θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 51ο

 

 

 

 

 

51.

 

Στόμα με στόμα

 

 

 

Είχαν περάσει κοντά δέκα μέρες από τότε που ο Γιώργος έφυγε στο δάσος, όταν βρεθήκαμε ξανά με την κυρία Δομένικα. Ήταν η πρώτη φορά που μας ξανάβλεπε όλους μαζί (πλην του Γιώργου βέβαια) από τις εννέα Ιουνίου, τότε που παίξαμε το τελευταίο σι μαριό. Και το αστείο είναι πως ένα απόγευμα δυο μέρες μετά τη φυγή του Γιώργου αποφασίσαμε στα Βαρέλια να μην ανταμωθούμε καθόλου μαζί της μέχρι να γυρίσει. Έτσι, το σχέδιό μας να πάμε στο σπίτι της κρατώντας βιολέτες, μόλις κοπάσουν οι βροχές, πήρε αναβολή επ' αόριστον. Ωστόσο τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά, καθώς εκείνο το φθινόπωρο ήταν για τη δασκάλα μας ο καιρός των θανατηφόρων φιλιών· να σκεφτείς, μονάχα μπροστά στα μάτια μας η κυρία Δομένικα έδωσε τρία από τούτα τα τρομερά φιλιά.

 

Ήταν ένα μουντό σκοτεινό μεσημέρι, στις δεκαοχτώ ή δεκαεννιά Οκτωβρίου, όταν είδαμε έξω απ' τα παράθυρα της τάξης μας τον πληγωμένο σκύλο να περπατά αργά στην αλάνα. Η κυρία Δροσιά μάς μάθαινε μια τραγουδιστή προσευχή, «συ που κόοσμους κυυβερνάς· και ζωήη παντού σκορπάας...» κι όλοι μας, μην έχοντας άλλο τίποτε να κάνουμε, κοιτούσαμε αφηρημένοι τον Κώστα που, χωμένος κάτω από το θρανίο του, πάλευε —μάταια, όπως πάντα— μ' ένα κομμάτι μάρμαρο να σπάσει τη μεγάλη πράσινη μπίλια που, όπως έλεγε, κρατούσε μέσα της φυλακισμένη τη μεγαλύτερη και ωραιότερη θάλασσα των αιώνων. Μόνον ο Κούλης κοιτούσε, όπως συνήθως, έξω απ' το παράθυρο· αυτός εξάλλου είδε πρώτος το σκύλο με το βασιλικό περπάτημα και αμέσως σκούντησε το Μανόλη για να δει και κείνος. Μέσα σε ένα λεπτό είχαμε ειδοποιηθεί όλοι για τον παράξενο επισκέπτη μας και, χωρίς να σταματήσουμε το τραγούδι της κυρίας Δροσιάς, στραφήκαμε έξω απ' το παράθυρο και στυλώσαμε τα μάτια μας επάνω του. Ήτανε ένα μεγάλο, κατάμαυρο, ξερακιανό λυκόσκυλο, μάλλον προχωρημένης ηλικίας, αφάνταστα όμορφο — παρ' όλο που το βλέπαμε από μακριά, θα μπορούσα να το ξεχωρίσω ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα. Το περπάτημά του ήταν αφύσικα αργό, σαν να ακολουθούσε μια αόρατη πένθιμη πομπή· άμα το πρόσεχες για λίγη ώρα, ίσως να διέκρινες την υποψία ενός τρεκλίσματος. Στο λαιμό δεν είχε κολάρο —αλίμονο—, ωστόσο κάτι γυάλιζε κάτω απ' το δεξί του αυτί· στην αρχή νομίσαμε πως ήταν μενταγιόν, κατόπιν όμως φάνηκε καθαρά — ήταν μια ματωμένη σιδερένια αιχμή που προεξείχε απ' τη σάρκα· έμοιαζε φυτρωμένη στο λαιμό του. Μέσα σε λίγες στιγμές, ο ένας μετά τον άλλον, όλα τα αγόρια βουβαθήκαμε κι έμειναν να τραγουδούν μόνα τους τα κορίτσια, με τις λεπτές αντιπαθητικές φωνές τους, γι' αυτόν που παντού σκορπά τη ζωή. Κάποτε, όχι μετά από πολλή ώρα, είδαμε τα δυο μπροστινά πόδια του σκύλου να λυγάνε σαν να 'τανε στάχυα· ο πανέμορφος μαύρος σκύλος έπεσε με την κοιλιά καταγής. Σηκωθήκαμε σχεδόν όλοι μαζί με θόρυβο απ' τις καρέκλες μας, το τραγούδι γι' αυτόν που παντού σκορπά τη ζωή διακόπηκε βίαια, η κυρία Δροσιά κάτι πήγε να πει τρομαγμένη, μα μήτε καν ακούστηκε η φωνή της, καθώς ο Όττος άνοιξε την πόρτα βροντώντας τη στον τοίχο και ξεχυθήκαμε έξω. Φτάσαμε αμέσως στον πεσμένο σκύλο και κάναμε ένα ημικύκλιο μπροστά του· χωρίς να κουνήσει το κεφάλι του, παρά μόνο τις κόρες των ματιών του, μας κοίταξε όλους έναν έναν· το βλέμμα του μετέδιδε μια αφάνταστη ηρεμία, όμοια με την επίγνωση που κερδίζει κανείς όταν λυτρώνεται από κακοφορμισμένες ελπίδες και ουτοπίες. Κάποια στιγμή ο Μεγάλος Πρόδρομος έσκυψε και πήγε να τον σηκώσει στα χέρια· μα μόλις τον άγγιξε ακούστηκε ένα τρομακτικό υπόκωφο ουρλιαχτό πόνου που μας τρύπησε την ψυχή· ο φίλος τραβήχτηκε αμέσως φοβισμένος (και δεν ήταν από αυτούς που φοβότανε εύκολα) — οι παλάμες του είχανε γίνει κατακόκκινες από το αίμα. Παρά το φριχτό πόνο, η γαλήνη δε χάθηκε στη μορφή του ζωντανού και στο βλέμμα του είδαμε μια γλυκύτατη απαίτηση — ναι, αυτές είναι οι σωστές λέξεις, γλυκύτατη απαίτηση· δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς, άμα το αντέχεις, προσπάθησε να το φανταστείς... Πέσαμε όλοι μας στα γόνατα, κι όσο πιο μαλακά γινόταν, χωρίς να τον αγγίξουμε στην κοιλιά, τον γυρίσαμε στο πλάι. Τότε είδαμε την ουρά του σιδερένιου βέλους· του είχε διαπεράσει τον κορμό κάτω από το μπροστινό αριστερό πόδι κι είχε βγει από τη δεξιά πλευρά του λαιμού. Και βέβαια όλοι μας μείναμε με το στόμα ανοιχτό· δεν είχαμε φανταστεί ποτέ μας μέχρι τότε πως υπάρχουν πια βέλη που πληγώνουν στ' αλήθεια, νομίζαμε πως όλα τα βέλη του κόσμου τα είχαν ρίξει εδώ και αιώνες οι ήρωες των παλιών παραμυθιών. Να όμως που τα βέλη με την ακονισμένη αιχμή έσχιζαν ακόμη τον άνεμο όπως τότε, κι άραγε ποιο χέρι είχε τεντώσει το τόξο που είχε σημαδέψει εκείνον τον πανέμορφο σκύλο και γιατί· αχ, δε γινόταν να τον ξέραμε εκείνον που πληγώνει θανάσιμα με σιδερένια βέλη τα σκυλιά, α, μόνο να τον ξέραμε, και θα τον δάγκωνε το μαύρο φίδι, θα τον σκοτώναμε όπως του έπρεπε — αυτά σκεφτόμασταν, όταν ακούσαμε το μοιραίο Νίκο να μονολογεί: «...άραγε να 'ναι αυτά τα βέλη του έρωτα;».

 

Είχε πάει οχτώ η ώρα το βράδυ, όταν μετά από ώρες σιωπής κι αμήχανων ψιθύρων αποφασίσαμε να ησυχάσουμε τον πληγωμένο σκύλο. Ο Σώτερ ήταν αυτός που υπέδειξε τον τρόπο: κάποιος θα χούφτιαζε το βέλος απ' την αιχμή του και θα το τραβούσε με δύναμη· μα έπρεπε να 'τανε ένα γερό χέρι που θα έκανε τούτη τη δουλειά για να το καταφέρει με την πρώτη, μια κι έξω, να μην τυραννιστεί το ζώο ακόμη περισσότερο στο ψυχορράγημά του. Όλων τα βλέμματα στράφηκαν στο Μεγάλο Πρόδρομο· ποιος άλλος είχε τόση δύναμη στα χέρια για να τραβήξει τα βέλη του έρωτα μέσα απ' τη σάρκα... Εκείνος έμεινε σκυφτός για ένα λεπτό· έπειτα, και χωρίς να σηκώσει διόλου το κεφάλι, σύρθηκε, έτσι όπως ήταν γονατισμένος, μπροστά και δεξιά του ζώου· με μια αργή κίνηση χούφτιασε γερά το ματωμένο βέλος κάτω ακριβώς από τα άγκιστρα της αιχμής. Αμέσως σηκωθήκαμε όρθιοι όλοι μαζί με μια κίνηση· ο σκύλος κοίταξε το φίλο μας με το γλυκύτατο βλέμμα του κι ο Μεγάλος Πρόδρομος πήρε βαθιά ανάσα και σκύβοντας στο αυτί του σκύλου τού ψιθύρισε δύο λέξεις (χρόνια αργότερα, όταν αποχαιρετιόμασταν πριν απ' τη Μεγάλη Μάχη, μου τις ψιθύρισε κι εμένα στο αυτί τούτες τις λέξεις· ήταν ένα μήνυμα για μια σκιά του άλλου κόσμου: «αν ήθελες...»). Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε πίσω μας μια βραχνιασμένη μα γνώριμη φωνή: «όχι, Πρόδρομε...». Ήταν η κυρία Δομένικα.

 

Στις μέρες που ακολούθησαν κανένας από εμάς δεν μπόρεσε να δώσει μια εξήγηση για το πώς ήξερε η δασκάλα μας το ότι ένας πληγωμένος σκύλος έπρεπε να ησυχάσει εκείνη τη βραδιά κι ήρθε στην αλάνα, και μάλιστα τη στιγμή ακριβώς που ο Μεγάλος Πρόδρομος θα τραβούσε το βέλος μέσα απ' το σώμα του. Και να πεις πως έγινε τυχαία, πως απλά ήταν ο δρόμος της από εκεί — όχι, δεν ήταν, η κυρία Δομένικα είχε να πατήσει στην αλάνα τέσσερις μήνες, από εκείνη την μέρα του Ιουνίου που έπαιξε μαζί μας σι μαριό, άρα κάτι άλλο συνέβη, κάτι που προφανώς είχε να κάνει με τις δυνάμεις που όρισαν τη ζωή της δασκάλας μας. Και βέβαια, μόλις άκουσε τη φωνή της ο Μεγάλος Πρόδρομος, κοκάλωσε· εκείνη προχώρησε, τον άγγιξε στον ώμο και του είπε σχεδόν ψιθυρίζοντας: «σήκω...». Κι όταν ο φίλος μας σηκώθηκε, εκείνη γονάτισε στη θέση του, αγκάλιασε το κεφάλι του σκύλου (το ζώο, τι παράξενο, δεν ούρλιαξε διόλου, μονάχα την κοιτούσε με απερίγραπτα γαλήνιο βλέμμα) και μας φώναξε: «κλείστε τα μάτια...». Τότε καταλάβαμε έντρομοι πως η κυρία Δομένικα θα τον ησύχαζε τον πληγωμένο σκύλο φιλώντας τον στο στόμα, θα τον θανάτωνε μ' ένα απλό άγγιγμα των χειλιών της στο στόμα του, κι ας μην ήταν φιλί ανθρώπου με άνθρωπο, μα εντέλει τι σημασία είχε; Έξαφνα οι υστερικές κραυγές του Ζήση ακούστηκαν σαν αλλεπάλληλες καμτσικιές: «...όχι, κυρία... μην τον φιλήσεις...»· ο φίλος μας φώναζε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του και το πρόσωπό του παραμορφωνόταν από την ένταση· «...μπορεί να φαίνεται ένα αθώο ζώο, μα έχει φίδι στο στόμα του ...είναι ο τυφλός όφις της κολάσεως που ζει μονάχα στις κλειστές σπηλιές, μου το 'χει πει ο Τζακ, δαγκώνει πάντα στο μέσα μέρος του πάνω χείλους... έχει χίλιους τρόπους για να σου ανοίξει το στόμα, κι όταν σε δαγκώσει, τότε το μυαλό σου γυρνά ακριβώς αντίστροφα, όπως στον κόσμο του διαβόλου... μην το κάνεις, κυρία, μετά θα είναι αργά...», αυτά έλεγε και δε θα σταματούσε εάν εκείνη δε γυρνούσε να τον κοιτάξει με βλέμμα τρομερό. «Ζήση, κλείσε τα μάτια σου...» του είπε χαμηλόφωνα μα κοφτά, απόλυτα, με ύφος που δεν επιδεχόταν άλλη κουβέντα. Και τότε κλείσαμε όλοι μας τα μάτια και συνάμα μισανοίξαμε ελάχιστα τα βλέφαρα· δεν ξέρω αν όσα είδαμε έγιναν πράγματι ή αν τα φανταστήκαμε: η κυρία Δομένικα έσκυψε, αγκάλιασε το σκύλο από το σβέρκο και τον φίλησε στο στόμα· το ζώο, σαν να πήρε έξαφνα ζωή από τα χείλη της δασκάλας μας, μισοσηκώθηκε κι ακούμπησε τα μπροστινά του πόδια στους ώμους της. Έμοιαζε να μην πονά πια διόλου. Γυναίκα και σκύλος κυλίστηκαν καταγής και το φιλί τους έγινε λάγνο, σχεδόν πρόστυχο, με γλώσσες που ενώνονταν παθιασμένα. Ίσως το φίδι για το οποίο ούρλιαζε ο Ζήσης να υπάρχει στ' αλήθεια, σκέφτηκα, κι αμέσως όλα γίνανε μαύρα· τα βλέφαρά μου κλείσαν, θαρρείς από μόνα τους. Κι απ' ό,τι φαίνεται, όλοι οι φίλοι μου κλείσαν κι αυτοί τα βλέφαρά τους, γιατί λίγα λεπτά αργότερα την ακούσαμε να μας ρωτά με σπασμένη φωνή: «Δε θα με βοηθήσετε διόλου, λοιπόν;». Άνοιξα τα μάτια μου και είδα: ο μαύρος πανέμορφος σκύλος ήταν νεκρός μπροστά στα πόδια της. Χωρίς να πούμε τίποτε πέσαμε όλοι στα γόνατα και με τα χέρια αρχίσαμε να σκάβουμε το χώμα· μαζί μας άρχισε να σκάβει κι αυτή. Κανείς μας δεν τολμούσε να πει κουβέντα. Όταν ο λάκκος έγινε αρκετός για να τον χωρέσει, ο Μεγάλος Πρόδρομος τον πήρε αγκαλιά και τον έβαλε μέσα· στο λαιμό του η αιχμή του βέλους έλαμπε σαν κόσμημα μέσα στη νύχτα. Τον σκεπάσαμε γοργά και πατικώσαμε το χώμα με τις παλάμες μας· τότε η κυρία Δομένικα έβγαλε από την τσέπη του παλτού της δυο χούφτες μικρά στρογγυλά βότσαλα της άμμου (άραγε πού τα 'χε βρει;) και σχημάτισε με αυτά ένα βέλος πάνω στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, που έδειχνε το δρόμο που πήγαινε ο σκύλος πριν πέσει. Έπειτα σηκώθηκε αμίλητη και χάθηκε μέσα στη νύχτα σαν φάντασμα· όσο για το βέλος που σχημάτισε με τα βότσαλα, σε μια βδομάδα χάθηκε, θαρρείς και κάποιος να μάζεψε τα βότσαλα απ' την αλάνα.