θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 43ο

 

 

 

 

 

43.

 

Όπου ο ήλιος χάνεται

και συμβαίνουν γεγονότα φριχτά και ανόσια

 

 

 

Η Αύρα συνάντησε το Νίκο Φραντζή μια βδομάδα υστερότερα και μόλις δυο μέρες μετά παντρεύτηκαν στον Άγιο Νικόλαο. Εκείνη καθόταν σε ένα παγκάκι στα υπόστεγα της αποθήκης του λιμανιού με το μωρό της τυλιγμένο σε μια κουβέρτα· ήτανε μεσημέρι κι έβρεχε με το τουλούμι, μόλις το ίδιο πρωί είχε φύγει απ' το καλαθάδικο, καθώς μαζί με τον καλαθά ήρθε στο μαγαζί κι η γυναίκα του, που της είπε ουρλιάζοντας να ξεκουμπιστεί αμέσως από κει· πλάι της την κοιτούσε περίλυπος ο καλοκάγαθος άνθρωπος, έτοιμος να βάλει τα κλάματα — ποιος ξέρει τι λόγια και τι απειλές θα 'χε χρησιμοποιήσει η γυναίκα του για να τον εξαναγκάσει να τη διώξει. Όταν έφυγε, ο καλαθάς τής έβαλε στο χέρι ένα μάτσο χαρτονομίσματα, η Αύρα στην αρχή αρνήθηκε, μα, καθώς είδε την ικεσία στο βλέμμα του, τα πήρε κι έσκυψε το κεφάλι με ευγνωμοσύνη. Πήγε κατευθείαν στο λιμάνι — το 'χε αποφασίσει, θα 'φευγε με το βραδινό πλοίο για την Αθήνα κι εκεί θα 'βλεπε τι θα γινόταν. Ο Νίκος Φραντζής περπατούσε μες στη βροχή όταν την είδε· μια τέτοια βόλτα ήταν γι' αυτόν μια απ' τις ελάχιστες ευχάριστες στιγμές μιας οδυνηρά αδιάφορης καθημερινότητας. Οι Φραντζήδες ήταν απ' τους ξακουστούς εφοπλιστές του καιρού εκείνου, Ανδριώτες στην καταγωγή· ο Νίκος είχε γεννηθεί στη Σύρο, καθώς ο πατέρας του πριν από χρόνια άνοιξε στην Ερμούπολη γραφεία των επιχειρήσεων της οικογένειας και παντρεύτηκε Συριανή. Η μάνα του Νίκου πέθανε από τύφο όταν ο γιος της ήταν πέντε χρόνων. Από κείνη είχε κρατήσει μονάχα μια θολή ανάμνηση, σαν όνειρο· τον μεγάλωσαν οι γκουβερνάντες κι οι δασκάλες, ήταν παιδί μοναχικό και λιγομίλητο, με βλέμμα σκοτεινιασμένο κι απλανές που φανέρωνε αρχές κατάθλιψης. Στα δεκαοχτώ του είχε την πρώτη αιμόπτυση — οι γιατροί διέγνωσαν φυματίωση. Όταν πέθανε ο πατέρας του στο τέλος του πολέμου, ήτανε είκοσι πέντε χρόνων κι ανέλαβε το γραφείο της Ερμούπολης. Οι θείοι του δεν έφεραν καμία αντίρρηση· το γραφείο εκείνο είχε πια χαρακτήρα διεκπεραιωτικό, τις αποφάσεις τις έπαιρναν στα κεντρικά, στον Πειραιά. Κι έτσι, περνούσε τη ζωή του μόνος κι αμίλητος, στο δρόμο δε χαιρετιόταν με κανέναν, μια φιγούρα ξερακιανή κι ωχρή, με ρουφηγμένα ζυγωματικά και το πρόσωπο συσπασμένο σε μόνιμο μορφασμό οδύνης. Όταν έβρεχε, έπαιρνε τους δρόμους χωρίς ομπρέλα ή ρεπούμπλικα, ήταν σχεδόν το μόνο πράγμα που τον ευχαριστούσε, να μουσκεύει περπατώντας στη βροχή χωρίς αιτία και χωρίς σκέψη, χωρίς να τον ακολουθεί ο ύπουλος ίσκιος του σε κάθε βήμα... Εκείνο το μεσημέρι του Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια πενήντα, σαν είδε την Αύρα από μακριά, κοντοστάθηκε για ένα δύο λεπτά κι έπειτα προχώρησε με βήμα αποφασιστικό και κάθισε δίπλα της στο παγκάκι. Μείνανε εκεί ίσαμε που σιγά σιγά πήρε να βραδιάζει· τότε φάνηκε απ' τη γωνιά ο Τζάβακας με τ' όργανό του, ο πλανόδιος μπουζουξής του λιμανιού, που τραγουδούσε όπου έβρισκε για λίγες δεκάρες ή για ένα ποτήρι κρασί. Μόλις είδε το παράταιρο ζευγάρι, άρχισε ένα ρεμπέτικο τραγούδι, όχι κάποιο από τα γνωστά, μα ένα παλιό και ξεχασμένο: «δεν πάω πια στο Πισκοπιό να κάτσω στην πεζούλα, γιατί μου βγάλαν αβανιά πως αγαπώ μια δούλα...». Σαν τέλειωσε, ο Νίκος τού 'δωσε όσα νομίσματα βρήκε στην τσέπη του· έπειτα γύρισε προς την Αύρα και τη ρώτησε απλά: «...πάμε;». Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει...

 

Παντρεύτηκαν δυο μέρες μετά στον Άγιο Νικόλαο και στο γάμο μαζεύτηκε όλη η καλή κοινωνία της Ερμούπολης. Βέβαια τα πάντα έγιναν τόσο βιαστικά, που δεν πρόλαβε να 'ρθει κανείς απ' τους Φραντζήδες, μα αυτό ήταν το λιγότερο απ' όσα απασχόλησαν για πολύ καιρό ολόκληρη την πόλη. Στ' αλήθεια, και τι δεν κουτσομπολεύτηκε για εκείνον το γάμο: η άγνωστη νύφη που 'ταν όμορφη σαν οπτασία και συνάμα τόσο παράξενα θλιμμένη, ο γαμπρός με τα πειραγμένα λογικά, κίτρινος και με τα σημάδια του θανάτου να σκιάζουν το πρόσωπό του, και βέβαια οι εικασίες να δίνουν και να παίρνουν, κυρίως για την Αύρα· ποια ήταν, από πού ήρθε, ποιανού ήταν το παιδί, πώς τον τύλιξε, αν θα της τα γράψει όλα στη διαθήκη κι άλλα παρόμοια. Κι όταν μαθεύτηκε πως η νύφη δεν ήταν Ανδριώτισσα μα Φραγκοσυριανή, τότε βούιξε όλη η Σύρος, ιδίως στην Απάνω Χώρα δεν υπήρχε άνθρωπος που να μη θυμότανε την Αύρα Μακάρη, μ' όλο που για δέκα χρόνια την είχανε λησμονήσει ακόμα και οι ίδιοι της οι συγγενείς. Αμέσως επινοήθηκε και μια φανταστική ιστορία, πως τάχα η Αύρα έφυγε με την αρχή του πολέμου στην Άνδρο και με τόση ομορφιά εύκολα έπιασε κάμαρη στο πιο ξακουστό σπίτι, στη Μαρία την Αυστριακή, που 'κανε δουλειές σχεδόν μοναχά με Ιταλούς. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, συνέχισε αυτή τη δουλειά μέχρι που γκαστρώθηκε από λάθος κι ήρθε στη Σύρο να γεννήσει. Κι έπειτα συναντήθηκε με το Φραντζή — ποιος ξέρει τι μάγια θα του 'κανε, πάντως παντρεύτηκαν μέσα σε δύο μέρες απ' τη συνάντησή τους. Όλο το νησί το 'ξερε πως ο Φραντζής δεν έστεκε καλά, μα δεν τον είχαν ικανό να παντρευτεί μια του δρόμου με το μούλικό της. Έτσι λέγανε, και βέβαια κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τι είχε κάνει στ' αλήθεια η Αύρα όλα αυτά τα χρόνια... Και κάποιοι απ' τους παλιότερους Πανωχωρίτες θυμήθηκαν το πώς πέθαναν οι γονιοί της και το τι λεγόταν τότε για τους Μακάρηδες και, βλέποντας την κατοπινή τύχη της Αύρας, είπαν και πάλι πως η ζωή είναι ένας μύλος.

 

Το πρώτο πράγμα που θυμόταν η Δομένικα απ' τη ζωή της ήταν το σπίτι στην Ερμούπολη, η μυρωδιά απ' τα σκούρα έπιπλα, τα ψηλά κιτρινισμένα ταβάνια, τα πορτρέτα με τα θλιμμένα πρόσωπα στους τοίχους, η κυκλική εσωτερική σκάλα που 'τριζε ανυπόφορα σε κάθε βήμα. Τον πατέρα της —μέχρι τα δεκάξι της χρόνια νόμιζε για πατέρα της το Νίκο Φραντζή— τον έβλεπε για ελάχιστα λεπτά μια φορά κάθε μέρα· η τυραννισμένη μορφή του, το κίτρινο δέρμα του, μα κυρίως η απόκοσμη αγέλαστη ματιά του που, όταν κοιτούσε κάποιον, έμοιαζε να βλέπει κάτι φριχτό που γινόταν πίσω απ' την πλάτη του, γεννούσαν μέσα της ένα αλλόκοτο αίσθημα αποστροφής. Τις πιο πολλές ώρες τις περνούσε με τις δύο υπηρέτριες, τη γρια-Τάσω —αυτή μεγάλωσε τη συχωρεμένη τη γιαγιά της, τη μάνα του Νίκου— και την Ντίνα, που 'ταν είκοσι χρόνων κι έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Κάθε μεσημέρι μετά το φαγητό ερχόταν στο δωμάτιό της η Αύρα και τη νανούριζε ίσαμε να την πάρει ο ύπνος, τραγουδώντας ένα παράξενο θλιμμένο τραγούδι με ξένα λόγια. Ήταν η μόνη ώρα που η μικρή έμενε μονάχη με τη μητέρα της κι ένιωθε πως ζούσε κι ανέπνεε αποκλειστικά για κείνες τις στιγμές: το μεσημεριανό φως έμπαινε μέσα απ' τις γρίλιες των παντζουριών, το δωμάτιο μύριζε σκόνη και ξύλο, τα λευκά σεντόνια δρόσιζαν την παιδική σάρκα κι η Αύρα τραγουδούσε το παράξενο παράπονό της χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά· αχ, πώς θα μπορούσε να γεμίσει με χαρά το βλέμμα της μανούλας, πώς θα μπορούσε να διώξει τη θλίψη από την ψυχή της, να της χαρίσει τα ξεκαρδίσματα της Ντίνας ή των κοριτσιών, που τα καλοκαίρια έπαιζαν στην ανοιχτωσιά πίσω απ' το σπίτι — αυτό σκεφτόταν κι ένιωθε πως άξιζε να ζει μόνο και μόνο για να γλυκάνει λίγο το παράπονο της μητέρας της, ώσπου την κύκλωνε ένας βαρύς ύπνος γεμάτος πολύχρωμα όνειρα... Κι όσο μεγάλωνε, κι ενώ άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι οι δασκάλες, καταλάβαινε όλο και πιο πολύ πως κάτι παράξενο συνέβαινε ανάμεσα στους γονιούς της: κοιμόντουσαν σε χωριστά δωμάτια, τρώγανε χώρια, αντάλλασσαν αναμεταξύ τους ελάχιστες κουβέντες, κι αυτές ολότελα τυπικές. Η Δομένικα απέδιδε βέβαια όλες τις ευθύνες για τη θλίψη που είχε κυριεύσει το σπίτι σε κείνον που νόμιζε για πατέρα της. Ένα βράδυ που την ξύπνησε ένας τρομερός εφιάλτης πήγε χωρίς να το σκεφτεί διόλου στο δωμάτιο της μάνας της, μα δεν τη βρήκε εκεί· παραξενεμένη, την αναζήτησε, κι όταν είδε την πόρτα της βεράντας ανοιχτή, πλησίασε και κοίταξε πίσω απ' τις κουρτίνες: ο πατέρας και η μάνα της καθόντουσαν στην κούνια δίχως το κορμί του ενός να αγγίζει τον άλλο και με το βλέμμα χαμένο στη μαυρίλα της νύχτας κλαίγανε σιωπηλά, ενώ φυσούσε το βραδινό αγέρι· εκείνο το βράδυ η Δομένικα ένιωσε για πρώτη φορά πως τα δάκρυα ενώνουν τους ανθρώπους περισσότερο απ' την ομορφιά ή το θάνατο... Χρόνια αργότερα, κι ενώ ο Νίκος Φραντζής είχε πεθάνει, έμαθε από την Αύρα πως ποτέ δεν είχανε κοιμηθεί μαζί — μήτε καν είχαν φιληθεί, μήτε ο ένας είχε μάθει τα μυστικά του άλλου. Μόνο τα βράδια έκλαιγαν πλάι πλάι στην κούνια της βεράντας — ήταν η μέρα που έμαθε ποιος ήταν ο πραγματικός της πατέρας καθώς και τα όσα φοβερά είχανε γίνει πριν εκείνη γεννηθεί....

 

Η Δομένικα ήταν κοντά δέκα χρόνων όταν το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά άρχισαν οι ακατανόητες εκλείψεις του ήλιου, από τη γιορτή του Πνεύματος ίσαμε της Παναγιάς κάθε μέρα, την ώρα του μεσημεριού, ο ήλιος χανόταν για μια δυο ώρες — η μέρα σκοτείνιαζε και γινόταν σαν σούρουπο. Ακόμα κι οι γέροι που 'χανε ζήσει κοντά έναν αιώνα, ή εκείνοι που 'χανε γυρίσει όλα τα μέρη του κόσμου, δεν είχανε ακούσει ή δει κάτι παρόμοιο. Αστρονόμοι που ήρθανε απ' την Αθήνα και στήσανε μεγάλα τηλεσκόπια στο νησί δεν μπόρεσαν να δώσουν καμία εξήγηση, παρά φωνάξανε κι άλλους αστρονόμους, ξένους αυτή τη φορά, με ακόμη πιο μεγάλα τηλεσκόπια, που όμως κι αυτοί κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: πως κάτι ακατανόητο συνέβαινε στη Σύρο, κάτι που περιγράφεται στα βιβλία της θλίψης ως προμήνυμα της έλευσης του φοβερού θηρίου. Εκείνο τον καιρό γίνανε κι όσα μας είχε πει η δασκάλα μας κάποιο δεκεμβριάτικο μεσημέρι, ενάμιση χρόνο πριν από την άνοιξη του εβδομήντα εφτά, και τότε μας φάνηκαν ακατάληπτα: το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα εννιά η Σύρος μαστιγώθηκε από ένα ρυπαρό μίασμα, μια ακατανόητη κατάρα, καθώς το φεγγάρι είχε πάρει το έντονο γαλάζιο χρώμα που όσοι ήξεραν έλεγαν πως σημαίνει ότι κάποιος εκδικείται μια προδοσία· οι πετεινοί λαλούσαν ασταμάτητα μέρα και νύχτα, τα ζώα ψοφούσαν απ' το φαρμάκι των φιδιών, η θάλασσα γέμισε νεκρά ψάρια, τα χωράφια ρημάχτηκαν από τρομερούς αρουραίους, και κάθε πρωί τα παιδιά βρίσκανε πάνω στα βράχια σαύρες φριχτά κομμένες στα δύο — μα ποιο χέρι κυβερνούσε το λεπίδι που τις έκοβε έτσι; Όσες γυναίκες ήταν γκαστρωμένες εκείνο τον καιρό στο νησί γέννησαν όλες πριν της ώρας τους παιδιά ήδη πεθαμένα ή σακατεμένα, που πέθαναν πριν κλείσουν μήνα, κάμποσοι άντρες παλάβωσαν κι έκοβαν τις φλέβες τους πάνω από τα πηγάδια παρακαλώντας το Θεό να τους συγχωρήσει. Φυσικά από τις πρώτες μέρες άρχισαν ευχέλαια, εξορκισμοί, λιτανείες, ολονύχτιες λειτουργίες, περιφορές ιερών λειψάνων — δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία, ο διάβολος ήταν αυτός που 'κρυβε τον ήλιο κι είχε ρίξει το θανατικό στο νησί. Οι παλιότεροι θυμήθηκαν και την Μπαρμπακούλα, μ' όλο που δεν είχανε σημάδι της για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Στα μέσα του Ιουλίου οι παπάδες του νησιού, ορθόδοξοι και καθολικοί, ζήτησαν απ' τον κόσμο να κάψει ό,τι είχε στην κατοχή του και ήταν πιθανό να συνδέεται με το σατανά· κι έτσι, για τρία βράδια στις πλατείες άναβαν μεγάλες φωτιές και έκαιγαν φυλαχτά, ματόχαντρα, χαϊμαλιά, κομμένες πλεξούδες μαλλιών, ξεραμένα λουλούδια, αγαλματάκια, πονηρά βιβλία, εικονίτσες, συνταγές για το ξεμάτιασμα, για το γύρισμα της τύχης, για να γυρίσει πίσω ο άπιστος άντρας, συνταγές για μάγια που θα έλυναν τα μάγια, σεντόνια που σε κοίμιζαν μια και καλή, μαντίλια που σε έκαναν να μη λησμονήσεις ποτέ, μπουκάλια μ' όλα τα μαγικά φαρμάκια, κι όλοι απορούσαν πού βρέθηκαν τόσα σύνεργα του πονηρού στο νησί, από ποια μπαούλα τα ξεκαταχώνιασαν, καθώς ήτανε τόσα πολλά, που έφταναν για να θρέψουν τρεις και τέσσερις φωτιές κάθε βραδιά. Τα μεσημέρια, την ώρα των εκλείψεων, όλος ο κόσμος κλεινόταν στα σπίτια του — μόνο οι τρελοί περπατούσαν στους δρόμους· τότε η Δομένικα έβγαινε κρυφά απ' τη μάνα της και τις υπηρέτριες στη βεράντα μ' ένα κομμάτι σκούρο γυαλί στο χέρι για να δει το χάσιμο και το φανέρωμα του ήλιου, καθώς, την ώρα που μαύριζε ο ουρανός, ένιωθε κάθε φορά να της συμβαίνουν παράξενα πράγματα που τη γέμιζαν ύπουλες ανατριχίλες: η ελιά στο δεξί της μάγουλο έκαιγε σαν να 'χε πυρώσει, και κάποια αόρατα χείλη τής φιλούσαν το λαιμό και τους ώμους. Κι όσο περνούσε η ώρα, μια βασανιστική ηδονή μέλωνε το κορμί της και το κάψιμο στην ελιά γινόταν όλο και πιο έντονο, μα δεν πονούσε διόλου. Σαν τέλειωνε η έκλειψη του ήλιου, όλα σταματούσαν· η Δομένικα βρισκόταν πεσμένη στη βεράντα, λιγωμένη από τα αλλόκοτα αγγίγματα — άραγε ποιοι αόρατοι δαίμονες έρχονταν να της ξυπνήσουν μέσα της από τόσο νωρίς τα θηλυκά ένστικτα και γιατί η ύπουλη επιθυμία κυρίευε τόσο έντονα τη σάρκα της την ώρα που γύρω της ο θάνατος φανερωνόταν παντοδύναμος... Είχε φτάσει Δεκαπενταύγουστος, όταν την παραμονή της Παναγίας η μάνα της την έντυσε με τα καλά της και μαζί με τον πατέρα και την Ντίνα μπήκαν στο πλοίο, παίρνοντας μαζί τους πολλές μεγάλες βαλίτσες· έφτασαν στη Θεσσαλονίκη πριν το ξημέρωμα. Και βέβαια την ημέρα της Παναγίας σταμάτησαν μια και καλή οι ακατανόητες εκλείψεις του ήλιου και το θανατικό που ρήμαξε τη Σύρο, κι όλοι πίστεψαν πως η Μεγαλόχαρη νίκησε το διάβολο κι έσωσε το νησί από βέβαιο αφανισμό...