θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 46ο

 

 

 

 

 

46.

 

Μια γυναίκα φτιάχνει την θηλιά της

 

 

 

Τα δύο χρόνια που η Δομένικα σπούδασε στην ακαδημία κύλησαν μέσα στην απόλυτη μονοτονία· πήρε το πτυχίο της χωρίς κόπο διαβάζοντας μηχανικά, ίσως γιατί εκείνες ήταν οι μόνες ώρες που ξεχνιόταν λίγο από τα όσα τυραννούσαν την ψυχή της. Τα απογεύματα έβγαινε μακριές ατέλειωτες βόλτες στα στενά σοκάκια της Άνω Πόλης και στις παρυφές του δάσους· δεν ήταν λίγες οι φορές που την πήρε στο κατόπι κάποια σκιά μετά το σούρουπο, μα εκείνη πρόφταινε να χαθεί πριν πλησιάσει κοντά της. Στη σχολή και στη γειτονιά της οι σχέσεις της με τους ανθρώπους ήταν ολότελα τυπικές, καλυμμένες κάτω από μια ευγενική ψυχρότητα· οι συμφοιτήτριές της την κατέταξαν αμέσως στις ψηλομύτες, που δεν καταδέχονται να μιλήσουν με κανέναν, και γρήγορα έπαψαν να ασχολούνται μαζί της. Κι έτσι πέρασε ο καιρός ώσπου να πάρει το πτυχίο της: με τις νυχτερίδες να μαυρίζουν κάθε βράδυ το ταβάνι του δωματίου, με αναγνώσεις μισοδιαλυμένων βιβλίων, αγορασμένων από τα πιο απίθανα παλαιοβιβλιοπωλεία, που στοιβάζονταν γύρω από το ξύλινο γραφείο της και μελαγχολικές μουσικές απ' το ραδιόφωνο. Τη μέρα της ορκωμοσίας της, ντυμένη με τα καλά της ρούχα, πήρε από το μεσημέρι το δρόμο για το δάσος· για πολλές ώρες περπάτησε σαν μαγεμένη ανάμεσα στα πεύκα, σε ανηφόρες, χαντάκια με τσαλιά που έγδερναν και μονοπάτια που άρχιζαν και τελειώναν χωρίς να βγάζουν πουθενά. Κάποτε, κι ενώ το απόγευμα είχε βαρύνει για τα καλά, βγήκε σ' ένα ξέφωτο και αντίκρισε κάτι που είχε ξαναδεί μια παγερή χειμωνιάτικη νύχτα πριν από χρόνια: ένας ολόλευκος λόφος, που ρόδιζε μιαν ιδέα από το μούχρωμα του δειλινού, ορθωνόταν μπροστά της, ένας λόφος όπου οι αμυγδαλιές ανθίζαν από το Φλεβάρη ως τον Αύγουστο, οι αγκαλιασμένοι λεπροί γύρευαν μια ακόμη ευκαιρία κι ο άνεμος τα βράδια μιλούσε με λόγια ανθρώπινα κι έδινε παραγγέλματα για τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο των απελπισμένων, όπως είχε διαβάσει στο κιτρινισμένο σημειωματάριο του Νίκου Φραντζή. Όταν έπεσε ολότελα ο ήλιος, προχώρησε προς την Κουπέλα αποφασισμένη για όλα· σχεδόν με την πρώτη βρήκε το θεόστενο μονοπάτι που έβγαζε στην κορυφή του λόφου...

 

Ένα μήνα αργότερα είχε ήδη νοικιάσει σπίτι στη γειτονιά με το κοκκινόχωμα. Ήταν μια μονοκατοικία, δυο πατώματα με κήπο, το μοναδικό σπίτι που βρήκε ελεύθερο στην περιοχή που απλωνόταν στα νότια της Κουπέλας μετά το δάσος και που το πλήρωσε δυο φορές περισσότερο από το κανονικό, προκαλώντας ερωτηματικά και υποψίες στην ιδιοκτήτρια και διάφορα κουτσομπολιά σε όλη τη γειτονιά. Όμως όλα αυτά διόλου δεν την ένοιαξαν· φρόντιζε να είναι τυπικά ευγενική με όλους, κρατώντας τους συνάμα σε απόσταση. Σε όσους τη ρωτούσαν έλεγε πως ήταν δασκάλα που περίμενε διορισμό, εξάλου αυτό ήταν η αλήθεια, είχε πράγματι κάνει τα χαρτιά της για να διοριστεί μονάχα στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης, καθώς δήλωσε προσωπικό κώλυμα για οπουδήποτε αλλού, αδιαφορώντας για την όποια καθυστέρηση. Ελάχιστες φορές έβγαινε την ημέρα από το σπίτι της· τη νύχτα περίμενε να σημάνει η καμπάνα της εκκλησίας μεσάνυχτα κι έβγαινε μέσα στην ερημιά κι έπαιρνε το δρόμο για το λόφο με τις παράξενες αμυγδαλιές. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μεθυσμένοι ξενύχτηδες έβλεπαν μια μυστηριώδη σκιά να περπατάει βιαστικά στο δρόμο για την Κουπέλα, μα άντε κανείς να δώσει βάση στα λόγια τους, κι άλλωστε ποιος θα μπορούσε να καταλάβει πως αυτή η σκιά ήταν η Δομένικα, καθώς εκείνη σαν έβγαινε φορούσε πάντοτε το μαύρο πανωφόρι του πατριού της.

 

Έτσι πέρασαν για τη δασκάλα μας τα επόμενα πέντε χρόνια, κι είναι αλήθεια πως δε θέλησε να μας πει περισσότερα για τούτο το διάστημα της ζωής της, ούτε γι' αυτά που είδε κι άκουσε τόσα βράδια στη Φωλίτσα, ζώντας μονάχα για το σφύριγμα εκείνου του φοβερού ανέμου. Ωστόσο για τον καθένα υπάρχει η ώρα που θα τραβήξει το ξυλαράκι που 'χει δεμένο το φτερό του μαύρου παπαγάλου, κι η ώρα αυτή ήρθε και για τη Δομένικα. Χρόνια αργότερα υπολογίσαμε πως ήταν το βράδυ της δωδεκάτης προς τη δεκάτη τρίτη του μηνός, ένα βράδυ στα μέσα του Μαΐου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε, όταν, πηγαίνοντας για την Κουπέλα, είδε ένα μικρό αυτοκίνητο σταματημένο μπροστά από τη λεύκα της μετέπειτα αλάνας του εκατοστού πέμπτου — τότε δεν υπήρχε ακόμη το εκατοστό πέμπτο. Πλησίασε με βήμα ελαφρύ κι απ' το παράθυρο του συνοδηγού είδε μες στο αυτοκίνητο μια πανέμορφη γυναίκα να κλαίει υστερικά και να παλεύει κάτι ανάμεσα στα χέρια της· όταν η Δομένικα κατάφερε να διακρίνει το σκοινί, κατάλαβε πως εκείνη προσπαθούσε να φτιάξει μια θηλιά για να κρεμαστεί από τη λεύκα. Στάθηκε παραδίπλα και περίμενε· όταν άνοιξε η πόρτα του οδηγού και η πανέμορφη γυναίκα βγήκε έξω, η δασκάλα μας είπε με σταθερή φωνή: «δεν είναι εύκολο...». Εκείνη έβγαλε μια κραυγή απ' την έκπληξή της· την κοίταξε έντρομη και τα υπέροχα μάτια της μοιάζανε πυρωμένα, μέσα τους έσμιγε η απόλυτη ομορφιά της ματαιότητας, εκεί όπου καμιά ελπίδα ή προσδοκία δεν θαμπώνουν τη βαθύτητσ, και ο άγριος πρωτόγονος φόβος που, πέρα από οποιαδήποτε διάνοια, ενώνει θύτες και θύματα την τρομερή στιγμή του φόνου. Η Δομένικα την ερωτεύτηκε από εκείνη τη στιγμή· «αν θέλεις να πεθάνεις, υπάρχει κι άλλος τρόπος...» της είπε και βγάζοντας από τον κόρφο της το μαύρο μεταξωτό μαντίλι, που 'χε από τη μάνα της για τις δαγκωματιές των δαιμόνων, της σκούπισε τα δάκρυα. Το ίδιο βράδυ ανέβηκαν στην Κουπέλα και σμίξανε έξαλλα πάνω στο χώμα της Φωλίτσας, ενώ ο άνεμος σφύριζε μανιασμένα ανάμεσα από τα κλαδιά: «φίλησε... φίλησε... φίλησε...».

 

Η Τζίλντα, όπως μας είπε η κυρία Δομένικα, ήτανε η πρώτη χορεύτρια σε ένα καμπαρέ από τα σχετικώς γνωστά στην άλλη πλευρά της πόλης, μα, καθώς άφησε να εννοηθεί η δασκάλα μας, κάποιες φορές εξυπηρετούσε κι αλλιώς πελάτες και αφεντικά κι έτσι έβγαζε κάμποσα — και πώς να μη βγάλει τέτοια πανέμορφη γυναίκα που ήταν. Όμως δεν μπόρεσε να φτιάξει τη ζωή της από τούτα τα λεφτά, καθώς πλήρωνε για πολλούς: πρώτα για να φροντίζουν τη μάνα της, μια πρώην μοδίστρα, που 'χασε το δεξί της πόδι με γάγγραινα από κάποιο λάθος των γιατρών, όταν η Παρασκευή —γιατί αυτό ήταν το βαφτιστικό της Τζίλντας— ήταν στα δώδεκα, κι έκτοτε παραδόθηκε στο άνευ ορίων φαγητό και στις μορφίνες που καπακώνουν τον πόνο και φέρνουν την πλήρη ασυνειδησία, έπειτα για τον αδερφό της που μπαινόβγαινε στα αναμορφωτήρια και στις φυλακές ανηλίκων και, τέλος, για την πρέζα που ήταν γι' αυτήν καθημερινή ανάγκη· έβρισκε στις άσπρες γραμμές μια παγερή παραίσθηση που ωστόσο γέμιζε κάπως το κενό μιας στερημένης από όνειρα ζωής και έδιωχνε μακριά τη φριχτή αίσθηση ότι ρημάζει χωρίς χαρά, χωρίς λαχτάρα, χωρίς εντέλει να περιμένει τίποτε — εξάλλου μια παρόμοια μονιμότερη παραίσθηση γύρευε και εκείνη τη βραδιά κάτω από τη λεύκα της αλάνας... Απ' όσα καταλάβαμε από ένα σκοτεινό μισοκατεστραμμένο γράμμα της προς τη δασκάλα μας, αυτό που εκείνη αντέγραψε στο έκτο κόκκινο τετράδιό της, η Τζίλντα στον έρωτά της με τη Δομένικα δόθηκε ολόψυχα με κάθε ικμάδα ζωής που είχε μέσα της· ζούσε χωρίς να περιμένει τίποτε, γύρευε το θάνατο όταν τη συνάντησε, και την αγάπησε με πάθος μελοθάνατου, δίχως αμφιβολίες και δισταγμούς. Σχεδόν κάθε βράδυ, σαν τέλειωνε από το μαγαζί, πήγαινε με το αυτοκίνητό της στην Κουπέλα, ανέβαινε το μονοπάτι, που αργότερα εμείς θα ονομάζαμε Θάνατο, κι εκεί, στη γούβα της Φωλίτσας, συναντιότανε με τη Δομένικα. Η Τζίλντα μόνο άπειρη δεν ήταν στα ερωτικά σμιξίματα· ποτέ της όμως δεν πίστεψε ότι μπορούσε να υπάρξει στη φύση τόση ηδονή όση αυτή που τη δονούσε σαν έσμιγε με τη δασκάλα μας. Όταν αγκαλιαζόταν μαζί της, το κορμί της άνοιγε σαν εκατόφυλλο τριαντάφυλλο, και το είναι της φούσκωνε πέρα από κάθε όριο, έσκαγε πλημμυρισμένο, κι εκείνη ούρλιαζε, κατρακυλώντας στην άβυσσο ενός θανάτου όπου τα σφυρίγματα του έξαλλου ανέμου έβρισκαν επιτέλους το αντίκρισμά τους. Η Δομένικα, πάλι, για πρώτη φορά στη ζωή της μέθυσε τρελά από την απελπισία εκείνης της πανέμορφης γυναίκας, που γινότανε σημαία για μια παράξενη επανάσταση ενάντια στο καταραμένο πεπρωμένο, ενάντια στη λογική, ενάντια στην ίδια τη ζωή της, που ήξερε, τελεσίδικα πια, ότι θα τέλειωνε χίλιες νύχτες υστερότερα από τη δωδέκατη νύχτα του Μαΐου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Δόθηκε στους καταρράχτες της ηδονής, σμίγοντας με κάθε τρόπο με τη θεσπέσια σάρκα της Τζίλντας, μα δεν τη φίλησε ποτέ στο στόμα γιατί θα τη σκότωνε στη στιγμή· κι όταν εκείνη θέλησε να τη φιλήσει, της είπε απλά πως αυτό δε θα γίνει ποτέ... Και κάθε φορά που αποχωρίζονταν, λίγο πριν απ' το ξημέρωμα, έβγαζε από την εσωτερική τσέπη του παλτού της ένα κόκκινο τριαντάφυλλο (το 'βρισκε κάθε πρωί στο περβάζι του παραθύρου της, άγνωστο από ποιον), το φιλούσε και το 'δινε στην Τζίλντα. Δεν της αποκάλυψε τη φοβερή ιστορία της, μήτε της είπε για την κατάρα της Μπαρμπακούλας και για τις χίλιες μέρες που άρχισαν να μετρούν από την ημέρα της γνωριμίας τους, ίσως γιατί δεν ήθελε να θολώσει τον έρωτα της Τζίλντας με ενοχές... Κι όταν εκείνη την πίεσε επίμονα κάποια βραδιά για να μάθει το μυστικό της, η Δομένικα της απάντησε αυτό που είχε πει και σε μας, πως για να συναντηθούν δυο άνθρωποι χρειάζονται ατέλειωτοι ωκεανοί από αίμα μες στους αιώνες· εφόσον συναντήθηκαν, το αίμα είχε ξεχειλίσει από την τάφρο και τα μυστικά δεν είχανε πια καμιά σημασία. Στις αρχές Ιουλίου, όταν ανακοινώθηκε ο διορισμός της σ' ένα σχολείο της Καλαμαριάς μετά από πέντε χρόνια αναμονής, ήταν αποφασισμένη να μην τον δεχτεί, καθώς δεν ήθελε να φύγει από τη γειτονιά με το κοκκινόχωμα — εξάλλου δεν είχε οικονομικό πρόβλημα. Μα, όταν κατέβηκε στα γραφεία της διεύθυνσης, στο κέντρο της πόλης, για να αρνηθεί το διορισμό, η τύχη τής χαμογέλασε: της προτάθηκε αμοιβαία αλλαγή με μια θέση στο εκατοστό πέμπτο δημοτικό σχολείο Θεσσαλονίκης, που θα λειτουργούσε για πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά. Δέχτηκε τη θέση αμέσως· δυο μέρες νωρίτερα είχε δει τυχαία τις αίθουσες που ετοιμάζονταν: έξω από το παράθυρο της τάξης θα έβλεπε στα πέντε μέτρα τη λεύκα κάτω από την οποία συνάντησε την Τζίλντα μια μαγιάτικη βραδιά, κι αυτό το θεώρησε σημάδι του πεπρωμένου. Στις δέκα Σεπτεμβρίου συναντήθηκαν σ' εκείνη την αίθουσα οι πέντε δάσκαλοι του σχολείου και ο Κερατένιος τους μοίρασε σε τάξεις· εκείνη θα έπαιρνε το άλφα ένα, δηλαδή το τμήμα των αγοριών της πρώτης δημοτικού — είχαν εγγραφεί πολλά παιδιά στην πρώτη δημοτικού και, καθώς δε θα τα χωρούσε η τάξη, ο Κερατένιος τη χώρισε σε τμήμα αγοριών και τμήμα κοριτσιών. Στις δεκατρείς του μηνός, κι ενώ η κυρία Πανδώρα είχε ήδη κόψει από τον κήπο της κόκκινο τριαντάφυλλο και περίμενε, η κυρία Δομένικα έβαλε στην τσάντα της το παλιό ασημένιο ρολόι του πατριού της και ξεκίνησε για το σχολείο...