θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 35ο

 

 

 

 

 

35.

 

Στις μαργαρίτες – που θα βγάλουν

ξυράφια αντί για πέταλα

 

 

 

Αν το μεσημέρι της επομένης δεν πηγαίναμε και οι δεκαπέντε στο σπίτι της και δεν της χτυπούσαμε επίμονα την πόρτα για μιάμιση ώρα, δε θα την ξαναβλέπαμε τη δασκάλα μας· μας το είπε εκείνη η ίδια μια βδομάδα αργότερα πως το 'χε πάρει απόφαση να μην ξανάρθει στο σχολείο, να προφασιστεί ένα λόγο υγείας, να παραιτηθεί και να μη μας ξαναδεί ποτέ, να μην ποτίσει κι άλλο την ψυχή μας με το διάφανο φαρμάκι του πονηρού. Αυτό σχεδίαζε να κάνει η κυρία Δομένικα, αλλά αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να το επιτρέψουμε, θα πηγαίναμε εμείς στο σπίτι της, ο Γιώργος ήξερε το δρόμο, καθώς την είχε ακολουθήσει πάμπολλες φορές. Εκείνο το ίδιο απόγευμα που έφυγε η δασκάλα μας από την τάξη, πήραμε την απόφασή μας, κι όλο το βράδυ —σκαστοί από τα σπίτια τους— ο Μανόλης, ο Κούλης, ο Τζίμης κι ο Όττος παραμόνευαν στην αλάνα του εκατοστού πέμπτου και μόλις ο άνεμος σκόρπισε τις βιολέτες, λίγο πριν απ' το ξημέρωμα, τις μάζεψαν με την απόχη που 'χε φτιάξει ο Σίμης και το πρωί δώσαν από μία στον καθένα μας. Και το μεσημέρι της δεκάτης τετάρτης Απριλίου ξεκινήσαμε για το σχολείο μια ώρα νωρίτερα, μα δεν μπήκαμε στην τάξη, μόνο πήραμε το δρόμο για το σπίτι της, παίρνοντας μαζί και την τσάντα της που έστεκε παρατημένη πάνω στην έδρα. Δε μας ένοιαζαν ούτε οι δαίμονες ούτε οι κατάρες ούτε ο θάνατος ούτε τίποτε άλλο· εμείς θα προσφέραμε στη δασκάλα μας τις βιολέτες του ανέμου ό,τι κι αν γινόταν — κι αν ξεραίνονταν τα χέρια μας, θα τις προσφέραμε σ' εκείνη με τα δόντια. Της χτυπούσαμε την πόρτα για μιάμιση ώρα· το ξέραμε πως ήταν μέσα και δεν άνοιγε. Πρώτος της χτύπησε για δέκα λεπτά ο Σώτερ, κατόπιν ο Μεγάλος Πρόδρομος κι ακολουθήσαμε όλοι με τη σειρά μας· κάποια στιγμή —την ώρα που χτυπούσε ο Αγιούτος με τη γροθιά του— άνοιξε απότομα η πόρτα κι από πίσω της φάνηκε η δασκάλα μας με πρησμένα τα μάτια. Μείναμε για ώρα σιωπηλοί· κάποτε μίλησε εκείνη, «...τι θέλετε;» μας ρώτησε κοφτά. Τότε μίλησα εγώ, που άλλωστε κρατούσα και την τσάντα της στην αγκαλιά μου, «ε, να, ξεχάσατε την τσάντα σας στην τάξη...» της είπα χαμηλόφωνα κοιτώντας κάτω· «α, ευχαριστώ» απάντησε εκείνη μέσα απ' το στόμα της, όμως δεν έκανε καμιά κίνηση προς το μέρος μου να την πάρει. Κι απ' αυτή την ελάχιστη αμήχανη παύση, ο Σώτερ βρήκε την ευκαιρία να της κάνει ακόμη μια ερώτηση: «...θα ανέβεις και σήμερα στην Κουπέλα, κυρία;». Η δασκάλα μας αιφνιδιάστηκε, όπως και την προηγούμενη μέρα, για μια στιγμή άνοιξε το στόμα της, κατόπιν τρέκλισε, πιάστηκε απ' το χερούλι της πόρτας και σιγά σιγά κάθισε στο πλατύσκαλο· «ναι, θ' ανέβω...» μας είπε έπειτα από μισό λεπτό. Τα μάτια της έκαιγαν σαν κάρβουνα. Τότε εμείς όλοι μεμιάς, λες κι είχαμε κάνει πρόβα, βάλαμε το χέρι μες στον κόρφο μας και βγάλαμε ο καθένας από μια μοβ ξερή βιολέτα του ανέμου. Και μόλις είδε η δασκάλα μας δεκαπέντε χέρια να της προσφέρουν δεκαπέντε λουλούδια από εκείνα που γεννά ο άνεμος μες στην παράφορη οργή του, στ' αλήθεια συγκινήθηκε πάρα πολύ — εγώ τουλάχιστον πρώτη φορά την έβλεπα έτσι· σηκώθηκε με δυσκολία όρθια και, ενώ τα μάτια της έτρεχαν σαν βρύσες, άρχισε να παίρνει τα λουλούδια απ' τα χέρια του καθένα μας. Για κάθε βιολέτα έσκυβε σιωπηλή μιαν ιδέα το κεφάλι σαν ευχαριστία και σαν κατάφαση. Μόλις τέλειωσε, μύρισε με πάθος το μπουκέτο που κρατούσε, λες και ρουφούσε απ' τα ξερά λουλούδια την ίδια τη ζωή, έπειτα σκούπισε όπως όπως τα δάκρυά της και μας είπε με μια ελαφριά βραχνάδα στη φωνή «σας παρακαλώ, ας πάμε ως τις μαργαρίτες κι εκεί θα σας τα πω όλα...», αυτό μας είπε κι αμέσως μετά βιάστηκε να συμπληρώσει «...όσα μπορούν να ειπωθούν τέλος πάντων...».

 

Εντέλει χρειάστηκε να πάμε στις μαργαρίτες όχι μία μα έξι φορές, και φυσικά δε μας τα είπε όλα η κυρία Δομένικα — απλά προσπάθησε να εξηγήσει τη ζωή της με τα λόγια, μ' όλο που εκείνη το 'ξερε καλά πως τα λόγια είναι ένας τρόπος παράφρασης της μικρής ασήμαντης αλήθειας μας· ποιος ξέρει ωστόσο, ίσως και να 'βρισκε μια πρόσκαιρη και μάταιη γαλήνη λέγοντάς μας μια απίστευτη ιστορία με κατάρες, με διαβόλους, με θανάτους και μαχαίρια που έκοβαν λαιμούς — εξάλλου κι εγώ τώρα δα κάνω το ίδιο ακριβώς πράγμα, σου λέω μια σειρά από απίστευτες ιστορίες, γυρεύοντας λίγη μάταιη γαλήνη για μένα και για σένα, έστω μια μόνη ανάσα που να μην προαπαιτεί καμιά εξήγηση ή ερμηνεία, τίποτε. Κι όπως ήταν επόμενο, εκείνο το βράδυ της δεκάτης τετάρτης Απριλίου κανένας μας δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, καθώς στο νου μας στριφογυρνούσαν τα όσα μας είπε η κυρία Δομένικα το απόγευμα στις μαργαρίτες. Κι αλίμονο, το ξέραμε κιόλας πως αυτά ήτανε μονάχα η αρχή, καθώς λίγη ώρα προτού χαθεί ο ήλιος, η κυρία Δομένικα είχε διακόψει την αφήγησή της λέγοντάς μας «σας παρακαλώ, ας συνεχίσουμε την άλλη Πέμπτη...» και τα μάτια της είχαν μια θαμπάδα πικρής απελπισίας. Ωστόσο, όσο περνούσαν οι βδομάδες, τόσο λιγότερο μας φόβιζε η ιστορία που ακούγαμε τα μεσημέρια της Πέμπτης· τις δυο τελευταίες φορές θα έλεγα —όσο κι αν σου φανεί παράξενο— πως την περιμέναμε με αδημονία. Τις παραμονές των διηγήσεών της βλέπαμε σύντομα, διακεκομμένα όνειρα με σκορπιούς που πήγαιναν προς κάποιον άγνωστο προορισμό, ενώ τις ώρες της μέρας δεν μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε ούτε στιγμή το μυαλό μας σε τίποτε άλλο εκτός από τη λειψή ως τα τότε αφήγηση εκείνης, θαρρείς και σιγά σιγά το νιώθαμε πως όλα εκείνα που 'χαμε μάθει για αντίθετα —η αγάπη και το μίσος, το καλό και το κακό, η αγνότητα και η πονηριά— βρίσκονται στην κόψη του ίδιου ματωμένου μαχαιριού και, πίστεψέ με, αυτή η αίσθηση έδιωχνε το φόβο· αν θέλεις πες το διαφθορά ή κτηνωδία, ίσως όμως τούτη η κτηνωδία να 'ναι το ρέμα που πρέπει να περάσεις για να μπορείς να αγαπάς με τα κεριά σβηστά, δίχως αιτήματα, ανταλλάγματα, υποσχέσεις, προδοσίες, όπως δηλαδή αγαπούσε η κυρία Δομένικα. Κι όλα αυτά σου τα λέω, γιατί τώρα θα αναδιηγηθώ την ιστορία που άκουσα απ' το στόμα της έξι μεσημέρια της άνοιξης του εβδομήντα εφτά —τρία στον Απρίλη και τρία στο Μάη—, και στην ιστορία αυτή τα σημάδια του πονηρού αφθονούν· μα να 'χεις στο νου σου πάντοτε πως ό,τι διαβάσεις είναι το πάθος μιας γυναίκας που έζησε με την παραφορά των καταραμένων. Θυμάμαι σαν τώρα το πόσο σπασμένη ήταν η φωνή της εκείνο το πρώτο μεσημέρι στις μαργαρίτες την Πέμπτη, στις δεκατέσσερις τ' Απρίλη· μας μιλούσε αργά, μ' ένα χτυπητό κόμπιασμα και μεγάλες ανεξήγητες παύσεις ανάμεσα στις προτάσεις.

 

«Γεννήθηκα στην Απάνω Χώρα της Σύρου στις είκοσι πέντε Δεκεμβρίου του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, ανήμερα Χριστουγέννων· μα θ' αρχίσω να σας μιλώ για γεγονότα που συνέβησαν πολύ πρωτύτερα, γιατί, αλίμονο, τότε πετάχτηκε στη φωτιά το κλειστό ακόμη μπουμπούκι της ζωής μου και δέθηκε έτσι ο κόμπος μου στραβός, πριν καν συλληφθώ σε μήτρα ανθρώπινη. Είναι στ' αλήθεια αλλόκοτο κι άχαρο συνάμα να συλλογίζεσαι πως ό,τι αποτελεί την ύπαρξή σου —όνειρα, σάρκα, πάθη, δάκρυα κι ακατανόητα μυστικά— πριν γεννηθεί σχηματισμένο, υπήρξε μια δαιμονική ιδέα, μία διαστροφή ενός σκοτεινιασμένου μυαλού, μια σπίθα μίσους που θέριεψε κι από μέσα της ξεπετάχτηκες εσύ...».