θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 34ο

 

 

 

 

 

34.

 

Η κυρία Δομένικα μοιράζει καρύδια,

οι μαθητές της ωστόσο δεν τα σπάζουν

 

 

 

Χρειάστηκε να φτάσουν τα μέσα του Απριλίου, ένας ολόκληρος μήνας μετά τη φοβερή μαρτιάτικη βραδιά, για να μιλήσουμε για τα όσα είδαμε ξαπλωμένοι μπρούμυτα μες στην άγρια νύχτα γύρω απ' τη Φωλίτσα της Κουπέλας· ίσαμε τότε αποφεύγαμε την αναφορά στη βραδιά εκείνη όπως ο διάολος το λιβάνι — να φανταστείς ούτε καν αναμεταξύ μας είχαμε ανταλλάξει μια κουβέντα ή ένα υπονοούμενο, λες κι όλα όσα είδαμε έγιναν σ' ένα ξεχασμένο θαμπό όνειρό μας... Βέβαια, αισθανόμασταν και μεγάλη ντροπή, γιατί, κρυμμένοι πίσω απ' τα δέντρα, είδαμε και ζήσαμε κάτι που ανήκε μόνο στις δυο γυναίκες, που δεν είχαμε αγωνιστεί γι' αυτό και δεν το αξίζαμε, γι' αυτό ίσως κι ο Γιώργος αρνήθηκε να δει οτιδήποτε... Περισσότερο όμως από την ντροπή ήταν ο φόβος· κάπου βαθιά μέσα μας το ξέραμε καλά πως, όποιος δαίμονας και να ήταν αυτός που προκάλεσε εκείνη την έκσταση, ήταν πολύ πιο δυνατός από μας και δε θα του αντιστεκόμασταν και πολύ προκειμένου να παραδοθούμε κι εμείς σ' αυτή την ίδια έκσταση με σάρκα πρόθυμη για όλα, για δαγκώματα φιδιών και για σουρσίματα της σαύρας, για δημιουργία και για καταστροφή· και νιώθαμε πως η αίσθηση αυτή ήταν έργο των δυνάμεων του κακού... Κι ακόμα, ενώ ο καθένας μας το 'ξερε πως, όπως χαλάρωσαν τα δικά του δάχτυλα, έτσι χαλάρωσαν και τα δάχτυλα των άλλων κι ως εκ τούτου όλοι μας ήμασταν εξίσου ένοχοι, κανένας δεν τολμούσε να το παραδεχτεί. Τέλος, υπήρχε και το πιο σημαντικό: προτού ανοίξουμε την οποιαδήποτε κουβέντα γι' αυτό το θέμα, συλλογιζόμασταν με τρόμο αληθινό πως θα 'πρεπε στην κουβέντα αυτή να το ξεκαθαρίσουμε, μια και καλή, αν εκείνο το ξέφρενο σμίξιμο μεταξύ της δασκάλας μας και της λαχταριστής άγνωστης ήτανε του διαβόλου, ναι ή όχι, άρα και να αποφασίσουμε αν, αλίμονο, η κυρία Δομένικα κυβερνιόταν από δυνάμεις του πονηρού· αυτή η σκέψη εξάλλου βασάνιζε και τον Όττο, όταν εκείνο το ίδιο βράδυ, μόλις κατεβήκαμε το Θάνατο πιασμένοι χέρι χέρι, αφήνοντας επάνω στη Φωλίτσα δύο σώματα θαρρείς χωρίς ανάσα, ακίνητα σαν πεθαμένα, όταν κατεβήκαμε λοιπόν κι είχε πέσει η σιωπή σαν νάρκη, τότε άρχισε να μονολογεί ο Όττος, σαν να σκεφτόταν φωναχτά «...γίνεται τόση ζωή και να ανήκει στο διάβολο, δε γίνεται...», κι ήταν αυτή η μοναδική κουβέντα που ειπώθηκε, όχι μόνο εκείνη τη βραδιά, μα και τις επόμενες ημέρες. Για όλους αυτούς τους λόγους την άλλη μέρα δεν πήγαμε απ' τα Βαρέλια πριν από το μάθημα, μπήκαμε κατευθείαν στην τάξη, καθίσαμε στα θρανία μας και είδαμε την κυρία Δομένικα να μπαίνει φουριόζα και να λέει χαμογελώντας, όπως κάθε άλλη μέρα: «ας κάνουμε την προσευχή μας...». Κι αφού προσευχηθήκαμε νωχελικά σταυρώνοντας τα χέρια μας, σιωπηλοί όπως πάντοτε, την ακούσαμε να μας λέει κεφάτα «λοιπόν, είστε να βγούμε έξω για την πρώτη ώρα και να παίξουμε σι μαριό;». Και πράγματι, βγήκαμε έξω και κάναμε κύκλο γύρω από τη λεύκα και παίξαμε το σι μαριό σαν ναρκωμένοι —να σκεφτείς έπαιξε κι ο Γιώργος, που όλες τις προηγούμενες φορές έλεγε πως τάχα είχε μια πληγή στην παλάμη—, κι όλα ήταν σαν να μην είχαμε δει τίποτε την προηγούμενη νύχτα, σάμπως να είχε φωτιστεί έξαφνα όλο εκείνο το μυστήριο γύρω από τη δασκάλα μας που τόσον καιρό τυραννούσε την ψυχή μας και τα πάντα να είχαν ξεκαθαρίσει με τον καλύτερο τρόπο· κι ο διάβολος κι ο θάνατος κι οι κατάρες κι ο έρωτας και το υπερκόσμιο τραγούδι των χαμένων. Για ολόκληρο το μήνα που ακολούθησε ως τη δεκάτη τρίτη μέρα του Απριλίου, πάψαμε ολότελα την προσπάθειά μας να καταλάβουμε τι βάραινε τη ζωή της κυρίας Δομένικας, λες και δεν είχαμε δει αναρίθμητες πασχαλίτσες να βγαίνουν από το ματωμένο μαντίλι της μήτε μαρμάρινες Παναγίες να δακρύζουν αίμα μήτε αετούς να κρατούν στα νύχια τους κομμένα κεφάλια ανθρώπων που ούρλιαζαν, μήτε τη δασκάλα μας να σμίγει με μια πανώρια άγνωστη μες στη μαύρη νύχτα σε ένα δαιμονισμένο λόφο· όχι, για ένα μήνα δεν αναζητήσαμε κανένα απ' τα κομμάτια του τυραννικού παζλ εκείνης που μας έμαθε πως τα δάκρυα των άλλων είναι η ζωή που εμείς χάσαμε... Πέρασαν μερικές μέρες· στις είκοσι τρεις του Μαρτίου ο Πέτρος έδωσε το πέμπτο του αγιούτο στο Βάλτο κι έπειτα όλη μας η έγνοια ήταν για τον Τζακ τον Ταρνανά που κάθε μέρα, όλο και περισσότερο τζαζεμένος, παραληρούσε πως προτού χαθεί το φεγγάρι από τον ουρανό θα 'ρθει η ημέρα του πάθους και της σωτηρίας. Και, πράγματι, ήρθε μια Πέμπτη που βουτήξαμε μαζί του το ψωμί στο κατσαρόλι του κι έπειτα τον φιλήσαμε στο κρυφτό που παίξαμε στο εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο κι ύστερα ήρθαν οι άγγελοι του Κυρίου και τον έπιασαν και τον δίκασαν και τον πέταξαν στην παγίδα του Βάλτου με την κινούμενη άμμο· και βούλιαζε ο Τζακ για δώδεκα ώρες, και τι σκοινιά, τι καρφωμένα αναμεταξύ τους σκουπόξυλα του πετάξαμε, δεν έπιανε τίποτε, μόνο τραγουδούσε και πρόφερε λέξεις ακατάληπτες, ώσπου χάθηκε λίγο πριν ξημερώσει η πρωταπριλιά, ενώ μόλις το μεσημέρι η μαντμαζέλ Παλούκα έπαιρνε χίλιους όρκους πως εκείνο το ίδιο βράδυ που αυτός βούλιαζε στην άμμο, ένας άντρας με το ανάποδα στραβό καυλί του Τζακ —που ένα μονάχα υπήρχε στον κόσμο— πέρασε όλη τη νύχτα αγκαλιά μαζί της στο κρεβάτι...

 

Είχαν περάσει δεκατρείς μέρες από τότε που ο Ταρνανάς βούλιαξε στο Βάλτο, όταν μια Τετάρτη η κυρία Δομένικα ήρθε ένα μεσημέρι στην τάξη κι έβγαλε μέσα από την τσάντα της ένα μικρό μπογαλάκι· ευθύς το έλυσε και στη στιγμή η έδρα γέμισε με καρύδια που χύθηκαν με θόρυβο πάνω στο ξύλο. Εμείς απορήσαμε βλέποντας εκείνα τα καρύδια —άραγε για ποιον λόγο τα 'χε φέρει η δασκάλα μας στην τάξη, αναρωτηθήκαμε, γιατί στα σίγουρα θα είχε κάποιο λόγο—, εκείνη πάλι βλέποντας προφανώς την απορία στα βλέμματά μας, βιάστηκε αμέσως να μας τη λύσει, λέγοντας ορθά κοφτά, σε τόνο που δε σήκωνε αντίρρηση: «σήμερα θα μάθουμε να σπάζουμε τα καρύδια με καρύδια...». Και, μ' όλο που μόλις το ακούσαμε αυτό, μάλλον παραξενευτήκαμε, καθώς στ' αλήθεια δεν καταλαβαίναμε τι χρησιμεύει να σπας τα καρύδια με καρύδια, ήταν το ύφος της τόσο κατηγορηματικό, που δεν τολμήσαμε να τη ρωτήσουμε το λόγο. Εκείνο το μεσημέρι η κυρία Δομένικα μας έμαθε πως, αν βάλεις το ένα καρύδι με την κοιλιά ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη γραμμή της δεξιάς παλάμης σου και το άλλο με τη ραφή στο τρίγωνο που σχηματίζουν σαν ενώνονται —άμα ενώνονται— η δεύτερη και η τρίτη γραμμή της αριστερής, τότε αρκεί να σταυρώσεις τις παλάμες σου και να τις κλείσεις: το καρύδι σπάζει σαν να 'τανε τσόφλι από αυγό. Κι αφού η δασκάλα μας έσπασε έτσι ένα καρύδι για να μας δείξει πώς γίνεται, μας μοίρασε σιωπηλή από μια χουφτιά σε κάθε θρανίο, «μπρος, δοκιμάστε κι εσείς...» μας είπε κοφτά σαν τέλειωσε το μοίρασμα: τότε, και προτού φτάσει κανένας μας να αγγίξει τα καρύδια, ο Σώτερ τη ρώτησε με βραχνή φωνή: «...κυρία, αν σμίγεις με τον πονηρό, είσαι κακός;». Εκείνη μόλις άκουσε την ερώτηση αυτή χλώμιασε, γούρλωσε τα μάτια της κι άρχισε να μασά τα λόγια της: «τον πονηρό... ποιον πονηρό;... και πού το ξέρετε εσείς ποιος σμίγει με τον πονηρό;». Κανείς μας δε μίλησε· μέσα στην τάξη απλώθηκε σιωπή, ενώ η κυρία Δομένικα, πισωπατώντας με μικρά μικρά βήματα και με βλέμμα τρομαγμένο σαν του κυνηγημένου ζώου, ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο πλάι στο μαυροπίνακα. Κάποτε έκλεισε τα μάτια της και αργά αργά άρχισε να καταρρέει μέχρι που σωριάστηκε στο δάπεδο. Τότε άρχισε να απαγγέλλει ένα παράξενο ποίημα σαν υπνωτισμένη, με φωνή μικρού κοριτσιού, τα μάτια της παρέμεναν κλειστά· τώρα πια είμαι σίγουρος πως εκείνα τα λόγια, αλίμονο, δεν τα 'λεγε η δασκάλα μα κάποιος άλλος: «απ' το κακό κακό κι απ' το καλό καλό απ' το καλό κακό κι απ' το κακό καλό και πώς γεννιέται αυτό το ξέρω μόνο εγώ...». Άνοιξε τα μάτια της και μας κοίταξε· δεν ξέρω τι είδε στο βλέμμα μας, αλήθεια σ' το λέω, δε θυμάμαι τι ένιωθα εκείνη την ώρα —πάντως όχι φόβο, όσο κι αν σου φαίνεται αυτό παράξενο, μάλλον κάτι μπερδεμένο, ακαθόριστο—, δεν ξέρω τι είδε στο βλέμμα μας λοιπόν, μα, πριν περάσει μισό λεπτό, μας είπε αποφασιστικά, τούτη τη φορά με την κανονική φωνή της: «ε, ναι λοιπόν, πριν ακόμα σχηματιστώ σε μήτρα ανθρώπινη λογαριάστηκα να ανήκω σ' αυτόν· ποιος έστερξε να γεννηθώ δεν το ξέρω μήτε και το 'θελα να δώσω θάνατο με το πρώτο μου φιλί. Μα δεν υπάρχει πια γαλήνη για μένα· μόνο ο άνεμος τα βράδια...». Μόλις είπε αυτά τα λόγια, σηκώθηκε με δυσκολία όρθια και με βήμα αργό μα αγέρωχο πήγε ως την πόρτα, την άνοιξε και έφυγε. Κανείς δεν τόλμησε να της φωνάξει να σταματήσει μήτε να τρέξει στο κατόπι της· μονάχα σαν ακούστηκε το καμπανάκι, δέκα λεπτά αργότερα, ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος και μάζεψε απ' όλα τα θρανία τα καρύδια που μας είχε μοιράσει εκείνη, τα 'βαλε στο μαντίλι που η κυρία Δομένικα είχε παρατήσει στην έδρα (όπως άλλωστε και την τσάντα της), έπειτα έδεσε εκείνο το μαντίλι, κάνοντάς το και πάλι ένα μπογαλάκι, και το έβαλε μέσα στη σάκα του, μαζί με το αναγνωστικό και το τετράδιο της αντιγραφής.