θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 39ο

 

 

 

 

 

39.

 

Haec est totius fortitudinis fortitudo fortis

 

 

 

Εκείνο το ίδιο βράδυ η Αύρα συνέλαβε το σχέδιο να βάλει το Δομένικο να σφάξει τη μάνα του. Ήταν ένα σχέδιο ενάντια στο σχέδιο της Μπαρμπακούλας ή όποιου άλλου, μια μαχαιριά που θα την ανταπέδιδες προτού τη δεχτείς. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν η Αύρα τα διηγήθηκε όλα αυτά στη Δομένικα, της είπε με ειλικρίνεια πως δεν ήταν το παιδί που μεγάλωνε μες στην κοιλιά της αυτό που ξύπνησε το ένστικτο της μάνας και θέλησε να το σώσει προκαλώντας το φονικό· αλήθεια, μέχρι τη νύχτα που έγινε ό,τι έγινε, η Αύρα δε σκέφτηκε καθόλου το μωρό που θα γεννιόταν. Ήταν που μια αλλόκοτη δύναμη, που σπίθισε απρόσμενα μέσα της και φούντωσε μεμιάς, την οδηγούσε να ματαιώσει τα πάντα· το φύκι που κόλλησε στο μάγουλό της και δεν ξεκολλούσε παρά μόνο με μαχαίρι βουτηγμένο σε δάκρυα νυχτερίδας ήταν σαν μια αστραπή που φώτισε για μια στιγμή το σκοτάδι· ό,τι γίνεται δε γίνεται μάταια, το 'λεγε και η γριά μάγισσα, οι νυχτερίδες δεν έκλαιγαν μάταια, τα μαχαίρια δε φτιάχτηκαν μάταια, το κύμα δε σηκώνεται μάταια, αν η Μπαρμπακούλα έβαζε το βρέφος στο μαύρο σκεπαστό μπισίκι σε τρεις μέρες, ο σατανάς θα 'χε αποκτήσει το σώμα που γύρευε, και όλα, μα όλα πια, θα γίνονταν χωρίς κανείς και τίποτε να μπορεί να τα εμποδίσει· κι αυτό ακριβώς σκέφτηκε πως έπρεπε να ματαιώσει η Αύρα: την οριστική λύση που μέχρι εκείνη τη μέρα αποζητούσε κι η ίδια με τόσο πάθος — όχι γιατί θα ήταν έργο του πονηρού, μα γιατί ένιωσε ξαφνικά πως δεν ήταν τελικά έτοιμη για κάτι το τόσο οριστικό, ναι, αυτή που ηδονιζόταν αφάνταστα με την ιδέα του θανάτου ένιωσε πως ένας κόσμος με οριστική αγάπη, με οριστικό μίσος, με οριστική θλίψη, με οριστική μελαγχολία, με οριστική ευτυχία και οριστικά ηλιοβασιλέματα ίσως να μην αντέχεται — μη φανταστείς πως το 'κανε για τους άλλους, δεν ήξερε ποιο θα 'τανε εντέλει το καλό και ποιο το κακό, το 'κανε γιατί απλά ήθελε να 'χει τα χέρια της καθαρά, ό,τι και να γινόταν δηλαδή, θα μπορούσε να πει κανείς πως το 'κανε από εγωισμό, ή και από δειλία ακόμη, για να αποτρέψει έναν οριστικό κόσμο που θα οφειλόταν στο γέννημα της κοιλιάς της και για τον οποίο θα είχε την οριστική ευθύνη, έναν κόσμο όπου τα φύκια δε θα κολλούσαν στο μάγουλό σου κι ο αέρας δε θα σήκωνε ποτέ κύμα στη θάλασσα. Αυτά περίπου σκέφτηκε η Αύρα κι αποφάσισε να βάλει το Δομένικο να σκοτώσει τη μάγισσα. Να το κάνει η ίδια την ώρα του ύπνου της ήταν αδύνατο, δεν μπορούσε καν να φανταστεί τον εαυτό της να μαχαιρώνει την Μπαρμπακούλα. Η γριά είχε τόσο έντονη επίδραση επάνω της, που ένιωθε πως, αν σήκωνε το χέρι της επάνω σε κείνη, θα κοκάλωνε σ' αυτή τη στάση και θα έμενε αιωνίως απολιθωμένη... Κατέστρωσε λοιπόν το σχέδιό της: έπρεπε πρώτα απ' όλα να πείσει το Δομένικο να το κάνει, να βυθίσει το δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή στην καρδιά της μάνας του, ακριβώς κάτω από το ίδιο βυζί που τον βύζαξε — αυτό ήταν και το δυσκολότερο, λένε πως αν γίνεις μητροκτόνος είναι σαν να σκοτώνεις τον εαυτό σου χίλιες φορές και σε περιμένει μια φριχτή τιμωρία, καθώς όταν πεθάνεις θα επανέρθει και θα επαναλαμβάνεται μέχρι Δευτέρας Παρουσίας η στιγμή του φόνου, εκείνο το δευτερόλεπτο της απόλυτης φρίκης. Όλα τ' άλλα θα 'τανε δουλειά της Αύρας· αυτή θα διάλεγε τη νύχτα, μάλλον θα 'τανε Παρασκευή που η Μπαρμπακούλα λαγοκοιμόταν για μισή ώρα λίγο πριν απ' το ξημέρωμα: θα 'σταζε στο δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή δάκρυα νυχτερίδων (η Μπαρμπακούλα το 'χε πει πως, αν ματώσεις ζωντανό σώμα με μέταλλο που θα 'χεις στάξει πάνω του δάκρυ νυχτερίδας, θα εκπληρωθεί πάνω στο σώμα αυτό ό,τι κι αν βάλεις στο νου σου την ώρα που πληγώνεις τη σάρκα — είτε για ζωή είτε για θάνατο) και θα του το 'βαζε στο χέρι, θα τον οδηγούσε μπροστά στην κοιμισμένη μάνα του, θα του 'δινε το μαύρο μαντίλι για να σκεπάσει της γριάς το πρόσωπο, να μη συναντηθούν οι ματιές τους την ώρα του φόνου. Εκείνος μόνο θα σκέπαζε τη μορφή της μάνας του και θα κατέβαζε το μαχαίρι...

 

Μια βδομάδα μετά από εκείνη τη βραδιά που αποφάσισε τα όσα αποφάσισε, ένα μεσημέρι που η Μπαρμπακούλα είχε πάει να μαζέψει ρίζες, η Αύρα κατέβηκε στην ακτή των φιδιών να βρει το Δομένικο. Τον περίμενε για αρκετές ώρες ίσαμε το απόγευμα που φάνηκε η βάρκα του στην ακτή· ο βαρκάρης σαν την είδε αναστατώθηκε, πήδησε απ' τη βάρκα, την έδεσε βιαστικά σ' έναν πάσσαλο μπηγμένο στην άμμο και κάθισε κάτω απέναντί της. Για ώρα κοιτάχτηκαν στα μάτια χωρίς να πουν τίποτε. Κάποτε ο Δομένικος έβαλε το χέρι πάνω στη φουσκωμένη κοιλιά της και τη ρώτησε «πότε;». Εκείνη του απάντησε «ποτέ»· τα μάτια του άντρα σκοτείνιασαν, σαν κάτι να κατάλαβε· η Αύρα τότε του 'πιασε το χέρι, «θέλει να μας σκοτώσει...» είπε τονίζοντας μία μία της συλλαβές της, «έχει τάξει το παιδί μας στο διάβολο...». Ο βαρκάρης τότε πετάχτηκε όρθιος κι έβγαλε ένα φοβερό ουρλιαχτό· έπειτα έπεσε με το πρόσωπο στην άμμο και αφέθηκε σ' ένα βουβό αναφιλητό, μπήγοντας τα χέρια του μέχρι τους αγκώνες στην άμμο. Η Αύρα πήγε πλάι του και του χάιδεψε τα μαλλιά· κάποτε κόπασε το αναφιλητό του, γύρισε και την κοίταξε, το πρόσωπό του ήταν γεμάτο αμμούδες, τα μάτια του μοιάζανε άδεια, σαν να 'χε φύγει όλη η ψυχή από μέσα του· μιλούσε για τον εαυτό του σαν να 'χε ζήσει αιώνες πριν: «με γέννησε με τούτο το σκοπό· όταν ήμουν παιδί, μου 'βαζε να τρώω βρασμένα κρίνα· σαν έγινα έντεκα, έριξε ένα διάφανο υγρό στο μαχαίρι της και μου σημάδεψε το πρόσωπο. Κανείς δεν μπορεί να την εμποδίσει πια...». Η Αύρα τότε χρησιμοποίησε το ύστατο μέσο· «θέλει να σκοτώσει κι εμένα...» του είπε χαμηλόφωνα. Ο Δομένικος ανασηκώθηκε στα γόνατα και την κοίταξε κεραυνοβολημένος· τα μάτια του πήραν και πάλι ζωή, τα γέμισε ένα ρίγος απερίγραπτου τρόμου, «...κι εσένα;» κατάφερε κάποτε να ρωτήσει ψελλίζοντας κι άγγιξε το μάγουλό της. Εκείνη του 'γνεψε με το κεφάλι καταφατικά: ναι, κι εμένα... Για αρκετά λεπτά έμειναν ο ένας να κοιτά τον άλλον κατάματα — είναι φορές που μες στη σιωπή τα μάτια μπορούν να πουν αυτό που το στόμα αδυνατεί· η απόφαση του αθώου γαλανομάτη γεννήθηκε σε αυτή τη σιωπή... Όταν πια ο Δομένικος άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει, ήταν μονάχα για μια ξερή ερώτηση: «πότε και πώς;». Τότε η Αύρα σήκωσε το δείκτη του δεξιού χεριού της και άγγιξε τη χαρακιά στο πρόσωπό του, σέρνοντας το δάχτυλό της απ' τη μια άκρη ως την άλλη.