θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 50ο

 

 

 

 

 

50.

 

Η Αλεξάνδρα ορμηνεύει, ο Γιώργος ξαμολιέται

 

 

 

Εκείνη τη μέρα μείναμε στα Βαρέλια μέχρι τις εφτά το απόγευμα, κι αν δεν άρχιζε η ξαφνική φοβερή καταιγίδα που κράτησε δέκα μέρες, ίσως να καθόμασταν εκεί ως τα μεσάνυχτα. Ωστόσο, ως την ώρα που φύγαμε, δεν μπορέσαμε να βρούμε τον τρόπο που θα εμπόδιζε το θάνατο της δασκάλας μας. Βάλαμε κάτω και σκεφτήκαμε ξανά και ξανά με όλες τις λεπτομέρειες όσα εκείνη μας είχε διηγηθεί την περασμένη άνοιξη, το σχέδιο για τη γέννηση του διαβόλου, την κατάρα της Μπαρμπακούλας, τις χίλιες μέρες, τα φαρμακωμένα χείλη της, τον έρωτά της με την Τζίλντα· μάλιστα μ' ένα ξυλαράκι γράψαμε στο χώμα το μήνα που πρωτοσυναντηθήκαν οι δυο τους στη λεύκα της αλάνας (δηλαδή το Μάιο του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε) και προσπαθήσαμε να υπολογίσουμε τις χίλιες μέρες... Κάποια στιγμή, κι ενώ είχαμε πελαγώσει για τα καλά, ο Σώτερ αποτραβήχτηκε κάπως από μας ψιθυρίζοντας νούμερα και μετρώντας τα δάχτυλά του, για να ξαναγυρίσει μετά από ένα τέταρτο, λέγοντάς μας πως υπολόγιζε ότι οι χίλιες μέρες της δασκάλας μας θα τέλειωναν μετά την Πρωτοχρονιά και σίγουρα πριν μπει ο Μάρτιος — και δεν έκανε λάθος, σ' το 'χω πει πως έκοβε ξυράφι το μυαλό του Σώτερ, κι ας ήταν να τον μπερδεύει και εκείνο το ακατανόητο νούμερο που μας είχε πει η κυρία Δομένικα την πρώτη του Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, τότε που μας ανέβασε για πρώτη φορά στην Κουπέλα... «Άρα μας μένουν τρεις, το πολύ τέσσερις μήνες...» είπε σκεπτικός ο Κώστας· τότε μίλησε ο Μανόλης: «υπάρχει μια μονάχα λύση· να στήσω καρτέρι μια βραδιά στην Τζίλντα, εκεί στο Θάνατο, και να της στρίψω ένα μαχαίρι στην κοιλιά...» είπε με σταθερή φωνή. «...Δηλαδή... θα γίνεις φονιάς;» τραύλισε έντρομος ο Ζήσης, μα εκείνος δεν του απάντησε, λες και δεν τον άκουσε καν. Έφερα στο μυαλό μου την πανέμορφη Τζίλντα· χωρίς αμφιβολία, δεν είχε φταίξει σε τίποτε, ήταν πιο αθώα κι απ' το πρόβατο, όμως ο θάνατός της ήταν ο μόνος τρόπος για να εκπληρωθεί η κατάρα της Μπαρμπακούλας χωρίς να πεθάνει η κυρία Δομένικα· η μάγισσα είχε πει πως είτε θα πεθάνει αυτός που θα ερωτευτεί η δασκάλα μας μέσα στις χίλιες μέρες, είτε εκείνη δε θα' βλεπε το ξημέρωμα της χιλιοστής, άρα μπορούσαμε να σκοτώσουμε την Τζίλντα· η ζωή τρέφεται με ζωή, εξάλλου και η Αύρα Φραντζή έτσι σκέφτηκε όταν στάλαξε το φοβερό φαρμάκι στα χείλη της κόρης της σαράντα μέρες μετά τη γέννησή της. Τότε άκουσα δίπλα μου τη φωνή του Κώστα, μιλούσε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά: «φαίνεται πως έτσι μόνο ζεις για τους ζωντανούς... παραμονεύοντας στο σκοτάδι και στρίβοντας το μαχαίρι στην κοιλιά...». Μόλις το άκουσε κι αυτό ο Σώτερ άρχισε να ουρλιάζει «είστε τρελοί, λοιπόν;... αυτό θα είναι στο εξής η λύση για όλα;... ένα μαχαίρι στην κοιλιά των αθώων;... ποιος είσαι εσύ, Μανόλη, που αποφασίζεις να πάρεις τη ζωή απ' την Τζίλντα... ποιος σου το 'δωσε το ελεύθερο να πάρεις μια ζωή για να σώσεις μιαν άλλη;... πιστεύεις πως κρατάς στα χέρια σου το νήμα της ζωής των ανθρώπων και μπορείς να το κόβεις όποτε θέλεις, ή μήπως νομίζεις πως η δασκάλα μας γουστάρει σωτήρες σαν και του λόγου σου;... είμαι σίγουρος πως αν σε άκουγε τώρα θα ντρεπόταν για σένα και θα σε μισούσε αφάνταστα για όλη της τη ζωή...». «Με μισούσε, δε με μισούσε, θα 'χε σωθεί από την κατάρα...» του απάντησε ο Μανόλης, παραμένοντας ανέκφραστος, ανεξήγητα αδιάφορος για τις βαριές κουβέντες του Σώτερ. «Άλλον κανένα ξύπνιο δεν έβγαλε η μάνα σου;» του είπε τότε ο Γιώργος, αγριοκοιτώντας τον με μάτι σκοτεινό. «Ακούστε με και βάλτε το καλά στο μυαλό σας...» είπε ξερά, «άμα οδηγούσε κάπου ο θάνατος της χορεύτριας, θα το 'χα κάνει μόνος μου εδώ και καιρό... εγώ θα 'χα και παραπάνω λόγους από σας να φύγει από τη μέση αυτή η Τζίλντα... όμως το μαχαίρι που θα σφάξει τη χορεύτρια, να το ξέρετε, θα σφάξει χίλιες φορές και την κυρία Δομένικα... θα είναι η μεγαλύτερη δυστυχία για κείνην, το οριστικό ρήμαγμα της ψυχής της... καλύτερα να πεθάνει απ' την κατάρα της Μπαρμπακούλας παρά απ' αυτό...». Αυτά μας είπε ο ερωτευμένος φίλος μας και βέβαια είχε δίκιο· μέχρι και ο Μανόλης, που δεν έκανε εύκολα πίσω, το κατάλαβε κι έσκυψε το κεφάλι σαν να μετάνιωσε. Ο θάνατος της Τζίλντας θα 'ταν ο φριχτότερος τρόπος για να αργοπεθάνει η δασκάλα μας, αφού πρώτα σκουλήκιαζαν η μνήμη της και η ψυχή της — έπρεπε να βρούμε κάποιον άλλο τρόπο, ποιον όμως; Μετά από λίγα λεπτά σιωπής, κι ενώ στον ουρανό είχαν μαζευτεί μαύρα απειλητικά σύννεφα, μίλησε ο Σώτερ: «το μόνο που μας απομένει είναι ν' ακυρώσουμε την κατάρα της Μπαρμπακούλας, να τη σβήσουμε, να την κάνουμε να μη στρέξει...». Ο Όττος γέλασε ειρωνικά, «κατάρα μάγισσας που ψυχορραγεί σφαγμένη από το χέρι του γιου της και θα την κάνουμε εμείς να μην στρέξει;» κάγχασε, ενώ ακούστηκε το πρώτο μπουμπουνητό και σείστηκε η γη, «πιο εύκολο είναι να εμποδίσουμε τούτη την μπόρα να ξεσπάσει παρά να ακυρώσουμε την κατάρα...». «Ίσως γι' αυτό θα πρέπει να το προσπαθήσουμε» είπε με πάθος ο Βέλιας, «επειδή είναι ακατόρθωτο... επειδή θα το 'κανε κι ο Αγιούτος...» κι έπειτα τη φωνή του τη σκέπασε το δεύτερο μπουμπουνητό που 'ταν δυνατότερο από το πρώτο. «Αν είναι για τον Πέτρο, τότε αλλάζει...» του απάντησε με ζέση ο Όττος, «...ας προσπαθήσουμε να πάμε ενάντια στο πεπρωμένο, όπως αυτός...». Έγινε σιωπή, ο ουρανός είχε μαυρίσει ολότελα· τότε ακούστηκε ο Κώστας που είπε μονολογώντας: «α... πεπρωμένο... νικιέται άραγε το πεπρωμένο;». Τότε ακούστηκε το τρίτο μπουμπουνητό και, καθώς ο κεραυνός έπεσε κάπου πολύ κοντά μας, βρεθήκαμε όλοι πεσμένοι καταγής· αμέσως άρχισε η φοβερή καταιγίδα. Μεμιάς σηκωθήκαμε και χωρίς να πούμε τίποτε πήραμε τρέχοντας το δρόμο για τα σπίτια μας· θα βρισκόμασταν την επομένη, αφού συμφωνήσαμε πως όλο το βράδυ θα σκεφτόμασταν, θα στύβαμε το μυαλό μας για να βρούμε μια λύση ώστε να μη στρέξει η κατάρα που οδηγούσε τη δασκάλα μας στο θάνατο. Τελικά όμως δεν το σκεφτήκαμε για ένα μόνο βράδυ, μα για δέκα ολόκληρες μέρες, καθώς έτυχε εκείνο το δεκαήμερο να γίνει σωστός κατακλυσμός και η βροχή δε σταμάτησε ούτε για πέντε λεπτά, τα ρέματα ξεχείλισαν κι η γειτονιά με το κοκκινόχωμα πλημμύρισε για τα καλά, οι δρόμοι της γίναν ποτάμια με κόκκινη λάσπη, και τα ισόγεια σπίτια πήραν νερό ίσαμε κι ένα μέτρο, το ίδιο και οι τάξεις του εκατοστού πέμπτου... Από το σπίτι μας ξαναβγήκαμε στις οχτώ Οκτωβρίου για να πάμε στο σχολείο· ήταν η μέρα που σταμάτησαν οι μεγάλες βροχές. Ήμασταν απογευματινοί· αμέσως μετά το μάθημα μαζευτήκαμε στα Βαρέλια...

 

Εκείνο το απόγευμα αποφασίσαμε να πάμε την επόμενη κιόλας ημέρα στο Στοιχειωμένο. Ήταν η πρώτη φορά που μαζευτήκαμε στα Βαρέλια μετά τις μεγάλες βροχές, μα δε μιλήσαμε καθόλου για τα όσα έγιναν εκείνες τις ημέρες· το μυαλό μας ήταν σταματημένο στο πώς θα κάναμε την κατάρα που βασάνιζε τη ζωή της δασκάλας μας να πάψει, και την απορία που είχε ο Κώστας —για το αν νικιέται άραγε το πεπρωμένο— τη νιώθαμε να σφίγγει το λαιμό μας σαν θηλιά· έτσι, όταν κάποια στιγμή ο Κώστας μονολόγησε «ίσως η γρια-Αλεξάνδρα να ξέρει κάτι...», ουσιαστικά είπε αυτό που γυρόφερνε στη σκέψη όλων μας. Μόνο η γρια-Αλεξάνδρα, η φοβερή «Βασίλισσα των Ερπετών και των Στοιχειών» (όπως αποκαλούσε τον εαυτό της), μπορούσε να μας πει κάποιον τρόπο που θα ακύρωνε το θάνατο της κυρίας Δομένικας· ο παπα-Λεπ Ταιρ, αν του ζητούσαμε κάτι τέτοιο, θα μας αράδιαζε στίχους στα λατινικά ή το πολύ θα μας τραγουδούσε καμιά καντσονέτα, κι αν πήγαινα στο Μαυρομανόλη, θα μου έλεγε αγριεμένος αυτό που του 'χανε πει κι εκείνου πριν από πολλά χρόνια έξω από ένα χωριό της Δράμας, «...νομίζεις πως είσαι κανένας Θεός και ξέρεις ποιο είναι το καλύτερο...», κι έπειτα, αφού ξεφυσούσε για λίγο θυμωμένος, θα συμπλήρωνε: «...κι αν νομίζεις πως είσαι, εγώ να σου δώσω ένα εξάσφαιρο με χαραγμένες σφαίρες...»· όχι, δε γυρεύαμε κάτι τέτοιο εμείς —δε θέλαμε ούτε αμφίσημες φράσεις ούτε χαραγμένες σφαίρες—, θέλαμε μια ανθρώπινη λύση, μια συνταγή που θα έπαιρνε πίσω την κατάρα, κι αυτό το μπορούσε μόνο η γρια-Αλεξάνδρα... Πράγματι, ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί της επομένης, ήτανε Κυριακή, δεν είχαμε σχολείο, ο δρόμος για το Στοιχειωμένο μάς πήγε καλά μέχρι που περάσαμε τη στροφή της Καρδιάς. Εκεί βρήκαμε το Βάλτο ξεχειλισμένο και απειλητικό· ωστόσο είχαμε προνοήσει για το πέρασμά του: προτού μπούμε στο βούρκο, που αν θύμωνε σε ρουφούσε μέσα του όσο να πεις κρεμμύδι, δεθήκαμε όλοι απ' τη μέση με το χοντρό σκοινί που είχε φέρει μαζί του ο Σώτερ κι έπειτα, σε κάθε μας βήμα, ο Ζήσης έριχνε μπροστά μας μια χουφτιά από το αλεύρι του Ταρνανά που μαλάγρευε το θυμό του Βάλτου. Πέρασαν κοντά τρεις ώρες που παλεύαμε αγκομαχώντας στο βούρκο, όταν κάποτε κουτρουβαλήσαμε σε μια απότομη λυτρωτική κατηφόρα· όταν σταμάτησε η κουτρουβάλα, ήμασταν ένα λασπωμένο σμάρι, και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι ο Βάλτος είχε φτάσει ίσαμε το Μεγάλο Ρέμα. Σταθήκαμε ξανά στα πόδια μας με δυσκολία· ήμασταν σε άθλια πραγματικά κατάσταση, νιώθαμε όλο μας το σώμα μπαλταδιασμένο, τα κόκαλά μας και οι κλειδώσεις μας πονούσαν φριχτά, μα η ώρα δε μας έπαιρνε να σταματήσουμε έστω για λίγο. Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τσακισμένοι την ανηφόρα, μπήκαμε στο λαβύρινθο με τους θάμνους, ο Σώτερ έλεγε «να σκέφτεστε πως μένετε ακίνητοι και πως η γη είναι που κυλάει κάτω απ' τα πόδια σας...», αυτό έλεγε ξανά και ξανά, ο Όττος μάς οδηγούσε στρίβοντας κάθε τόσο σε απίστευτα μονοπάτια και σιγά σιγά βυθίστηκε το μυαλό μου σε μια ανεξήγητη νάρκη, θαρρείς και κοιμήθηκα περπατώντας. Τότε είδα κάτι σαν όνειρο ή όραμα, πες το όπως θες: ο Αγιούτος έτρεχε αλλόφρων σε ένα καταπράσινο λιβάδι με αμέτρητα γάργαρα ρυάκια ουρλιάζοντας «πού είναι επιτέλους η φωτιά, που είναι η φωτιά, σας λέω...». Το πρόσωπό του ήταν σαν του βρικόλακα, ωχρό το δέρμα, ρουφηγμένο πίσω απ' τα κόκαλα, κι η έκφρασή του είχε την πιο φοβερή απόγνωση. Ξαφνικά, πίσω από ένα δέντρο, φάνηκε η κυρία Δομένικα, ψηλή ίσαμε τρεις φορές το ύψος της και με τραγίσια πόδια που κατέληγαν σε οπλές· μόλις την είδε ο Αγιούτος έτρεξε μπροστά της βγάζοντας από την τσέπη του ένα λευκό κερί, «κυρία, σε παρακαλώ...» της είπε, «...δώσ' μου φωτιά, σε τούτο τον παράδεισο το σώμα μου σαπίζει φριχτά, σε ικετεύω, κυρία, δώσ' μου φωτιά...». Η δασκάλα μας του απάντησε αμέσως, μα δεν ήταν εκείνη που μιλούσε, ακούστηκε ένας συριστικός ψίθυρος, διαβολικός το δίχως άλλο, «άμα με φιλήσεις κάτι γίνεται...» κι έπειτα ένα συρτό εξίσου απόκοσμο γέλιο. Ο Πέτρος δε φάνηκε να παραξενεύτηκε, μόνο ευθύς τανύστηκε με ανοιχτό το στόμα για να τη φιλήσει, η κυρία Δομένικα έσκυψε προς το μέρος του· και ενώ τα στόματά τους πήγαιναν να ενωθούν, έξαφνα εκείνη χνότισε· ένας πελώριος χείμαρρος φωτιάς τινάχτηκε απ' το στόμα της με απίστευτο θόρυβο, γεμίζοντας όλη την εικόνα εμπρός μου και γύρω μου με κατακόκκινες παμφάγες φλόγες, ενώ το ίδιο διαβολικό γέλιο άρχισε να γαζώνει το μυαλό μου σαν τη χειροκίνητη ραπτομηχανή της μαντμαζέλ Παλούκας. Τότε άνοιξα τα μάτια μου: είχαμε φτάσει στο ξέφωτο μπροστά απ' το Στοιχειωμένο και η γρια-Αλεξάνδρα στεκόταν απέναντί μας στα δέκα μέτρα και γελούσε με το συριστικό απόκοσμο γέλιο του διαβόλου· σχεδόν όλοι μαζί πέσαμε εξαντλημένοι καταγής.

 

Όταν κόπασε το γέλιο της γριάς μάγισσας κι ο ένας μετά τον άλλο σηκωνόμασταν με κόπο στα πόδια μας, μας ρώτησε με το αγριεμένο επιθετικό ύφος της: «μπρος, λέτε τώρα, τι γυρεύετε εδώ;...». Εμείς τα χάσαμε, η γλώσσα μας δέθηκε κόμπος· κάποτε ο Βέλιας μίλησε κομπιάζοντας: «να... ο Κώστας θέλει κάτι να σε ρωτήσει...». «Έφερε χρυσάφι αυτός ο Κώστας που θέλει και να με ρωτήσει;» έκραξε εκείνη επιθετικά. Το ξέραμε πως η γρια-Αλεξάνδρα για να μιλήσει ήθελε πληρωμή μόνο σε χρυσάφι, καθώς οι νεκροί της φυλής της θα ήταν δυνατόν κάποτε να αναστηθούν μόνο αν βουτούσε τις τρίχες των μαλλιών τους σε λιωμένο χρυσάφι· το ξέραμε λοιπόν πως έπρεπε να 'χουμε κάτι χρυσό για να της δώσουμε, κι ο Μανόλης είχε κλέψει αποβραδίς μια λίρα απ' το σεντούκι του πατέρα του, «έφερε, έφερε...» βιάστηκε να φωνάξει και της έδωσε το χρυσό νόμισμα. Εκείνη το άρπαξε απ' το χέρι του, το περιεργάστηκε προσεκτικά, το δάγκωσε και κατόπιν το έβαλε στον κόρφο της και είπε, κάπως πιο ήρεμα είναι η αλήθεια: «ακούω την ερώτηση...». Όλοι γυρίσαμε και κοιτάξαμε τον Κώστα· εκείνος πήρε βαθιά ανάσα και τη ρώτησε κοφτά: «νικιέται άραγε το πεπρωμένο;». Η γριά φαφούτα το σκέφτηκε για ένα δευτερόλεπτο κι έπειτα είπε ξερά «όχι... φευγάτε τώρα...» κι έκανε μεταβολή για να φύγει. Μείναμε όλοι με ανοιχτό το στόμα, ώστε γι' αυτό είχαμε κάνει όλον τούτο το δρόμο, για να μάθουμε πως δε νικιέται το πεπρωμένο, ε όχι, «...γρια-Αλεξάνδρα, στάσου για ένα λεπτό...» της φώναξε ο Σώτερ, «εμείς άλλο θέλαμε να σε ρωτήσουμε...» και, καθώς εκείνη προχωρούσε προς το Στοιχειωμένο, άρχισε να τρέχει από πίσω της, «εμείς θέλαμε να μάθουμε πώς θα γίνει να μην πεθάνει η κυρία Δομένικα απ' την κατάρα της Μπαρμπακούλας, πώς θα γίνει να ξεφαρμακωθούν τα χείλη της για να μη σκοτώνει με κάθε της φιλί, αυτό θέλουμε να μας πεις...». Τότε η Αλεξάνδρα έκανε απότομα μεταβολή, τα μάτια της πετούσαν σπίθες, «έχεις άλλο χρυσάφι...» του γρύλισε, ο Σώτερ έμεινε βουβός, κατόπιν ψέλλισε παρακλητικά «...θα σου φέρω αύριο...», «...φεύγα...» του αντιγύρισε εκείνη, «φεύγα κι έλα με χρυσάφι...» κι έπειτα γύρισε απειλητικά προς τα μας, «φευγάτε όλοι, μη σας φάει η μαρμάγκα...». Πισωπατήσαμε τρομαγμένοι, μα τότε ο Γιώργος έκανε ένα βήμα μπροστά, «έχουμε κι άλλο χρυσάφι...» της φώναξε δυνατά και χωρίς να περιμένει απάντηση πήγε και της έβαλε κάτι στη χούφτα της. Η γριά το σήκωσε ψηλά για να το περιεργαστεί και τότε είδαμε μια χρυσή βέρα· ήτανε η βέρα της μάνας του που την είχε βρει όταν πριν έξι μήνες έλιωσε εντελώς το μεγάλο κερί του μπουφέ, και βέβαια θα τη χαλάλιζε μόνο για την κυρία Δομένικα. Η βέρα φυσικά κατέληξε στον κόρφο της Αλεξάνδρας και η μάγισσα είπε: «προσέχτε καλά, το καθετί θεραπεύεται και θανατώνεται απ' τα όμοιά του, κι εσείς έχετε μόνο μία ερώτηση... είναι στ' αλήθεια δύσκολο να σκεφτεί κανείς τη σωστή ερώτηση...». Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον: θα ρωτούσε ο Σώτερ βέβαια, ποιος άλλος. Εκείνος γρήγορα το κατάλαβε· «αφήστε με δυο λεπτά να το σκεφτώ» είπε και πράγματι έγινε σιωπή για δύο λεπτά. «Είμαι έτοιμος...» είπε κάποτε ο Σώτερ, «για να σε δω...» του απάντησε εκείνη· ο φίλος μας ξερόβηξε κι έπειτα ρώτησε αργά και καθαρά: «ποια χείλια απ' τα χείλια θα πάρουν το θάνατο;». «Μμμμ...» έκανε επιδοκιμαστικά η γριά, «αυτή είναι στ' αλήθεια καλή ερώτηση...» κι αμέσως μετά σαν κάτι να σκέφτηκε, μονολόγησε «μα δεν μπορεί... δε θα στρέξει...» κι έπειτα πάλι παίρνοντας βαθιά ανάσα: «ας είναι, αφού μου δώσατε χρυσάφι θα σας απαντήσω: το θάνατο απ' τα χείλη θα πάρουν δυο χείλη με το αίμα του λαγού, το φτύμα του φιδιού, τα δάκρυα του λύκου και της κουκουβάγιας το κρώξιμο...». Αυτό μας είπε κι αμέσως μετά βιάστηκε να συμπληρώσει: «μα, να το ξέρετε, δε νικιέται το πεπρωμένο...». Ούτε που δώσαμε καμιά σημασία σε αυτά τα τελευταία της λόγια, κι ανακουφισμένοι όσο δε λέγεται, καθώς είχαμε μάθει επιτέλους τη συνταγή που γυρεύαμε, γυρίσαμε μεμιάς την πλάτη μας στη γριά και παρά την τόση μας κούραση κινήσαμε να φύγουμε βιαστικοί για να προλάβουμε τη νύχτα· μια γλυκιά ευφορία μάς είχε κατακλύσει και νιώθαμε πως είχαμε στα πόδια μας φτερά. «Σ' ευχαριστούμε, γρια-Αλεξάνδρα...» της φώναξε ο Σώτερ σχεδόν χοροπηδώντας καθώς ξεμακραίναμε. Εκείνη του αντιγύρισε με ύφος μισό μελαγχολικό και μισό χαιρέκακο: «σ' το λέω, δεν το νικάς με τίποτε, μόνο γυμνώνεις το στέρνο και το περιμένεις...».

 

«Όχου, μωρέ, πεπρωμένο κι αηδίες...» ξέσπασε αγανακτισμένος ο Γιώργος τέσσερις ώρες υστερότερα, απαντώντας έτσι στον Κώστα, όταν εκείνος ρώτησε διστακτικά «...τι να σημαίνει τάχα πως γυμνώνεις το στέρνο και το περιμένεις;» — είχαμε μόλις βγει μπαϊλντισμένοι από τον παιδεμό του Βάλτου και ήδη είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Σπάνια ο Γιώργος παθιαζόταν με τις λέξεις —ίσως να μην είχε συμβεί ποτέ άλλοτε—, όμως ετούτη τη φορά πετάχτηκε φουριόζος· ήθελε, θαρρείς, να προλάβει ακόμη και τη σκέψη μας, «...άκου, φίλε μου, το πεπρωμένο είναι μια απάτη...» είπε, «κάνουμε ό,τι κάνουμε κι ύστερα το λέμε πεπρωμένο, μοίρα, γραφτό... Αυτές οι λέξεις είναι για τους μάγους και τους δειλούς· ό,τι έγινε έγινε με μας, με όσα κάναμε και με όσα αφήσαμε να περάσουν έτσι... κι άμα δε με πιστεύεις εσύ, λέω πως δικό μου είναι το μαχαίρι δικός μου κι ο λαιμός, κι άμα το θέλω τον κόβω στο φτερό, έτσι για πλάκα, επειδή έτσι μου κάπνισε ξαφνικά, επειδή το μυαλό μου πήρε ανάποδες στροφές, κι έλα τότε εσύ να μου μιλήσεις για το ανίκητο πεπρωμένο σου...».

 

Ήταν κοντά δέκα η ώρα το βράδυ εκείνης της Κυριακής όταν φτάσαμε στα Βαρέλια· σωριαστήκαμε ξεψυχισμένοι καταγής και για κάμποση ώρα ο μόνος που ακουγόταν ήταν ο Σώτερ, καθώς επαναλάμβανε συνέχεια την απάντηση της γρια-Αλεξάνδρας: «αίμα λαγού... φτύμα φιδιού... δάκρυα λύκου... κρώξιμο κουκουβάγιας...». Κάποτε η βαριά φωνή του Μεγάλου Πρόδρομου διέκοψε το μουρμουρητό του: «μην το ψάχνεις, όλα βρίσκονται στο δάσος...». «Σωστά...» αναφώνησε ο Σώτερ, «έχεις δίκιο, πώς δεν το σκέφτηκα ο μπουμπούνας...», κι ήταν στ' αλήθεια παράξενο πώς δεν το σκέφτηκε πρώτος ο Σώτερ. Αμέσως μετά όμως το μυαλό του πήρε μπροστά: «...πρέπει να βρεθούν δυο άψυχα χείλη γι' αυτή τη δουλειά, γιατί αν τη φιλήσει άνθρωπος ζωντανός θα πεθάνει όσο να πεις κρεμμύδι, πρέπει να βρεθούν δύο άψυχα χείλη, σας λέω, κι ύστερα η κυρία Δομένικα να τα φιλήσει για να πάρουν από τα χείλη της το θάνατο, για να πάψει να στρέχει η κατάρα της Μπαρμπακούλας κι η δασκάλα μας να μην πεθάνει σαν θα περάσουν οι χίλιες ημέρες...». «Δηλαδή πρέπει πρώτα απ' όλα να βρούμε ένα φρέσκο πτώμα με χείλια...» είπε ο Τζίμης και, παρ' όλη την κούρασή μας και τη σοβαρότητα της στιγμής, μας έπιασαν τα γέλια, «κι αυτό το πτώμα θα το φιλήσει στο στόμα η κυρία Δομένικα;» ρώτησε, όταν σταματήσαμε τα γέλια, φανερά αηδιασμένος ο Μανόλης, «...γιατί όχι;» του απάντησε ο Σώτερ, «άραγε είμαστε σίγουροι πως δεν έχει κάνει και χειρότερα; Εξάλλου υπάρχουν κάποιοι που λένε πως όποιος φιλήσει πεθαμένο γλυκαίνεται τόσο, που δεν μπορεί να ξαναφιλήσει ζωντανό ποτέ πια...» — και βέβαια τότε δεν κατάλαβα ποιον εννοούσε. «Άντε πες και το βρήκαμε το πτώμα απ' το νεκροταφείο, μετά τι κάνουμε;» ρώτησε ο Κώστας, «μετά είναι το δύσκολο... θα πάμε στο δάσος μαζί με το άψυχο κουφάρι και θα βρούμε έναν πληγωμένο λαγό και θα στάξουμε μια δυο σταγόνες από το μαύρο αίμα του στα παγωμένα χείλη. Έπειτα θα βρούμε ένα φίδι την ώρα που ζαρώνει σε τρύπα για το χειμωνιάτικο ύπνο του και θα το ζαλίσουμε με τα λιβάνια του παπα-Λεπ Ταιρ, έτσι που να στείλει πάνω στα νεκρά χείλη το φτύμα του· κατόπιν πρέπει να βρούμε ένα λύκο την ώρα που κλαίει και να στάξουν τα δάκρυά του εκεί όπου στάξαν τα προηγούμενα. Και, τέλος, πρέπει να βρούμε μια κουκουβάγια την ώρα που οι δαίμονες στολίζονται και μια στιγμή πριν κρώξει την έξοδο των δαιμόνων στον πάνω κόσμο να κολλήσουμε το ράμφος της στο στόμα του νεκρού. Το ξέρω, θα είναι δύσκολο, θα χρειαστεί μέρες ολόκληρες, ίσως και βδομάδες, να ψάχνουμε στο δάσος, μα δεν μπορεί, στο τέλος θα τα βρούμε όλα, στο δάσος βρίσκονται τα πάντα...». «Κι άμα το πτώμα σαπίσει τόσες μέρες που θα ψάχνουμε;» ρώτησε ο Μανόλης τούτη τη φορά, «είναι κι αυτό...» είπε σκεφτικός ο Σώτερ, μα δε χρειάστηκε περισσότερο από δύο λεπτά για να βρει μια ακόμη λύση: «θα κλέψουμε απ' τον Αχίλλειο είκοσι τενεκέδια με μέλι, θα τα αδειάσουμε στην ξύλινη λεκάνη της Φρόσως και θα βάλουμε το πτώμα μέσα στο μέλι... με τέτοιο τρόπο που να εξέχουν από το μέλι μόνο τα χείλη του... κάθε μέρα οχτώ από εμάς θα κουβαλάνε τη λεκάνη μες στο δάσος... δε γίνεται κι αλλιώς...». Τότε μίλησα κι εγώ, πιο πολύ είπα δυνατά τη σκέψη μου παρά ρώτησα: «άραγε θα την πάρουν πίσω την κατάρα δυο άψυχα χείλη;»· ο Σώτερ ξεφύσηξε, «ας ελπίσουμε πως θα την πάρουν...» είπε στωικά, «εξάλλου είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε... η δασκάλα μας δε θα δεχτεί ποτέ να τη φιλήσει κάποιος ζωντανός και να πεθάνει αυτός για να πάρει την κατάρα...». «Αλήθεια» τον διέκοψε ο Όττος, «ποιος μας το 'πε ότι η κυρία Δομένικα θέλει να γλιτώσει απ' την κατάρα;» Ο Σώτερ ξέσπασε τότε εκνευρισμένος «...και σένα ποιος σου το 'πε πως πρέπει να σου τα πουν όλα πρωτύτερα; Μήπως είπε κανένας στον Αγιούτο να τρέξει στο καμίνι του Μαριαλουκά...». Και καθώς ο Όττος τον κοίταζε φοβισμένος, μαλάκωσε κάπως τον τόνο του: «...άκου να δεις: εκείνη μπορεί να το θέλει, μπορεί και όχι... εμείς θα πάμε κι ό,τι γίνει· αν θέλεις έρχεσαι...». «Κανένας δε θα πάει πουθενά μήτε και θα ξεθάψετε φρέσκο κουφάρι απ' τα νεκροταφεία...» και βέβαια αυτός που μίλησε με ξερή απόκοσμη φωνή ήταν ο Γιώργος. «Χρειάζεται να περάσουν αιώνες αίματος και να αφρίσουν οι κόκκινες θάλασσες για να έρθει η Στιγμή του καθενός από μας... Μην τυχόν και τολμήσει κανείς να μ' εμποδίσει, θα του φάω το λαρύγγι... Δικό μου το χέρι που κρατά το μαχαίρι, δικός μου κι ο λαιμός... γκέγκε;». Ήταν η πρώτη φορά από τότε που τον γνωρίσαμε που ο φίλος μας μίλησε με αυτόν τον τρόπο· η παγερή νύχτα γέμισε από μιαν αλλόκοτη ένταση. Πέρασαν αρκετά λεπτά μες στη σιωπή· το μόνο που ακουγόταν ήταν η λαχανιασμένη ανάσα του Γιώργου. Κάποτε μίλησε ο Μεγάλος Πρόδρομος με τη βαριά φωνή του: «είναι αργά... πρέπει να κοιμηθούμε...»· χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκωθήκαμε και πήραμε το δρόμο για τα σπίτια μας αμίλητοι, μήτε καν είπαμε ένα καληνύχτα. Στο σπίτι η μάνα μου με περίμενε στο κεφαλόσκαλο βλαστημώντας και ουρλιάζοντας, κι ενώ έτρωγα απανωτά τα χαστούκια, σκεφτόμουν πως θα κάναμε αρκετές ημέρες να ξαναδούμε το Γιώργο και πως τις ατέλειωτες ώρες που η κυρία Δροσιά θα έκλεινε στον πίνακα το ρήμα «αγαπώ, αγαπάς, αγαπά...» αυτός θα πάλευε τ' αγρίμια και τα στοιχειά της φύσης, προσπαθώντας να κερδίσει τη δική του άνοιξη... Και πράγματι την άλλη μέρα ο Γιώργος δεν ήρθε στο εκατοστό πέμπτο, κι όταν πήγαμε το μεσημέρι στο σπίτι του, βρήκαμε την πόρτα κλειδωμένη και το χαλάκι γυρισμένο ανάποδα. Ο μόνος που μίλησε ήταν ο Βέλιας, «μην είχε δίκιο η γρια-Αλεξάνδρα για το πεπρωμένο;» ρώτησε χωρίς βέβαια να πάρει απάντηση.