θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος γ [σου ανακάτεψε] *  κεφάλαιο 31ο

 

 

 

 γ.

 

 

[σου ανακάτεψε]

 

 

 

 

******

 

 

 

 

31.

 

Ο Γιώργος κεντά, οι άλλοι παραμονεύουν

 

 

 

Αν θες να κλάψεις, κλάψε, μην αφήσεις όμως το χέρι μου...» άκουσα πίσω μου το Μεγάλο Πρόδρομο να λέει στο Γιώργο εκείνο το παγωμένο δειλινό της πρώτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, όταν κατεβαίναμε το Θάνατο κι ήμασταν όλοι μας πιασμένοι χέρι χέρι, όπως μας είχε παραγγείλει η δασκάλα μας, γιατί όποιος ξέμενε μονάχος σε κείνο το μονοπάτι μπορεί να χανόταν μες στο σκοτάδι, να τον άρπαζαν στην αγκαλιά τους οι δαίμονες και να μην τον άφηναν ποτέ να γυρίσει πίσω. Αυτά είχε στο νου του κι ο Μεγάλος Πρόδρομος κι έσερνε με το στανιό το Γιώργο μαζί μας, μ' όλο που εκείνος τραβιόταν ουρλιάζοντας και κλοτσούσε σαν αγριοκάτσικο, καθώς ήθελε να μείνει επάνω να χορέψει μαζί με την κυρία Δομένικα στο σφύριγμα του ανέμου· όμως η παλάμη του Μεγάλου Πρόδρομου τον έσφιγγε σαν τανάλια. Κι όταν φτάσαμε κάτω, στην αρχή του Θανάτου, ο Μεγάλος Πρόδρομος χαλάρωσε λίγο το σφίξιμό του. Ο Γιώργος τού ξέφυγε και πήγε να ξανανέβει τρέχοντας στο θεόστενο μονοπάτι, μα πρόφτασε ο Σώτερ και κάνοντας μια βουτιά τον έπιασε από τη μέση· κυλίστηκαν κι οι δυο τους καταγής. Ο Γιώργος, λες κι είχε λυσσάξει, ψιθύριζε λόγια ακατάληπτα, τίναζε τα χέρια και τα πόδια του, τα σάλια του άφριζαν· ο Σώτερ τότε, πεσμένος καθώς ήταν, τον έπιασε δυνατά από τους ώμους, «κατάλαβέ το...» του φώναξε, «δεν τρέμει το πιγούνι της για σένα...». Και τούτες οι κουβέντες του Σώτερ φαίνεται πως χτύπησαν το Γιώργο σαν μαχαιριές, καθώς έπαψε στη στιγμή τα παραμιλητά του, τα μάτια του σκοτείνιασαν κοιτώντας ανέκφραστα στο κενό, και, μ' όλο που ο Σώτερ σηκώθηκε όρθιος, εκείνος έμεινε κάτω ακίνητος, ξαπλωμένος ανάσκελα· εμείς στεκόμασταν γύρω του σιωπηλοί. Πέρασε κάμποση ώρα· κάποια στιγμή ο Γιώργος σηκώθηκε έξαφνα και προσπερνώντας μας σαν υπνοβάτης χάθηκε στην κατηφορίτσα που 'βγαζε στον Πύργο. Όπως περνούσε πλάι μου, μάλιστα, τον άκουσα να λέει άψυχα και κοφτά μέσα απ' τα δόντια του: «θα βάλω φίμωτρο στο αρνί, να μη μου φάει το λουλούδι...».

 

Την επομένη, μια ώρα πριν χτυπήσει το καμπανάκι (κανονικά ήμασταν πρωινοί, μα για εκείνη τη μέρα το μάθημά μας είχε μετατεθεί στην απογευματινή βάρδια, καθώς το πρωί θα ερχόταν γιατρός για να εξετάσει το τμήμα της πρώτης, που είχε μάθημα το απόγευμα), μαζευτήκαμε στα Βαρέλια, προκειμένου να βάλουμε σε μια σειρά τα όσα είχαμε δει κι είχαμε ακούσει την προηγουμένη. Ήμασταν, θυμάμαι, όλοι μας αρκετά εκνευρισμένοι, όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο· μάλλον ήταν η αδυναμία μας να κατανοήσουμε την παρακλητική σιωπή αυτών που χάθηκαν, τα αινιγματικά μισόλογα της κυρίας Δομένικας, τον ξέφρενο χορό της στο σφύριγμα του ανέμου: κάποια στιγμή την προηγούμενη μέρα νομίσαμε πως είχε έρθει η ώρα να μάθουμε το μυστικό της δασκάλας μας, μα εντέλει βρεθήκαμε ακόμη περισσότερο μπερδεμένοι κι ο καθένας μας πια έβαζε με το νου του το οτιδήποτε, χωρίς να μπορεί για τίποτε να έχει μια σιγουριά. Μόνο ο Γιώργος —που έμοιαζε να μην έχει συνέλθει από την παράξενη νάρκη που τον κατέλαβε στο τέλος του προηγούμενου απογεύματος— καθόταν σκυμμένος στο βαρέλι του κι είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στο άσπρο μαντίλι που είχε ανοίξει στα γόνατά του, ολωσδιόλου αδιάφορος για όλα εκείνα που μας αναστάτωναν — κάτι κεντούσε επίμονα με μακριά βελόνα και μαύρη κλωστή (όπως έμαθα αργότερα, τα είχε πάρει απ' το μαύρο πανέρι που ο πατέρας του έκρυβε κάτω απ' το κρεβάτι του). Κι αφού πέρασαν μερικά λεπτά που κανένας δε μιλούσε κι ο εκνευρισμός μεγάλωνε ολοένα, πήρε το λόγο ο Σώτερ — όλοι το παραδεχόμασταν πως ήταν αυτός που μπορούσε καλύτερα από κάθε άλλον να συνδέει τα πράγματα αναμεταξύ τους, όχι βέβαια πως περιμέναμε να ξεδιαλύνει τις παλιές και καινούριες απορίες μας, ίσως όμως κατάφερνε, όσο ήταν δυνατόν, να τις βάλει σε μια τάξη... Και βέβαια, το πρώτο για το οποίο μίλησε ήταν εκείνη η κουβέντα της κυρίας Δομένικας για το θάνατο, που με βήμα λύκου και μάτια πελαργού κάθε μέρα την πλησίαζε όλο και περισσότερο· τι να εννοούσε άραγε με τούτο η δασκάλα μας, αναρωτήθηκε ο Σώτερ... Στα σίγουρα δε μιλούσε για τον αόριστο εκείνο θάνατο που κάποτε αναπάντεχα θα κοιμίσει την κάθε ζωντανή ύπαρξη, μα για κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, για κάτι ορισμένο ξεκάθαρα που προφανώς αφορούσε εκείνη την ίδια, χωρίς περιθώριο για υπαναχώρηση, μιλούσε για κάτι που δεν ξεγίνεται πια, όπως το τσίμπημα φαρμακερού φιδιού. Κι αυτός ο αναπόφευκτος θάνατος είχε αναμφίβολα σχέση με εκείνες τις χίλιες μέρες που τραύλιζε ότι της δόθηκαν· από ποιον όμως κι από πότε άρχισαν να κυλούν; Κοντά σ' αυτά ήταν κι εκείνο το εξαψήφιο νούμερο που, το δίχως άλλο, έκρυβε την ημερομηνία του επερχόμενου θανάτου της, μα ποιος μπορούσε να βάλει τους αριθμούς στη σωστή σειρά; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο Σώτερ δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Εξάλλου ήταν κι άλλα πολλά που έμεναν αναπάντητα: τι γύρευε τις νύχτες η κυρία Δομένικα σε κείνον το μαγεμένο λόφο της Κουπέλας· ποιον βάραινε η κατάρα των λεπρών που παγώσαν αγκαλιασμένοι πριν από τόσα χρόνια — γιατί τι άλλο εκτός από κατάρα μπορούσε να είναι εκείνο το φριχτό σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα απ' τις αμυγδαλιές· κι άραγε ποιος όριζε τους δαίμονες που σαν ίσκιοι παραφύλαγαν τις νύχτες πίσω από τους κορμούς των δέντρων; Κι ακόμη: τι εννοούσε η δασκάλα μας σαν μιλούσε γι' αυτή που πρώτα της έδωσε τη ζωή κι έπειτα της έδωσε και το φαρμάκι; Γιατί μουρμούριζε για κείνες τις παλιές ακατανόητες εκλείψεις του ήλιου; Ποιος ήτανε ο βαρκάρης με το ξουραφιασμένο πρόσωπο; Τι γύρευαν από εκείνη οι αετοί που 'χαν στα νύχια τα κομμένα κεφάλια των ανθρώπων που έκλαιγαν; Ποιο μυστικό κρυβόταν στη μαύρη κρεατοελιά του προσώπου της, στο αλλόκοτο κόκκινο των χειλιών της, στα δίχως ρώγες στήθη της που γύμνωσε μπροστά στα μάτια μας; Και, το κυριότερο, για ποιον τρεμούλιαζε το πιγούνι της, για ποιον πέφταν οι βλεφαρίδες της τα πρωινά, για ποιον το χέρι της χάραζε εκείνο το

 

ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

 

επάνω στο σκληρό χώμα της Φωλίτσας; Αυτά ήταν τα ερωτήματα που μας αράδιασε ο Σώτερ κι έπειτα σώπασε. Κανείς μας δεν μπορούσε να εξηγήσει τίποτε, να βρει μιαν άκρη έστω, κι ο Γιώργος συνέχιζε αμέριμνος να κεντά το μαντίλι του. Σιγά σιγά άρχισε να απλώνεται ένα μουρμουρητό ανάμεσά μας που κατέληξε σε κουβέντα κανονική, μιλούσαμε όλοι μαζί και γινότανε σωστό μπάχαλο· ο καθένας έλεγε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι, ο Ζήσης κάθε δύο λεπτά έκανε το σταυρό του λέγοντας «αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού» κι ο Τζίμης συμπλήρωνε «αμήν», βάζοντας το χέρι ανάμεσα στα σκέλια του, μα κανένας δε γελούσε με τούτη τη σκηνή, όπως συνήθως, ούτε καν ο ίδιος ο Τζίμης, καθώς ήμασταν μπροστά σε ένα μυστήριο αξεδιάλυτο με τη λογική μας, και αυτό μας γέμιζε μ' έναν ύπουλο υπόγειο φόβο, το φόβο του ανθρώπου μπροστά σε κάτι που ξεπερνά τη λογική του... κι ακόμη ανησυχούσαμε πάρα πολύ και για κάτι άλλο: η δασκάλα μας ήταν μπλεγμένη σε κάτι σκοτεινό κι ακατανόητο και κάθε στιγμή μπορούσε να της συμβεί κάποιο φοβερό κακό, ενώ εμείς δε θα ήμασταν στο πλάι της να την υπερασπιστούμε, έχοντας φυλαγμένη μια βιολέτα απ' αυτές που φέρνει ο άνεμος κάτω απ' την μπλούζα μας... Κάποτε ο Μεγάλος Πρόδρομος χτύπησε με δύναμη τις παλάμες του και σταμάτησε η φασαρία. Τότε πήρε ξανά το λόγο ο Σώτερ: «το μόνο που μας μένει είναι να στήνουμε καρτέρι κάθε βράδυ στην ανηφορίτσα πριν απ' το μονοπάτι που είναι ίδιος ο θάνατος... Όποτε δούμε την κυρία Δομένικα να ανεβαίνει, θα την ακολουθήσουμε να μάθουμε τι στο διάβολο συμβαίνει επάνω στον καταραμένο τούτο λόφο... Είμαστε σύμφωνοι;». «Κι άμα μας πάρει στην αγκαλιά του κάποιος από τους δαίμονες του πονηρού...» αναφώνησε τρομοκρατημένος ο Ζήσης. «Άμα μας πάρει, μας πήρε...» άκουσα στη στιγμή πλάι μου τον Αγιούτο να του απαντά. «...Λοιπόν, σύμφωνοι;» ρώτησε ξανά ο Σώτερ· κανείς δε μίλησε, μόνο κουνήσαμε αμήχανα το κεφάλι προς τα κάτω· ναι, ήμασταν σύμφωνοι. Τότε κι ο Γιώργος πέρασε την τελευταία βελονιά στο κέντημά του. Κι όπως σηκωνόμασταν να πάμε για το μάθημα, κοίταξα στα κλεφτά το μαντίλι του, είχε κεντήσει επάνω του μια μαύρη καρδιά που έσταζε μαύρο αίμα, όχι όμως τρυπημένη από ένα βέλος, όπως συνηθιζόταν, μα καρφωμένη στο κέντρο της από ένα μαχαίρι.

 

Αυτό που αποφασίσαμε εκείνο το μεσημέρι το βάλαμε αμέσως σε εφαρμογή. Πήγαμε στην τάξη και κάναμε μάθημα με την κυρία Δομένικα σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτε την προηγουμένη· εκείνη μπήκε στην τάξη με το συνηθισμένο γλυκύτατο χαμόγελό της κι από την πρώτη στιγμή ήταν ιδιαίτερα κεφάτη και ομιλητική, τόσο που σ' έβαζε σε υποψίες· φυσικά δεν έκανε την παραμικρή αναφορά στο λόφο της Κουπέλας, ούτε στα όσα είχαν γίνει πριν από μια μέρα επάνω στη Φωλίτσα... Μόλις σχολάσαμε το απόγευμα, πήγαμε στο νταμάρι απέναντι απ' της Φρόσως και χωριστήκαμε σε εφτά ζευγάρια, ο καθένας μας με το διπλανό του μες στην τάξη, κι ο Μεγάλος Πρόδρομος που δεν είχε διπλανό στο τελευταίο θρανίο ζευγάρωσε με το Σίμη, που καθότανε κι αυτός μόνος στο σπασμένο θρανίο της σειράς των παραθύρων, ενώ εγώ, που απ' την αρχή της χρονιάς καθόμουνα με το Γιώργο, έκανα εντέλει ζευγάρι με τον Αγιούτο, που καθότανε τρίτος στο θρανίο του μαζί με τον Όττο και το Μανόλη, καθώς το συμφωνήσαμε όλοι μας να μην μπλέξουμε το Γιώργο σ' αυτή την ιστορία των βραδινών παρακολουθήσεων της κυρίας Δομένικας, μια που ο φίλος μας είχε δαγκώσει για τα καλά τη λαμαρίνα κι από την προηγουμένη που την είδε να χορεύει γυμνή στο σφύριγμα του ανέμου έδειχνε να 'χε χάσει τα λογικά του. Χωριστήκαμε λοιπόν σε εφτά ζευγάρια κι είπαμε να 'χει το κάθε ζευγάρι μια μέρα ορισμένη της εβδομάδας που να παραφυλά το βράδυ στην ανηφόρα πριν από το Θάνατο· κατόπιν κάναμε κλήρωση για τις εφτά ημέρες της εβδομάδας: σε μένα και στον Αγιούτο έτυχε η Παρασκευή. Κι έτσι, από το επόμενο βράδυ, αυτό της τρίτης Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά, αρχίσανε τα καραούλια· κάθε βράδυ δυο από μας παραφυλάγανε ξαπλωμένοι μπρούμυτα πίσω απ' τους θάμνους του περάσματος που 'βγαζε στην Κουπέλα. Έτυχε μάλιστα η πρώτη μέρα να 'ναι Παρασκευή· ως εκ τούτου ανεβήκαμε εγώ και ο Αγιούτος. Η συμφωνία που 'χαμε κάνει ήτανε να αρχίζουμε την παρακολούθηση κοντά στις δέκα και μισή το βράδυ· πράγμα που σήμαινε πως θα φεύγαμε σκαστοί από τα σπίτια μας κοντά στις δέκα, μισή ώρα υστερότερα από την ώρα που σβήναμε το φως πάνω απ' τα κρεβάτια μας· εκείνη την ώρα οι γονιοί μας ήταν σίγουροι πως μας είχε πάρει ο ύπνος. Στο τέλος της ανηφορίτσας, κρυμμένοι μες στο χαντάκι, θα 'χαμε όλη την ώρα τα μάτια μας καρφωμένα στην εκβολή του Θανάτου· κι αν μες στη νύχτα βλέπαμε κάποια σκιά να ξεγλιστρά για να ανέβει επάνω στην Κουπέλα, τότε ο ένας από τους δύο, ο πιο γρήγορος, θα 'ριχνε ένα τρεχαλητό έξω απ' τα σπίτια όλων των υπολοίπων και θα σφύριζε το σύνθημα· έτσι, θα μαζευόμασταν στο άψε σβήσε όλοι μας και θα ανεβαίναμε το Θάνατο πιασμένοι χέρι χέρι και θα βλέπαμε τι είναι τέλος πάντων αυτό που συμβαίνει τα βράδια επάνω στην Κουπέλα και θ' αποκαλυπτόταν, επιτέλους, η δαιμονική δύναμη που κυβερνούσε τη ζωή της δασκάλας, έτσι νομίζαμε... Κι αν πάλι η ώρα περνούσε χωρίς να φανεί ψυχή και η καμπάνα του παπα-Λεπ Ταιρ σήμαινε μεσάνυχτα, τότε θα γυρνούσαμε πίσω. Κι όλα έγιναν έτσι όπως τα είχαμε συμφωνήσει εκείνο το βράδυ της πρώτης Παρασκευής. Μα, παρ' όλο που δάκρυσαν τα μάτια μας από την τόση προσοχή, δεν είδαμε τίποτε να κινείται στην εκβολή του Θανάτου· μόνο τα ουρλιαχτά των τσακαλιών και τα σουρσίματα των ερπετών μέσα απ' τους θάμνους μάς τάραζαν πού και πού. Κι όταν ακούσαμε την καμπάνα του παπα-Λεπ Ταιρ, πήραμε αμήχανοι και αγκυλωμένοι το δρόμο του γυρισμού· δεν ανταλλάξαμε ούτε μια κουβέντα, μόνο όταν χωριστήκαμε για να πάμε στα σπίτια μας (εγώ θα πηδούσα στο μπαλκόνι μας από το πλαϊνό γιαπί), τον ρώτησα: «κι αν φύσηξε λάθος ο άνεμος;». Εκείνος με κοίταξε με μάτια λαμπερά κι έπειτα ψιθύρισε την αινιγματική λέξη που τόσο του άρεσε και σήμαινε ταυτόχρονα άρνηση και αποδοχή: «ζβουμ...».

 

Κι όπως εμείς γυρίσαμε από το καραούλι μας άπρακτοι την πρώτη βραδιά, έτσι και τα επόμενα βράδια το ζευγάρι που κάθε φορά παραφύλαγε έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής όταν χτυπούσε η καμπάνα μεσάνυχτα, χωρίς να έχει δει κανέναν να ανεβαίνει στην Κουπέλα, ούτε και είχε προσέξει κάποιο παράξενο περιστατικό που θα μπορούσε να ξεδιαλύνει τη θολούρα μας. Έτσι, πέρασε η πρώτη βδομάδα, έπειτα η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη, μπήκε ο Μάρτιος και στο Βάλτο μαζί με τον Τζακ τον Ταρνανά κάψαμε τα παλούκια. Οι μέρες κυλούσαν λοιπόν, και τα βραδινά μας καραούλια απέναντι από το μονοπάτι του Θανάτου δεν είχανε κανένα αποτέλεσμα. Η καταρχήν αποτυχία του σχεδίου μας μας απογοήτευσε κάπως, μας έκανε να μην πιστεύουμε και τόσο πολύ ότι με αυτόν τον τρόπο θα βρούμε κάποια άκρη, εξάλλου ήτανε η εποχή που ο Ταρνανάς άρχισε να μιλά με «τον πατέρα όλων μας...», όπως έλεγε ο ίδιος, κι έτσι η σκέψη μας άρχισε να μοιράζεται ανάμεσα στο μυστικό της δασκάλας μας και στο μουρλόγερο τον Τζακ που θα λύτρωνε τον κόσμο από τη θλίψη, τον πόνο και τα βάσανα. Από την άλλη πλευρά ήταν και η ίδια η κυρία Δομένικα που όλον εκείνο τον καιρό, από την μέρα που μας ανέβασε στην Κουπέλα, έδειχνε σαν να μην έτρεχε τίποτε, μύριζε με ηδονή τα χάρτινα λουλούδια που της πρόσφερε ο Σίμης κάθε Δευτέρα, έτρεχε μαζί μας στα αγιούτα κι έμπαινε στον κύκλο του σι μαριό, μας διάβαζε ιστορίες τα απογεύματα από το μεγάλο ασημόδετο βιβλίο του παπα-Λεπ Ταιρ, στον πίνακα έγραφε τις πτώσεις του κυρίου ονόματος «η θάλασσα», επιμένοντας πως δεν έχει πληθυντικό αριθμό, αυτή, που άλλες φορές μας μιλούσε για τις θάλασσες του αίματος... Και όλον αυτόν τον καιρό, μέρα με τη μέρα, όλο και πιο ράθυμα, είναι αλήθεια, συνεχίζαμε δυο δυο τα βράδια να στήνουμε καραούλι στην εκβολή του Θανάτου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, σαν ξεκινούσαμε, περνούσε απ' το μυαλό μας η σκέψη πως η δασκάλα μας μας είχε κάνει εκείνη τη μέρα ένα αστείο, μια φάρσα, και δεν υπήρχε κανένα μυστήριο να ξεδιαλύνουμε. Τότε όμως θυμόμασταν τα σημάδια του διαβόλου, που είτε είχαν φανερωθεί μπροστά στα μάτια μας, είτε η ίδια μας είχε αποκαλύψει, και η κάθε σκέψη μας περί αστείου και φάρσας σκόρπιζε.