θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 29ο

 

 

 

 

 

 29.

 

Το τέλος του Λεμονμπούζη

 

 

 

«Το ίδιο βράδυ που οι λεπροί πέθαιναν τραγουδώντας αγκαλιασμένοι, ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος ξεχώριζε ανάλογα με την αξία τους τα όσα κοσμήματα και φυλαχτά τούς πήρε· κάποτε έπιασε στο χέρι του μέσα στο σωρό το ασημένιο μενταγιόν που 'χε χαρίσει για δώρο αρραβώνα στην κοπέλα που αγαπούσε τριάντα πέντε χρόνια πριν, στο Μεσολόγγι. Το αναγνώρισε αμέσως· το 'χε πάρει από Γιαννιώτη τεχνίτη, κι απ' έξω είχε σκαλισμένα δώδεκα φίδια που δαγκώναν έναν αετό — εξάλλου είχε βάλει τον τεχνίτη να χαράξει μέσα τα αρχικά του: “Γ.Σ.”. Η τρέλα χίμηξε στο μυαλό του την ίδια στιγμή τόσο αστραπιαία, που η συνείδησή του έμεινε εντελώς απείραχτη, ανέπαφη, ατάραχη, όσο η επιφάνεια του λαδιού· εκείνη τη νύχτα έπεσε για ύπνο χωρίς να σκέφτεται τίποτε δυσάρεστο ή βίαιο ή μελαγχολικό — ηδονικά κενός, γαλήνιος σαν μικρό παιδί. Το πρωί της επομένης αγόρασε μια άμαξα με τέσσερα άλογα, έβαλε μέσα τα νταμιτζάνια και τα τσουκάλια που 'φτιαχνε το λεμόν μπουζ, τα κάθε λογής βοτάνια, τις ρίζες, τις σκόνες και τα φαρμάκια που μάζευε τόσα χρόνια, και το απόγευμα έφυγε απ' τη Θεσσαλονίκη, αφού προηγουμένως έβαλε φωτιά στο σπίτι του· έλεγαν πως την άλλη μέρα οι χωροφύλακες έμειναν άφωνοι, όταν, ψάχνοντας στα αποκαΐδια, βρήκαν μια σιδερένια κασέλα φίσκα στις χρυσές λίρες και στα κοσμήματα, τόσο βαριά, που χρειάζονταν τέσσερις σωστοί άντρες για να τη μεταφέρουν... Για δέκα χρόνια βούιξε ολόκληρη η Μακεδονία για το φριχτό άγγελο του θανάτου με τη μαύρη μάσκα, που έλεγαν πως δεν ήταν άλλος από τον Αντίχριστο· γυρνούσε με την άμαξα σε πόλεις και χωριά και κερνούσε στις πλατείες το γλυκύτατο λεμόν μπουζ, που ήταν φτιαγμένο όχι μόνο με αλγερινά βατόμουρα, αλλά και με άλλους, ακόμη χειρότερους, φαρμακερούς καρπούς. Όποιος το έπινε πέθαινε με φριχτούς, απερίγραπτους πόνους: οι πιο τυχεροί τέλειωναν σε μερικές ώρες, για άλλους τραβούσε μια ή δυο μέρες, για μερικούς και περισσότερο — κανένας όμως δεν έζησε πάνω από μια βδομάδα... Έλεγαν πως μάγευε τους πάντες μονάχα με την παρουσία του, πως, όταν έμπαινε σ' ένα χωριό, οι εγκυμονούσες απέβαλλαν αμέσως, κι όλοι —άντρες, γυναίκες και παιδιά—, μ' όλο που 'χαν ακούσει γι' αυτόν κι έτρεμαν τον ερχομό του, ξεχνούσαν τα πάντα και σαν μαγεμένοι έτρεχαν παραληρώντας στην πλατεία μ' ένα πήλινο ποτήρι στο χέρι και χτυπιόντουσαν με λύσσα αναμεταξύ τους για το ποιος θα πρωτοπιεί τη λεμονάδα του. Εκείνος, σιωπηλός, κερνούσε όσα ποτήρια λεμόν μπουζ γέμιζε ένα απ' τα μικρά νταμιτζάνια του κι έπειτα έφευγε αφήνοντας τους πιο πολλούς ανικανοποίητους να τρέχουν ουρλιάζοντας πίσω από την άμαξά του και να εκλιπαρούν να τους γεμίσει και το δικό τους ποτήρι· μόνο όταν χανόταν η άμαξά του στον ορίζοντα, συνέρχονταν και ξαναβρίσκαν το λογικό τους και τότε όσοι δεν είχαν πιει ευχαριστούσαν το Θεό που γλίτωσαν. Ποτέ δεν πήγαινε για δεύτερη φορά στο ίδιο μέρος. Ειπώθηκαν γι' αυτόν τόσα και τόσα· απ' όπου περνούσε γίνονταν εξορκισμοί κι αναθέματα, κι όπου δεν είχε ακόμη εμφανιστεί έκαναν λιτανείες για να μην πάει, ακόμα και θυσίες γίνανε για να τον καλοπιάσουν. Γι' αυτόν φτιάχτηκαν τα πιο τρομακτικά παραμύθια του καιρού εκείνου. Κάθε τόσο οι αρχές τον επικήρυτταν για όλο και μεγαλύτερο ποσό, αλλά κανένας δεν κατάφερε να τον πιάσει ή έστω να τον στριμώξει, μήτε ο στρατός κι η αστυνομία, μήτε εκείνοι που πολεμούσαν στους βάλτους, μήτε όσοι θέλαν τις λίρες της επικήρυξης —κι ήταν πάμπολλοι αυτοί—, καθώς η άμαξά του χανόταν έξαφνα από τη μια περιοχή κι εμφανιζόταν στην άλλη, μ' όλο που 'χαν πιασμένα όλα τα περάσματα... Κι αφού φαρμάκωσε αμέτρητους ανθρώπους, του τέλειωσαν κάποτε του Λεμονμπούζη τα βοτάνια κι οι ρίζες. Τότε έφτιαξε ένα τελευταίο ποτήρι από τη λεμονάδα του για τον εαυτό του, το ήπιε κι ύστερα οδήγησε σαν μανιασμένα τα άλογά του στην Κουπέλα. Ήταν Φλεβάρης —σύμπτωση άραγε;— του χίλια εννιακόσια δώδεκα. Ανέβηκε στη Φωλίτσα χωρίς να σκοντάψει ούτε σε έναν κορμό ή σε μια ρίζα και πέθανε σφίγγοντας στην παλάμη του το ασημένιο μενταγιόν με τα δώδεκα φίδια που δαγκώναν τον αετό, ενώ ο άνεμος σφύριζε μέσα απ' τα κλαδιά “έρχου”...

 

»Στα χρόνια που ακολούθησαν κάμποσοι δοκίμασαν τη δικαιοσύνη του λόφου των αγκαλιασμένων λεπρών — κανείς δεν ξέρει πόσοι παρά μόνο ο άνεμος... Στη γούβα της Φωλίτσας ερωτευμένοι γύρεψαν παράφορα αγκαλιάσματα, στερνά φιλιά, επιθανάτιους ρόγχους, προδότες και προδομένοι ξεψύχησαν μαζί, επαναστάτες έκαναν στάχτη τα μυστικά της ήττας και της μελαγχολίας τους, δολοφόνοι νοστάλγησαν τα δάχτυλα της μάνας τους, κωφάλαλοι ληστές έθαψαν στο χώμα κλειστές κασέλες, τρελοί κι αλαφροΐσκιωτοι έβαλαν το κεφάλι τους μέσα σε τενεκέδες με αναμμένα κάρβουνα και έβγαλαν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα δάχτυλα και έκοψαν τις γλώσσες τους και τα γεννητικά τους όργανα για να χαρούν τη δροσιά του μαχαιριού, και πόσοι άλλοι ακόμη που δεν άκουσε κανένας γι' αυτούς· όνειρα και ουτοπίες πληρώθηκαν με θάνατο, ματαιωμένοι έρωτες στάλαξαν την πίκρα που ξεστρατίζει το μυαλό απ' το δρόμο του, μελαγχολίες βρήκαν το μοναδικό αντίκρισμά τους σε μια ωχρή αιωνιότητα. Και πάντοτε ο άνεμος φύσαγε λυσσαλέα, κι όπως περνούσε ανάμεσα απ' τα κλαδιά των απελπισμένων δέντρων, το σφύριγμά του τρυπούσε την ψυχή. Και το στριγκό εκκωφαντικό σφύριγμα έμοιαζε μ' ένα αόρατο πληγωμένο τέρας που προσπαθούσε απεγνωσμένα να μιλήσει με την ανθρώπινη λαλιά, και μερικές φορές το κατάφερνε σχηματίζοντας κανονικές λέξεις, δικές μας: άλλοτε “φύγε”, άλλοτε “έρχου” κι άλλοτε “φίλησε”, σκοτεινά προστάγματα που κανείς ποτέ δεν τόλμησε να εξηγήσει...».