θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 36ο

 

 

 

 

 

36.

 

To αίμα στάζει, η θαλασσινή αύρα ονοματίζει

 

 

 

Έτσι περίπου άρχισε η διήγηση της δασκάλας μας: τη μάνα της την έλεγαν Αύρα Φραντζή, το γένος Μακάρη — ελάχιστες ήταν οι φορές που η κυρία Δομένικα καθώς μιλούσε για εκείνη είπε «η μάνα μου», κι αυτές με φωνή ψυχρή και άψυχη, σχεδόν πάντοτε έλεγε «η Αύρα», έτσι, σε τρίτο πρόσωπο, θαρρείς και δεν είχε την παραμικρή σχέση μαζί της, σαν να μη διηγούνταν τη δική της ζωή μα κάποιο παλιό σκοτεινό παραμύθι. Η Αύρα, λοιπόν, γεννήθηκε κι εκείνη στη χώρα του νησιού το χίλια εννιακόσια είκοσι πέντε, είκοσι τέσσερα χρόνια προτού απ' τη δασκάλα μας. Οι γονιοί της, δηλαδή οι παππούδες της Δομένικας, ήτανε καθολικοί, φραγκοσυριανοί, όπως και πολύς κόσμος στο νησί, ιδίως οι ντόπιοι· το παρόνομα Μακάρηδες τους είχε βγει από χρόνια, επειδή όλες οι γυναίκες της οικογένειας απ' την πλευρά του πατέρα της γεννιόντουσαν με το μεγάλο νύχι του αριστερού ποδιού μαυρισμένο, σημάδι, λέγαν, πως τους περίμενε βίος μακάριος. Ωστόσο οι γονιοί της Αύρας μάλλον δεν έζησαν και τόσο ευτυχισμένη ζωή, αφού πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον μέσα σ' ένα μήνα, το καλοκαίρι του σαράντα, όταν η Αύρα ήτανε δεκαπέντε χρόνων, κι οι δυο απ' την κακιά αρρώστια. Ο πατέρας της ήταν ντελάλης, ίσως και ο καλύτερος του νησιού· μα ήταν μέθυσος και γυναικάς, είχαν φανεί στο μεταξύ και τα χωνιά κι η δουλειά πήγαινε κατά διαόλου. Η μάνα της είχε τυφλό το ένα μάτι από γεννησιμιού της και μεγαλοπαντρεύτηκε, καθώς ήτανε μισερή και πάμφτωχη — όλοι απόρησαν τι τον χτύπησε τον Αντωνάκη και την πήρε. Ήτανε συμμαζεμένη γυναίκα, αγαθιάρα, κι όλη τη μέρα έφτιαχνε κοφίνια και καλάθια, που τα πουλούσε ο άντρας της στην αγορά κι ό,τι έβγαζε το άφηνε στο καπηλειό. Η τύχη τα 'φερε έτσι και δεν ήρθε δεύτερο παιδί μετά την Αύρα· οι συγγενείς του πατέρα της έλεγαν μάλιστα πως κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό το κορίτσι, καθώς όχι μόνο δε γεννήθηκε με μαυρισμένο το μεγάλο νύχι του αριστερού ποδιού, μα είχε και μια μεγάλη κρεατοελιά ακριβώς στη μέση του λαιμού, σημάδι που, απ' όσο ήξεραν, δεν είχε ξαναφανεί ούτε στο σόι της ούτε στην Απάνω Χώρα. Αρχίσανε λοιπόν ψιθύρους για το κορίτσι πως τάχα ήτανε μούλικο, πως θα 'χε την κακοριζιά της μάνας του κι άλλα παρόμοια, κι ο Αντωνάκης, θυμωσιάρης καθώς ήταν, έκοψε ολότελα παρτίδες με το σόι του και δεν ξαναμιλήθηκε με κανέναν τους· να σκεφτείς, τ' αδέρφια του δεν πήγαν μήτε καν στην κηδεία του.

 

Ωστόσο ο πιο σημαντικός λόγος που το σόι του Αντωνάκη πήρε με στραβό μάτι το παιδί ήτανε που δεν πήρε το όνομα της γιαγιάς του και του δόθηκε ένα άλλο, που δεν ήτανε καν φράγκικο. Μα γι' αυτό δεν έφταιγαν οι γονιοί της Αύρας, εκείνοι το 'χανε πει στο νονό και στον παπα-Τζιάκομο να το βαφτίσουνε το παιδί Κατερίνα —θα το φωνάζανε Τιτί—, όμως ο παπα-Τζιάκομο με το έτσι θέλω άλλαξε το όνομα πάνω στη βάφτιση. Ήτανε καλοκαίρι κι έσκαγε ο τζίτζικας, ζέστη αποπνιχτική, κι είχε να φυσήξει, έστω και λίγο, για περισσότερο από μήνα· η βάφτιση θα γινότανε στο Σαν Τζορτζή, ο παπα-Τζιάκομο είχε δύο τρεις μέρες που έκανε τη λειτουργία στον περίβολο της εκκλησίας, ήτανε, βλέπεις, ψηλός κοντά δυο μέτρα και τετράπαχος, ίσαμε διακόσια κιλά, επόμενο ήταν να φοβάται μην του έρθει ταμπλάς μες στην εκκλησία. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν που 'τανε να βαφτιστεί η Αύρα, ο παπάς έβγαλε στην αυλή την κολυμπήθρα και τ' άλλα του σύνεργα —γιατί οι καθολικοί δε βουτάνε το παιδί στο νερό, απλώς το ραντίζουν με το χέρι—, και την ώρα που 'τανε να δώσει τ' όνομα στο κορίτσι και μουρμούριζε βαριεστημένος τα δικά του, έξαφνα φύσηξε μες στην απόλυτη άπνοια μια ελαφριά θαλασσινή αύρα. Ένας ηδονικός αναστεναγμός ανακούφισης ακούστηκε και γοργές ανάσες θέλησαν να κλέψουν τη δροσιά της, ενώ η μύτη του παπά μάτωσε κι άρχισε να στάζει αίμα στην κολυμπήθρα· και φαίνεται πως το θεώρησε αυτό σημάδι του Θεού κι έτσι βάφτισε το κορίτσι Αύρα, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, μα το 'κανε με τόση σιγουριά και τόση αυτοπεποίθηση, που κανείς δεν μπόρεσε να διαμαρτυρηθεί (ήτανε παράξενος άνθρωπος ο παπα-Τζιάκομο κι ακούγονταν γι' αυτόν ένα σωρό μυστήριες ιστορίες· εντέλει τον βρήκανε μαχαιρωμένο το χίλια εννιακόσια είκοσι εννιά, δίπλα σ' ένα πηγάδι, λίγο παραέξω απ' την πόλη, και το φονικό δε διαλευκάνθηκε ποτέ).

 

Και οι δύο γονείς της Αύρας πέθαναν από καρκίνο μες στο ανάστατο καλοκαίρι του σαράντα, λίγο πριν χτυπηθεί η «Έλλη» από τορπίλα στο λιμάνι της Τήνου. Ο πατέρας της τυραννίστηκε άσχημα για κάμποσο καιρό, έρεψε και, καθώς αρνήθηκε πεισματικά ίσαμε την τελευταία του στιγμή να τον δει γιατρός έστω για μια μορφίνη, έφυγε μέσα σε φριχτούς πόνους. Αντίθετα, η γυναίκα του ξεψύχησε στα ξαφνικά ένα μήνα αργότερα, ξαπλωμένη για βράδυ στο κρεβάτι, πλημμυρισμένη στο αίμα που 'τρεχε απ' το στόμα της. Κι επειδή δεν μπορούσαν να καταλάβουν την αιτία του θανάτου της, ήρθε ο Νικολαΐδης, ο γιατρός απ' την Ερμούπολη, να κάνει νεκροψία κι είπε πως δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοια περίπτωση· η αρρώστια είχε προχωρήσει στο τελευταίο στάδιο χωρίς να δώσει ούτε ένα σύμπτωμα, ούτε πόνους ούτε αιμορραγίες, τίποτε· εκτός βέβαια αν συνέβαιναν τέτοια κι εκείνη τα 'κρυβε, ώσπου κάποτε ο καρκίνος έφαγε την αρτηρία της κοιλιάς και η μάνα της Αύρας πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία. Κι όσοι γνωρίζαν από πού βγήκε το όνομα «Μακάρηδες» συζητούσαν για αρκετό καιρό την ιστορία τους και λέγανε βέβαια πως η ζωή είναι ένας μύλος...

 

Σαν πέθαναν οι γονιοί της, η Αύρα έμεινε μόνη και θεόφτωχη στους πέντε δρόμους· για λίγο καιρό έζησε μονάχη στο σπίτι, ώσπου κάποιος δανειστής του πατέρα της την ειδοποίησε να το αδειάσει, γιατί το 'χε πάρει στα δικαστήρια. Τότε ήτανε που ίσαμε μια ντουζίνα άντρες θέλησαν να την πλησιάσουν, όχι με κακό σκοπό, μα για να την παντρευτούν και ν' ανοίξουνε σπίτι με κείνη. Και δεν το κάναν από συμπόνια· η Αύρα ήταν το ωραιότερο κορίτσι της χώρας, ίσως και ολόκληρου του νησιού, ανθισμένη γυναίκα στα δεκαπέντε της, με λιγερό, μελαχρινό κορμί, θαυμαστά σμιλεμένο, σάρκα σκληρή και ανυπόταχτη και μάτια που σε κάνανε να χάνεις τα λογικά σου — αληθινή καλλονή πέρα από κάθε αμφιβολία... Όμως εκείνη όλους τους απόδιωχνε, ήτανε πολύ άγρια, κι αν κάποιος της γινότανε τσιμπούρι, τον έλουζε στις βρισιές και τον ξεφτέλιζε. Έμεινε για τέσσερις μήνες στο σπίτι μιας θειας της, αδερφής της μάνας της, ώσπου κι εκείνη της είπε με τρόπο να της αδειάζει τη γωνιά — τόσοι τη ζητούσαν, ας έπαιρνε κάποιον, τι περίμενε... Όμως η Αύρα το 'χε πάρει απόφαση από καιρό· το Γενάρη του σαράντα ένα μάζεψε τα λιγοστά της υπάρχοντα και πήρε το δρόμο για τη δυτική πλευρά του Πύργου, και πριν απ' τα Πωμώνια τράβηξε αριστερά, προκειμένου να βγει στη σπηλιά της Μπαρμπακούλας, της φοβερής και τρομερής μάγισσας, για την οποία είχε ακούσει τόσα και τόσα.

 

Η Μπαρμπακούλα, τον καιρό που πήγε να την βρει η Αύρα, ήτανε πια γριά κι είχε παραπάνω από τριάντα χρόνια στο νησί· την είχε παρατήσει γκαστρωμένη στ' ανοιχτά της Βαρβαρούσας σε μια μικρή βάρκα ένα μαύρο καράβι του θανάτου, που φάνηκε γύρω απ' τη Σύρο το χειμώνα του χίλια εννιακόσια εννιά. Κανείς δεν μπορούσε να πει τίποτε με βεβαιότητα γι' αυτήν και την προηγούμενη ζωή της, παρά μόνο ότι ήτανε η πιο φριχτή μάγισσα που είχε φανεί στο νησί τουλάχιστον για εκατό χρόνια. Είχε ακουστεί πως υπήρξε μαθήτρια της Κύπριας Μιχαλούς και της ωραίας Λουίζας, που 'τανε τη μέρα άνθρωπος και τη νύχτα κύκνος. Ζούσε σε μια απόμερη σπηλιά του Πύργου κι όσοι την είδαν στα μάτια τον πρώτο καιρό που ήρθε στο νησί έχασαν το φως τους (ήτανε κάτι Πανωχωρίτες που έστηναν ξόβεργες στο βουνό). Κι έτσι, κανείς δεν έπαιρνε το δρόμο της δυτικής κατεβασιάς του Πύργου, που με τα χρόνια έγινε αδιάβατος από τα αγριόχορτα και τα σκίνα. Μαζί της έμενε μόνο ο γιος της· ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που ερχότανε σ' επαφή μαζί της. Μα κι αυτός, σαν έγινε δεκάξι χρόνων, έφυγε από κοντά της και πήγε στην ακτή των φιδιών κι έμενε μόνος του σε μια καλύβα. Είχε μια μαύρη βάρκα και ψάρευε και πάνω της είχε χαράξει το όνομά του (άραγε εκείνη του τα 'χε μάθει τα γράμματα;): «Δομένικος»· κανένας βέβαια δεν τον ζύγωνε να του μιλήσει, καθώς το ξέρανε όλοι πως ήταν ο γιος της μάγισσας. Ήτανε όμορφος άντρας, ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης· το πρόσωπό του ήτανε σημαδεμένο με μια μεγάλη ξυραφιά από το μέτωπο ως την αριστερή άκρη των χειλιών.

 

Λέγανε πως η Μπαρμπακούλα είναι από κείνα τα πλάσματα που κοιμούνται μες στους αιώνες κάτω απ' τη γη και τα ξυπνά ο σατανάς όποτε θέλει για να προετοιμάσει το φοβερό ερχομό του· πως την είχε γκαστρώσει ο ίδιος ο πονηρός· πως εξαιτίας της είχαν χαθεί από δεκαετίες όλες οι νυχτερίδες απ' τη Σύρα, καθώς εκείνη τις μάζευε στη σπηλιά της με σφυρίγματα που δεν τ' άκουγε ανθρώπινο αυτί· πως με κοίλους καθρέφτες είχε τρελάνει τα πουλιά που τις νύχτες με πανσέληνο μαζεύονταν στην ακτή των φιδιών, πάνω απ' την καλύβα του γιου της, κι έκρωζαν μανιασμένα· πως διέταζε με λόγια ακατάληπτα τους αρουραίους να δαγκώνουν τα αβάφτιστα μωρά την ώρα του ύπνου στον αστράγαλο ή εκεί όπου ενώνονται τα χείλια· πως εξουσίαζε τους ανέμους και τσάκιζε τα καΐκια επάνω στα βράχια ή τα παρέσερνε σε φριχτές ρουφήχτρες. Όπως ήταν φυσικό, σ' εκείνη απέδιδαν κάθε συμφορά που έβρισκε το νησί όλα εκείνα τα χρόνια, αλλά και καθετί φριχτό κι ακατανόητο: τον κεραυνό που 'πεσε μέρα μεσημέρι πάνω στο σπίτι του Γρηγόριου Πιπίνου, παλιού άρχοντα του νησιού, την ώρα που 'σμιγε με την ψυχοκόρη του, ακριβώς στην πιο γλυκιά στιγμή, και τους κοκάλωσε εκεί σαν βαλσαμωμένους το χίλια εννιακόσια είκοσι έξι· τους ποντικούς που κατά χιλιάδες άρχισαν να πέφτουν στα πηγάδια δαγκώνοντας ο ένας την ουρά του αλλουνού το χίλια εννιακόσια είκοσι οχτώ, τότε που σ' όλα τα πηγάδια της Σύρου ρίχτηκε από ένας ασημένιος σταυρός για να πάψει το κακό· το φριχτό θάνατο της Αιμιλίας, της πιο καλής ράφτρας της Ερμούπολης (αυτοκτονία; φόνος; τη βρήκανε το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς του χίλια εννιακόσια τριάντα τρία κρεμασμένη στους βράχους, όχι όμως με σκοινί κανονικό, μα καμωμένο από ουρές γουρουνιών)· το ατέλειωτο σμάρι των γλάρων που κάποια φθινοπωρινή νύχτα του τριάντα εφτά έπεσαν και ξεψύχησαν πάνω στις πλάκες του νεκροταφείου και, το πιο φοβερό, απ' όλους έλειπε ξεριζωμένη η δεξιά φτερούγα· τέλος, τον τυφλό αγριόχοιρο, δυο χρόνια αργότερα, που τσίριζε τρομακτικά κάθε νύχτα — οι κάτοικοι της Χώρας τον κυνήγησαν και τον σκότωσαν, όσοι όμως τον πυροβόλησαν έχασαν για πάντα τη λαλιά τους. Μη φανταστείς βέβαια πως δεν το θέλανε οι κάτοικοι του νησιού να απαλλαγούν μια για πάντα από τη διαβολεμένη μάγισσα, όμως ο φόβος τούς έδενε τα χέρια, αστεία με το διάβολο δε γίνονται, ποιος θα κόταγε να κάνει κάτι· μονάχα μια φορά έγινε μια απόπειρα και είχε τη χειρότερη κατάληξη: ο μοναχός Γιάσονας, που καταγόταν απ' την Ερμούπολη, τότε που 'χε ανατριχιάσει το νησί με το θάνατο της ράφτρας Αιμιλίας, άφησε το μοναστήρι του και πήγε μαζί με τον αδερφό του να βάλουν φωτιά σε ολόκληρη την πίσω πλευρά του Πύργου, για να ξεμπερδέψουν απ' την αναθεματισμένη την Μπαρμπακούλα (ο μοναχός Γιάσονας εξάλλου ήταν αυτός που ανακάλυψε το όνομά της, το 'χε βρει, όπως έλεγε, στο χειρόγραφο κάποιου καλόγερου που 'χε ζήσει διακόσια χρόνια πρωτύτερα και περιέγραφε με ποια ονόματα θα ενσαρκωθούν οι άγγελοι του σατανά και σε ποιον τόπο· όταν θα ερχότανε η ώρα και για τη Σύρο, έγραφε το όνομά της). Όμως εκείνη τη μέρα που πήγανε να βάλουνε τη φωτιά, ο αέρας γύρισε απρόβλεπτα και ο μοναχός Γιάσονας βρήκε φριχτό τέλος από τις φλόγες που ο ίδιος είχε ανάψει. Μα κι ο αδερφός του, που γλίτωσε απ' τη φωτιά, αυτοκτόνησε ένα χρόνο αργότερα με πιστόλι, καθώς ολωσδιόλου ανεξήγητα στο στήθος του φύτρωναν βυζιά γυναικεία, που μέρα με τη μέρα φούσκωναν όλο και περισσότερο. Αυτές κι άλλες παρόμοιες ιστορίες είχε ακούσει για την Μπαρμπακούλα η Αύρα, κι όμως πήγε να τη βρει, καθώς, όσο πιο πολλά άκουγε, τόσο πιο έντονη γινόταν η έλξη που ένιωθε για τη φριχτή μάγισσα· όχι πως ηδονιζόταν με την ιδέα του κακού, απλά ένιωθε πως αυτό θα τη γαλήνευε, πως όλη η φύση είναι μια προετοιμασία για τη φρίκη, το θάνατο και τον οριστικό ερχομό του απαίσιου και αποτρόπαιου και μιαρού, κι αναζητούσε την απόλυτη ακρότητα για να προσδιορίσει τον εαυτό της μες στην απόγνωση...