θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 37ο

 

 

 

 

 

37.

 

Η Αύρα Μακάρη γυρεύει την ανόθευτη αγάπη –

όπως όλοι μας

 

 

 

Ήταν, λοιπόν, Γενάρης του σαράντα ένα όταν η Αύρα πήρε το δρόμο πίσω από τον Πύργο για να βρει τη σπηλιά της Μπαρμπακούλας. Εκείνη —τι παράξενο— τη δέχτηκε σαν να την περίμενε από καιρό, μ' όλο που όποιος την πλησίασε μέχρι τότε δεν ξαναείδε το φως του ήλιου. Ήτανε φανερό πως γνώριζε από πριν τον ερχομό της, και μάλιστα χρόνια αργότερα της αποκάλυψε πως εκείνη τον είχε προκαλέσει — η Μπαρμπακούλα, βλέπεις, το 'χε για παιχνιδάκι να μπαίνει στη σκέψη των άλλων και να τους υποτάσσει στις βουλές της. Την πρώτη χρονιά την είχε μονάχα για αγγαρείες· δεν της μιλούσε παρά μόνο όταν έδινε παραγγέλματα, τα βράδια τη σκέπαζε μ' ένα μαύρο σεντόνι και την ξεσκέπαζε το πρωί· η Αύρα δεν τόλμησε ούτε μια φορά να ξεσκεπαστεί από μόνη της. Κι αφού πέρασε η περίοδος της δοκιμής —ας την πούμε έτσι—, άρχισε σιγά σιγά να της μαθαίνει διάφορα κόλπα: της έδωσε το δικαίωμα να της απευθύνει το λόγο και να την αποκαλεί μητέρα, συχνά την έβαζε να επαναλαμβάνει ακατανόητα λόγια, την έπαιρνε μαζί της στα περισσότερα απ' όσα έκανε, κι όλο και πιο σπάνια τα βράδια τη σκέπαζε με το μαύρο σεντόνι. Κι όπως περνούσε ο καιρός, η Αύρα έβλεπε πως όχι μόνο όσα λέγονταν για τη μάγισσα ήτανε πέρα για πέρα αληθινά, μα πως εκεί πέρα γινόντουσαν πράγματα χίλιες φορές χειρότερα, πράγματα που το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να τα συλλάβει και το ανθρώπινο στόμα διστάζει να ξεστομίσει. Κι αυτά τα φοβερά και τρομερά δε θέλησε η Αύρα να τα πει στη Δομένικα, γιατί όποιος τ' άκουγε δε θα γλίτωνε ποτέ και σε καμιά ζωή από το χνότο του διαβόλου. Μονάχα μια φορά, δυο χρόνια προτού η Αύρα αναγκαστεί να της τα πει όλα, η Δομένικα άκουσε τη μάνα της να παραμιλά στον ύπνο της· ήτανε κάτι κουβέντες για ένα κοπάδι άσπρων γερανών που, αλίμονο, κάθε νύχτα, λίγο πριν απ' το ξημέρωμα, πήγαιναν στη σπηλιά της Μπαρμπακούλας κι άφηναν στην ξύλινη σκάφη που έπλενε τα ρούχα βγαλμένα μάτια ανθρώπων —από ποιους τα ξερίζωναν άγνωστο—, κι η Μπαρμπακούλα όλο το πρωινό τα τύλιγε με φύλλο τσουκνίδας κι έραβε τα φύλλα κανονικά με βελόνα και μεταξένια κλωστή· και τα πετούσε σε μια σχισμή της γης που 'βγαζε ατμούς, γιατί, όταν θα ερχότανε η ώρα του πονηρού, θα λύνονταν οι μεταξένιες κλωστές και θα άνοιγαν οι τσουκνίδες κι από μέσα τους θα ξεπηδούσαν ακρίδες με φτερά πεταλούδας...

 

Στα οχτώ χρόνια που έζησε μαζί με την Μπαρμπακούλα, η Αύρα έμαθε όλα σχεδόν τα μυστικά της μαγικής τέχνης — όσα τέλος πάντων μπορούσαν να μεταδοθούν, γιατί είναι και μερικά που τα 'χεις μέσα σου από γεννησιμιού σου. Και ούτε μια φορά δεν τόλμησε να της κάνει την παραμικρή ερώτηση· ήτανε κάτι στην Μπαρμπακούλα που έκανε την Αύρα να μην μπορεί ν' ανοίξει το στόμα της, θες το ύφος της μάγισσας, θες ο τόνος της φωνής της, θες κάτι άλλο απροσδιόριστο, όλα αυτά σου υπέβαλλαν ένα αλλόκοτο αίσθημα φόβου και ηδονικής ελευθερίας μαζί, ήταν σαν να μπορούσες ξαφνικά να δαγκώσεις όχι ένα μα δέκα απαγορευμένα μήλα· αν όμως ρωτούσες το πώς ή το γιατί, θα τα 'χανες όλα. Εξάλλου η Μπαρμπακούλα τής το 'χε πει πάρα πολλές φορές της Αύρας πως η μαγεία ελευθερώνει την ψυχή —τη νύχτα με τα μάτια, τη μέρα με τ' αυτιά—, κι ελευθερία για εκείνη φαίνεται πως σήμαινε κατάργηση της αλληλουχίας του κόσμου, σήμαινε να καταστρέφεις όσα υπήρξαν όμορφα γιατί ήταν όμορφα, να ξεριζώνεις τις φτερούγες των γλάρων επειδή πετούν τόσο κοντά στη θάλασσα, να πνίγεις μια οχιά μέσα στο ξίδι, να καις μια μυρμηγκοφωλιά με αμμωνία — αυτό ήταν η ελευθερία για την Μπαρμπακούλα: μια φωτιά που καίει τα πάντα. Μια φορά μάλιστα μίλησε στην Αύρα για το πού οδηγούσε η ελευθερία της· θα 'χαν περάσει τρία χρόνια και βάλε από το Γενάρη του σαράντα ένα, κι ένα απόγευμα, λίγο προτού η Μπαρμπακούλα αρχίσει να της χτενίζει τα μαλλιά (αυτό γινότανε κάθε Τρίτη και Σάββατο, την ώρα του μεσημεριού η Αύρα λουζότανε στο ποταμάκι και νωρίς τ' απόγευμα η Μπαρμπακούλα τής χτένιζε σιωπηλή τα μαύρα μακριά μαλλιά), λίγο πριν της χτενίσει τα μαλλιά λοιπόν, της μίλησε για τα αποτελέσματα της ελευθερίας· «η ελευθερία οδηγεί στην αληθινή αγάπη» της είπε και, καθώς η Αύρα την κοίταξε απορημένη, εκείνη συνέχισε: «όλοι σκοτώνουν εν ονόματι της ζωής καθημερινά, μισούν στα κρυφά πίσω απ' τις κλειστές τους πόρτες, καταστρέφουν με όλα τα ελαφρυντικά των νόμων τους, μες στο σκοτάδι σχεδιάζουν τις τελειότερες μηχανές θανάτου, κι έπειτα στο φως της ημέρας μιλούνε για αγνότητα, για καλοσύνη, βρίσκουν θεούς που συγχωρούν για να τους γλιτώνουν απ' τις τύψεις, αγαπούν με μέτρο ίσα για να 'χουν μια δικαιολογία, κάθε κουβέντα της αγάπης και της καλοσύνης τους σημαίνει μια γούρνα γεμάτη με εντόσθια σφαγμένων — τους έχεις γνωρίσει όλους αυτούς κι ήρθες σε μένα γιατί τους σιχάθηκες, είναι δειλοί κι ανίκανοι ν' αγαπήσουν στ' αλήθεια... Εγώ κάνω αυτά που λαχταρώ και δεν ψάχνω την παραμικρή δικαιολογία, δεν έχω τύψεις να μου βρομίζουν την ψυχή· κάνω αυτά που κάνω γιατί είμαι αυτή που είμαι, γιατί αγαπώ αυτά που αγαπώ, γιατί τ' αγέρι του θανάτου είναι το πιο μαγευτικό... Γι' αυτό μίσησα και σκότωσα και κατέστρεψα και βουτήχτηκα στο αίμα κι έβγαλα μάτια με τα ίδια μου τα δάχτυλα, κι είμαι περήφανη κι αληθινά ευτυχισμένη που μπορώ να σκοτώνω χαϊδεύοντας, που μπορώ να μισώ αγαπώντας, γιατί αυτό είναι η αληθινή αγάπη: να μισείς και να αγαπάς μαζί, δίχως όριο...».

 

Μέχρι το Φεβρουάριο του σαράντα εννιά, για πέντε ολόκληρα χρόνια, η Μπαρμπακούλα δεν ξανάκανε παρόμοια κουβέντα στην Αύρα· κι όταν συχνά τα βράδια η γριά ανέβαινε στην κορυφή του Πύργου —ποιος ξέρει γιατί— η Αύρα, ξαπλωμένη στη γωνιά της, συλλογιότανε τι γύρευε από εκείνη τη φοβερή μάγισσα (να φανταστείς ήτανε τόση η επιρροή της Μπαρμπακούλας πάνω της, που σαν ήταν κοντά της δεν τολμούσε μήτε καν να τα σκεφτεί αυτά). Γιατί στ' αλήθεια, δεν μπορεί, κάποιο σχέδιό της θα εξυπηρετούσε η Αύρα, κάτι πολύ σπουδαίο που δε θα μπορούσε να το κάνει μόνη της, γι' αυτό άλλωστε και τη δέχτηκε κοντά της το Γενάρη του σαράντα ένα — σιγά μην ήθελε βοηθό για τις μαγείες της η Μπαρμπακούλα. Τέτοια σκεφτόταν η μάνα της δασκάλας μας και τρόμαζε αφάνταστα· τι να 'ταν αυτό που δεν το μπορούσε η μάγισσα και θα το κατάφερνε εκείνη... Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο πολύ συλλογιότανε το σατανά, που 'χε μάθει να τον επικαλείται με χίλιους δυο τρόπους, κι έλεγε με το νου της πως κάποια βραδιά θα της το έλεγε η Μπαρμπακούλα, ότι ήρθε η ώρα να την προσφέρει θυσία σε αυτόν για να τον ευχαριστήσει, δεν μπορεί, αυτό θα γινότανε στο τέλος, σε τι άλλο θα μπορούσε να 'ταν χρήσιμη στη γριά μάγισσα· απλώς η Μπαρμπακούλα την προετοίμαζε, ήθελε προφανώς να παραδοθεί η νέα κοπέλα στις δυνάμεις του σκότους στην πιο ώριμη στιγμή της, καθώς ο πονηρός όλο και πιο σπάνια έμενε ικανοποιημένος. Αυτά συλλογιζόταν η Αύρα και το 'χε για σίγουρο πως μια νύχτα θα γινόταν, πως θα 'ρχότανε κοντά της η Μπαρμπακούλα λίγο μετά τη δύση του ηλίου και θα της έλεγε «θέλω να σου μιλήσω...», κάθε μέρα ξυπνούσε και τη λογάριαζε για τελευταία της, μα —αν θέλεις το πιστεύεις αυτό— για την Αύρα δεν υπήρχε τίποτε πιο ηδονικό από κείνη την αίσθηση. Η Αύρα δεν πίστευε μήτε στην ελευθερία μήτε στην αγάπη της Μπαρμπακούλας, μα εκείνη η τυφλή υποταγή στις βουλές της μάγισσας, η αδιαμαρτύρητη αναμονή του θανάτου, η ολοκληρωτική εξάρτηση απ' την απεριόριστη ελευθερία κάποιου άλλου έκαναν την καρδιά της να σκιρτά τόσο δυνατά, που ένιωθε πως μια τέτοια θυσία θα ήταν η απόλυτη ολοκλήρωσή της. Κι όταν τ' απογεύματα της Τρίτης και του Σαββάτου η γριά τής χτένιζε τα μαύρα μακριά μαλλιά (που όσο περνούσε ο καιρός μάκραιναν ολοένα), αυτή η θανατερή αίσθηση έφτανε στο κατακόρυφό της. Η Μπαρμπακούλα τη χτένιζε με μια μαύρη κοκαλένια χτένα που 'χε σκαλισμένα στη λαβή της τα τρομερά τέρατα της φωτιάς· η Αύρα καθότανε ακίνητη με τα μάτια κλειστά, πότε πότε τα δάχτυλα της μάγισσας άγγιζαν το λαιμό και τα μάγουλά της, σκορπώντας σ' όλο της το κορμί ένα κύμα ανατριχίλας, που έφευγε και ξαναρχόταν όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο έντονα, ώσπου η κοπέλα κάθε φορά έπεφτε απ' το σκαμνί της λιπόθυμη, πνιγμένη στην ηδονή· και την ώρα που την παρέλυε η ζάλη, λίγες στιγμές πριν σωριαστεί, προσευχόταν στην ακαθόριστη δύναμη του πεπρωμένου της και παρακαλούσε να μη συνέλθει ποτέ...