θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 41ο

 

 

 

 

 

41.

 

Sic mundus creatus est

 

 

 

Η μεγάλη κατολίσθηση της γης που καταπλάκωσε τη σπηλιά της Μπαρμπακούλας άρχισε λίγα λεπτά μετά το φονικό· οι κεραυνοί είχανε ξεριζώσει κάμποσα δέντρα απ' την κορφή του Πύργου και, καθώς έτρεχε το νερό, άρχισε να παρασέρνει τα χώματα από ψηλά και μαζί με αυτά θάμνους, κορμούς δέντρων και πέτρες... Και βέβαια θα θαβόντουσαν μες στη σπηλιά και ο Δομένικος και η Αύρα, αν εκείνη δεν είχε βγει έξω απ' τη σπηλιά ένα λεπτό νωρίτερα — ήθελε να δει αν είχε φανεί το πρωινό αστέρι στο θόλο της νύχτας έπειτα από τη φοβερή καταιγίδα, ή μήπως μετά τα όσα είχαν γίνει δε θα ξημέρωνε ποτέ πια, με αυτή την έγνοια λοιπόν βγήκε έξω κι έξαφνα έπεσαν πάνω της οι πρώτοι ποταμοί της λάσπης, μαζί με θάμνους και κοτρόνια, και την έριξαν κάτω. Μόλις και μετά βίας κατάφερε να σηκωθεί και να χωθεί και πάλι μες στη σπηλιά· τότε με ψυχραιμία θαυμαστή όρμησε στον πάγκο με τα μαγικά υγρά κι έκρυψε στον κόρφο της το πήλινο μπουκαλάκι με τα δάκρυα των νυχτερίδων, έπειτα, κι ενώ απ' την οροφή της σπηλιάς άρχισαν να πέφτουν χώματα, έτρεξε στο κουφάρι της νεκρής, πήρε το μαύρο μαντίλι με το οποίο της είχε σκεπάσει το πρόσωπο ο γιος της κι ύστερα τον άρπαξε απ' το χέρι κι εκείνον. Ο Δομένικος όλη αυτή την ώρα μετά το φονικό είχε πέσει στο πλάι και κοκαλωμένος κοιτούσε στο κενό σαν νεκροζώντανος. Τον άρπαξε απ' το χέρι λοιπόν και στην κυριολεξία με το στανιό τον έσυρε ως έξω — είναι άξιον απορίας πού τη βρήκε τέτοια δύναμη η Αύρα να τον τραβήξει. Μόλις και πρόλαβαν να βγουν απ' την είσοδο της σπηλιάς, όταν κατέρρευσε η οροφή της· η Αύρα κι ο Δομένικος παρασύρθηκαν από το χείμαρρο της λάσπης, μαζί δέντρα, κλαδιά και πέτρες, σε μια τυφλή κατρακύλα που δεν έλεγε να σταματήσει μέχρι που σκοτείνιασαν όλα. Όταν συνήλθε η Αύρα, μισοπεθαμένη μες στις λάσπες κοντά διακόσια μέτρα πιο κάτω απ' τη σπηλιά της μάγισσας, ο ήλιος είχε ανατείλει. Η νέα γυναίκα ένιωσε πως εκείνο το πρωινό ήταν μια ανεξήγητη παρέκκλιση από την αλληλουχία των αιώνων· στη χούφτα της κρατούσε ακόμη το μαύρο μαντίλι της Μπαρμπακούλας. Αμέσως αναζήτησε με τα μάτια το Δομένικο· δε χρειάστηκε να ψάξει πολύ, καθόταν ανακούρκουδα δέκα μέτρα πιο πέρα και την κοιτούσε, το δεξί του χέρι έσφιγγε ακόμη το μαχαίρι του φόνου, προφανώς είχε συνέλθει νωρίτερα, ίσως και να μην είχε λιποθυμήσει καν... Η μέρα ήτανε καθαρή και ηλιόλουστη, χαρά Θεού. Η Αύρα μισοσηκώθηκε κι αναζήτησε με τη ματιά της τη σπηλιά που 'χε ζήσει τόσα χρόνια· δεν τη διέκρινε όμως πουθενά. Όλη η δυτική πλευρά του Πύργου, απ' την κορυφή ίσαμε τους πρόποδες, έμοιαζε με τοπίο της Αποκάλυψης: τα πάντα είχαν σκεπαστεί απ' τη λάσπη, και πότε πότε στην επιφάνεια έβλεπες κορμούς δέντρων αναποδογυρισμένους, με τις ρίζες ψηλά και τα κλαδιά χωμένα κάτω, σαν να 'χε βγάλει η γη τα εντόσθιά της έξω. Εξάλλου όλοι μα όλοι οι σοφοί επέμεναν έτσι φτιάχνεται ο κόσμος: με τον φόνο να εξανθρωπίζει, με το ξεσπλάχνισμα της αγάπης. Η Αύρα ξεφύσηξε ανακουφισμένη· όλα είχαν θαφτεί στην κοιλιά του Πύργου, και το κουφάρι της μάγισσας και τα μαγικά της φίλτρα, τα αναρίθμητα βότανα, πιοτά, μαντζούνια, ξεραμένα φυτά, κόκαλα ζώων, μάτια ανθρώπων, τα κουτιά με τα αδιανόητα μυστικά και τόσα άλλα, και βέβαια το μαύρο σκεπαστό μπισίκι, αυτό προπαντός, όλα είχαν θαφτεί λοιπόν, και το χώμα θα γεννούσε χώμα. Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε προς τον ορίζοντα· σκέφτηκε το παιδί που μεγάλωνε μέσα της κι έπειτα τη φοβερή κατάρα της γριάς, τα δάκρυα των νυχτερίδων στον κόρφο της, το μαύρο μαντίλι που κρατούσε στη χούφτα της· κάποτε γύρισε το κεφάλι της κι είδε απέναντί της όρθιο τον αθώο γαλανομάτη με το ματωμένο μαχαίρι...

 

Όταν ο Δομένικος μίλησε, η φωνή του είχε τσακίσει, οι κόρες των ματιών του είχαν ασπρίσει: «δε μ' αγάπησες ποτέ... ούτε στιγμή...». Η Αύρα πήγε να πει κάτι, μα η γλώσσα της δέθηκε κόμπος και δεν έβγαλε μιλιά· αν μπορούσε να μιλήσει, θα του έλεγε πως ίσως και να τον αγαπούσε, ίσως όχι, πως ποτέ της μέχρι τότε δεν το είχε σκεφτεί, πως ίσως να ένιωθε την αγάπη της γι' αυτόν μόλις καταλάγιαζε κάπως μέσα της ο εφιάλτης της προηγούμενης νύχτας. Όμως δεν του είπε τίποτε απ' όλα αυτά εκείνο το πρωινό, κι εκείνος γύρισε την πλάτη του και, τσαλαβουτώντας μες στη λάσπη, έφυγε προς την ακτή των φιδιών, κρατώντας πάντοτε σφιχτά στη χούφτα του το ματωμένο μαχαίρι. Η Αύρα δεν τον ξανάδε· στα επόμενα χρόνια όμως άκουσε να λέγονται γι' αυτόν πράγματα φοβερά και τρομερά, ότι δηλαδή μια μέρα βγήκε με τη μαύρη βάρκα του στ' ανοιχτά και δε γύρισε ποτέ στη στεριά, πως η καλύβα του ρήμαξε κι αυτός έγινε στοιχειό της θάλασσας, φάντασμα που τα βράδια σεργιανούσε με τη μαύρη βάρκα του από τα Γράμματα ως τη Βαρβαρούσα και το αντίστροφο, κι όποια βάρκα ή καΐκι πετύχαινε σαλτάριζε μέσα και τραγουδούσε στους ψαράδες την αρχή από ένα ολότελα άγνωστο ξένο τραγούδι και τους έβαζε με το στανιό να του πουν τη συνέχεια και, καθώς βέβαια εκείνοι δεν το 'ξεραν, τους έκοβε το κεφάλι μ' ένα μεγάλο δίκοπο μαχαίρι που 'χε κόκκινη λαβή. Για αρκετό καιρό βοούσε ο τόπος, καθώς ψαράδες εξαφανίζονταν κάθε μήνα, κι άλλοι ψαράδες που τους έψαχναν έβρισκαν τις βάρκες τους ξεβρασμένες κάπου στη βόρεια δυτική πλευρά του νησιού και μέσα σ' αυτές ακέφαλα κορμιά που τ' αναγνώριζαν από τα ρούχα. Κάποιος ψαράς που του ξέφυγε πέφτοντας στη θάλασσα, ο μόνος που του γλίτωσε, είπε πως ο μυστηριώδης «φονεύς των ψαράδων», όπως τον αποκαλούσαν τα τοπικά φύλλα, ήτανε ο Δομένικος, ο σημαδεμένος γιος της Μπαρμπακούλας, και βέβαια τότε ήταν που έγινε ο μεγάλος ντόρος, μέχρι και οι αθηναϊκές εφημερίδες έγραψαν γι' αυτό· για τρεις μήνες η ακτοφυλακή έκανε περιπολίες τα βράδια να τον πιάσει, και τα ψαράδικα πήγαιναν προς τα εκεί δεμένα πέντε πέντε, κι όλοι οι ψαράδες ήταν με τα δίκαννα στο χέρι κι είχαν έτοιμους τους δυναμίτες για την περίπτωση που θα τον πετυχαίναν· όλες οι προσπάθειές τους πήγαν στο βρόντο. Στο τέλος η ακτοφυλακή μαζί με την αστυνομία έβγαλαν ανακοίνωση πως τους ψαράδες τούς σκότωνε η μαφία, έμποροι όπλων και ναρκωτικών και τέτοια — δεν μπορούσαν να το παραδεχτούν επίσημα πως ο φριχτός σφαγέας ήτανε ένα φάντασμα. Μα, σαν χαλάρωσαν οι έρευνες, ο βαρκάρης με τη μαύρη βάρκα ξαναχτύπησε: έσφαξε δυο ψαράδες κι ένα ζευγάρι ξένους τουρίστες. Η ακτοφυλακή μίλησε και πάλι για μαφία και απαγόρευσε να πλέει οποιοδήποτε σκάφος βόρεια και δυτικά της Σύρου. Μα για πολλά χρόνια ακούγονταν ιστορίες για το μυστηριώδη βαρκάρη που όποιος ξεχνιόταν και πήγαινε με το καΐκι του προς τα νερά τού 'παιρνε το κεφάλι — τα φαντάσματα κρατούν μαχαίρια που δε στομώνουν.