θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 47ο

 

 

 

 

 

47.

 

Recipit vim superiorum et inferiorum

 

 

 

Ο Τζακ έλεγε πως μερικές φορές ο θάνατος προετοιμάζει τον ερχομό του επί μήνες ή και χρόνια ακόμη, πως τα βράδια στέλνει τους ίσκιους που τον υπηρετούν πάνω από το κρεβάτι σου κι αυτοί σε φιλούν στο πρόσωπο και σου αφήνουν σημάδια. Την Παρασκευή που ακολούθησε την έκτη και τελευταία Πέμπτη των διηγήσεων της κυρίας Δομένικας είδαμε καθαρά τα σημάδια του επερχόμενου θανάτου στο πρόσωπό της: τις δυο γνώριμες κάθετες ρυτίδες να χαρακώνουν το πρόσωπό της από τις άκρες των ματιών ως τις άκρες των χειλιών, τις κόρες των ματιών της να έχουν μικρύνει τρομακτικά, τα φρύδια της να έχουν μαδήσει εντελώς και κάθε τέταρτο να κυλά στο πιγούνι της μια μαύρη σταγόνα αίματος. Ωστόσο υπήρχε μια ακαθόριστη υγρασία στο βλέμμα της, κάτι σαν εγκαρτέρηση, που έδινε την εντύπωση πως ο πόλεμος μέσα της είχε κοπάσει· ίσως το γεγονός ότι μας είπε τα φοβερά μυστικά της ζωής της να την είχε γαληνέψει κάπως και να είχε κάνει το τυράννισμά της λίγο πιο υποφερτό. Όσο για μας, μας είχε καταλάβει ένα αλλόκοτο διανοητικό παραλήρημα· είχαμε ακούσει μια απίστευτη ιστορία σατανικών σχεδίων, παθών και θανάτων, ενώ γύρω μας ο Μάης οργίαζε· τα αινίγματα που τόσο καιρό μας τσιμπούσαν την καρδιά έμοιαζαν να έχουν απαντηθεί, η κυρία Δομένικα θα ζούσε για πολύ λίγο ακόμη —ως τη χιλιοστή νύχτα—, κι εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο, παρά να σκεφτόμαστε αντιστοιχίες ανάμεσα σε όλα αυτά που για δύο χρόνια ζήσαμε μαζί της και σε όλα αυτά που ακούσαμε από το στόμα της εκείνα τα μεσημέρια της άνοιξης του εβδομήντα εφτά, κι αυτό έκανε το μυαλό μας να χωρίζει στα δυο· αν νομίσεις πως βρήκες έναν τρόπο ή μια ιστορία για να αποκρυπτογραφήσεις τη ζωή, τότε μπορεί να φτάσεις ως την πράσινη ομίχλη του Τζακ, μπορεί να σκεφτείς πως πάντοτε κάτι αντιστοιχεί σε κάτι, ο θάνατος στο θάνατο κι η ζωή στη ζωή ή και το αντίστροφο: στο σώμα σου ένα άλλο σώμα ή ένα μαχαίρι. Κι έτσι κύλησαν οι λίγες μέρες που απόμεναν για να τελειώσει το σχολείο, μέσα σε αυτή τη διανοητική έξαψη που οδηγούσε το μυαλό μας σε ένα βάλτο, όπου δεν υπήρχε ούτε μια σπιθαμή στέρεας γης. Μαζευόμασταν στα Βαρέλια και μέναμε σιωπηλοί με τις ώρες· όταν κάναμε μάθημα, η κυρία Δομένικα μας διάβαζε αλλόκοτες ιστορίες από το ασημόδετο βιβλίο του παπα-Λεπ Ταιρ, κι εμείς την κοιτάζαμε με πάθος στα μάτια, βαθιά μέσα στις κόρες, μήπως και βρούμε σε ένα λαμπύρισμα την απόλυτη αλήθεια, την οριστική απάντηση για κείνο το φοβερό ωκεανό του αίματος που μας έκανε να συναντηθούμε — αυτή την απόλυτη αλήθεια εξάλλου έψαχνε και ο Πέτρος (και όχι μόνο για δικό του λογαριασμό, αλλά και γι' αυτόν που στοίχειωσε τα όνειρά του) όταν έδωσε το έκτο και πιο παράτολμο αγιούτο του, το απόγευμα της τριακοστής πρώτης Μαΐου, όταν κάλεσε τον κεραυνό πάνω στον Πύργο.

 

Η ενάτη Ιουνίου ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου — ήμασταν απογευματινοί. Η κυρία Δομένικα μπήκε στην τάξη μια ιδέα πιο ζωντανή απ' τις προηγούμενες μέρες, «θέλετε να πάμε ως τις μαργαρίτες για το τελευταίο μάθημά μας;» μας ρώτησε με τη γλυκύτατη φωνή της· χωρίς να περιμένουμε να το πει για δεύτερη φορά, σηκωθήκαμε απ' τις καρέκλες μας και βγήκαμε έξω. Μ' όλο που ο ήλιος έκαιγε για τα καλά εκείνο το μεσημέρι, η δασκάλα μας επέμενε να μην καθίσει στη λιγοστή σκιά της φλαμουριάς· εντέλει καθίσαμε όλοι στον ήλιο σε κύκλο, και η μέρα ήτανε τόσο λαμπρή, που είχαμε τα βλέφαρά μας σχεδόν κλειστά. Η κυρία Δομένικα χαμογελούσε αδιόρατα· κάποτε άρχισε να μιλά: «σήμερα είναι η τελευταία μέρα που είμαι η δασκάλα σας. Όταν σηκωθούμε από εδώ, δε θα 'στε πια μαθητές μου...». Ένας αγέρας ελαφρύς μας αγκάλιασε κι ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγει· ανατρίχιασα. Δίπλα μου ο Κούλης ρουφούσε τη μύτη του —ήτανε φανερό πως κρατιόταν με το ζόρι για να μη βάλει τα κλάματα— το ίδιο κι εγώ· πλάι μου ο Παύλος έτρεμε. «Θέλω το λόγο σας πως δε θα κλάψει κανείς... όποιος το κάνει δε θα 'ναι άντρας...» είπε βιαστικά εκείνη, θέλοντας να προλάβει τα χειρότερα· έγινε μακρά σιωπή τότε. Ο Σώτερ ήταν που αρκετή ώρα αργότερα μπόρεσε να μιλήσει: «κυρία, πες μας αυτό που πρέπει να μας πεις...». Εκείνη τον κοίταξε τρυφερά· έπειτα γέλασε κι άπλωσε δεξιά κι αριστερά τα χέρια της, με τις παλάμες της στραμμένες προς τα πάνω τη μια και προς τα κάτω την άλλη. Ο Κώστας κι ο Μανόλης, που κάθονταν δεξιά κι αριστερά της, έκαναν ακριβώς την ίδια κίνηση, ακουμπώντας ο καθένας την παλάμη του στη δικιά της, και σχεδόν αμέσως όλοι μας φτιάξαμε τον κύκλο, απλώνοντας τις παλάμες μας κι αγγίζοντας ο καθένας την παλάμη των πλαϊνών του. Τότε η κυρία Δομένικα μας κοίταξε· στο πρόσωπό της είχε ζωγραφιστεί ένα παράξενο σκανδαλιάρικο χαμόγελο. Έξαφνα άρχισε σε δαιμονικά γοργό ρυθμό το παιχνίδι: «σι μαριό μαριό, μακαρό μακαρό, ντορεμί ντορεμί, λέο λέο τιπ τιπ τιπ, λέο λέο τιπ τιπ τιπ, ουάν, του, θρι...». Κι εμείς, λες κι όλη η μελαγχολία μας και το φούσκωμα του νου μας βρήκαν επιτέλους την απρόσμενη ευκαιρία να ξεσπάσουν, δοθήκαμε μεμιάς μ' όλη μας την ψυχή σ' αυτόν τον ξέφρενο ρυθμό του σι μαριό και χτυπούσαμε τις παλάμες των πλαϊνών μας με πάθος πρωτόγνωρο, θαρρείς και με κάθε χτύπημα μαζεύαμε όλην τη δύναμη από τις ανώτατες και τις κατώτατες ορμές του κόσμου – θαρρείς και παίζαμε για τη ζωή μας, για πρώτη και τελευταία φορά. Και καθένας που καιγότανε έβγαινε έξω λαχανιασμένος και κατακόκκινος από την έξαψη, μα το παιχνίδι δε σταματούσε διόλου, ίσα ίσα, γινότανε όλο και πιο γρήγορο, κι έλεγες πως θα σταματήσει μόνο όταν σπάσει η καρδιά μας από τους άγριους χτύπους. Εγώ κάηκα από τους τελευταίους, μετά από μένα έμεναν άλλοι τρεις και η δασκάλα μας, κι έτυχε μάλιστα να καώ από το χέρι της: με χτύπησε σαν κεραυνός πριν προλάβω καν να καταλάβω ότι ήταν η σειρά μου, κι ένιωσα εκείνη τη στιγμή πως μου 'σβηναν στο χέρι εκατό καύτρες τσιγάρων μαζί — σαν τράβηξε πίσω το χέρι της, το κάψιμο έπαψε αμέσως κι εγώ, λυτρωμένος, έπεσα προς τα πίσω στο χώμα. Και πώς τα φέρνει καμία φορά η τύχη (ή μήπως δεν είναι η τύχη), στο τέλος έμειναν οι δυο τους, ο Γιώργος κι η δασκάλα μας, μαζί τους κι ο Σώτερ που μόλις είχε καεί, μα έπρεπε να μείνει για να κάνει το λαγό, όπως γινόταν πάντοτε στο σι μαριό όταν έμεναν οι δυο τελευταίοι· και το θρι ήταν για την κυρία Δομένικα. Εκείνη σήκωσε απότομα το χέρι ψηλά και προσποιήθηκε πως θα τον χτυπήσει τρεις φορές, χωρίς να κατεβάσει εντελώς την παλάμη της, έπειτα κοίταξε το Γιώργο στα μάτια, πάντα με το ίδιο χαμόγελο του κοριτσιού που έκανε τη σκανδαλιά —εκείνος την κοιτούσε στα μάτια από την αρχή του παιχνιδιού—, και με μια αστραπιαία κίνηση τον χτύπησε μ' όλη της τη δύναμη λέγοντας ψιθυριστά «θρι». Ο Γιώργος έμεινε ακίνητος, τα μάτια του έμοιαζαν γυάλινα· για μια στιγμή νόμισα πως είχε μείνει στον τόπο. Τότε εκείνη ξέσπασε σε δυνατά γέλια που κράτησαν για ένα δύο λεπτά, έπειτα σηκώθηκε, «θα ανταμωθούμε πάλι το φθινόπωρο... θα είναι ώρες που ο ήλιος θα 'χει κρυφτεί... ώρες μοναχά δικές μας…» είπε κοιτώντας τον ορίζοντα κι αμέσως μετά άρχισε να περπατά προς τον κάτω δρόμο· εμείς την κοιτούσαμε βουβοί. Είχε ξεμακρύνει αρκετά, όταν ξάφνου ο Κούλης πετάχτηκε όρθιος και φώναξε μ' όλη τη δύναμη των πνευμόνων του: «κυρία, για πάντα θα είσαι η δασκάλα μας...».

 

Η επόμενη μέρα ήταν η δεκάτη Ιουνίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά. Θα περίμενε κανείς πως θα πηγαίναμε σαν υπνωτισμένοι στο σπίτι της κυρίας Δομένικας, μην αντέχοντας καν τη σκέψη πως τέλειωσαν οριστικά οι ώρες των φοβερών υπέροχων μαθημάτων μαζί της, ή, έστω, θα μαζευόμασταν στα Βαρέλια για να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε προκειμένου να νικήσουμε το πεπρωμένο της, που έγραφε γι' αυτήν πως θα πεθάνει τόσο σύντομα. Όμως εκείνη η μέρα ήταν η πρώτη μέρα του καλοκαιριού μας και, πριν από οτιδήποτε άλλο, θα παίζαμε μήλα στην αυλή της θείας Δώρας, όπως της είχαμε υποσχεθεί την περασμένη Πρωτοχρονιά. Και, πράγματι τηρήσαμε την υπόσχεσή μας, και τότε ήρθε εκείνο το κουζουλό παιδί από το Τενεκεδένιο και, καθώς βγαίναμε ένας παραπάνω, έπρεπε κάποιος να βγει, κι έπειτα παίξαμε το πετάει-πετάει κι έγινε αυτό που ήταν προδιαγεγραμμένο, αυτό που όριζαν για μένα οι περιπλεγμένες κλωστές των μοιρών, τα μουρμουρητά των κορμών των γέρικων δέντρων και τα σταχτιά πουλιά με το κόκκινο ράμφος που έβλεπε στα όνειρά του ο Αγιούτος. Το καλοκαίρι εκείνο έπαψα να σκέφτομαι, να κάνω υποθέσεις και να ζητώ απαντήσεις: παραδόθηκα σε μια κατρακύλα ενστίκτων κι επιθυμιών δίχως αγάπη και μίσος, δίχως τίποτε. Όταν γύρισα στην αλάνα, την πρώτη μέρα του φθινοπώρου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, αναζήτησα και πάλι την κυρία Δομένικα μέσα στη νύχτα: έπρεπε να της μιλήσω για τα μαύρα κρίνα...