θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 49ο

 

 

 

 

 

49.

 

Ο διάβολος στο όρος Μπούλα-Μπούλα

 

 

 

  Εκείνη τη χρονιά τα σχολεία ξεκίνησαν στις δώδεκα Σεπτεμβρίου, ημέρα Παρασκευή. Τη θυμάμαι καλά την ημερομηνία, γιατί εκείνη τη μέρα, φεύγοντας απ' το σπίτι για τον αγιασμό, έκοψα το χαρτάκι απ' το ημερολόγιο και είδα πως, προφανώς από λάθος τυπογραφικό, δεν είχε γραμμένο από πίσω το συνηθισμένο ποιηματάκι, παρά είχε τυπωμένο στην κάτω αριστερή άκρη ένα στραβό ερωτηματικό· το πήρα για παράξενο σημάδι αυτό το ερωτηματικό και το 'βαλα στην τσέπη μου για να το δείξω και στους άλλους. Όλοι μας, βλέπεις, περιμέναμε με απορία να δούμε πώς θα γινότανε το μάθημα χωρίς την κυρία Δομένικα — δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε πως ήταν δυνατόν για κάποια άλλη να γίνει η δασκάλα μας. Μόλις μπήκαμε στην τάξη που μας όρισε ο Κερατένιος, μας περίμενε μια πρώτη έκπληξη· η τάξη ήταν μεγάλη, διπλή περίπου από εκείνες όπου κάναμε μάθημα τις προηγούμενες χρονιές, με τέσσερις σειρές θρανία και, το πιο απρόσμενο, οι δυο από αυτές ήτανε ήδη πιασμένες από δεκάξι κορίτσια σκυμμένα σε πηγαδάκια των τεσσάρων. Αμέσως έκοψαν την κάθε κουβέντα τους κι άρχισαν να μας κοιτούν κάπως διστακτικά στην αρχή κι έπειτα με τη γνωστή κοριτσίστικη ξεδιαντροπιά. Μας έπιασε ένας πρωτόγνωρος εκνευρισμός, περάσαμε από μπροστά τους σαν να 'μαστε σε παρέλαση και καθίσαμε στα θρανία με τα χέρια σταυρωμένα, κοιτώντας ίσια μπροστά· ώστε λοιπόν θα κάναμε μαζί με τα κορίτσια μάθημα στο εξής, θα ήμασταν κάθε μέρα μαζί τους, στην ίδια τάξη, θα μπορούσαμε να γυρνάμε το κεφάλι και να τις κοιτάμε για όση ώρα θέλουμε ή να πετάμε το μολύβι κάτω και να βλέπουμε το βρακί τους... Με την πρώτη κλεφτή ματιά που έριξα προς την πλευρά τους, είδα πως στο τρίτο θρανίο καθόταν εκείνο το πανέμορφο κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά και τα μελένια μάτια, που όλοι μας είχαμε προσέξει στα διαλείμματα την προηγούμενη χρονιά· ο Βέλιας είχε μάθει μάλιστα και το όνομά της: Λαμπρινή. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα της τάξης· μια κοντούλα ζουμπουρλή γυναίκα μπήκε μέσα, περίπου τριάντα με τριάντα πέντε χρόνων, με κατσαρά μαλλιά πιασμένα κότσο, κάπως παρδαλά ρούχα, γυαλιά με χοντρό σκελετό κι ένα χαζούλικο χαμόγελο· άφησε την τσάντα της στην έδρα και στράφηκε προς τις δικές μας σειρές: «Είμαι η κυρία Δροσιά. Τα κορίτσια με ξέρουν από πέρσι και πρόπερσι...». Η φωνή της ήτανε καμπανιστή, έφτανε στ' αυτιά μας μιαν ιδέα πιο δυνατή απ' όσο υπολόγιζε· ο Μεγάλος Πρόδρομος έτριβε απειλητικά την πέτρα απ' το τσακμάκι του. Ωστόσο η κυρία Δροσιά δεν είπε τις επικίνδυνες κουβέντες· μόνο με ύφος εμφατικό μας τόνισε να 'χουμε τρία καθαρά τετράδια, ένα για την αντιγραφή, ένα για την ορθογραφία κι ένα για τις πράξεις της αριθμητικής. Και το μεσημέρι εκείνης της Παρασκευής, όταν μαζευτήκαμε στα Βαρέλια, έγινε πρόταση —είναι αλήθεια χλιαρή— θαρρώ απ' το Μανόλη, να της στείλουμε της κυρίας Δροσιάς ένα ανώνυμο γράμμα που θα της παράγγελνε να μην ξανάρθει στο μάθημα, αλλιώς θα την έβρισκε μεγάλο κακό· θα το φτιάχναμε με γράμματα κομμένα απ' τις εφημερίδες, όπως γινότανε στις ιστορίες που μας έλεγε ο παπα-Λεπ Ταιρ, κι έτσι, είπε, δε θα το καταλάβαινε κανείς πως θα 'μασταν εμείς πίσω απ' αυτό. Μα σχεδόν αμέσως την απορρίψαμε αυτή την πρόταση. Τι χρώσταγε η κυρία Δροσιά· την είχε βάλει ο Κερατένιος να αντικαταστήσει την κυρία Δομένικα, ενώνοντας το τμήμα μας με το τμήμα των κοριτσιών· αν δεν ήταν αυτή, θα ήταν κάποια άλλη, κι ύστερα η δασκάλα μας θα θύμωνε πολύ αν μάθαινε πως κάναμε κάτι τέτοιο. Κι έτσι, χωρίσαμε σιωπηλοί, αδύναμοι να σκεφτούμε κάτι που θα μπορούσαμε να κάνουμε για την κυρία Δομένικα. Στο δρόμο ο Γιώργος, που στην κυριολεξία δεν είχε ανοίξει το στόμα του όλη τη μέρα, έφτυσε ένα λευκό κρίνο — το 'χε φαίνεται για τόσες ώρες κρυμμένο κάτω απ' τη γλώσσα του· εννιά μέρες αργότερα ο Αγιούτος έτρεξε στο καμίνι του Μαριαλουκά.

 

Στις είκοσι οχτώ Σεπτεμβρίου μαζευτήκαμε και πάλι στα Βαρέλια κι ήμασταν δεκατέσσερις· από τη μέρα που ο Πέτρος χάθηκε στις φλόγες δεν είχαμε ξαναβρεθεί όλοι μαζί, δεν είχαμε βγει καν από τα σπίτια μας. Από τη μια οι ιστορίες με το μαυροντυμένο αρλεκίνο, το Μεγάλο Γύπα, και το τυφλό κορίτσι που ερχόταν και τον συναντούσε στον Πύργο, απ' την άλλη οι παράξενες επισκέψεις που δέχονταν οι γονείς του τις τελευταίες μέρες από τρεις ξένους και οι θολές και ανεπιβεβαίωτες φήμες για ματωμένα ίχνη στο υπόγειο του σπιτιού του, μα κυρίως το ανεξήγητα βιαστικό φευγιό των γονιών του από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα την επόμενη κιόλας μέρα, όλα αυτά είχαν αποτέλεσμα να βουίξει ο τόπος πως ο Πέτρος ο Σαρανταένας είχε δαιμονιστεί και γι' αυτό όρμηξε αλαλάζοντας στο εγκαταλελειμμένο φλεγόμενο καμίνι· ποια άλλη εξήγηση μπορούσε να δώσει κανείς (όταν τρεις τέσσερις κυράτσες πήγαν στον παπα-Λεπ Ταιρ και του 'παν να κάνει τρισάγιο στη γειτονιά για να φύγει η διαβολική παρουσία, αυτός σήκωσε τους ώμους και τους απάντησε «εγώ θέλω να τον διώξω· αυτός ο κερατάς δε θέλει να φύγει...»). Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να μας κλειδώσουν μέσα οι μανάδες μας επ' αόριστον μέχρι να φύγει ο σατανάς από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα· χρειάστηκε να περάσει ο Κερατένιος από σπίτι σε σπίτι οχτώ μέρες αργότερα, σέρνοντας μαζί του και τον παπα-Λεπ Ταιρ, για να κάνει προσωπική παράκληση στον κάθε γονιό να στείλει τα παιδιά στο σχολείο, καθώς «....ο Βελζεβούλ, ούτινος η παρουσία, φευ, είχε γίνει αντιληπτή εις την ενορίαν μας προ μιας εβδομάδος, απεμακρύνθη επιτέλους ο τρισκατάρατος, ιδού και ο πατήρ Ελευθέριος διά να το βεβαιώσει και να σας είπει ότι σύμφωνα με πηγές δικές του ευρίσκεται πλέον εις την νήσον Μαδαγασκάρην της Αφρικής....», «...και πιο συγκεκριμένα στο όρος Μπούλα Μπούλα...» συμπλήρωνε ο τρελόπαπας τύφλα στο μεθύσι, «...εις το όρος Μπούλα Μπούλα, λοιπόν...» συνέχιζε ο διευθυντής του εκατοστού πέμπτου ξύνοντας νευρικά τη φαλάκρα του. «...Εν πάση περίπτωση, έχει φύγει πλέον πολύ μακριά μας, κι ο πατήρ Ελευθέριος ράντισε με αγιασμό όλη την περιοχή, την οποία ίσως μόλυνε με την παρουσία του. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει πλέον ο παραμικρός λόγος να μην έρχονται εις το σχολείον οι μαθηταί, εις εκ των οποίων είναι και ο δικός σας υιός. Κι εάν θρηνήσαμε ένα θύμα, η μη λειτουργία του σχολείου θα μας κάνει να θρηνήσουμε πολλά περισσότερα...», εδώ ο Κερατένιος σταματούσε να πάρει ανάσα και συνέχιζε με φωνή δυνατότερη, «...διότι ο διάβολος φοβάται δύο πράγματα: το λιβάνι και το φως της γνώσεως...», τέτοια έλεγε κι άλλα παρόμοια προκειμένου να πείσει τους γονείς μας να μας αφήσουν να πάμε ξανά στο σχολείο. Αργότερα μάθαμε πως είχε περάσει ο κύριος επιθεωρητής και του 'χε πει πως, αν συνεχιζόταν η κατάσταση αυτή, η λειτουργία του εκατοστού πέμπτου θα αναστελλόταν, και αυτό θα αμαύρωνε την εικόνα του διευθυντή του στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Έτρεμε λοιπόν ο Κερατένιος για την καλή του εικόνα, γι' αυτό γύριζε τα σπίτια μας πόρτα πόρτα κι είχε πάρει μαζί του τον παπα-Λεπ Ταιρ — ποιος ξέρει με τι παρακάλια τον είχε καταφέρει να σέρνεται μαζί του και να μιλά με σοβαρό ύφος για το όρος Μπούλα Μπούλα... Ωστόσο μ' αυτά και με κείνα τα κατάφερε ο Κερατένιος να πείσει ολόκληρη τη γειτονιά πως ο διάβολος είχε φύγει μακριά, κι έτσι στις είκοσι οχτώ του Σεπτεμβρίου μας άφησαν οι δικοί μας να ξαναπάμε στο σχολείο. Το ίδιο μεσημέρι μαζευτήκαμε στα Βαρέλια και, μ' όλο που είχαμε να βρεθούμε τόσες μέρες, μείναμε σιωπηλοί για μισή ώρα· κάποτε έγλειψα με τη γλώσσα τα χείλη μου που 'χαν ξεραθεί από τον αέρα και ένιωσα στο στόμα μου τη γεύση του αίματος. Σχεδόν ενστικτωδώς έφερα την ανάστροφη της παλάμης μου στο στόμα και την κοκκίνισα στο αίμα. Μια αστραπιαία σκέψη πέρασε απ' το μυαλό μου· γύρισα και κοίταξα τους υπολοίπους... Αμέσως το βλέμμα μου συναντήθηκε με το βλέμμα του Σώτερ: και τα δικά του χείλη ήτανε ματωμένα. Ο Σώτερ, χωρίς να πει τίποτα, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του· δε χρειαζόταν πια να δω τα ματωμένα χείλη των υπολοίπων: ο αγαπημένος μας φίλος δε θα ερχότανε ποτέ ξανά, σφυρίζοντας δαιμονικά γοργούς ρυθμούς, να μου διηγηθεί γελώντας κάποιο αλλόκοτο όνειρο — όχι, ο Πέτρος ο Σαρανταένας, αυτός που τον φωνάζαμε Αγιούτο, ήτανε πια πεθαμένος και το κορμί του είχε γίνει στάχτη, ανήκε στη χώρα των σκιών, όπως η κυρία Πανδώρα και ο Τζακ· γι' αυτό ματώναν τα χείλη μας εκείνο το σεπτεμβριάτικο μεσημέρι στα Βαρέλια, όλοι μας είχαμε πιει το νερό της κυρίας Δομένικας τον περασμένο Γενάρη και το ξέραμε πως, άμα φέρναμε στη μνήμη μας κάποιον παράφορα αγαπημένο νεκρό, που 'χε σαπίσει το κορμί του ή είχε γίνει στάχτη στους ανέμους, τα χείλη μας θα μάτωναν για όση ώρα η θύμησή του κυριαρχούσε στο νου μας... Πέρασαν έτσι αρκετά λεπτά, όταν κάποτε έσπασε τη σιωπή η πνιχτή φωνή του Βέλια, «...θυμάστε τι μας είχε πει τη νύχτα που ήπιαμε το τζιν, λίγες μέρες πριν τρέξει στο καμίνι;» είπε τρέμοντας από συγκίνηση ο κοκκινομάλλης φίλος μας που δε μιλούσε συχνά· «...να ζεις με ζωντανούς και να ονειρεύεσαι πεθαμένους...», έτσι μας είχε πει... πρέπει να ζήσουμε με τους ζωντανούς... εξάλλου τα χείλη μας δεν είναι μόνο για να ματώνουν... ο Αγιούτος τα έλεγε αυτά, δεν το θυμάστε;... είναι για να σημαδεύουν κοριτσίστικους λαιμούς με ρουφήγματα... γιατί, λοιπόν, να ξοδεύουμε τον καιρό μοιρολογώντας και κλαίγοντας;... αν αγαπάμε τον Πέτρο, πρέπει να ζήσουμε για τους ζωντανούς... καταλαβαίνετε;». Τότε σηκώθηκα απ' το βαρέλι μου και προχώρησα μέχρι που έφτασα μπροστά του, έσκυψα κάτω και πήρα στη χούφτα μου λίγο κοκκινόχωμα και βάζοντας το χώμα πάνω στα χείλη μου του είπα: «έχεις δίκιο, Βέλια... πρέπει να ζήσουμε...»· ο Βέλιας πήρε απ' την παλάμη μου χώμα και το 'βαλε κι αυτός στα χείλη του για να σταματήσει την αιμορραγία. Με την άκρη του ματιού μου είδα το Σώτερ ανάμεσα σε όλους τους άλλους που έσκυβαν να πάρουν κοκκινόχωμα να με κοιτά μ' ένα πικρό χαμόγελο συνενοχής· μα τι θα ωφελούσε άραγε να πούμε στο Βέλια αυτό που μόνο εγώ κι εκείνος είχαμε ακούσει, πως η κουβέντα του Αγιούτου ήταν όχι «να ονειρεύεσαι τους πεθαμένους» αλλά «να ερωτεύεσαι τους πεθαμένους» (και βέβαια, τότε δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε τι σήμαινε αυτή η κουβέντα· δεκάξι μήνες μετά το χαμό του άκουσα τις κασέτες του κι έμαθα —μόνον εγώ— για την ύπαρξη της Αντωνίας, για την κοιλιά της που ήταν γεμάτη όνειρα και για τα όσα φριχτά είχε κάνει ο Αγιούτος τις τελευταίες ώρες της ζωής του προκειμένου να μην πάψουν τα παράφορα αισθήματα απ' τις καρδιές των ανθρώπων. Και δε μίλησα σε κανέναν για όλα αυτά μέχρι τότε που βρεθήκαμε για τρεις μέρες και τρεις νύχτες ο Γιώργος, ο Σώτερ, Μεγάλος Πρόδρομος κι εγώ στον Άσπρο Βράχο). Κι όταν ο Μανόλης ρώτησε «...τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε για να ζήσουμε με τους ζωντανούς;», ο Σώτερ είχε έτοιμη την απάντηση: «μα τι άλλο; να μην αφήσουμε την κυρία Δομένικα να πεθάνει...».