θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος δ [τα μαλλιά] *  κεφάλαιο 48ο

 

 

 

 δ.

 

 

[τα μαλλιά]

 

 

 

 

******

 

 

 

 

48.

 

Ο αναγνώστης έχει ήδη διαβάσει αρκετά

ώστε να μπορεί να αντέξει ένα τραγούδι μάλλον ερωτικό

 

 

 

Συνήθως οι Σεπτέμβρηδες εκείνων των χρόνων, παρ' όλα τα πρωτοβρόχια και το ελαφρύ, ελάχιστο κιτρίνισμα των φυλλοβόλων δέντρων, ήτανε μήνες καλοκαιρινοί· το χάλασμα του καιρού ερχότανε με τον Οκτώβριο. Ωστόσο εκείνος ο συγκεκριμένος Σεπτέμβριος του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά ήτανε πρωτόγνωρα βροχερός· δεν πέρασε μέρα που να μην ξεσπάσουν οι καταρράχτες του ουρανού, άλλοτε για λίγο κι άλλοτε για ώρες ολόκληρες. Χωρίς αμφιβολία ήταν ένα αντάξιο συμπλήρωμα του ακατανόητου καλοκαιριού, θαρρείς και η φύση επαλήθευε την αταξία της ψυχής. Και φυσικά ήμουν σαν ματιασμένος εκείνες τις πρώτες μέρες μετά την επιστροφή μου από τα αναχώματα, και το μυαλό μου το 'νιωθα βυθισμένο σε βαθιά νάρκη· ωστόσο, τη δεύτερη κιόλας μέρα του Σεπτεμβρίου, πήγα να βρω τους φίλους μου εκεί όπου τους άφησα τρεις μήνες πρωτύτερα: παίζανε μήλα στην αυλή της θείας Δώρας, και, παρ' όλο που ο ουρανός έριχνε τάλιρα, οι φίλοι μου ήταν ακόμα εκεί, πετούσαν την μπάλα με πάθος, σημαδεύοντας τα κορμιά των άλλων, λες και δεν ήθελαν να το παραδεχτούν με κανέναν τρόπο πως το καλοκαίρι είχε τελειώσει με την πρώτη σταγόνα της βροχής. Μόλις με είδαν, όσοι ήτανε καμένοι εκείνη την ώρα μού 'καναν πρόθυμα χώρο να καθίσω πλάι τους στο πεζούλι — έτσι απλά, σαν να 'χαν μόλις μια μέρα να με δουν κι όχι τρεις ολόκληρους μήνες. Και δε μιλήσαμε διόλου για το πού είχα χαθεί για ένα ολόκληρο καλοκαίρι, δε με ρώτησαν καν, μα, κι αν με ρωτούσαν, δε θα τους έλεγα· μόνο ο Σώτερ κάθισε δίπλα μου κάποια στιγμή και χωρίς να με κοιτάξει διόλου μου ψιθύρισε κοφτά, δήθεν αδιάφορα: «όλο το καλοκαίρι δεν έπιασα ούτε ένα μήλο». «Φαίνεται πως κάποιος σε μάτιασε» του απάντησα στον ίδιο χαμηλό και τάχα αδιάφορο τόνο, «μπα, μωρέ» μου αντιγύρισε εκείνος, «μάλλον έχω στ' αλήθεια σκατά στα χέρια μου και μου γλιστράνε...». Και, μόλις πέρασαν μερικές στιγμές, συνέχισε, πάντοτε χαμηλόφωνα, λες και μου 'δινε αναφορά: «ένα μήνα μετά από σένα τα παράτησε ο Αγιούτος. Μας είπε πως βαρέθηκε τα ίδια και τα ίδια, πρώτα να πιάνει τα μήλα και κατόπιν να τα καίει. Όλη τη μέρα τώρα γυρνάει στον Πύργο και κυνηγιέται με τα σκυλιά — ποιος τον ξέρει τι γυρεύει...». «Ίσως να τα βαρέθηκε όλα, ακόμη και το αγιούτο...» είπα κι εγώ, κι ήτανε βέβαια ασυλλόγιστη κουβέντα, για την οποία μετάνιωσα πικρά δεκαεννιά μέρες αργότερα, όταν ο Αγιούτος έτρεξε έξαλλος μες στο καμίνι, είναι μερικά παιχνίδια που αν τα μάθεις θα τα παίζεις ως το τέλος... «Μείναμε, που λες, λειψοί και πάλι...» συνέχισε ο Σώτερ, «κάθε πρωί βάζαμε κλήρο ποιος θα μείνει απ' έξω, ώσπου σταμάτησε να έρχεται κι ο Γιώργος, έχει να φανεί από τη μέρα της Παναγιάς· τον είδε ο Κούλης μια φορά να πηγαίνει νερό με τον κουβά στη φλαμουριά...». Και μόλις άκουσα για τη φλαμουριά και το Γιώργο, αμέσως ήρθαν όλα μαζί στο νου μου, η δασκάλα μας με την καταραμένη τύχη της, η τρελή λάμψη στα μάτια του Γιώργου, η φλαμουριά που εντέλει θα την έκαιγε όποιος θα έμενε τελευταίος. «Την κυρία Δομένικα μήπως την είδατε;» ρώτησα κάποτε δισταχτικά, μ' όλο που ήξερα την απάντηση· «όχι» είπε ξερά ο Σώτερ, «δεν την είδε κανένας μας...», κι ένιωσα στη φωνή του έναν αδιόρατο τόνο ειρωνείας, σαν να μου 'λεγε «αφού μας το 'πε εκείνη η ίδια πως θ' ανταμώσουμε το φθινόπωρο, τι με ρωτάς — ποτέ της δε μας είπε ψέματα η κυρία Δομένικα...»

 

Όταν ένα μήνα αργότερα έβαλα τα πράγματα κάτω και ζύγισα τα όσα συνέβησαν το Σεπτέμβριο του εβδομήντα εφτά, με κύκλωσαν οι τύψεις, καθώς ένιωσα πως εκείνες τις πρώτες μέρες μετά το τέλος του τρομερού καλοκαιριού νοιάστηκα για τον εαυτό μου περισσότερο απ' όσο θα 'πρεπε κι έβαλα το δικό μου βάσανο πάνω απ' τα βάσανα των ανθρώπων που αγαπούσα, λες και δεν υπήρχε άλλος κανένας που να τυραννιέται με υποσχέσεις επιστροφής που έγιναν φίδια και του δάγκωναν την καρδιά — πολύ περισσότερο που δύο απ' αυτούς τους ανθρώπους (ο Αγιούτος και η κυρία Δομένικα) ήταν στην άκρη του γκρεμού, έτοιμοι να αναμετρηθούν με τούτη την υπόσχεση. Κι αν για την κυρία Δομένικα μου δόθηκε εντέλει ο χρόνος να ακούσω όσα εκείνη θέλησε να πει, για τον Πέτρο το 'χω ακόμα βάρος που ούτε μια φορά δεν τον τσίγκλησα να μου μιλήσει, να μου τα πει όλα, για τον Αρκάντζελο Μπεντεζίνο και το Μεγάλο Γύπα, για την κοιλιά της Αντωνίας και το πού κατέληγε ο πράσινος λαβύρινθος των ονείρων του... Η ειρωνεία είναι πως το τελευταίο βράδυ του, λίγες μόλις ώρες πριν τρέξει στο καμίνι, ήμουν μαζί του για δυο ώρες, από τις δέκα ως τα μεσάνυχτα, μόνοι εγώ κι αυτός στο νταμάρι απέναντι απ' το σπίτι της Φρόσως και —αλίμονο— δεν το 'κλεισα μήτε για μισό λεπτό το σκασμένο το στόμα μου να μιλήσει κι εκείνος — ποτέ δεν το συγχώρεσα στον εαυτό μου ότι δεν άφησα χρόνο στον Πέτρο να μου μιλήσει εκείνο το φοβερό βράδυ που θα έπαιρνε τη μεγάλη απόφαση· με είχε πιάσει ο γελοίος, υπερφίαλος εγωκεντρισμός των ηλιθίων και του μιλούσα όλη τη νύχτα, του εξηγούσα το πώς θα ενωθεί κάποτε το διαμελισμένο σώμα του ανθρώπου...

 

Μα και την κυρία Δομένικα, που την έψαξα επίμονα εκείνες τις μέρες, μη θαρρείς πως τη γύρεψα για άλλο τίποτα παρά για όσα απασχολούσαν τη δική μου ψυχή· ένιωθα πως μόνο εκείνη μπορούσε να γαληνέψει το φούσκωμα στο στήθος που με έπνιγε. Τη βρήκα έξω απ' το σπίτι της, όπου παραφύλαγα το δειλινό της ογδόης Σεπτεμβρίου κρυμμένος πίσω από ένα μισογκρεμισμένο τοίχο τριάντα μέτρα δεξιά απ' την είσοδο του σπιτιού της (καθώς το ήξερα καλά πως αν ήθελα να τη συναντήσω, χωρίς να χτυπήσω την πόρτα της για να φανεί στα μάτια της η συνάντησή μας τυχαία, έπρεπε να της στήσω καρτέρι την ώρα που ο ήλιος βασίλευε — η ίδια η δασκάλα μας μας το είχε πει πριν από τρεις μήνες πως θα ανταμώναμε σε ώρες όπου ο ήλιος θα 'χει κρυφτεί). Τότε τη βρήκα λοιπόν, καθώς μια στιγμή αφότου χάθηκε και η τελευταία γραμμή του κατακόκκινου δίσκου στον πυρπολημένο ορίζοντα άνοιξε η πόρτα της κι εκείνη βγήκε έξω, χωρίς αμφιβολία περίμενε τη δύση του ήλιου πίσω απ' τις γρίλιες. Κι όπως είδα τα μάγουλά της μες στο ημίφως του σούρουπου να 'ναι περισσότερο ρουφηγμένα από κάθε άλλη φορά, με κατέλαβε μια αλλόκοτη ταραχή και τα σχέδιά μου για μια δήθεν τυχαία συνάντηση πήγαν περίπατο· μεμιάς πετάχτηκα πίσω απ' τον τοίχο όπου παραφύλαγα κι έτρεξα στην αγκαλιά της ξεσπώντας σε πνιχτά αναφιλητά. Εκείνη, χωρίς να ξαφνιαστεί, γονάτισε μπροστά μου και μου χάιδεψε απαλά τα μαλλιά, κι έπειτα με αγκάλιασε με άφατη τρυφερότητα. Κάποτε σταμάτησε κάπως το αναφιλητό μου και τότε της είπα αδύναμα και φοβισμένα: «κυρία, σε χρειάζομαι...»· εκείνη με κοίταξε για δυο λεπτά, τα μάτια της έμοιαζαν με ψεύτικα μες στις βαθουλωμένες κόχες τους. «Κι εγώ χρειάζομαι να με χρειάζεσαι...» μου είπε κάποτε με τρεμάμενη φωνή και σηκώθηκε, με πήρε απ' το χέρι και τραβήξαμε το δρόμο για τις μαργαρίτες.

 

Όταν φτάσαμε στις μαργαρίτες, το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Καθίσαμε κάτω στο υγρό χώμα — βλέπεις, όλο το μεσημέρι έβρεχε. Κάπου πίσω απ' την πλάτη της δασκάλας μου θα 'ταν η φλαμουριά· δεν την έβλεπα. Η κυρία Δομένικα ήταν που έσπασε τη σιωπή· «λοιπόν, πες μου, πώς το περάσατε αυτό το καλοκαίρι;» με ρώτησε και, παρά την ταραχή μου, πρόσεξα το πόσο είχε εξασθενήσει η φωνή της από την τελευταία φορά που την είχα ακούσει. «Κυρία» της απάντησα σχεδόν αμέσως, «...αυτό το καλοκαίρι έφυγα, περίσσευε ένας από μας στα μήλα και...», «σσσσ» μ' έκοψε εκείνη κι ένιωσα τα ακροδάχτυλά της να αγγίζουν τα χείλη μου, «δε θέλω πια ν' ακούσω το γιατί» είπε, «μονάχα πες μου αυτά που γίνανε, τίποτε άλλο», αυτά μου έλεγε κι ο ήχος της φωνής της έμοιαζε με σύρσιμο σαύρας. «Ε να...» της είπα τότε, «έφυγα και πήγα κάπου και εκεί βρήκα μαύρα κρίνα...». Σταμάτησα εκεί για να δω τι εντύπωση της έκανε — δεν άκουσα τίποτε, ούτε καν την αναπνοή της, ένιωσα πως μιλούσα σε άγαλμα. «Κι έπειτα έφυγα και πάλι από κει για να γυρίσω...», αυτά της είπα και σταμάτησα για λίγο κι έπειτα συμπλήρωσα διστακτικά: «κι αυτό, κυρία, με πονά όσο δε λέγεται...». Άκουσα την κυρία Δομένικα να παίρνει βαθιά ανάσα πριν μιλήσει, μια ανάσα που 'μοιαζε με ρόγχο πληγωμένου ζώου· «η φωτιά σβήνει με φωτιά, το ακατανόητο εξηγείται με ακατανόητο, ο πόνος ησυχάζει με πόνο». Μόλις άκουσα αυτά τα λόγια, προσπάθησα να τη δω μες στο σκοτάδι, να ξεχωρίσω έστω αχνά τη σιλουέτα της· αδύνατον. «Κυρία» της είπα, «...θυμάσαι την κυρία Πανδώρα; Θυμάσαι το ποτήρι που 'σπασε με τα δόντια της; Και τότε μου 'χες πει το ίδιο, μα εκεί που ήμουνα κι εδώ που γύρισα πόνεσα κι ακόμη πονώ και δεν ησύχασα...». Έγινε σιωπή για λίγο μες στη μαύρη νύχτα· κάποτε άκουσα τη δασκάλα μου να χαμογελά —ναι, άκουσα το χαμόγελό της, πίστεψέ με— «δεν έχεις μάθει να πονάς ακόμη...» μου είπε με τόνο γλυκύτατο... «Και τούτο πότε θα το μάθω επιτέλους;» τη ρώτησα θυμωμένος· εκείνη μου απάντησε σχεδόν ψιθυριστά: «όταν θα πονάς τόσο, που δε θα θέλεις πια να ησυχάσεις, τότε». Στο άκουσμα των λόγων της αισθάνθηκα κάτι μέσα μου να λύνεται κι έγειρα στο πλάι μέχρι που ακούμπησα το μάγουλό μου στο χώμα. Δε σκεφτόμουν τίποτε, μονάχα ένιωθα να με κυκλώνει κάτι καθολικό κι αναπόφευκτο κι αυτή η αίσθηση νάρκωνε τα μέλη του κορμιού μου. Πέρασε έτσι αρκετή ώρα, ώσπου κάποτε το χέρι της κυρίας Δομένικας χάιδεψε τα μαλλιά μου. Τότε, σαν να 'μουν σεληνιασμένος, αγκάλιασα σπαρταρώντας τα γόνατά της και, πότε κλαίγοντας, πότε μουγκρίζοντας, άρχισα να τη ρωτώ απανωτές, ακατανόητες ακόμα και για μένα τον ίδιο ερωτήσεις, ερωτήσεις που δε σήμαιναν απορίες και χάσματα λογικών συλλογισμών, μα προέκυπταν από το σπασμό μιας ορμής ανεξήγητης: «Κυρία, πες μου εσύ, που ξέρεις από μαχαίρια και μαγικά φαρμάκια, πώς γίνεται να μπεις στον κύκλο και να χορέψεις;... πες μου, κυρία, εσύ που ξέρεις τι πα να πει στερνό σπαρτάρισμα, est ή non est;... ποια είναι η μεγάλη φράση που ενώνει τα αντίθετα;... κυρία, πού θα το βρω εκείνο το σπασμένο ποτήρι;... για ποιον θεριεύει ετούτη η φωτιά εδώ πέρα;». Αυτά ρώτησα την κυρία Δομένικα ανάμεσα σε μουγκρίσματα και άναρθρες κραυγούλες. Κι έπειτα σώπασα, ενώ τα δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπό μου. Θα πέρασε ένα λεπτό μες στη σιωπή, όταν η δασκάλα μου άρχισε να τραγουδά ένα υπέροχο, γλυκύτατο τραγούδι σε άγνωστη γλώσσα. Ήτανε το τραγούδι των λεπρών της Κουπέλας, τα λόγια του τα διάβασα εφτά χρόνια αργότερα στο τελευταίο από τα κόκκινα τετράδια της κυρίας Δομένικας, κάτι σαν κάλεσμα ερωτικό και συνάμα σαν αλλόκοτο παράπονο, που δεν έφερνε θλίψη μα κάποιο άλλο αίσθημα ακαθόριστα ηδονικό: «Se il mio nome saper voi bramate, dal mio labbro il mio nome ascoltate. Io son Lindoro che fido v' adoro, che sposa vi bramo, che a nome vi chiamo, di voi sempre parlando cosi dall’aurora al tramonto del di...». Άκουγα το τραγούδι της δασκάλας μου να χαϊδεύει εξαίσια τη σιγαλιά της υγρής άναστρης νύχτας και μες στο πηχτό σκοτάδι επιθύμησα να με ρουφήξει το βρεγμένο χώμα μέσα του, όπως ρουφάει τα νερά της βροχής, κι ένιωσα τότε πως δεν το 'θελα πια να κατέχω απαντήσεις, όπως δεν το 'θελε και εκείνη· αξία έχει να αγαπάς με κλειστά τα μάτια, αξία έχει να θέλεις χωρίς να καταλαβαίνεις, χωρίς να προσμετράς την αξία, να επιστρέφεις χωρίς να χρωστάς, να παίζεις με το μαύρο ως το τέλος κι ας χάσεις. Τέτοια αισθήματα με ριγούσαν κι έκλαιγα όλο και πιο πολύ, όχι όμως από απόγνωση ή λύπη, ενώ η κυρία Δομένικα συνέχισε το παράξενο παράπονό της: «... L’amoroso e sincero Lindoro, non puo darvi, mia cara, un tesoro. Ricco non sono, ma un core vi dono, un’anima amante, che fida e constante per voi sola sospira cosi dall’aurora al tramonto del di...». Κι όπως τέλειωνε το τραγούδι, αισθάνθηκα υγρές σταγόνες να πέφτουν στο μάγουλό μου· για μια στιγμή νόμισα πως άρχισε να βρέχει. Δεν ήταν όμως στάλες της βροχής — ήταν τα δάκρυα της κυρίας Δομένικας που ανακατεύτηκαν με τα δικά μου...