θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 38ο

 

 

 

 

 

38.

 

Virtus eius integra est si versa fuerit in terram

 

 

 

Ήταν Φεβρουάριος του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, όταν μια βραδιά η Μπαρμπακούλα, λίγο μετά τη δύση του ηλίου, κάθισε απέναντί της και της είπε με ήρεμη φωνή «θέλω να σου μιλήσω, κόρη μου...» — για πρώτη φορά την αποκαλούσε έτσι. Ένα γλυκό μούδιασμα κυρίεψε το κορμί της Αύρας, «σ' ακούω μητέρα...» της είπε· και τότε άρχισε να μιλά η Μπαρμπακούλα, μα δεν είπε αυτό ακριβώς που περίμενε η Αύρα· πράγματι, έπρεπε να κάνει μια προσφορά στο σατανά, όχι όμως να πεθάνει, το αντίθετο... Η μάγισσα άρχισε να της μιλά για το μαύρο σκεπαστό μπισίκι, κι όσο έλεγε την ιστορία του, την πήρε απ' το χέρι, κι αφού τράβηξε μια μαύρη κουρτίνα, της το έδειξε: ήτανε μια ξύλινη κούνια για νεογέννητο μωρό, που όμως, αντίθετα μ' όλες τις άλλες, έκλεινε από πάνω με ένα δίδυμο κομμάτι σαν κασελάκι· μα το επάνω μέρος της κούνιας είχε στην κοιλιά του τρεις ατσαλένιες λάμες μαχαιριών που θα τρυπούσαν πέρα για πέρα όποιο βρεφικό σώμα βρισκόταν μέσα στην κούνια· δηλαδή το μαύρο σκεπαστό μπισίκι ήταν μια μηχανή φριχτού θανάτου... Η Μπαρμπακούλα το έκρυβε στη σπηλιά της για περισσότερα από πενήντα χρόνια, καθώς το είχε φέρει από τις μαύρες χώρες του Ισημερινού· κι είπε της Αύρας η Μπαρμπακούλα πως εκείνο το μαύρο μπισίκι είναι το σκεύος του λυτρωμού. Για χρόνια έριχνε μέσα εκεί κόκαλα νυχτερίδας, δόντια ποντικιού, γένια και νύχια από πεθαμένους, φύλλα τσουκνίδας, κομμάτια από μαύρο κερί κι άλλα τέτοια, καθώς περίμενε, όπως έλεγε, να φανούν τα σημάδια για τον ερχομό του κυρίου της· και βέβαια, ο κύριός της ήταν ο σατανάς, ο άρχοντας του σκότους, που γύρευε να πάψει πια να είναι άυλο πνεύμα κι από αγέρας παγερός να γίνει ζεστή σάρκα για να κυριαρχήσει στον κόσμο. Μα, για να γίνει αυτό, έπρεπε, σύμφωνα με προφητείες χιλιετιών, να μπει μέσα σ' ένα αθώο νεογέννητο βρέφος, γεννημένο από σπέρμα αθώου γαλανομάτη στη μήτρα γυναίκας που θα 'χε ελιά στη μέση του λαιμού και μαύρα μάτια δίχως άσπρη κουκκίδα στο κέντρο της κόρης· τέτοια γυναίκα ήταν η Αύρα και γι' αυτό η Μπαρμπακούλα την πήρε μαζί της στη σπηλιά πριν από εφτά χρόνια: για να γεννήσει αυτό το αθώο βρέφος... Κι αμέσως μόλις γεννιόταν και προτού του κόψει τον ομφάλιο λώρο, θα το 'κλεινε μέσα στο μαύρο σκεπαστό μπισίκι· κι έπειτα θα του 'κοβε και το λώρο που θα το συγκρατούσε με τη μάνα του. Σε τρεις μέρες η Μπαρμπακούλα θα άνοιγε το μπισίκι και στο αθώο βρέφος θα είχε ενσαρκωθεί ο σατανάς· γιατί το διαβολικό στίγμα θα περνούσε μέσα του από τις κόψεις των ατσαλένιων μαχαιριών του μπισικιού. Με αυτόν τον τρόπο ο σατανάς θα είχε πια δικό του σώμα και θα βασίλευε επιτέλους στον κόσμο...

 

Η Αύρα όλα αυτά τα άκουσε χωρίς να καταλαβαίνει· περίμενε την αναγγελία ενός θανάτου που θα τη γαλήνευε μια και καλή κι άκουσε ένα σχέδιο για την κατάκτηση του κόσμου. Ποτέ της δεν είχε σκεφτεί αυτά τα πράγματα, για εκείνη ο κόσμος ήταν κάτι που από παιδί τής δημιουργούσε αποστροφή, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάποιος να ήθελε να τον κατακτήσει, αυτήν την ενδιέφερε μονάχα ό,τι ένιωθε πως την οδηγούσε στο απόλυτο κι οριστικό άκρο, όπως το ηδονικό ρίγος του θανάτου που μουδιάζει τα μάγουλα... Έτσι, αντιμετώπισε τα όσα έλεγε η Μπαρμπακούλα ολότελα παθητικά, μόνο την ώρα που η γριά μίλησε για τον κύριό της σκέφτηκε πώς γίνεται κανείς να 'ναι ελεύθερος και να 'χει κύριο, μα η μάγισσα διέκοψε την κουβέντα της, λες κι είχε διαβάσει τη σκέψη της Αύρας, και είπε στυλώνοντας τα μάτια της, «ο κύριός μου είναι η ελευθερία μου...»· και κατόπιν συνέχισε την περιγραφή του σχεδίου της... Κι όταν η Μπαρμπακούλα τέλειωσε, η Αύρα είπε απλώς αυτό που έλεγε πάντοτε σε κάθε πρόσταγμά της: «θα γίνει, μητέρα...». Ούτε στιγμή δε νοιάστηκε για όσα η ίδια έπρεπε να κάνει· θα ήταν για εκείνη μια ακόμη αγγαρεία από αυτές που έκανε καθημερινά για την Μπαρμπακούλα, όπως το κουβάλημα του νερού, το πλύσιμο των μαύρων σεντονιών ή το βράσιμο των ανθών της χαράδρας στο μεγάλο καζάνι.

 

Ωστόσο απ' την επόμενη μέρα η γριά απαγόρευσε στην Αύρα να κάνει στο εξής οποιαδήποτε δουλειά. Της έφερνε κάθε μέρα τροφή ειδικά για κείνη, μέλι και γάλα προβάτου, τα βράδια τής έδινε να πιει διάφορα υγρά και όταν κοιμόταν σήκωνε το μαύρο σεντόνι κι άφηνε πάνω στα κλειστά της βλέφαρα αράχνες, μάλλον από εκείνες τις κόκκινες που τις φύλαγε σ' ένα παράξενο δοχείο. Και βέβαια κάτι ήξερε που τα 'κανε όλα αυτά η Μπαρμπακούλα· σε λίγες μόλις μέρες το σώμα της Αύρας άνθισε για δεύτερη φορά, τα μάγουλά της κοκκίνισαν, τα στήθια της φούσκωσαν, η σάρκα της πήρε το χρώμα του ωριμασμένου σταριού και την αφή του χνουδωτού γιαρμά· τώρα πλέον λουζότανε κάθε μέρα, κι έπειτα —αλίμονο— η μάγισσα της χτένιζε τα μαλλιά... Κι όσο περνούσανε οι μέρες, άρχισε σιγά σιγά να ξυπνάει απαιτητική μέσα της η γυναικεία της φύση, αυτή που τόσα χρόνια ήτανε ναρκωμένη, σαν μια φλογίτσα που βρήκε ξερά πεύκα τον Ιούλιο μήνα και φούντωσε· επόμενο ήταν λοιπόν να αρχίσει να συλλογιέται ξανά και ξανά τα όσα η ίδια θα έκανε, και απ' όλα πιο πολύ εκείνον τον αθώο γαλανομάτη με τον οποίο θα 'σμιγε για να γεννήσει το σκήνωμα του διαβόλου — πότε θα γινότανε αυτό το σμίξιμο και πού δεν τολμούσε να ρωτήσει, κι άραγε αυτός θα 'τανε πλάσμα των δυνάμεων του σκότους ή άνθρωπος γεννημένος από κοιλιά γυναίκας· αυτά σκεφτόταν κι ένιωθε τα σωθικά της να μουδιάζουν... Και τα βράδια άκουγε την Μπαρμπακούλα να της μιλά με τις ώρες για το υποχθόνιο σχέδιό της, για την αγάπη, για την ελευθερία, για το θάνατο· μα το μυαλό της Αύρας φτερούγιζε πολύ μακριά, καθώς αναρωτιότανε πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν αθώα γαλανά μάτια...

 

Είχαν περάσει σαράντα παρά μία μέρες από τότε που η γριά τής μίλησε για σατανικό σχέδιο, όταν ένα απόγευμα, την ώρα που 'σβηνε ο ήλιος, και, καθώς εκείνη μόλις είχε συνέλθει από την καθημερινή πλέον λιποθυμία της, η Μπαρμπακούλα τής είπε ξερά: «αύριο το βράδυ...». Η Αύρα θέλησε να καμωθεί την αδιάφορη, μα το φοβερό μάτι της μάγισσας είδε το στιγμιαίο τρέμουλο του κάτω χείλους... Αμέσως την έπιασε απ' τα μπράτσα και την έσφιξε με απίστευτη δύναμη, «...το θέλεις για δεν το θέλεις;» τη ρώτησε επιτακτικά, «το θέλω...» της απάντησε η Αύρα ορθά κοφτά — δεν μπορούσε καν να διανοηθεί πως η θέλησή της θα ήταν άλλη από τη θέληση της Μπαρμπακούλας· κι έπειτα, κάπως πιο δισταχτικά, με τη σειρά της τη ρώτησε: «...πώς τον λένε;». «Τον λένε Δομένικο και ζει σε μια καλύβα στην ακτή των φιδιών...» είπε η μάγισσα. Η Αύρα τινάχτηκε και την κοίταξε έκπληκτη· εδώ και χρόνια βοούσε όλη η Σύρος για το γιο της Μπαρμπακούλας, το βαρκάρη με το ξουραφιασμένο πρόσωπο, «μα αυτός είναι ο...» πήγε να ψελλίσει, μα ήτανε τέτοιο το βλέμμα της μάγισσας, που δέθηκε η γλώσσα της· σώπασε κι έσκυψε το κεφάλι.

 

Την επόμενη νύχτα η μάνα της δασκάλας μας κατέβηκε στην ακτή των φιδιών κι έσμιξε με το Δομένικο. Από νωρίς το απόγευμα η Μπαρμπακούλα την ετοίμασε για εκείνο το σμίξιμο: την έλουσε, τη χτένισε, της άλειψε μ' ένα θεσπέσιο μυρωδικό λάδι το κορμί, της πέρασε στους καρπούς και στους αστραγάλους χαϊμαλιά και στο λαιμό τής κρέμασε μια μακρόστενη, κυρτή μαύρη πέτρα — προφανώς θα 'τανε φυλαχτό γονιμότητας. Κι ακόμη της πέρασε κοκαλάκι στα μαλλιά, σηκώνοντάς τα απ' τη μια μεριά, και τέλος της φόρεσε και βελουδένιο φόρεμα, σκούρο κόκκινο στο χρώμα, σαν κι αυτό του ζεστού αίματος. Έτσι φτιαγμένη και ντυμένη, η Αύρα κατέβηκε στην ακτή των φιδιών και μπήκε στην καλύβα του Δομένικου, παραμερίζοντας την κουρελού στην πόρτα, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, όπως άλλωστε την είχε δασκαλέψει η Μπαρμπακούλα. Ο Δομένικος ήταν καθισμένος στο τραπέζι, πίσω του στο παράθυρο έφεγγε λιγοστά ένα κερί και είχε όλη του την προσοχή στραμμένη σ' ένα μπρίκι πάνω στο τραπέζι — το κοιτούσε λες κι ήθελε να το τρυπήσει με το βλέμμα του. Δεν την είδε την Αύρα, ή, αν την είδε, θα τη νόμισε για αποκύημα της φαντασίας του — κόντευε τα σαράντα και ποτέ κανένας άνθρωπος δεν είχε περάσει το κατώφλι της καλύβας του. Εκείνη τότε πήγε άπατα άπατα στο παράθυρο κι έσβησε το κερί με την παλάμη της· κατόπιν τον πλησίασε και του χάιδεψε τα μαλλιά, πρώτα διστακτικά κι έπειτα πιο θαρρετά. Έξαφνα ο Δομένικος σηκώθηκε όρθιος γυρίζοντας και, αρπάζοντάς τη με δύναμη απ' τους ώμους, την κάρφωσε με το βλέμμα του: τα μάτια του ήταν θολά και λαμπύριζαν αλλόκοτα, λες και δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε και άγγιζε... Και μόνο τότε, κοιτάζοντάς τον καταπρόσωπο στο λιγοστό φως του φεγγαριού που 'μπαινε απ' το παράθυρο, η Αύρα ένιωσε για πρώτη φορά πως πράγματι υπάρχουν αθώα μάτια, ακόμη κι αν έχουν σχηματιστεί στην κοιλιά του κακού, μάτια ανυποψίαστα για τη φρίκη στην οποία οφείλονται· κι απ' την αριστερή άκρη των χειλιών του ίσαμε ψηλά στο μέτωπο, το πρόσωπό του το χαράκωνε διαγώνια εκείνη η βαθιά μαύρη ουλή, για την οποία ακούγονταν τόσα και τόσα, κι έμοιαζε στ' αλήθεια με σημάδι θανάτου, φρίκης και αιώνιας μοναξιάς. Σαν πέρασαν μερικά λεπτά, η κοπέλα, χωρίς ούτε στιγμή να πάψει να τον κοιτά στα μάτια, άγγιξε με τ' ακροδάχτυλά της την ουλή του· κατόπιν τον αγκάλιασε και κατεβάζοντάς του το κεφάλι άρχισε να τη γλείφει με τη γλώσσα της. Κι έγινε τότε ο γιος της Μπαρμπακούλας ολόκληρος ένα παράπονο· η Αύρα, με κινήσεις πολύπειρης γυναίκας, τον τράβηξε και κυλίστηκαν χάμου. Έσμιξαν χωρίς να πουν μήτε μια κουβέντα, κορμιά πεινασμένα, αφηνιασμένα απ' την ολοκληρωτική απουσία τέτοιας επαφής, παραδόθηκαν χωρίς όριο στο απερίγραπτο σπαρτάρισμα, στα ολόγλυκα μυρμηγκιάσματα της σάρκας, στην ιαχή, όπου το παράπονο μεταβάλλεται σε μια άγρια κατάφαση, σε μια απόλυτη παραδοχή. Κι ήταν τόση η ηδονή, που η Αύρα έπαψε να σκέφτεται, να συλλογιέται τη μάγισσα και το σχέδιό της, τη ζωή της, τα πριν και τα μετά· έφυγε απ' την καλύβα του Δομένικου πριν απ' το ξημέρωμα. Ήτανε η πρώτη και τελευταία ερωτική νύχτα της Αύρας· χρόνια αργότερα υπολόγισε πως ήταν η βραδιά της εικοστής τετάρτης προς την εικοστή πέμπτη Μαρτίου, λίγο πριν ξημερώσει η μέρα του Ευαγγελισμού.

 

Η Μπαρμπακούλα την περίμενε φυσικά ξάγρυπνη· μόλις η Αύρα έφτασε στη σπηλιά, τη φίλησε και, χωρίς να τη ρωτήσει ή να της πει τίποτε, της έδειξε τη γωνιά της στρωμένη, έτοιμη για να πέσει να κοιμηθεί· για πρώτη φορά η γριά τής είχε βάλει και μαξιλάρι. Κι όπως έπεσε η κοπέλα και τ' αγκάλιασε, έπιασε κάτι λουλούδια από κάτω· ήτανε μαύρα κρίνα, ποιος ξέρει πού τα 'χε βρει η μάγισσα. Τις επόμενες μέρες η Αύρα καθόταν άπραγη, η Μπαρμπακούλα την είχε υποχρεώσει να μην κάνει καμία δουλειά, μήτε οτιδήποτε που θα μπορούσε να την κουράσει· εκείνες τις μέρες η μάνα της δασκάλας μας ένιωσε την τρέλα να την κυριεύει, είχε βάλει το σώμα της σε ένα σχέδιο που το μυαλό της δεν μπορούσε να κατανοήσει, και δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτε, παρά να περιμένει και να συλλογιέται πώς ένα όνειρο θα γινόταν αλήθεια μέσα στο δικό της κορμί... Κι όταν δεν της ήρθε αίμα τις ημέρες που συνήθως της ερχόταν, τότε έπιασε την Μπαρμπακούλα και την παρακάλεσε να της βάλει μια δουλειά, όποια να 'ναι, να γεμίζει κάπως τη μέρα της, γιατί, όταν καθόταν άπραγη, ο νους της έτρεχε σε σκοτάδια εφιαλτικά. Κι η μάγισσα, είναι αλήθεια, απόρησε με τα λόγια της και, αφού συλλογίστηκε για λίγο, της έδωσε την αγγαρεία να ανάβει τη φωτιά με τα τζάμια και να πλένει τα ρούχα και τα μαύρα πανιά στη θάλασσα κάθε τρεις μέρες. Έτσι, άρχισαν να περνούν οι βδομάδες κι οι μήνες, έφυγε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι, η κοιλιά της Αύρας άρχισε σιγά σιγά να φουσκώνει· τα βράδια, πριν κοιμηθεί, η Μπαρμπακούλα τής άλειβε διάφορα λάδια, και κάθε νύχτα χωρίς φεγγάρι έφερνε ένα λύκο που της έγλειφε τα στήθια κι έπειτα η μάγισσα τη σκέπαζε με αλλόκοτα δίχτυα, όμως τίποτε απ' όλα αυτά δεν την ένοιαζε, «...για όλα φροντίζει η φύση και για όλα διατάζει η αλήθεια...» της έλεγε ξανά και ξανά. Ώσπου, ένα γκρίζο πρωινό στις αρχές του Σεπτέμβρη, συνέβη κάτι παράξενο που στ' αλήθεια τη συγκλόνισε την Αύρα, σαν κάποιος να λόγχισε την καρδιά της κι ο πόνος να την ξύπνησε από νάρκη βαθιά: ήταν στη θάλασσα κι έπλενε τα μαύρα πανιά, μια ύπουλη κουφόβραση βάραινε την ατμόσφαιρα, το νερό ήταν λάδι, ακίνητο σαν ψέμα, ο αέρας μύριζε έντονα σαπίλα από ξεβρασμένα φύκια· έξαφνα ο άνεμος φύσηξε μιαν κοφτή ριπή, πολύ δυνατή, μα ζήτημα να κράτησε δυο τρία δευτερόλεπτα· η Αύρα, αν και γονατισμένη, μόλις και μπόρεσε να μην ξαπλωθεί κάτω, σαν να την είχε χαστουκίσει κάποιος με δύναμη. Αμέσως σηκώθηκε από το βάθος του ορίζοντα ένα μοναδικό κύμα, που, όσο πλησίαζε την ακτή, τόσο πιο θεόρατο γινόταν· θα 'ταν πάνω από δύο μέτρα σαν έσκασε στην αμμούδα, και βέβαια τη σκέπασε ολότελα την Αύρα, την κατάπιε ολόκληρη. Σαν έσκασε το κύμα, εκείνη σηκώθηκε όρθια παραπατώντας κι άρχισε να ψάχνει τα πανιά που 'χαν σκορπίσει στους αφρούς· κάποια στιγμή ένιωσε κάτι στο δεξί της μάγουλο, έβαλε το χέρι της και το 'πιασε. Ένα φύκι είχε κολλήσει πάνω στο δέρμα της και δεν ξεκολλούσε με τίποτε· του κάκου το 'ξυσε, το 'γδαρε με τα νύχια της, το 'πλυνε με αλατόνερο, το 'τριψε με άμμο, δεν έφευγε με τίποτε, λες κι ήτανε κρεατοελιά που 'χε από γεννησιμιού της. Ανήσυχη κι απορημένη, γύρισε στη σπηλιά της μάγισσας, πάντοτε ένα σημάδι κάπου σε οδηγεί, σκέφτηκε· η Μπαρμπακούλα, μόλις το είδε, έκανε σαν τρελή, δεν περίμενε καν ν' ακούσει τι συνέβη, πήρε το μεγάλο δίκοπο μαχαίρι με την κόκκινη λαβή, στάλαξε πάνω του ένα διάφανο υγρό σαν νερό από ένα πήλινο μπουκαλάκι κι ευθύς έκοψε το φύκι σύρριζα από το μάγουλό της και το πέταξε στη φωτιά... Η Αύρα πόνεσε σαν να της έκοβαν τη σάρκα, μα δεν έβγαλε κιχ. Το πρόσωπό της γέμισε αίματα, η μάγισσα της έβαλε στην πληγή τριμμένο κουκουνάρι και γύρη μαργαρίτας και την έδεσε με το μαύρο μαντίλι της περνώντας το γύρω απ' το κεφάλι της. Μόλις έγιναν όλα αυτά, η Μπαρμπακούλα κάθισε απέναντί της και, φανερά ταραγμένη (πρώτη φορά την έβλεπε έτσι η Αύρα), την πρόσταξε να της πει ό,τι συνέβη με όλες τις λεπτομέρειες· όταν τ' άκουσε όλα, ψιθύρισε μέσα απ' τα δόντια της μια ακατανόητη λέξη, σαν βλαστήμια, κι έπειτα είπε στην Αύρα με φωνή σπασμένη: «...βλέπεις πόσο σκληρός είναι ο πόλεμος αυτός μες στους αιώνες· ο ουρανός ενάντια στη φωτιά· η φύση ενάντια στο πάθος· ο θάνατος ενάντια στην επιθυμία...». Κι αμέσως μετά, πιάνοντάς την απ' τους ώμους, συνέχισε: «πάλεψε ν' αντέξεις για λίγο ακόμη κι όλα θα τελειώσουν...». Και έπειτα της έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνει άμα της κολλούσε και πάλι ένα φύκι στο μάγουλό της ή σ' όποιο άλλο μέρος του κορμιού της: θα έσταζε λίγο από εκείνο το διάφανο υγρό πάνω στις δύο κόψεις του μαχαιριού με την κόκκινη λαβή κι ευθύς θα το 'κοβε και θα το πετούσε στη φωτιά να καεί. Η Αύρα την άκουσε σιωπηλά· μόνο όταν τέλειωσε τη ρώτησε τι ήτανε εκείνο το διάφανο υγρό που 'χε μες στο πήλινο μπουκαλάκι — τόσα χρόνια κοντά της το 'βλεπε για πρώτη φορά. Η μάγισσα χαμογέλασε περήφανη· «τούτο το μπουκάλι» είπε «έρχεται από δυο χιλιάδες χρόνια, ίσως και περισσότερο· το γέμισαν με το νερό μιας αλλόκοτης λίμνης που φανερώθηκε για μια μόλις μέρα κάπου στο κέντρο της Αφρικής μετά από ένα φοβερό σεισμό και την επομένη εξαφανίστηκε μ' ένα δεύτερο. Μα δεν ήταν από νερό τούτη η λίμνη· ήταν από δάκρυα νυχτερίδων, αναρίθμητων μυριάδων νυχτερίδων που για αιώνες αιώνων κλαίγαν τις νύχτες...». Και καθώς η Αύρα την κοίταζε σιωπηλή, όπως πάντοτε, η Μπαρμπακούλα συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «κάποτε έκλαιγαν κι οι νυχτερίδες...».