θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 45ο

 

 

 

 

 

45.

 

Ένα φιλί που το κυοφόρησαν οι αιώνες του αίματος

 

 

 

Το Μάιο του χίλια εννιακόσια εξήντα εφτά —τρεις βδομάδες μετά την επιβολή της δικτατορίας— η Δομένικα σκότωσε άθελά της κάποιον πλανόδιο μανάβη με ένα της φιλί. Ο οδηγός που την πηγαινοέφερνε στο σχολείο εξαφανίστηκε μαζί με το αυτοκίνητο από προσώπου γης απ' τη δεύτερη κιόλας μέρα του πραξικοπήματος —αργότερα έμαθαν πως τον είχαν συλλάβει και τον κρατούσαν—, κι έτσι τις δυο πρώτες βδομάδες η Δομένικα έμεινε στο σπίτι· οι φήμες οργίαζαν και κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν, ενώ μέρα με τη μέρα φούντωνε ένα κλίμα τρομοκρατίας, συλλήψεων, βίας, απειλών και φόβου. Ωστόσο την τρίτη βδομάδα η Δομένικα αναγκάστηκε να πάει στο σχολείο, καθώς τους πήρε στο τηλέφωνο ο γυμνασιάρχης και, φανερά φοβισμένος, είπε στην Αύρα πως πέρασαν απ' το σχολείο αστυνομικοί με πολιτικά και πήραν καταστάσεις με τα ονόματα των παιδιών που απουσίαζαν από τη μέρα του πραξικοπήματος· εξάλλου ήταν και οι τελευταίες μέρες του σχολείου — αν δεν πήγαινε, θα έχανε τις εξετάσεις... Έτσι, η Δομένικα για ένα δεκαπενθήμερο έπρεπε να πηγαίνει στο σχολείο αλλάζοντας δύο λεωφορεία και να γυρνά στο σπίτι της αργά το απόγευμα. Την τέταρτη μέρα στην επιστροφή έχασε το δεύτερο λεωφορείο ή εκείνο δεν πέρασε ποτέ — δεν είχε σημασία· η ουσία είναι ότι έπρεπε να περιμένει ως τις οχτώ το βράδυ ώσπου να περάσει το τελευταίο της γραμμής για Ασβεστοχώρι. Για να σκοτώσει την ώρα της, άρχισε μια νωχελική δίχως κατεύθυνση περιπλάνηση μέσα από δρόμους και στενά — ποτέ της ως τότε δεν είχε περπατήσει μοναχή στη Σαλονίκη. Κι όποτε συλλογιόταν αργότερα τα όσα έγιναν εκείνο το απόγευμα, πιανόταν συνέχεια στην ίδια φριχτή παγίδα· αν δεν είχε χάσει το λεωφορείο της εκείνο το μεσημέρι, αν καθόταν για τέσσερις ώρες στη στάση περιμένοντας το επόμενο, αν δεν είχε βγει δυο φορές από δυο διαφορετικές γωνίες στο σοκάκι όπου παραμόνευε το κακό, αν δεν υπήρχε τόση ερημιά εκείνο το μεσημέρι, αν δεν είχαν συλλάβει τον οδηγό τους, τότε δε θα σωριαζόταν εκείνος ο μανάβης νεκρός μπροστά της... Έπειτα όμως σκεφτόταν πως όλα ήταν ήδη προαποφασισμένα απ' τη στιγμή της σύλληψής της, και τότε όλες οι προηγούμενες υποθέσεις έδιναν τη θέση τους σε μια: αν δε γεννιόταν, δε θα 'χε σκοτώσει κανέναν, καθώς δύο χείλη που φαρμακώθηκαν για να δώσουν θάνατο θα τον δώσουν τουλάχιστον μια φορά, ακόμη κι αν το λεωφορείο ερχόταν με μια μικρή καθυστέρηση εκείνο το μεσημέρι, κι έτσι το πρόφταινε, ή αν δεν έστριβε στο σοκάκι, όπου ένας πλανόδιος μεθυσμένος μανάβης με την καρότσα του είχε ξεμείνει από την πρωινή λαϊκή περιμένοντας να πουλήσει κεράσια και φράουλες... Την πρώτη φορά που πέρασε πρόσεξε την πολύχρωμη καρότσα που έγραφε με ζωγραφισμένα κόκκινα γράμματα «ο φραουλάς»· καθώς έφευγε ένιωσε το λιγωμένο βλέμμα του να την τρώει απ' την κορυφή ως τα νύχια. Θα πέρασε ένα τέταρτο της ώρας, όταν το βήμα της την έφερε από το ίδιο στενό· όλα τα υπόλοιπα έγιναν τόσο γρήγορα, που δεν πρόφτασε να σκεφτεί τίποτε: ο άντρας —θα 'ταν καμιά σαρανταριά χρόνων, μάλλον αδύνατος με μαύρα νύχια, το στέρνο του γεμάτο με τρίχες και το χνότο του βρομούσε ούζο— πήγε επάνω της με μάτι γλαρωμένο. Την άρπαξε απ' το μπράτσο χωρίς να πει κουβέντα και την έσυρε ως τη γωνιά με το καρότσι του· η κοπέλα δεν έβγαλε κιχ, θες από φόβο (τόσα και τόσα ακούγονταν για δράκους εκείνα τα χρόνια), θες από μια θολή συγκεχυμένη επιθυμία, θες από μια ξαφνική διάθεση παραίτησης, αφέθηκε σαν άψυχο σώμα στο έλεος εκείνης της επίθεσης. Ο μανάβης την έσφιξε απ' τους ώμους και σαν μανιασμένος γύρεψε τα χείλη της — δε δυσκολεύτηκε να τα βρει. Μα, όταν τα χείλη του κόλλησαν στα χείλη της, ένιωσε έξαφνα το σφίξιμο των χεριών του να χαλαρώνει, τα μάτια του πετάχτηκαν απ' τις κόχες τους, το πρόσωπό του έχασε όλο το αίμα και συσπάστηκε σε μια τρομακτική μάσκα τρόμου και απορίας, πισωπάτησε τρεκλίζοντας, πιάνοντας με τις παλάμες του το λαιμό του, κι έπειτα σωριάστηκε ανάσκελα επάνω στην καρότσα του, πάνω στις φράουλες, βγάζοντας ένα στιγμιαίο ξερό ρόγχο. Η Δομένικα έπιασε το σφυγμό του, όπως της είχαν μάθει στο σχολείο στις πρώτες βοήθειες: ήταν νεκρός· είχε πεθάνει κεραυνοβολημένος από μια υπερφυσική δύναμη, τη στιγμή ακριβώς που τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της...

 

Το ίδιο βράδυ η Αύρα αναγκάστηκε να της τα πει όλα. Η Δομένικα μπήκε στο σπίτι στις εννιάμισι το βράδυ, κίτρινη σαν το φλουρί, παραμέρισε χωρίς να κοιτάξει τη μάνα της (που κεντούσε ένα μαύρο αγκαθερό λουλούδι σ' ένα μαντίλι) και τρέχοντας κλειδώθηκε στην κάμαρά της. Η Αύρα κατάλαβε αμέσως· το περίμενε από χρόνια να συμβεί το κακό και κάθε βράδυ έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της τα λόγια που σχεδίαζε να πει στην κόρη της την ώρα αυτή. Με σταθερό βήμα ανέβηκε στο δωμάτιό της, χτύπησε την πόρτα και χωρίς να περιμένει απάντηση την άνοιξε και μπήκε μέσα· στο δωμάτιο υπήρχε πηχτό σκοτάδι, ακόμη και το παντζούρι του παραθύρου ήταν κλειστό· περισσότερο μάντεψε πως η κόρη της καθόταν κουλουριασμένη στη γωνία του κρεβατιού και ψηλαφητά βρήκε την καρέκλα του γραφείου της και υπολόγισε πως κάθισε απέναντί της. «Η ανάσα μας είναι ο επιθανάτιος ρόγχος των άλλων· ο θάνατος πάντοτε προϋπάρχει και η ζωή τρέφεται από αυτόν...» είπε όταν αποφάσισε να μιλήσει· τη φράση της την ακολούθησε μια επώδυνη σιωπή. Τότε πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε χαμηλόφωνα να διηγείται στην κόρη της όλα όσα ήξερε για τη ζωή της, ακόμη κι αυτά που είχε ακούσει για τον παπα-Τζιάκομο και την αύρα που φύσηξε την ώρα που βαφτιζόταν στο Σαν Τζορτζή. Δεν άφησε τίποτε κρυφό για τον εαυτό της, μίλησε ακόμη και για το ακατονόμαστο σχέδιο της Μπαρμπακούλας, για τη λαγνεία που ένιωθε όταν την έλουζε η γριά μάγισσα και για την ηδονή που τη μαστίγωσε σαν έσμιξε με το Δομένικο στο μοναδικό ερωτικό αγκάλιασμα της ζωής της. Όταν έφτασε στη δολοφονία της γριάς, μετέφερε κατά λέξη τη φοβερή κατάρα που εκείνη ξεστόμισε ψυχορραγώντας, και πήρε όλη την ευθύνη πάνω της, και για το φόνο και για το στοίχειωμα του σημαδεμένου βαρκάρη στη βορειοδυτική θάλασσα της Σύρου· όταν πάλι μίλησε για το φριχτό φαρμάκι που στάλαξε στα χείλια της κόρης της σαν ήτανε βρέφος, είπε πως έτσι πίστευε ότι θα προστάτευε τη ζωή του παιδιού της, πως η ζωή τρέφεται με ζωή, πως έκανε ό,τι έκανε γιατί καθετί άλλο θα ήταν αντίθετο στη φύση· θέλησε να σώσει την κόρη της από μια κατάρα, μετατρέποντας το σώμα της σε όργανο ακαριαίου θανάτου για όποιον εκείνη ερωτευτεί, γιατί η φύση διδάσκει να ζεις γεννώντας και σκοτώνοντας. Και τις ατέλειωτες ώρες των τυραννικών σκέψεων των χρόνων που ακολούθησαν μες στη σιωπή και τη μοναξιά, η Αύρα Φραντζή είχε καταλήξει πως ο θάνατος προϋπάρχει της ζωής, βρίσκεται μέσα στη σπίθα της δημιουργίας, στους σπασμούς της ηδονής και της γέννησης, στα τρυφερά αγγίγματα, στο λαχάνιασμα και στον ιδρώτα, στην υγρασία των ματιών... Κάπου εκεί τέλειωσε την αφήγησή της — ήταν ένας ατέλειωτος μονόλογος, που διέτρεξε τη νύχτα σαν εφιάλτης και σταμάτησε λίγο πριν απ' το ξημέρωμα. Πέρασαν κοντά δέκα λεπτά μες στη σιωπή. Έπειτα η Δομένικα είπε μόνο μια πρόταση: «στ' αλήθεια, θα 'σουν η καλύτερη μάνα του διαβόλου...».

 

Αυτή ήταν και η μοναδική κουβέντα της Δομένικας προς τη μάνα της μέχρι τη μέρα που έφυγε από το σπίτι τους τέσσερις μήνες αργότερα· όλον αυτόν τον καιρό συναντιόντουσαν στο σπίτι σαν δυο σκιές, και δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια ούτε για μια φορά. Η Αύρα δεν προσπάθησε να την κάνει να μιλήσει, απλά συνεννοούνταν μαζί της τις ώρες των γευμάτων με μισόλογα για τα απολύτως αναγκαία, στα οποία η Δομένικα απαντούσε με ένα κούνημα του κεφαλιού της. Έδωσε τις εξετάσεις της στα μέσα του Ιουνίου· το καλοκαίρι που ακολούθησε δε βγήκε απ' το σπίτι της ούτε μια φορά. Όλη τη μέρα καθόταν στο δωμάτιό της διαβάζοντας το ίδιο μαύρο δερματόδετο βιβλίο με ποιήματα δαιμονισμένων ποιητών του προηγούμενου αιώνα. Τη μέρα του Σεπτεμβρίου που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα κι έμαθε πως πέρασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης —το ίδιο κιόλας μεσημέρι— η Αύρα τής είπε πως θα 'ταν καλύτερο για τις σπουδές της να μείνει σ' ένα από τα διαμερίσματα που είχε αγοράσει στο κέντρο της πόλης ο Νίκος Φραντζής τον πρώτο καιρό που ήρθανε από τη Σύρο· της έδωσε το κλειδί, ένα χαρτί που έγραφε τη διεύθυνση, καθώς και ένα βιβλιάριο μ' έναν τραπεζικό λογαριασμό, λέγοντάς της πως ο Νίκος Φραντζής της είχε αφήσει όλη του την περιουσία και πως, μ' όλο που ήταν ανήλικη, είχε συνεννοηθεί εκείνη με την τράπεζα και η Δομένικα θα μπορούσε να τραβάει λεφτά όποτε ήθελε· τέλος, της είπε πως είχε φωνάξει τρίκυκλο για το πρωί της επομένης να πάρει τις βαλίτσες της και όσα έπιπλα χρειαζόταν. Η Δομένικα τα άκουσε όλα αυτά αμίλητη κι ανέκφραστη, μα από μέσα της συμφώνησε με τη μάνα της — αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση και για τις δυο τους. Όταν την άλλη μέρα το μεσημέρι ο τρικυκλάς τα φόρτωσε όλα κι έβαλε μπρος τη μηχανή, εκείνη του ζήτησε να περιμένει για λίγο· μπήκε στο σπίτι κι είδε τη μάνα της να κοιτά με βλέμμα απλανές το παράθυρο που 'βλεπε στον κήπο. Τότε πρόσεξε για πρώτη φορά πόσο όμορφη ήταν η Αύρα: είχε περάσει πριν από δυο χρόνια τα σαράντα και μόλις είχαν αρχίσει να γκριζάρουν τα μαλλιά της, μα αυτό μεγάλωνε τη γοητεία της, έμοιαζε με τις φιγούρες που διάλεγαν οι λαϊκοί ζωγράφοι των αρχών του αιώνα για να παραστήσουν τη θλίψη, τη νοσταλγία και τη λήθη. Η μητέρα της μίλησε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει: «...θέλεις να σου πω καλή τύχη;»· η Δομένικα ένιωσε πως είχε κάποτε ξαναζήσει την ίδια στιγμή, «τι θα κάνεις;» τη ρώτησε. Η Αύρα εξακολούθησε να κοιτάει τον κήπο από το παράθυρο: «θα περιμένω... τη γαλήνη, το διάβολο ή ακόμα και σένα να με φιλήσεις στα χείλη...». Τότε η κόρη της, μετανιωμένη φανερά για τη στιγμιαία τρυφερότητα που έδειξε, της είπε ξερά «σ' το 'χω πει, θα 'σουν η καλύτερη μάνα...» κι έπειτα έφυγε βιαστικά.