θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 42ο

 

 

 

 

 

42.

 

Sic omnes res natae ab hac una re

 

 

 

Το Σάββατο που ξημέρωσε έπειτα απ' τη φοβερή νύχτα του φόνου ήταν για την Αύρα η πρώτη μέρα της νέας ζωής της· αφού περιπλανήθηκε ως το απόγευμα, βρήκε μια πηγή, λούστηκε, έπλυνε τα ρούχα της και το μαύρο μαντίλι κι έπειτα άναψε φωτιά για να περάσει τη νύχτα. Την άλλη μέρα ξεκίνησε και πήγε στην Ερμούπολη, κι όχι στην Απάνω Χώρα, γιατί εκεί μπορεί να τη θυμόντουσαν και να την αναγνώριζαν, κι ας είχανε περάσει τόσα χρόνια· είχε τυλίξει τα μαλλιά της με το μαντίλι της μάγισσας και στον κόρφο της είχε το μπουκαλάκι με τα δάκρυα των νυχτερίδων. Έτσι, βρέθηκε η Αύρα στην πρωτεύουσα της Σύρου, το πρωί μιας Κυριακής στα τέλη του Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, με την κοιλιά φουσκωμένη στον έκτο μήνα. Αφού περιπλανήθηκε για τρεις μέρες, βρήκε δουλειά και στέγη σ' ένα καλαθάδικο· τη συμπόνεσε ο καλαθάς· μια γυναίκα γκαστρωμένη, μόνη κι έρημη, θα σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να γυρνάει σαν το σκυλί —ερχότανε και χειμώνας— κι έτσι την πήρε στο μαγαζί του να κοιμάται εκεί τα βράδια και της έδινε κι ένα πιάτο φαγητό... Η Αύρα τού 'χε πει πως είχε έρθει απ' την Άνδρο, είχε γκαστρωθεί με ένα ναύτη κάποιου εμπορικού που τον συνάντησε μόλις για μια νύχτα κι έπειτα, όταν η εγκυμοσύνη της έγινε φανερή, έφυγε απ' το νησί, καθώς η ζωή της είχε γίνει κόλαση, ντροπή φοβερή για τους δικούς της και περίγελος σε ολόκληρη τη Χώρα· έτσι, μπήκε λαθραία σ' ένα πλοίο που μετέφερε κάρβουνο για να πάει στην Αθήνα, όμως την έπιασαν γρήγορα και την κατέβασαν στην Ερμούπολη. Ο καλαθάς την πίστεψε βέβαια αυτή την ιστορία — τι λόγο είχε για το αντίθετο· ήταν ένας αγαθός άνθρωπος κι ούτε στιγμή δεν έβαλε στο νου του σκέψη πονηρή για κείνη. Όμως η γυναίκα του, μια στρίγκλα μέγαιρα, από κείνες που συνήθως παντρεύονται οι αγαθιάρηδες, δεν ήθελε να τη βλέπει στα μάτια της την Αύρα· «πουτάνα» την ανέβαζε, «πουτάνα» την κατέβαζε, κι απαιτούσε από τον άντρα της να τη διώξει αμέσως την ξεφτιλισμένη. Μα ο καλαθάς, παραδόξως, πάτησε πόδι, «ίσαμε που να γεννήσει το παιδί η κοπέλα θα μείνει στο μαγαζί, ο κόσμος να χαλάσει...» είπε και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Εξάλλου η Αύρα δεν του ήταν κι ολότελα άχρηστη· ήξερε να πλέκει όμορφα καλάθια — είχε μάθει την τέχνη απ' τη μάνα της. Κι έτσι, πέρασαν οι μήνες κι η Αύρα έμενε στο καλαθάδικο — εκεί, το παγερό βράδυ των Χριστουγέννων του σαράντα εννιά, γεννήθηκε το μωρό της. Το ξεγέννησε μονάχη της με πόνους φοβερούς και μισολιπόθυμη έκοψε τον ομφάλιο λώρο με το μαχαίρι που έκοβαν τα καλάμια. Ήταν κορίτσι, όπως είχε προείπει η Μπαρμπακούλα, κι είχε στο δεξί του μάγουλο μια μεγάλη κρεατοελιά σαν κολλημένο φύκι. Δεν το βάφτισε ποτέ σε εκκλησία· του 'δωσε όμως το όνομα Δομένικα, το όνομα δηλαδή του άντρα που το 'σπειρε στην κοιλιά της.

 

Όταν το μωρό έγινε σαράντα ημερών, στις αρχές του Φλεβάρη του χίλια εννιακόσια πενήντα, η Αύρα το πήγε μια νύχτα με πανσέληνο στο πηγάδι του Σταυρού, έξω απ' την Ερμούπολη. Κι εκεί, με μακρύ βελόνι, από κείνα που ράβουν τα δέρματα, του κατατρύπησε τα χείλια σταλάζοντας μέσα στο αίμα του δάκρυα νυχτερίδας, γιατί, όπως σου έχω ξαναπεί, αν ματώσεις ζωντανό σώμα με μέταλλο που 'χεις στάξει πάνω του δάκρυ νυχτερίδας, το σώμα αυτό θα υπακούει για πάντα σ' αυτό που θα βάλεις στο νου σου την ώρα που το πληγώνεις, είτε είναι για ζωή είτε για θάνατο. Και στο μυαλό της Αύρας, την ώρα που πλήγωνε τα χείλια της Δομένικας, ήταν κάτι και για ζωή και για θάνατο: για τη ζωή του παιδιού που 'χε γεννήσει και συνάμα για το θάνατο όσων θα το φιλούσαν στο στόμα. Όλον εκείνο τον καιρό που περίμενε να γεννήσει, αλλά και τις μέρες που ακολούθησαν και κρατούσε πια στην αγκαλιά της μια ζωντανή ψυχή σ' ένα τρεμάμενο βρεφικό σώμα —μια ζωή που 'χε κλαπεί απ' τον ίδιο το διάβολο— όλον εκείνο τον καιρό η μάνα της δασκάλας μας δε σκεφτόταν τίποτε άλλο μέρα και νύχτα παρά την κατάρα που 'χε ξεστομίσει για την κόρη της η Μπαρμπακούλα την ώρα που ψυχορραγούσε· το 'ξερε καλά πως η κατάρα μιας μάγισσας που ξεψυχά πιάνει χίλια στα εκατό. Και για να μην πεθάνει η κόρη της μόλις περάσουν χίλιες μέρες από τη μέρα που θα ερωτευόταν έναν άντρα, έπρεπε να πολεμήσει την κατάρα με κατάρα... Καθώς, λοιπόν, δεν μπορούσε να την κάνει να μην ερωτευτεί ποτέ στη ζωή της —τη σάρκα θα τρυπούσε με το σταγμένο βελόνι, δε γινόταν να της τρυπήσει την ψυχή— μόνο μια εκδοχή της απόμενε: όποτε η Δομένικα ερωτευόταν κάποιον, αυτός έπρεπε να πεθαίνει μέσα σε χίλιες παρά μία μέρες, ειδάλλως, θα πέθαινε εκείνη. Κι όσο κι αν το βασάνισε στο μυαλό της, η Αύρα δεν μπόρεσε να βρει καλύτερη λύση απ' αυτή που σκέφτηκε από τις πρώτες στιγμές μόλις άκουσε την κατάρα της Μπαρμπακούλας· γι' αυτό άλλωστε έριξε στον κόρφο της το μπουκαλάκι με τα δάκρυα των νυχτερίδων λίγο πριν καταρρεύσει η οροφή της σπηλιάς: θα στάλαζε το μαγικό δάκρυ στα χείλη της Δομένικας, έχοντας στο μυαλό της αυτό που της φαινότανε ως η μόνη λύση: όποιος κι αν τα φιλούσε αυτά τα χείλη, να σωριαστεί νεκρός ευθύς αμέσως· κι έτσι, η κόρη της δε θα κινδύνευε και τόσο απ' την κατάρα της γριάς, καθώς, όποτε ερωτευόταν κάποιον, θα πέθαινε εκείνος μόλις τη φιλούσε. Και πράγματι, αυτό έγινε εκείνη τη λαμπερή νύχτα του Φεβρουαρίου που η Αύρα φαρμάκωσε τα χείλια του παιδιού της με δάκρυα νυχτερίδας, ψιθυρίζοντας όλη την ώρα που την τρυπούσε ξανά και ξανά την ίδια πρόταση «...όποιος φιλήσει τούτα τα χείλια να φύγει αμέσως η ζωή απ' το σώμα του...», παραβλέποντας βέβαια —μήπως μπορούσε να κάνει κι αλλιώς;— πως, αν αυτό επιτάσσουν οι θάλασσες του αίματος, είναι πιθανό να ερωτευτείς κάποιον δίχως να τον φιλήσεις ποτέ, πως γίνεται να αγαπήσεις κάποιον με τα μάτια ή με τ' αυτιά, ή ακόμα και διαβάζοντας ένα μισοκαμένο γράμμα και να μην τον συναντήσεις καν (κι άμα τύχαινε κάτι τέτοιο στην κόρη της, θα πήγαινε τζάμπα όλο το σχέδιό της, κι η Δομένικα θα πέθαινε ανυποψίαστη χίλιες μέρες μετά το φοβερό σκίρτημα της καρδιάς της)· το παρέβλεψε αυτό η Αύρα λοιπόν ή, αν το συλλογίστηκε, θα το 'διωξε αμέσως απ' το νου της, όπως επίσης παρέβλεψε και το ότι μπορούσε να φιλήσει με τα θανατηφόρα χείλη της κάποιον δίχως να τον έχει ερωτευτεί και να τον αφήσει στον τόπο — όλα αυτά τα παρέβλεψε η Αύρα και φαρμάκωσε τα χείλη του μωρού της... Και μόλις ξημέρωσε, πέταξε το πήλινο μπουκαλάκι μες στο ξεραμένο πηγάδι του Σταυρού, που έλεγαν πως δεν είχε πάτο, μα πήγαινε κατευθείαν ως τη μαύρη φλόγα στο κέντρο της γης.