θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 44ο

 

 

 

 

 

44.

 

Ο Νίκος Φραντζής οπλίζει ένα ασημένιο πιστόλι

 

 

 

Χρόνια αργότερα η Αύρα έφτασε στο σημείο να πάρει για πρώτη φορά όρκο στην ψυχή των γονιών της, προκειμένου να πείσει τη Δομένικα πως δεν είχε κανένα απολύτως σημάδι που να φανέρωνε ότι το κακό του καλοκαιριού του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά οφειλόταν στη δικιά τους φοβερή ιστορία· ποτέ η Μπαρμπακούλα δεν είχε πει στην Αύρα πως επρόκειτο να συμβεί κάτι τέτοιο στο νησί, μήτε και η ίδια μπόρεσε να καταλάβει ποιος ήταν ο σκοπός του διαβόλου. Η αλήθεια ήταν πως, όταν είδε να παρατραβάει το κακό, φοβήθηκε κι εκείνη πως ο διάβολος γύρευε το σώμα που του είχε στερήσει πριν από δέκα χρόνια, γι' αυτόν το λόγο κι είπε στον άντρα της να φύγουν από το νησί και να πάνε να ζήσουν στο σπίτι που 'χε αγοράσει εκείνος για την αρρώστια του χρόνια πριν έξω απ' τη Θεσσαλονίκη, πλάι στο νοσοκομείο των φυματικών. Μα, αν στ' αλήθεια στόχος του διαβόλου ήταν η Δομένικα, τι τον εμπόδιζε να κάνει τα ίδια και στη Θεσσαλονίκη, αυτό σκεφτόταν εκ των υστέρων η Αύρα κι έλεγε πως το θανατικό της Σύρου συνέβη για κάποιον άλλο λόγο, και το γεγονός ότι σταμάτησε αμέσως μόλις έφυγαν ήταν μια απλή σύμπτωση· γι' αυτό, όταν η κόρη της, πάνω στο πλοίο που τους πήγαινε στη Σαλονίκη, της μίλησε για τα φιλιά των αόρατων δαιμόνων, η Αύρα τής είπε πως οι δαίμονες είναι πάντα πεινασμένοι τα μεσημέρια του καλοκαιριού και της έδωσε ένα μαύρο μεταξωτό μαντίλι που 'χε φυλαγμένο στον κόρφο της για να το 'χει πάντα μαζί της, κι άμα κανένας από αυτούς τη δαγκώσει, να το βάλει πάνω στη δαγκωματιά: ήταν το μαύρο μαντίλι με το οποίο ο Δομένικος σκέπασε το πρόσωπο της μάνας του την ώρα του φόνου...

 

Η Δομένικα ήταν στα δώδεκα, όταν ένα καλοκαιρινό βράδυ ξύπνησε με μια ενοχλητική φλόγα να καίει το κορμί της· τότε είδε στο αχνό φεγγαρόφωτο που 'μπαινε απ' το ανοιχτό παράθυρο πως το ταβάνι του δωματίου της ήταν μαύρο. Στην αρχή νόμισε πως έβλεπε όνειρο, μα έτριψε ξανά και ξανά τα μάτια της και τσίμπησε τα μάγουλά της για να βεβαιωθεί πως ήταν ξύπνια. Μέχρι που ξημέρωσε έμεινε ακίνητη στο κρεβάτι της, κοιτώντας στο ταβάνι πλημμυρισμένη στον ιδρώτα, καθώς ένιωθε πως δε θα προλάβαινε το ξημέρωμα, πως όλη εκείνη η μαυρίλα θα κατέβαινε και θα την έπαιρνε για πάντα στην αγκαλιά της. Μα τη στιγμή που η πρώτη ακτίνα του ήλιου λόγχισε τη νύχτα, η μαυρίλα του ταβανιού έγινε ένα σύννεφο από εκατοντάδες νυχτερίδες, που βγήκαν αστραπιαία απ' το παράθυρο με φοβερό θόρυβο κι εξαφανίστηκαν. Η Δομένικα τότε μισοσηκώθηκε στο κρεβάτι της κι είδε πως εκεί χαμηλά το σεντόνι της είχε μια κόκκινη κηλίδα...

 

Από κείνη τη νύχτα η Δομένικα Φραντζή δεν ξανάφησε την Αύρα να μπει στο δωμάτιό της πριν από το μεσημεριανό ύπνο, και κάθε βράδυ όταν ξάπλωνε έβλεπε τις νυχτερίδες κολλημένες στο ταβάνι απέναντί της· η ίδια δεν ήξερε ακόμη τίποτε για τη σύλληψη και τη γέννησή της, μα το ένιωθε πως τα πλάσματα εκείνα είχαν κάποιον παλιό κρυφό λογαριασμό με το σώμα της, κι η αίσθηση αυτή τη γέμιζε με παράξενες ανατριχίλες στο κορμί και στο νου... Σε όλη την εφηβεία της οι σχέσεις της με τους άλλους, ακόμα και με τη μάνα της, ήτανε εντελώς τυπικές. Στο σχολείο της, όπου κάθε μέρα την πήγαινε και την έφερνε ο σοφέρ του πατέρα της, τα πάντα κυλούσαν αδιάφορα· δεν είχε φίλες ούτε και αντάλλασσε πολλές κουβέντες με τις συμμαθήτριές της, κι εκείνες πίσω απ' την πλάτη της την έλεγαν ξιπασμένη καρακάξα και την κορόιδευαν που δε φουσκώνανε τα στήθια της σε αντίθεση με τα δικά τους. Τα καλοκαίρια καθόταν με τις ώρες στο δωμάτιό της, άκουγε θλιβερά τραγούδια στο ράδιο και διάβαζε στίχους και αλλόκοτες ιστορίες με ήρωες που πάντοτε πεθαίνανε την ώρα που έπρεπε. Τα μεσάνυχτα έσβηνε το φως και περίμενε μ' ανοιχτά τα μάτια...

 

Ήτανε Φεβρουάριος του χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε, όταν ένα μεσημέρι η Δομένικα πήγε στη βιβλιοθήκη του γραφείου για να πάρει ένα βιβλίο· καθώς η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, την έσπρωξε απαλά και είδε τον πατέρα της να οπλίζει ένα ασημένιο πιστόλι. Περισσότερο ξαφνιάστηκε παρά φοβήθηκε, μα έμεινε ακίνητη στην πόρτα του δωματίου, καθώς ένιωσε πως είχε έρθει πια η ώρα για να μάθει το μυστικό του ακατανόητου εφιάλτη. Εκείνος μόλις την είδε ταράχτηκε για μια στιγμή, αμέσως μετά όμως το πρόσωπό του γαλήνεψε και την κοίταξε στα μάτια· έπειτα από μισό λεπτό τη ρώτησε «είσαι έτοιμη;» κι η Δομένικα έγνεψε με το κεφάλι της καταφατικά. Τότε ο Νίκος Φραντζής της είπε «έλα μαζί μου...», κατέβηκαν στον κήπο, μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο κυρ Πέτρος, ο κηπουρός, τους άνοιξε την πόρτα και φύγανε. Ο πατέρας της οδηγούσε νευρικά κι άτσαλα· φτάσανε στις παρυφές του δάσους και συνέχισαν σε λασπωμένους χωματόδρομους με πολλές στροφές. Κάποτε τέλειωσε κι ο χωματόδρομος, άφησαν το αυτοκίνητο και συνέχισαν με τα πόδια. Περπάτησαν μισή ώρα, ίσως και περισσότερο, ώσπου φτάσανε μπροστά σ' ένα κάτασπρο λόφο· από μακριά φαινόταν χιονισμένος, μα, σαν πλησίασαν, η Δομένικα είδε πως ήταν ολόκληρος σκεπασμένος από ένα πυκνό δάσος δέντρων με λευκά άνθη: ήτανε μυγδαλιές, ένα δάσος από ανθισμένες αμυγδαλιές. Όταν βγήκαν απ' το αυτοκίνητο, ο Νίκος τής είπε: «μπροστά σου είναι ο μαύρος λόφος της Κουπέλας...». Η Δομένικα τον κοίταξε παραξενεμένη, «...μαύρος;» ρώτησε διστακτικά· εκείνος της απάντησε με χαμηλή φωνή κοιτώντας ψηλά προς την κορυφή του λόφου: «ναι, μαύρος...» είπε κι η κοπέλα ένιωσε μια παράξενη ανατριχίλα, όμοια μ' εκείνες που τη δονούσαν τα μεσημέρια του καλοκαιριού του πενήντα εννιά στη Σύρο, την ώρα που κρυβόταν ο ήλιος...

 

Εκείνο το απόγευμα η Δομένικα άκουσε απ' το στόμα του πατέρα της την ιστορία των προδομένων λεπρών του χίλια εννιακόσια δύο, που τραγουδούσανε ζωντανοί και νεκροί αγκαλιασμένοι, προσμένοντας με πίστη τη γαλήνη, μέχρι που γίνανε μια τούμπα από χώμα που ανάσαινε για πολλά χρόνια, θαρρείς κι η γη είχε βγάλει ένα βουζούνι που φούσκωνε και ξεφούσκωνε. Κι έπειτα έμαθε το πώς ο λόφος εκείνος γέμισε αμυγδαλιές που θέριεψαν μέσα σε μια βραδιά, ένα δέντρο για καθεμιά ψυχή, καθώς κάθε ανθός της φύσης είναι ένας λυγμός στον άλλο κόσμο. Κι ακόμη, ο Νίκος τής μίλησε και για όσα έγιναν τα χρόνια που ακολούθησαν εκείνη τη νύχτα του Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια δύο, λόγια θολά κι αόριστα για δολοφόνους και φοβερούς ληστές που ανέβηκαν εκεί πάνω για να τελειώσουν τη ζωή τους, για παράξενους τυχοδιώκτες και κουλοχέρηδες ναυτικούς, που τους βρήκαν κρεμασμένους, ξεκοιλιασμένους ή πυροβολημένους στο λαιμό, για απογοητευμένους στρατιώτες και κοπέλες που ήπιαν φαρμάκι και για κλειστά κασελάκια με χέρια κομμένα απ' τους καρπούς... Όταν ο Νίκος σταμάτησε να μιλά, είχε βραδιάσει για τα καλά — πέρασε σχεδόν μια ώρα μες στη σιωπή ώσπου να ξεκαθαρίσει κάπως ο νους της Δομένικας από την ομίχλη των αλλόκοτων ιστοριών και των ακατανόητων υπαινιγμών. Κάποτε κοίταξε και πάλι το λόφο της Κουπέλας· ήταν στ' αλήθεια τόσο μαύρος, που το σκοτάδι της νύχτας γύρω του έμοιαζε με σούρουπο και τα μόλις πριν από λίγο ολόλευκα άνθη είχανε γίνει πια ολόμαυρα, αληθινά γεννήματα της μοναξιάς, της φρίκης και του θανάτου. Τότε η Δομένικα κατάλαβε πως όλα είναι μοιρασμένα ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι — το πάθος, η λογική, η αγάπη, κι όλα αυτά κόβονται στα δυο από λεπίδα τρομερή κι αλάνθαστη. Κι ακόμη, κατάλαβε πως θα ήταν μάταιο να του ζητήσει να την οδηγήσει ως την κορυφή του λόφου, καθώς ήτανε φανερό πως ο πατέρας της κάποτε είχε αποφασίσει να μην ανεβεί ποτέ ξανά εκεί πάνω. Όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο, άρχισε να φυσά δυνατά ο άνεμος· λίγο προτού ο Νίκος βάλει μπρος, η κοπέλα τον ρώτησε αποφασιστικά: «...πρέπει να πεθάνεις;». Εκείνος της απάντησε κοιτώντας μπροστά, μέσα απ' το τζάμι του αυτοκινήτου: «δυστυχώς ένας άντρας δεν πεθαίνει όταν πρέπει, πεθαίνει όταν μπορεί...».

 

Όταν ένα απόγευμα, μια βδομάδα αργότερα, η Δομένικα άκουσε έναν πυροβολισμό την ώρα που διάβαζε στο δωμάτιό της, το ήξερε πως ο Νίκος Φραντζής ήταν πια νεκρός προτού μπει τρέχοντας στο γραφείο του και τον βρει πεσμένο μπροστά στο παράθυρο με το ασημένιο πιστόλι στο δεξί χέρι. Η κηδεία του έγινε την επόμενη μέρα με δέκα ανθρώπους κι έναν παπά, που με μερικά χιλιάρικα που του 'δωσε η Αύρα εύκολα πείστηκε να κηδέψει έναν αυτόχειρα. Έτσι, μείνανε οι δυο τους μες στο σπίτι, μάνα και κόρη, μαζί με τις δύο υπηρέτριες και τον κυρ Πέτρο· ο οδηγός ερχότανε πια μόνο τα πρωινά για να πάει τη Δομένικα στο σχολείο —πήγαινε στην προτελευταία τάξη του γυμνασίου— και τα μεσημέρια την περίμενε εκεί και την γύρναγε πίσω. Έτσι περνούσαν οι μήνες, μέσα σε μια, θαρρείς, συμφωνημένη σιωπή, τυπικές καθημερινές κουβέντες κι απογευματινά απλανή βλέμματα μπροστά στα παράθυρα... Ένα βράδυ του καλοκαιριού η Δομένικα βρήκε σε κάποιο κρυφό ράφι στη βιβλιοθήκη του πατέρα της ένα κασελάκι γεμάτο με ξερά λουλούδια και κάτω απ' αυτά ένα κιτρινισμένο σημειωματάριο του Νίκου Φραντζή με διάφορες ιστορίες χωρίς τέλος —ανάμεσά τους και την ιστορία της Κουπέλας—, καθώς και ένα δερματόδετο βιβλίο με όλες τις σελίδες του λευκές εκτός από μία, όπου διάβασε γραμμένους με τρεμάμενο χέρι τους στίχους από το τραγούδι που προφήτευε το φίλημα του Νίκου με το θάνατο —κι όχι μονάχα το δικό του—: «Φλεβάρη κουτσοφλέβαρε, πόσο σε καρτερούσα...».