θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 40ο

 

 

 

 

 

40.

 

Όσοι πιστεύουν στον πονηρό του κεφαλαίου 32,

να φορέσουν τώρα τα φυλαχτά τους

 

 

 

Ο Δομένικος σκότωσε τη μάνα του την ώρα που εκείνη κοιμόταν τη νύχτα της τελευταίας Παρασκευής του Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά· το όπλο του φόνου ήτανε βέβαια το δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή. Με αυτό τής κατάφερε δεκατρείς μαχαιριές στην καρδιά κι έπειτα της έκοψε το λαιμό για να πάψει το φριχτό γέλιο της που ανακατευόταν με το ρόγχο του θανάτου. Το πιο παράξενο ήτανε πως η Μπαρμπακούλα, εκείνη που μπορούσε να προβλέψει το κρώξιμο ενός πουλιού ή το σύρσιμο μιας σαύρας μέσα στα σκίνα, δεν μπόρεσε να προβλέψει το τέλος της, μήτε που υποψιάστηκε για μια στιγμή αυτά που της ετοίμαζαν η μαθήτριά της και ο γιος της. Να σκεφτείς, τη μέρα που η Αύρα πήγε στην ακτή των φιδιών για να υποβάλει στο Δομένικο την ιδέα να κάνει το φονικό κι έπειτα γύρισε στη σπηλιά, η μάγισσα, που την περίμενε αναστατωμένη, καθώς η νέα έλειπε κοντά δώδεκα ώρες, έχαψε την αφελή δικαιολογία πως τάχα η Αύρα ένιωσε πόνο στην κοιλιά και κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου να ξαποστάσει κι εκεί την πήρε ο ύπνος· ναι, αυτό της είπε της Μπαρμπακούλας κι η φοβερή μάγισσα το πίστεψε, αυτή που μέχρι και γλώσσα ξύλινου εσταυρωμένου Ιησού είχε κόψει σαν ήτανε μικρό κορίτσι δαγκώνοντάς την (την είχε δείξει κάποτε στην Αύρα, φυλαγμένη σε μοβ βερνικωμένο κουτί, κι η μητέρα της δασκάλας μας δεν τόλμησε να ρωτήσει το πώς κατάφερε τον ξύλινο Εσταυρωμένο να ανοίξει το στόμα του...). Και στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ως τη βραδιά της δολοφονίας της και πάλι τίποτε δεν υποψιάστηκε. Κάθε μέρα τις δύο τελευταίες βδομάδες οι νυχτερίδες ερχόντουσαν μες στο καταμεσήμερο και πετούσαν πάνω από τα κεφάλια της, κι αυτή έβρισκε την εξήγηση που τη βόλευε· έλεγε πως πρόσταγμα του κυρίου τους καλούσε όλες τις υποχθόνιες δυνάμεις που ζουν μόνο τη νύχτα να ετοιμαστούν για την αιώνια βασιλεία του διαβόλου — αυτό έλεγε και διόλου δεν καταλάβαινε πως οι νυχτερίδες τής έστελναν μήνυμα για τον κίνδυνο που διέτρεχε. Η Αύρα συχνά συλλογιόταν πως η μάγισσα τα είχε καταλάβει όλα απ' την αρχή κι απλά καμωνόταν την ανυποψίαστη, ποιος ξέρει γιατί· ωστόσο το 'χε πάρει απόφαση να πάει τα πράγματα ως το τέλος κι ό,τι γίνει... Την παραμονή της τελευταίας Παρασκευής, ήταν απόγευμα της Πέμπτης και φύσαγε ο άνεμος σαν λυσσασμένος, η Αύρα πήγε στην ακτή των φιδιών και είπε του Δομένικου να ανέβει τη νύχτα της επομένης, δυο ώρες πριν απ' το ξημέρωμα του Σαββάτου, στη σπηλιά που εγκατέλειψε πριν από είκοσι τρία χρόνια· η γριά θα κοιμόταν, κι εκείνη θα του 'χε ετοιμασμένο το μαχαίρι... Ο βαρκάρης δεν της μίλησε καθόλου, μόνο καθάριζε τα φύκια από τα δίχτυα του ανέκφραστος και την άκουγε· όταν η Αύρα, τέλειωσε και πριν προφτάσει να κάνει μεταβολή για να φύγει, τη ρώτησε με εξασθενημένη μα πυρετική φωνή: «μ' αγαπάς;». Η μάνα της δασκάλας μας κοντοστάθηκε για λίγο, «μπορεί και να σ' αγαπώ...» του είπε· κατόπιν έσκυψε, του φίλησε τα μαλλιά κι έφυγε με γοργό βήμα.

 

Θα το 'λεγε κανείς ειρωνεία της τύχης, ίσως, πάλι, και να 'ταν σύμπτωση επιβεβλημένη απ' τον ακατανόητο κανόνα του κόσμου, όμως —όπου και να οφειλόταν— το γεγονός παραμένει το ίδιο: το τελευταίο βράδυ, λίγες μόλις ώρες προτού γίνει το φονικό που σχεδίασε η Αύρα, η Μπαρμπακούλα για πρώτη φορά τής μίλησε με αγάπη... Ο ήλιος είχε πέσει από ώρα, κι η μάγισσα μες στο σκοτάδι τής άλειψε με λάδι τη φουσκωμένη της κοιλιά· η Αύρα προσπάθησε να σκεφτεί κάτι ολότελα άσχετο με όσα ήτανε να γίνουν, από φόβο μήπως οι χτύποι της καρδιάς της την προδώσουν την ύστατη ώρα, όσο κι αν προσπάθησε όμως να βυθιστεί σε αναμνήσεις των παιδικών της χρόνων, δεν το κατάφερε, έβλεπε με τη φαντασία της τους γονείς της καθισμένους πλάι πλάι, μα δεν είχαν την έκφραση που εκείνη θυμόταν — ο πατέρας της δεν είχε τα κόκκινα μάγουλα, το ξεχειλωμένο απ' το κρασί χαμόγελο και τα μάτια δε λάμπανε τόσο παράξενα μες στη θολούρα τους, ούτε η μητέρα είχε πια την καρτερική μορφή που, σαν κοιτούσε το πονεμένο γόνατο με το γερό της μάτι, ένιωθες τον πόνο να περνά, όχι, τα πρόσωπά τους είχαν στεγνώσει, το βλέμμα σκοτεινιασμένο —μια άφατη πίκρα— και οι παλάμες τους βουτηγμένες στο αίμα, ενώ μεγάλα δίκοπα μαχαίρια κρέμονταν με κλωστές πάνω απ' τα κεφάλια τους. Κι όπως είχε κλειστά τα μάτια της κι έβλεπε τα όσα έβλεπε, ένιωσε ξάφνου δύο χείλη να τη φιλούν στο στόμα· άνοιξε τα μάτια κι είδε τη σκιά της Μπαρμπακούλας. Η γριά μάγισσα της χαμογελούσε —έτσι της φάνηκε τουλάχιστον μες στο σκοτάδι— όπως δεν το 'χε κάνει ποτέ άλλοτε, της χάιδεψε το μάγουλο με τα ξερακιανά της δάχτυλα και της είπε με φωνή συγκινημένη: «είμαι στ' αλήθεια περήφανη που σε 'χω κόρη...». Η Αύρα έμεινε σιωπηλή· ένιωθε χαμένη σ' ένα σαρκοφάγο σκοτάδι που δε θέλεις μήτε να ξέρεις μήτε να σκέφτεσαι. Τότε η μάγισσα τραγούδησε ένα παράξενο τραγούδι (μου το τραγούδησε και μένα η κυρία Δομένικα τέσσερις μήνες υστερότερα από κείνη τη διήγησή της, ήταν, αλίμονο, το ίδιο τραγούδι που τραγουδούσαν οι απελπισμένοι λεπροί της Κουπέλας): «Se il mio nome saper voi bramate...».

 

Την ίδια νύχτα εκείνης της Παρασκευής, δυο ώρες προτού ξημερώσει το Σάββατο, ο Δομένικος έφτασε στη σπηλιά. Η Αύρα τον περίμενε ξάγρυπνη, η Μπαρμπακούλα είχε πέσει από ώρα για ύπνο, κι αυτό γινόταν για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που ζούσαν μαζί. Βλέπεις, απ' τα μεσάνυχτα, είχε αρχίσει μια φοβερή καταιγίδα, σωστός κατακλυσμός, κι όποτε άνοιγαν οι ουρανοί, η γριά καθόταν και τους άκουγε εκστασιασμένη όλη τη νύχτα, γιατί έλεγε πως για κάθε κεραυνό που πέφτει στη γη γεννιέται κι ένα δαιμονικό τέρας μεταμορφωμένο σε πρόβατο που θα υπηρετεί το σατανά μέχρι το τέλος· κι όμως, εκείνη την Παρασκευή κοιμήθηκε κοντά τέσσερις ώρες πριν απ' το ξημέρωμα, κι ας σειόταν η γη από τους κεραυνούς, κι ας έσκιζαν το σκοτάδι οι φοβερές αστραπές. Η Αύρα, όταν βεβαιώθηκε πως η Μπαρμπακούλα πράγματι κοιμόταν, σηκώθηκε, πήρε το δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή κι έσταξε και στις δύο του κόψεις τα δάκρυα των νυχτερίδων, έπειτα πήρε στο χέρι της το καλό μαύρο μαντίλι της γριάς και περίμενε στην είσοδο της σπηλιάς. Ο Δομένικος έφτασε μούσκεμα απ' την καταιγίδα που δυνάμωνε ολοένα, τα ρούχα του γεμάτα λάσπες, τα χέρια του γδαρμένα και ματωμένα — ποιος ξέρει πόσες φορές είχε γλιστρήσει στα γκρεμοτσακίσματα του Πύργου κι είχε πιαστεί απ' τα αγκαθερά σκίνα την τελευταία στιγμή. Μες στο σκοτάδι δε φαινόταν διόλου το πρόσωπό του, καθώς είχε δέκα λεπτά που οι αστραπές είχανε πάψει — για λίγο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων. Μόλις πλησίασε πλάι της, και μ' όλο που ήτανε πάρα πολύ λαχανιασμένος, η Αύρα τού 'δωσε στο δεξί χέρι το μαχαίρι και στο αριστερό το μαύρο μαντίλι, «ρίξε το μαντίλι στο πρόσωπό της και χτύπα τρεις φορές στην καρδιά, επιθυμώντας μονάχα το θάνατό της και τίποτε άλλο, κι έπειτα κόψ' της το λαρύγγι...» του ψιθύρισε. Μια τρελή λάμψη φάνηκε στα μάτια του βαρκάρη και, χωρίς διόλου να νοιαστεί για να μιλήσει χαμηλόφωνα, της είπε ξερά: «πρέπει να ξέρω αν μ' αγαπάς...». Η Αύρα, σαν άκουσε τα λόγια του, πλησίασε στο πρόσωπό του, σχεδόν άγγιξε το μάγουλό του με τα χείλη της και του ψιθύρισε αντί για απάντηση τούτα τα λόγια, τονίζοντας τις κουβέντες της μία μία: «κοίτα να της κόψεις γοργά το λαρύγγι, να μην προφτάσει να ξεστομίσει τίποτε...». Τότε ο Δομένικος μούγκρισε κάτι ακατανόητο μες στα δόντια του, έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα και, παραμερίζοντας με το μπράτσο του τη νέα γυναίκα, προχώρησε στο βάθος της σπηλιάς. Όταν ο βαρκάρης έφτασε πάνω απ' τη μάνα του, που κοιμόταν ανάσκελα, γονάτισε πλάι της και με το αριστερό του χέρι σκέπασε το πρόσωπό της με το μαύρο μαντίλι — η Μπαρμπακούλα δεν ξύπνησε με την αφή του μαντιλιού. Ταυτόχρονα ο γιος της πίεσε το μαντίλι με την αριστερή παλάμη του στο πρόσωπο της γριάς, για να μη δει τα μάτια της μάνας του την ώρα που τη σκότωνε, και σήκωσε το τρεμάμενο δεξί του χέρι με το δίκοπο μαχαίρι· αμέσως το κατέβασε μ' όλη του τη δύναμη στην καρδιά της και το αίμα της τινάχτηκε σαν σιντριβάνι επάνω του, στο πρόσωπό του, στο στήθος του, ενώ την ίδια στιγμή σείστηκε η γη, κάποιος κεραυνός φαίνεται είχε πέσει πολύ κοντά. Ούρλιαξε φοβερά τότε η Μπαρμπακούλα και σπαρτάρισε πάνω στην κουβέρτα της· ο Δομένικος την κάρφωσε για δεύτερη φορά, έπειτα για τρίτη, τα ουρλιάγματα δυνάμωναν συνεχώς και η γη σειότανε όλο και περισσότερο απ' τους κεραυνούς... Κι ο βαρκάρης, λησμονώντας ολότελα τα όσα του είχε πει η Αύρα, συνέχισε μανιασμένος να μαχαιρώνει τη μάγισσα στο μέρος της καρδιάς με απερίγραπτη λύσσα· και σε κάθε μαχαιριά η σπηλιά φωτιζόταν σαν μέρα από τη λάμψη των αστραπών. Στο έβδομο χτύπημα το ουρλιαχτό της μάγισσας σχημάτισε μια λέξη: «σκύλα»· ήτανε φως φανάρι πως η Μπαρμπακούλα νόμισε πως την έσφαζε η Αύρα... Στην επόμενη μαχαιριά, αντί για ουρλιαχτό, η μάγισσα άρχισε ένα υπόκωφο παραλήρημα λέξεων που ανακατεύονταν με τον επιθανάτιο ρόγχο: «...σ' είχα για κόρη μου, σκύλα, κι εσύ με πρόδωσες... κατάρα σε σένανε, οχιά... χαμόγελο να μην ανθίσει ξανά στα χείλη σου... και στο εξής να μη νιώσεις πεθυμιά για σερνικό... κατάρα και στο παιδί που θα γεννήσεις... να 'ναι κορίτσι... να μη χαρεί ποτέ της σμίξιμο με άντρα... ρώγες που θηλάζονται να μην έχει στο στήθος της... κι όποιον ερωτευτεί να τον δει να πεθαίνει μέσα σε χίλιες παρά μία μέρες... κι άμα τύχει κι αυτός να γλιτώσει, τότε εκείνη να μη δει το ξημέρωμα της χιλιοστής...»· αυτά καταριότανε μέσα στο ρόγχο της η Μπαρμπακούλα, κι ο γιος της ανεβοκατέβαζε το μαχαίρι ξανά και ξανά, μα οι κατάρες της γριάς δε σταματούσαν, μια μάγισσα σαν εκείνη δεν μπορούσες να τη σκοτώσεις έτσι εύκολα... Τότε, κι ενώ ο βαρκάρης είχε χτυπήσει πάνω από δέκα φορές, η Αύρα, που άκουγε έντρομη τα λόγια της Μπαρμπακούλας, έβγαλε μια φοβερή κραυγή: «το λαρύγγι... κόψ' της επιτέλους το λαρύγγι...». Έμεινε ακίνητος τότε ο Δομένικος για μια στιγμή, σαν να 'χε ξυπνήσει από βαρύ όνειρο, και, καθώς χαλάρωσε μια ιδέα το αριστερό του χέρι που κρατούσε σφιχτά το πρόσωπό της, η γριά με ένα τίναγμα του κεφαλιού της ελευθερώθηκε απ' το μαύρο μαντίλι· τότε μια ακόμη αστραπή έσκισε το σκοτάδι και για μια ελάχιστη στιγμή η Μπαρμπακούλα είδε το πρόσωπο του φονιά της... Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής και η Αύρα ένιωσε το ίδιο αλλόκοτο μούδιασμα που ένιωθε όταν η γριά μάγισσα την έλουζε και τη χτένιζε. Κι έπειτα ακούστηκε ένα φριχτό γέλιο, ένα στριγκό, απόκοσμο κακάρισμα που τρυπούσε την ψυχή σαν να 'κοβε κανείς γυαλί με το μαχαίρι, ένας αιώνιος εφιάλτης, ναι, αυτό ήταν, η Μπαρμπακούλα ψυχορραγούσε, κι όμως γελούσε, γελούσε όπως δε γέλασε ποτέ άνθρωπος· μόλις είχε δει το πρόσωπο αυτού που την έσφαζε, ήταν ο γιος της, το γέννημα της δικής της κοιλιάς, και το μαχαίρι που τη σκότωνε ήταν το ίδιο που του 'χε κόψει τον ομφάλιο λώρο, ίσως σε κείνο το σκοτεινό δευτερόλεπτο σκέφτηκε πως ο κύριός της ανταμείβει έτσι την τόση της αφοσίωση κι ένιωσε να κατακλύζεται από μια απερίγραπτη ευτυχία, ναι, ευτυχία, ζούσε το ακρότατο όριο, εκεί όπου η ζωή επιτέλους κατακτιέται ολοκληρωτικά απ' το σκοτάδι, άρα ήταν επόμενο να γελάσει όπως γέλασε, γιορτάζοντας τον απόλυτο θρίαμβο της αλήθειας με όλη τη δύναμη της ψυχής της που 'βγαινε απ' το σώμα. Κι όση ώρα γελούσε, έπαψε κάθε άλλος ήχος κι όλα γέμισαν με το φριχτό γέλιο της μαχαιρωμένης μάγισσας — ίσως να ήταν εκείνη που γελούσε έτσι, ίσως ο κύριός της, ίσως κι οι δυο μαζί. Η Αύρα έπεσε κάτω κι άρχισε να χτυπιέται καταγής, το γέλιο της γριάς ήταν σαν να της έμπηγαν χίλια σπαθιά μες στο μυαλό της... Έξαφνα όλα σταμάτησαν μεμιάς, το γέλιο της γριάς, η καταιγίδα, οι αστραπές· μες στο σκοτάδι ακούγονταν μονάχα τα ρυάκια της βροχής που κυλούσαν ασυγκράτητα στην πλαγιά του Πύργου. Η Αύρα, αφού συνήλθε κάπως, σηκώθηκε κι άναψε ένα κερί· στο λιγοστό φως διέκρινε το Δομένικο να έχει πέσει στο πλάι, στη χούφτα του κρατούσε ματωμένο το μαχαίρι με την κόκκινη λαβή· έστω και καθυστερημένα, είχε κάνει αυτό που τον είχε δασκαλέψει εκείνη, είχε κόψει το λαιμό της μάνας του πέρα για πέρα...