίρνανε χαμπάρι με την πρώτη. Από τον κυρίως ναό περπατήσαμε μπουσουλώντας μες στο σκοτάδι, ώσπου βρήκαμε πίσω από μία βελούδινη κουρτίνα την είσοδο του ιερού, που ξέραμε πως συγκοινωνούσε με την αποθήκη με ένα ξύλινο κοντό πορτάκι. Ψηλαφώντας βρήκαμε και το πορτάκι, και τρεις από εμάς —κι εγώ ανάμεσά τους— κολλήσαμε το αυτί μας επάνω στο ξύλο. Ο παπάς και η δασκάλα μας μιλούσαν ψιθυριστά — δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λόγια τους· μονάχα κάποια στιγμή εκείνος είπε βογκώντας —κι αυτό το άκουσα καθαρά— «τον λατρεύω μισώντας τον εαυτό μου...»· και βέβαια δεν κατάλαβα τότε ποιον εννοούσε, μονάχα σκέφτηκα πως η δασκάλα ήξερε πολύ περισσότερα για τον παπα-Λεπ Ταιρ από όσα φανταζόμασταν, όταν μας έστελνε τα απογεύματα του Σαββάτου να δανειστούμε το ασημένιο βιβλίο κι έλεγε «να του πείτε του παπα-Λεπ Ταιρ να σας δώσει το καλό...». Εκείνη την ώρα ακούσαμε τα βήματά τους· έρχονταν στο ιερό. Μόλις και προφτάσαμε να κολλήσουμε την πλάτη στον τοίχο πίσω από την αγία τράπεζα, όπου, για καλή μας τύχη, ήταν κρεμασμένες κάτι παράταιρες μπορντό περσίδες (άραγε από πού τις είχε κουβαλήσει ο θεοπάλαβος;). Κρυμμένοι πίσω από αυτές, είδαμε τα πάντα: το κοντό πορτάκι άνοιξε και μπήκαν σκυφτοί, πρώτα αυτός κι έπειτα εκείνη. Στο χέρι του κρατούσε τη λάμπα πετρελαίου που φώτιζε μισά τα πρόσωπά τους: ο παπα-Λεπ Ταιρ ήτανε ολότελα παραιτημένος, τσιμπημένος για τα καλά από τα λιβάνια του· στη μορφή της δασκάλας μας είχανε χαραχτεί οι δύο γνωστές κάθετες βαθιές ρυτίδες από τις άκρες των ματιών ως τα χείλη — δεν μπορούσαμε να δούμε, μα κανένας από εμάς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως θα έσταζαν αίμα που θα κυλούσε στο πιγούνι της. Κι ενώ στο νου μου ήρθαν τα λόγια που μας φώναξε η γρια-Αλεξάνδρα καθώς φεύγαμε από το Στοιχειωμένο, ο παπα-Λεπ Ταιρ τράβηξε απότομα μια μαύρη κουρτίνα στον απέναντι τοίχο από εκεί όπου ήμασταν κρυμμένοι· κι έξαφνα το χλωμό φως της λάμπας πετρελαίου πολλαπλασιάστηκε αμέτρητες φορές κι έλαμψε σαν να άναψαν δέκα χιλιάδες κεριά μαζί.

 

Πάνω στον τοίχο που μόλις είχε αποκαλυφθεί υπήρχε μια εκθαμβωτική υπερκόσμια τοιχογραφία· όποιος κι αν την έβλεπε θα έλεγε πως καλώς έμενε καλυμμένη, διότι η αποκάλυψή της θα τάραζε τους ρυθμούς της ζωής των ανθρώπων, θα μελαγχολούσε φριχτά τους μοχθηρούς, θα πονήρευε τους ηλίθιους και θα μαράζωνε τους αιωνίως ερωτευμένους· ήταν μια ζωγραφιά καμωμένη στα σίγουρα από το χέρι ενός πλάσματος που υπήρξε ανάμεσα σε παράδεισο και κόλαση και κυβερνιόταν μονάχα από τη φοβερή αλήθεια που τρομάζει εξίσου αγγέλους και δαίμονες. Πάνω της υπήρχαν όλα τα χρώματα της φύσης και όλες οι πινελιές που μπορούσαν να υπάρξουν, κι έπρεπε βέβαια να τη δεις στο ημίφως, όπως την είδαμε εμείς, γιατί στο κανονικό φως μεμιάς θα σε τύφλωνε, καθώς θα το αντανακλούσε αμείλικτα πολλαπλασιασμένο. Από τις φορεσιές των ανθρώπων εύκολα καταλάβαινε κανείς πως η ζωγραφιά αναπαρίστανε μια σκηνή των χρόνων που έζησε εκείνος ο παράξενος Ιησούς που τον έλεγαν γιο του Θεού — είχαμε δει κι άλλους πίνακες με παρόμοιο θέμα στις μαγικές εικόνες του Τζακ. Το σκηνικό ήταν η βεράντα ενός παλατιού με κιτρινοκόκκινους τοίχους και θεόρατες φοινικιές με μπλε φοινικόφυλλα να λογχίζουν μια κατασκότεινη νύχτα που δεν είχε ούτε ένα αστέρι. Στα δεξιά της ζωγραφιάς ήτανε δύο γιγαντώδεις άντρες που φαίνονταν μόνο τα κορμιά τους, τα πρόσωπά τους χάνονταν μες στο σκοτάδι· πρέπει να ήταν στρατιώτες ή κάτι παρόμοιο, γιατί και οι δυο είχαν στις ζώνες τους σπαθιά και μαχαίρια. Από τη μέση και πάνω ήτανε γυμνοί, τα μούσκουλά τους φούσκωναν στα μπράτσα τους κι οι φλέβες τους πετιόνταν έξω κι όλοι οι μύες του κορμιού τους —στις γάμπες, στους μηρούς, στην κοιλιά, στο λαιμό— ήτανε τεντωμένοι και γυάλιζαν απ' τον ιδρώτα, όπως των παλαιστών την ώρα του αγώνα. Ο ένας από τους δυο άντρες, αυτός που στεκότανε πιο δεξιά, ήτανε ορθός και με το ένα του χέρι κρατούσε ένα τσεκούρι ματωμένο με αίμα σκούρο κόκκινο, ίσως και μαύρο, και με το άλλο χέρι του είχε σηκωμένο ψηλά ένα αναμμένο δαδί, που η φλόγα του προστατευόταν από μια κούφια κολοκύθα με τρύπες οι οποίες —άραγε σύμπτωση;— σχημάτιζαν ένα πρόσωπο, μια μάσκα που δεν προκαλούσε γέλιο ή τρόμο, μα μια μορφή ανυπόφορα ανέκφραστη, απάνθρωπη, που, όπως ήτανε στο πάνω δεξιό μέρος της τοιχογραφίας, έμοιαζε με ένα αλλόκοτο αποκρουστικό φεγγάρι —εξάλλου εκείνη η κούφια κολοκύθα ήτανε η μοναδική πηγή φωτός σε ολόκληρη τη ζωγραφιά— ή με έναν τρομακτικό θεό που έμοιαζε να πάγωσε τα πάντα με το κενό βλέμμα του, προκειμένου να αποτυπωθούν με τα φοβερά πινέλα του ζωγράφου. Ο άλλος στρατιώτης είχε ελαφρά κυρτωμένη την πλάτη του, καθώς έσκυβε μιαν ιδέα για να προσφέρει έναν ασημένιο δίσκο σε μια γυναίκα που 'τανε μισοξαπλωμένη σε ένα κατακόκκινο ντιβάνι. Πάνω στο δίσκο υπήρχε ένα ανθρώπινο κεφάλι, αναμφίβολα ήταν κομμένο μόλις πριν από λίγη ώρα, καθώς αιμορραγούσε ακόμα γεμίζοντας με αίματα τον ολόχρυσο δίσκο και τα χέρια του στρατιώτη, ο οποίος έστρεφε το πρόσωπό του ψηλά, προς το θόλο της νύχτας, μη θέλοντας να δει. Χρειαστήκαμε όμως αρκετά λεπτά για να συνειδητοποιήσουμε ότι βλέπουμε αυτό που ήταν η πραγματική αποκάλυψη της απόλυτης φρίκης, καθώς δεν το χωρούσε ο νους μας πως ήταν δυνατό να λάβει σχήμα και χρώμα, έστω και στη νοσηρή φαντασία ενός διαβολεμένου ζωγράφου: το κομμένο κεφάλι ήτανε ζωντανό, ολοζώντανο, ανήκε σε έναν άντρα ίσαμε τριάντα χρόνων, με σγουρά μακριά μαλλιά, μαύρα γένια και μάτια κάρβουνα, που κάποτε θα σημάδευαν βάναυσα τη σάρκα των γυναικών και θα πυράκτωναν τις ψυχές τους. Όμως εκείνη η μορφή ήτανε πια δοσμένη ολότελα στον πόνο και πουθενά αλλού, από τα μάτια του γεννιόντουσαν κάθε λογής φαρμακερά φίδια, καθώς οι κόρες τους είχαν κοκαλώσει αιωνίως με τον τρόμο του σκότους μια μόλις στιγμή πριν βυθιστούν σε αυτό, απ' τις ρυτίδες του μετώπου του ξεπηδούσαν ανυπόφορες ερινύες, απ' το μισάνοιχτο στόμα του νόμιζες θα πεταχτεί ένας μαύρος σκορπιός μαζί με το φοβερό ουρλιαχτό, ναι, ήταν η στιγμή που αποχωρίζονται η καρδιά κι ο νους, ένας παντοτινός αξεπέραστος πόνος, η ολοζώντανη φρίκη που σε κάνει να εκλιπαρείς μανιασμένα τη λύτρωση του απόλυτου σκοταδιού, το οριστικό τέλος, την ανυπαρξία... Και στο αριστερό μέρος της εφιαλτικής τοιχογραφίας δέσποζε η γυναίκα στην οποία προσφερόταν το φριχτό κεφάλι. Ήταν μισοξαπλωμένη πάνω σε κατακόκκινο βελούδινο ντιβάνι, που προστατευόταν από μια μαύρη ξύλινη οροφή, όπου ήτανε περίτεχνα σκαλισμένο ένα θεόρατο πουλί με φτερά αετού, κεφάλι τίγρης και διχαλωτή γλώσσα ερπετού, κι απ' την οποία κρεμόταν μια κουνουπιέρα, που όμως στη ζωγραφιά ήτανε σηκωμένη ψηλά στην ξύλινη οροφή. Δεν ξέρω αν η αναθύμηση των αισθήσεων εκείνης της νύχτας λειτουργεί τώρα πια τόσο μεγεθυντικά (κι ίσως να 'ναι πιθανό αυτό), ωστόσο ποτέ στη ζωή μου δεν ξανάδα γυναίκα να απολαμβάνει αυτό που βλέπει τόσο πολύ ηδονισμένη· νόμιζες πως τη στιγμή εκείνη της έξαλλης χαράς της εκπληρωνόταν ο σκοπός της δημιουργίας, κι ο κόσμος πια θα μπορούσε να αρχίσει την αντίστροφη πορεία του προς το κενό από όπου γεννήθηκε — όλα αυτά τα διάβαζες στην απόλυτη ευχαρίστηση των ματιών μιας πανέμορφης γυναίκας που αντλούσε την ηδονή της απ' την πιο φριχτή προσφορά που μπορούσε να γίνει: του πόνου που δεν τελειώνει ποτέ, μήτε με θάνατο μήτε με λήθη. Κι ήταν στ' αλήθεια ανεπανάληπτα υπέροχο εκείνο το πλάσμα της δαιμονικής τοιχογραφίας, θαυμαστά μοιρασμένο ανάμεσα στην κοριτσίστικη νεότητα και τη γυναικεία ωριμότητα, ένα θηλυκό που άμα στεκόταν στις πύλες του Άδη στα σίγουρα ο θάνατος δε θα ήταν για όλους, όπως είναι, μα για λίγους τυχερούς, γιατί είναι νόμος της φύσης τα ακραία όρια να τα γνωρίζουν λίγοι, κι εκείνη η μαγικά ζωγραφισμένη γυναίκα μπροστά στο ζωντανό κομμένο κεφάλι του πόνου ήταν, για τα δικά μου μάτια, το ακραίο όριο της λαγνείας... Τα ολόμαυρα μαλλιά της κατέβαιναν σαν ορμητικό ποτάμι ίσαμε τη μέση της, ήταν μουσκεμένα — προφανώς μόλις θα τα 'χε λούσει (μα γιατί άραγε εμένα μου φαινόταν πως τα 'χε βουτήξει στο μαύρο αίμα που 'χε κάνει μια μικρή λίμνη καθώς έσταζε κάτω από τον ασημένιο δίσκο;). Το πρόσωπό της, γραμμένο με θαυμαστή τελειότητα, θύμιζε κορίτσι δώδεκα χρόνων, τα μάτια της, στυλωμένα στο κομμένο κεφάλι, σπίθιζαν από την πλησμονή της πεθυμιάς της, τα μάγουλά της, ξαναμμένα, κόκκινα σαν τη φωτιά, τα σαρκώδη χείλη της να κυρτώνουν στο χαμόγελο της υπέρτατης ευχαρίστησης. Ο λαιμός ήταν μακρύς, οι πλάτες της ανοιχτές, τα πλούσια στήθια της σχεδόν γυμνά, καθώς φορούσε μονάχα ένα αραχνοΰφαντο μαύρο πέπλο που δεν έκρυβε τίποτε, το δέρμα της λευκό, γαλατένιο, έτοιμο να ανθίσει μελανιές, οι ρώγες των βυζιών της τεράστιες και σκληρές, διογκωμένες, σαν των γυναικών που πρέπει να θηλάσουν και γυρεύουν το λαίμαργο στόμα για να ρουφήξει τον πόνο τους. Τα μακριά χέρια της, φορτωμένα με λογής παράξενα βραχιόλια στα μπράτσα και στους καρπούς, κατέληγαν σε υπέροχα δάχτυλα με μακριά νύχια, που μπήγονταν μέσα στις ίδιες τις παλάμες της καθώς τις έσφιγγε με λύσσα· από τη δεξιά γροθιά της έσταζαν λιγοστές σταγόνες σκούρο κόκκινο αίμα —ή μήπως ήτανε μαύρο κι αυτό;— και κάτω στο χώμα, εκεί όπου έπεφταν οι σταγόνες, είχε φυτρώσει ένα αλλόκοτο λουλούδι με λεπτό μίσχο που κατέληγε σε έναν τρομακτικό ανθό: έμοιαζε να 'ναι ένα σαρκοβόρο αχόρταγο στόμα που περίμενε ανυπόμονα τη λεία του. Εξίσου τρομαχτική με το σαρκοφάγο λουλούδι ήταν και η καμπύλη της κοιλιάς εκείνης της γυναίκας που οδηγούσε στο μαύρο τρίχωμα της φύσης της που φυλακιζόταν στη σάρκα των μηρών της· ίσως δεν το πιστέψεις (εδώ που τα λέμε κανείς δε θα το πίστευε), όμως εγώ το είδα με τα μάτια μου: η φουσκωτή κοιλιά της έτρεμε —αυτό που λέω ακριβώς—, έτρεμε, κι ας ήταν ζωγραφισμένη σ' έναν τοίχο, φανερώνοντας πως όλα τα νεύρα του σώματος εκείνου είχαν συντονιστεί στον τρελό χορό της γενετήσιας λαχτάρας. Κι όλη αυτή η λαχτάρα ξεσπούσε με τόσο έξαλλη χαρά, όχι από χάδια ή από σμίξιμο με άλλη σάρκα, αλλά από τη θέα ενός κομμένου κεφαλιού, που θα υπέφερε το πιο φριχτό μαρτύριο εις τον αιώνα των αιώνων· ήταν τόσο τρομερή η πλησμονή της ηδονής στο πρόσωπό της, που αν το κοιτούσες επίμονα ζαλιζόσουν, η εικόνα μαύριζε, το φως λιγόστευε, κι όλα κυκλώνονταν από το αδυσώπητο σκοτάδι. Στα σίγουρα, γι' αυτόν το λόγο οι δύο στρατιώτες της ζωγραφιάς απόστρεφαν το πρόσωπό τους: πιο πολύ κι από το κεφάλι, που μόλις είχανε κόψει με το τσεκούρι και της το προσφέραν πάνω στον ασημένιο δίσκο, έτρεμαν να δουν τη φριχτή ευτυχία στο βλέμμα της, γιατί τότε δε θα γλίτωναν ποτέ πια από τις μαυροντυμένες τυφλές γυναίκες στα όνειρά τους.

 

«Θα με βγάλεις από τούτον τον εφιάλτη;» ακούσαμε την ψιθυριστή παράκληση του παπα-Λεπ Ταιρ μετά από αρκετή ώρα σιωπής· «κάθε βράδυ γυρεύω την άκρη, μα είναι κύκλος που δε σπάζει...». Η κυρία Δομένικα μίλησε με σπασμένη πνιχτή φωνή: «...γυρεύεις κάτι για σένα ή γι' αυτόν με τον κομμένο λαιμό;». Ο τρελόπαπας απάντησε μουρμουρίζοντας ασθματικά ένα παραλήρημα που πνίγηκε στο βήχα: «δε λέω ψέματα πια, Δομένικα... ό,τι γυρεύω το γυρεύω για μένα... αυτόν τον ξέχασαν ολοι... και εκείνος που ήθελε να τον λένε ο γιος του ανθρώπου και όσοι βαφτίστηκαν από το χέρι του και τα κορίτσια που τον αγάπησαν, όλοι σου λέω... έμεινε μονάχος πίσω από τη μαύρη κουρτίνα· σε μένα έτυχε τόσους αιώνες υστερότερα να βλέπω την εικόνα, να έχω το τέρας αλυσοδεμένο στην ψυχή μου, εγώ, ολομόναχος στη νύχτα του ανέμου... και το φεγγάρι να αυξάνεται σε βάρος μου... και το σκοτάδι...». Η φωνή της δασκάλας μας ακούστηκε βραχνή μετά από ώρα: «πρέπει λοιπόν να σωθούμε με τον κομμένο λαιμό και τις ρυτίδες του πόνου κάποιου άλλου;...». Ο παπα-Λεπ Ταιρ την κοίταξε με μάτι θολό: «Δομένικα, εμένα μη μου πουλάς παπαρδέλες...» της είπε με βαριά φωνή, «είσαι πλασμένη από το υλικό του διαβόλου και ξέρεις... Απόψε θα φιλήσεις κάποιον χείλη με χείλη... Άμα δεν τον ησυχάσεις αυτόν, θα ησυχάσεις εμένα...». Και καθώς εκείνη έμενε σιωπηλή, ο παπάς έξαφνα σύρθηκε μπροστά στα πόδια της γονατιστός κι άρχισε να την παρακαλά κλαίγοντας με λυγμούς: «...σε ικετεύω, Δομένικα, κάν' το, σε παρακαλώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου... σκέφτηκα να βγάλω τα μάτια μου, να βάλω μουλιασμένους κόκκους σταριού στα αυτιά μου, να ρίξω βενζίνα στα ρουθούνια μου, να κόψω τη γλώσσα μου, να βάλω τα χέρια μου σε λιωμένο μολύβι που κοχλάζει... πίστεψέ με, δεν το φοβήθηκα, μα ο εφιάλτης θα συνεχιζόταν... μόνο εσύ μπορείς να δώσεις ένα τέλος... σου φιλώ τα χέρια, Δομένικα... φίλησέ τον στο στόμα όπως ξέρεις εσύ ή, έστω, φίλησε εμένα... σε παρακαλώ κάν' το...». Η δασκάλα μας τότε τραβήχτηκε προς τα πίσω, τον κοίταξε κι ύστερα του είπε ξερά: «γύρνα απ' την άλλη...»· εκείνος, όπως ήταν πεσμένος κάτω, γύρισε την πλάτη του προς τον πίνακα κι έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του· θαρρείς και βυθίστηκε σε μια βουβή προσευχή. Η κυρία Δομένικα προχώρησε με βήμα σταθερό μπροστά στη ζωγραφιά και γονάτισε, φέρνοντας το στόμα της στην ευθεία με το στόμα του κομμένου κεφαλιού. Το βλέμμα της πλανήθηκε από τη μια άκρη της τοιχογραφίας ως την άλλη, μένοντας για κάμποσο στην απίστευτα ηδονισμένη πανέμορφη γυναίκα που δεχόταν τη φοβερή προσφορά. Το πρόσωπο της δασκάλας μας, έτσι όπως φωτιζόταν από την εκθαμβωτική λάμψη της ζωγραφιάς, φάνηκε ωχρό όσο ποτέ άλλοτε, οι μαύρες κάθετες ρυτίδες έμοιαζαν να έχουν κατέβει ως το λαιμό... Όταν έπειτα από δύο λεπτά έσκυψε με τα μάτια κλειστά για να φιλήσει το κομμένο κεφάλι της τοιχογραφίας, τη στιγμή ακριβώς που τα χείλη της πήγαν να αγγίξουν τα χείλη του αποκεφαλισμένου άντρα, τα βλέφαρά μου έκλεισαν από μόνα τους κι όλα χάθηκαν μες στο σκοτάδι.

 

Ένα πνιχτό ουρλιαχτό ηδονής έσκισε τη νύχτα σαν αστραπή κι έφερε ξανά στα μάτια μου διάφορες εικόνες, μα ήταν όλα θαμπά και διακεκομμένα, προφανώς ονειρευόμουν ή έβλεπα κάποιο όραμα... Εκείνη που ούρλιαζε τόσο ηδονισμένη ήτανε φυσικά η πανέμορφη γυναίκα της ζωγραφιάς· καθώς όμως προσπάθησα να δω λίγο καλύτερα, διέκρινα πως εκείνη φιλιόταν με μιαν άλλη γυναίκα —αλίμονο, φιλιόταν με την κυρία Δομένικα— με λύσσα απερίγραπτη, θαρρείς κι ήθελε η μια να κόψει με τα δόντια τη γλώσσα της άλλης για λάφυρο ερωτικό. Ήταν γυμνές και χαϊδεύονταν έξαλλα πάνω στο κόκκινο βελουδένιο ντιβάνι, έχοντας τα πόδια τους δεμένα η μια γύρω από τη μέση της άλλης. Στο θόλο της νύχτας πετούσαν κοράκια που κρώζαν στριγκά, ανυπόμονα. Είχα ξαναδεί τη δασκάλα μας να σμίγει με την Τζίλντα στη Φωλίτσα πριν από λίγους μήνες, κι είχε στο δόσιμό της την ίδια λαγνεία με κείνη τη φορά, την ίδια τρελή λάμψη στα μάτια. Όμως την Τζίλντα δεν τη φιλούσε η δασκάλα μας στο στόμα γιατί θα τη σκότωνε· αντίθετα, η γυναίκα της ζωγραφιάς δε σωριαζόταν καταγής νεκρή, ίσα ίσα, αν άκουγες τις ιαχές της ηδονής της ανάμεσα από τα κρωξίματα των κορακιών, έλεγες πως το φαρμάκι των χειλιών της ήταν το ελιξίριο της ζωής και των πιο έξαλλων ενστίκτων. Και βέβαια δε χρειάστηκε να έρθουν τα ζώα της κόλασης σύντροφοι στο σμίξιμό τους —όπως τότε με την Τζίλντα—, αλλά αυτή τη φορά οι δύο γυναίκες, και μαζί τους κι εμείς, κρυμμένοι πίσω από τις περσίδες του ιερού, είχαν κατέβει οι ίδιες στην κόλαση· μοιάζει φριχτό τούτο που θα σου πω, μα αυτό μου φάνηκε πως είδα: εκεί όπου έσμιγαν τα σκέλια των δύο γυναικών, ανάμεσα στα δυο μουσκεμένα απ' τη λαχτάρα μουνιά βρισκόταν το κομμένο ζωντανό κεφάλι του άντρα που λίγο πριν μόρφαζε από τον ανυπόφορο τρόμο, ενωμένο στο πίσω μέρος του με το κεφάλι του παπα-Λεπ Ταιρ, κομμένο κι αυτό μ' ένα εξίσου κοφτερό τσεκούρι — σαν να 'ταν ένα κεφάλι με δύο πρόσωπα, όπως ο αρχαίος Ιανός... Τα δύο στόματα έτρωγαν αχόρταγα τα δυο μουνιά, τα δυο μουνιά κατέστρεφαν τα δύο πρόσωπα, τα δόντια δαγκώναν τις κλειτορίδες και τις ματώναν, οι γλώσσες ξεκλείδωναν τις πόρτες απ' όπου ξεχειλίζει η λάβα της γλύκας, το αίμα απ' τους κομμένους λαιμούς έκανε λίμνη κάτω από το κόκκινο ντιβάνι κι ολοένα και περισσότερα σαρκοφάγα λουλούδια με απειλητικά άνθη φύτρωναν, οι γυναίκες ούρλιαζαν, τα κοράκια έκρωζαν — ήταν ο δρόμος που οδηγούσε προς το τέλος, ήταν το ίδιο το τέλος, πιο πέρα δεν είχε...

 

Ξυπνήσαμε από ένα παγωμένο ρεύμα αέρα στα πρόσωπά μας και το τρίξιμο της ξύλινης πίσω πόρτας του ιερού· ο τρελόπαπας φεύγοντας είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή... Από το φεγγίτη φώτιζε ένα θαμπό πρωινό φως· είχαμε κοιμηθεί εκεί, πίσω από τις περσίδες, για έξι ολόκληρες ώρες, ίσως και περισσότερο. Πρώτος ακούστηκε ο Ζήσης· η φωνή του ήταν γεμάτη πανικό: «Θεέ μου, ξημέρωσε...»· σκέφτηκα πως οι γονιοί μου ίσως και να 'χαν βάλει την αστυνομία να με ψάχνει. «Η ώρα είναι σχεδόν εφτά...» είπε ξερά ο Μανόλης κοιτώντας το ρολόι του. Σκουντουφλώντας δεξιά κι αριστερά, καταφέραμε εντέλει να σταθούμε στα πόδια μας, τρίβοντας αυτιά και μύτες που 'χαν μπουζιάσει από το κρύο· κάτω από τα μάτια μας μεγάλοι μαύροι κύκλοι. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει· απέναντί μας η μαύρη βελούδινη κουρτίνα σκέπαζε ολότελα τον τοίχο με τη δαιμονική ζωγραφιά. Πέρασαν δυο λεπτά που στεκόμασταν αμήχανοι και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον μέσα στο ιερό της εκκλησίας, ρίχνοντας κλεφτές, φοβισμένες ματιές στον καλυμμένο τοίχο· κανονικά θα έπρεπε να είχαμε φύγει τρέχοντας για τα σπίτια μας μήπως και —έστω μερικοί από μας— προλάβουμε στην πόρτα τους πατεράδες μας πριν φύγουν για τις δουλειές τους. Ο εφιάλτης όμως πίσω απ' τη βελούδινη κουρτίνα μάς κρατούσε καρφωμένους εκεί. Κάποτε ο Σώτερ προχώρησε προς τον απέναντι τοίχο· πίσω του ακολουθήσαμε κι όλοι οι υπόλοιποι. Όταν έφτασε στην κουρτίνα, κοντοστάθηκε για λίγο· «άσε να το κάνω εγώ που 'μαι καμένο χαρτί...» του είπε ο Μεγάλος Πρόδρομος με τη βαριά φωνή του· «γιατί εγώ τι είμαι...» του αντιγύρισε ο Σώτερ με έναν ειρωνικό τόνο· έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα και με μια απότομη κίνηση τράβηξε πέρα για πέρα τη μαύρη βελούδινη κουρτίνα. Ο τοίχος καλυπτόταν ακόμη από μια τοιχογραφία, μα δεν ήταν ακριβώς η ίδια με κείνη της προηγούμενης νύχτας· μπροστά στα μάτια μας υπήρχε μια θαμπή, φθαρμένη ζωγραφιά που δεν είχε ούτε στο ελάχιστο την τρομακτική λάμψη που μας τύφλωνε πριν από λίγες ώρες. Στο κέντρο της τοιχογραφίας το κεφάλι του άντρα πάνω στον ασημένιο δίσκο ήταν επιτέλους νεκρό κι απ' τον κομμένο λαιμό έσταζαν λιγοστές σταγόνες ξεθωριασμένο αίμα, σαν νερωμένο κρασί· τα βλέφαρά του ήταν κλειστά και το πρόσωπό του είχε μια έκφραση γαλήνης, σαν να κοιμόταν έναν ανέμελο ύπνο μικρού παιδιού. Από τα μάγουλά του οι κάθετες μαύρες ρυτίδες είχαν χαθεί· μονάχα μια νεκρική χλωμάδα είχε απλωθεί στο δέρμα του. Τα σφραγισμένα χείλη του κύρτωναν σε ένα αινιγματικό χαμόγελο... Στα αριστερά της ζωγραφιάς, πάνω στο κόκκινο ντιβάνι, καθόταν οριστικά μαραζωμένη, αποξηραμένη, σαν ζωντανή-νεκρή, η γυναίκα· ήταν η ίδια γυναίκα που πριν μας κυκλώσει ο ύπνος την είχαμε δει στο πιο έξαλλο άνθισμα της θηλυκότητάς της να ηδονίζεται παράφορα με τη φρίκη. Το μόλις πριν από λίγες ώρες λαχταριστό δέρμα της, που αποκτήνωνε τη συνείδηση, είχε γίνει αγνώριστο, η σάρκα που το προηγούμενο βράδυ παλλόταν ξαναμμένη από την ηδονή τώρα δίπλωνε πλαδαρή, τα στήθια της σακουλιασμένα, το μέτωπό της γεμάτο από ρυτίδες, το μισό πρόσωπό της είχε παραλύσει σε μια αποκρουστική γκριμάτσα, τα χέρια της κρέμονταν άψυχα, τα μισά μαλλιά της είχανε πέσει. Το χειρότερο όμως ήταν τα μάτια της: μαύρα, σβησμένα, κοιτούσαν το απόλυτο κενό, χωρίς ούτε μια λάμψη, στεγνά από δάκρυα και ψυχή... Ήταν πια ένα πλάσμα που υπήρχε χωρίς λόγο, χωρίς ελπίδα και φόβο, χωρίς πραγματική ανάσα· άρα, λοιπόν, στ' αλήθεια η ψυχή της γυναίκας εκείνης θρεφόταν μονάχα από το φοβερό μαρτύριο του αποκεφαλισμένου άντρα, ζούσε με μόνη λαχτάρα να χαίρεται τον πόνο του άλλου — ίσως να είναι έτσι εντέλει η ζωή, κι η φρίκη να θρέφει την ευτυχία με έναν παράξενο ομφάλιο λώρο, γι' αυτό και μόλις έπαψε ο αιώνιος πόνος έπαψε η αιώνια ηδονή της, λες και η δασκάλα μας είχε δώσει δυο φιλιά θανάτου κι όχι ένα... Κι όταν πέρασε ίσαμε ένα τέταρτο που κοιτούσαμε τη ζωγραφιά των οριστικά σβησμένων παθών και των στραγγισμένων ψυχών, ήταν ο Ζήσης που βγήκε μπροστά και με τρεμάμενο χέρι τράβηξε αργά αργά τη βελούδινη κουρτίνα, σκεπάζοντας οριστικά την εφιαλτική τοιχογραφία που ήταν άλλη το βράδυ κι άλλη το πρωί. Φύγαμε τρέχοντας. Χρόνια αργότερα ο Σώτερ μάς είπε ότι διάβασε σε ένα από τα παράξενα βιβλία του Μαυρομανόλη μια παλιά ιστορία, όπου μια πανέμορφη κοπέλα που 'παιρνε ψυχές με το χορό της ζήτησε απ' το βασιλιά-πατριό της το κεφάλι ενός τρελού κουρελή που έλεγε πως ήταν προφήτης...