θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 28ο

 

 

 

 

 

 28.

 

Όπου, ανάμεσα στα άλλα φοβερά,

ένας λεοντόμορφος φτιάχνει μια λεμονάδα,

ενώ οι λεπροί τραγουδούν κι αγκαλιάζονται

 

 

 

«Το κακό άρχισε τη μέρα των Χριστουγέννων του χίλια εννιακόσια ένα, όταν φάνηκε ο Ολλανδός — ένας πληρωμένος φονιάς που απ' το πρωί την έστησε με την καραμπίνα του κι ένα φλασκί ούζο κάτω από τη μυγδαλιά του βράχου και σημάδευε όποιον έβλεπε να περπατά έξω απ' τα σπίτια· μόνο την πρώτη μέρα τουφέκισε δώδεκα λεπρούς, λες κι ήταν ο αρχάγγελος-εκδικητής και τιμωρός της δυστυχίας τους. Ήταν πράγματι Ολλανδός, ποιος ξέρει πώς είχε καταλήξει στην Ελλάδα, ψηλός με ξανθή γενειάδα, γαλανά μάτια κι ανέκφραστο πρόσωπο, και φυσικά είχε πληρωθεί από τους Καστρουπολίτες για να ξεπαστρέψει μια για πάντα τους λεπρούς της Κουπέλας· ποτέ τους δε χώνεψαν οι κάτοικοι της Καστρούπολης την εγκατάσταση των αρρώστων δίπλα στην πόλη τους, το θεωρούσαν κατάρα σταλμένη από το διάβολο και αιτία όλων των δυστυχιών τους, κι όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ γύριζε στο μυαλό τους η σκέψη πως έπρεπε μόνοι τους να δώσουν οριστική λύση σ' εκείνη την πληγή. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η φοβερή δολοφονία του υφασματέμπορου Δημοσθένη Αρτεμόπουλου και της πανέμορφης γυναίκας του Λουίζας, που βρέθηκαν σφαγμένοι στο σπίτι τους στις αρχές του Νοεμβρίου, έγκλημα που δε διαλευκάνθηκε ποτέ, μα όλοι το φόρτωσαν στους χανσενικούς, βασισμένοι σε λόγια του αέρα και φανταστικές ιστορίες για κάποιον με τη φριχτή όψη των λεπρών που τον είδαν τη βραδιά του φόνου να τριγυρνά γύρω απ' το κάστρο... Γι' αυτό έφεραν και τον Ολλανδό απ' τον Πειραιά μες στο καταχείμωνο (δηλαδή την εποχή που δεν υπήρχαν επισκέπτες και παραθεριστές στην Καστρούπολη) και του έταξαν μια χρυσή λίρα για κάθε είκοσι κεφάλια, χώρια αυτά που έδωσαν στον αστυνόμο για να κάνει τα στραβά μάτια — τόσο πολύ ήθελαν να γλιτώσουν από τους λεπρούς που ζούσαν πίσω από το βουνό. Εκείνος έπιασε αμέσως δουλειά: από την ανατολή ως τη δύση έπινε και σκότωνε· μόλις έπεφτε ο ήλιος, γύριζε με το μουλάρι στην Καστρούπολη και την επόμενη ξεκινούσε πολύ πριν απ' το ξημέρωμα... Την πρώτη μέρα τουφέκιζε όποιον περπατούσε, αυτούς που έβγαζαν έξω τα ζώα ή ψάρευαν με τις βάρκες και τις γυναίκες που πήγαιναν στην πηγή για νερό. Οι χανσενικοί κλείστηκαν στα καλυβόσπιτά τους σαν τρομαγμένα ζώα και προσεύχονταν στον άγνωστο θεό τους, αδύναμοι να κάνουν το οτιδήποτε: να φύγουν; ούτε λόγος, πού να πάνε να ζήσουν τόσοι άρρωστοι, ποιος θα τους δεχόταν... Να αμυνθούν; εκείνοι είχαν μόνο μαχαίρια, κι ο Ολλανδός είχε δυο καραμπίνες, πιστόλια, σφαίρες... Από τη δεύτερη μέρα άρχισε να μπαίνει στα σπίτια, καθώς δεν έβγαινε πια ψυχή στους δρόμους· διάλεγε το πού θα χτυπούσε καπνίζοντας ένα μακρύ πουράκι κάτω από τη μυγδαλιά, έπειτα, με βήμα αργό, χωρίς να βιάζεται, περπατούσε ως το σπίτι που είχε διαλέξει, έμπαινε μέσα ανενόχλητος —τα σπίτια των λεπρών δεν είχαν πόρτες— και τους σκότωνε όλους πυροβολώντας τους σχεδόν εξ επαφής, μεθοδικά, δίχως να κάνει διάκριση ανάμεσα σε γυναίκες, γέρους ή ετοιμοθάνατους. Οι λεπροί δεν πρόβαλλαν την παραμικρή αντίσταση· τον δεχόντουσαν μοιρολατρικά, με σκυμμένο το κεφάλι, μουρμουρίζοντας ακατάληπτους ψιθύρους, λες κι η ζωή τους ήταν στην απόλυτη διάθεση εκείνου, ίσως μάλιστα κάποιοι απ' αυτούς μες στην απόγνωσή τους να σκέφτηκαν πως ο φονιάς ήταν σταλμένος απ' το μεγάλο αφέντη για να τους λυτρώσει από το βάσανο που έτρωγε τις σάρκες τους τόσα χρόνια...

 

»Τη νύχτα του Αϊ-Γιαννιού του χίλια εννιακόσια δύο, κι ενώ ο Ολλανδός, που είχε ήδη σκοτώσει περισσότερα από εκατόν πενήντα άτομα, γλεντούσε πίνοντας αμέτρητες κανάτες με κερασμένο κρασί στο πανηγύρι της Καστρούπολης, οι χανσενικοί της Κουπέλας μαζεύτηκαν στη μάντρα, όπως κάθε βράδυ, για να κάψουν τα πτώματα εκείνης της ημέρας και να προσευχηθούν βουβοί, δίχως να ξέρουν σε ποιον απευθύνονται, μήτε και να ζητούν κάτι συγκεκριμένο με την προσευχή τους· ήταν παράξενα ήρεμοι, ίσως η απόγνωση που γεννιέται μες στη φρίκη να είχε γίνει ο μοναδικός τρόπος για να γαληνεύει η ψυχή τους... Τότε, μέσα στην πνιγηρή μουγκαμάρα, πήρε το λόγο μια γυναίκα από τις πιο παλιές στην Κουπέλα, το μισό πρόσωπό της ήτανε τόσο φαγωμένο απ' την αρρώστια, που φαινόταν το κόκαλο του ζυγωματικού της και το άλλο μισό απείραχτο, λες και η λέπρα έπαιζε μαζί της, δείχνοντας έτσι τη δύναμή της· εκείνη η γυναίκα μίλησε για το Γιωργάκη Σταυρόπουλο ή Λεμονμπούζη και την παράξενη ιστορία του. Αυτός ο Σταυρόπουλος ήταν κάποτε ο καλύτερος λεμονμπούζης στην πόλη του Μεσολογγίου, ίσως και σε ολόκληρη τη δυτική Στερεά Ελλάδα, περίφημος για την ομορφιά του, τα τσαλίμια του, το βροντερό ντελάλισμά του, μα κυρίως για τη γλυκύτατη λεμονάδα που 'φτιαχνε. Όταν λώβιασε στα χίλια οχτακόσια εβδομήντα ένα, όλο το Μεσολόγγι αναστατώθηκε, στην αρχή κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει, μα, καθώς τα σημάδια στο κορμί του πλήθαιναν, μια νύχτα τού φόρεσαν κουδούνια και τον έδιωξαν κακήν κακώς από τη λιμνούπολη για το λεπροχώρι της Εύβοιας, πεζό, με συνοδεία έφιππους χωροφύλακες ως τη Ναύπακτο· κανένας δε βρέθηκε να του πει αντίο στο φριχτό φευγιό του, μήτε καν η κοπέλα που αγαπούσε. Στην Κουπέλα έμεινε μονάχα για τέσσερις μήνες· δε μιλούσε καθόλου στους άλλους λεπρούς, κοιμόταν στο χώμα σκεπασμένος σε μια κουβέρτα κι έτρωγε ρίζες. Όταν έφτασε το καλοκαίρι, έφτιαξε μια παράξενη λεμονάδα με κίτρα, πικρολέμονα και διάφορα φύλλα από τα δέντρα της Οχής και την ήπιε· για είκοσι μέρες ψήθηκε στον πυρετό, μα την εικοστή πρώτη μέρα σηκώθηκε ολότελα θεραπευμένος και υγιής — μόνο το πρόσωπό του είχε σημαδευτεί για πάντα. Έφυγε δίχως να χαιρετήσει κανέναν. Για χρόνια δεν άκουσαν τίποτε γι' αυτόν, όταν κάποτε κάποιοι λεπροί που 'χαν έρθει απ' τη Λάρισα μίλησαν για κάποιον Γιωργάκη Σταυρόπουλο που 'ταν ακουστός ως φοβερός και τρομερός έμπορος ναρκωτικών στη Σαλονίκη και κυκλοφορούσε σαν το διάολο φορώντας πάντοτε μαύρη μάσκα στο πρόσωπό του. Η γυναίκα με τη μισοφαγωμένη όψη κατέληξε πως αυτή η παλιά, απίθανη ιστορία ήταν η μόνη λύση για τους λεπρούς της Κουπέλας, η μόνη τους ελπίδα για να σωθούν: έπρεπε να φύγουν εκείνη κιόλας τη νύχτα απ' το χωριό, να πάρουν το δρόμο για τη Θεσσαλονίκη, να φτάσουν —όπως φτάσουν— ξεφεύγοντας από Έλληνες και Τούρκους χωροφύλακες κι έπειτα να βρούνε το Λεμονμπούζη και να τον παρακαλέσουν, να τον εκλιπαρήσουν γονατιστοί να τους φτιάξει μια παρόμοια λεμονάδα με κείνη, να του τάξουν και να του ορκιστούν ό,τι θέλει, φτάνει να γιατρευτούν — δε θα τους άφηνε να ψοφήσουν έτσι, δεν μπορεί να μην τους συμπονούσε, στο κάτω κάτω, υπήρξε κάποτε ένας απ' αυτούς...

 

»Ξεκίνησαν πριν ξημερώσει, περισσότεροι από διακόσιοι πενήντα άνθρωποι τυλιγμένοι με κουρελιασμένες κι άθλιες κάπες, φορώντας άσπρες κουκούλες στο κεφάλι για να κρύβουν την παραμορφωμένη τους όψη. Πίσω τους έσερναν μπόγους με τα λιγοστά τους υπάρχοντα· και βέβαια οι πρώτοι κι οι τελευταίοι φορούσαν τα κουδούνια των χανσενικών. Στο δρόμο τους δε συναντήθηκαν με τον Ολλανδό, κι αυτό τους παραξένεψε... Όταν πέρασαν μέσα απ' την Καστρούπολη, ο δρόμος ερήμωσε μεμιάς, έντρομοι όλοι έτρεξαν να κλειστούν στα σπίτια και στα μαγαζιά τους, μαντάλωσαν τις πόρτες και ψιθυρίζοντας προσευχές (καθώς νόμισαν πως ήρθε η ώρα της έλευσης του μιαρού θηρίου της Αποκαλύψεως), είδαν απ' τα παράθυρά τους το φριχτό καραβάνι των απελπισμένων που περνούσε τραγουδώντας ένα παράξενο θλιβερό τραγούδι. Οι χωροφύλακες δεν τόλμησαν βέβαια να τους σταματήσουν κι ο Ολλανδός δεν ήταν εκεί για να αρχίσει να τους πυροβολεί· κοιμόταν του καλού καιρού στην κάμαρη μιας παστρικιάς, ανήμπορος να συνέλθει από το γλέντι της προηγούμενης νύχτας. Και την ώρα που οι λεπροί έφευγαν από την πόλη, έγινε κάτι το εντελώς απρόσμενο: ο ογδοντάχρονος Λεωνίδας Μπινής, συνταγματάρχης του στρατού της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, γόνος Ανδριωτών εφοπλιστών, πρώην βουλευτής και ιδιόρρυθμος γέροντας πια, που δε μιλούσε σε κανέναν κι έμενε απομονωμένος σε μια παραθεριστική έπαυλη της Καστρούπολης, βγήκε στο δρόμο φορώντας το καλό μαύρο κουστούμι του και, στητός σαν κυπαρίσσι, μπήκε ανάμεσα στους λεπρούς τραγουδώντας το αλλόκοτο τραγούδι τους κι έφυγε μαζί τους. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Ολλανδός πήγε στην Κουπέλα κι έκαψε όλα τα σπίτια των αρρώστων, τους στάβλους και τις βάρκες τους, ακόμη και τη μάντρα που έκαιγαν τους νεκρούς τους· μια εβδομάδα αργότερα ένα αγόρι απ' την Καστρούπολη έκαψε και τη μυγδαλιά του βράχου, όπως έπρεπε, ένα δεκάχρονο αγόρι, που τα απογεύματα του προηγούμενου καλοκαιριού έπαιζε κρυφτό μ' ένα λεπρό στο κάστρο.

 

»Οι χανσενικοί της Κουπέλας έφτασαν στη Θεσσαλονίκη τρεις βδομάδες αργότερα, κι ήταν λιγότεροι από διακόσιοι, κι οι μισοί από αυτούς ημιθανείς· δεν υπήρξε μέρα που να μην αφήσουν στο δρόμο τους δυο και τρία και τέσσερα πτώματα — τα έκαιγαν επιτόπου και συνέχιζαν. Τους περισσότερους από αυτούς τους έβρισκαν παγωμένους το ξημέρωμα — έκανε φοβερό κρύο εκείνο το Γενάρη και κοιμόντουσαν αγκαλιασμένοι όλοι μαζί για να ζεσταίνουν ο ένας τον άλλον. Από όσες πόλεις πέρασαν —Χαλκίδα, Θήβα, Λιβαδειά, Λαμία, Φάρσαλα, Λάρισα, Κατερίνη— η ίδια εικόνα: τρόμος, έρημοι δρόμοι και πίσω απ' τις γρίλιες προσευχές που ξόρκιζαν το σατανά· κάποιοι πονόψυχοι ανοίγαν για μια στιγμή το παράθυρο και τους πετούσαν καρβέλια ψωμί. Στη Λάρισα μια μαυροντυμένη γριά τούς ακολούθησε ανεξήγητα, παρόμοια με τον Λεωνίδα Μπινή· σε κανέναν δεν είπε το όνομά της, έλεγε μόνο πως το γιο της τον έλεγαν Αποστόλη. Όταν πέρασαν την κοιλάδα των Τεμπών και μπήκαν στο έδαφος της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Τούρκοι χωροφύλακες, φοβισμένοι, δεν τους σταμάτησαν, μάλλον προτίμησαν να ξεχάσουν το πέρασμά τους σαν κακό όνειρο. Το απόγευμα της εικοστής ενάτης Ιανουαρίου μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, και στην πόλη η φήμη κυκλοφόρησε σαν τον άνεμο· το βράδυ δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους, μα τυχαία βρήκαν έναν τρελό οπιομανή έξω απ' το σταθμό των τρένων και τους είπε προς τα πού βρισκόταν το σπίτι του Λεμονμπούζη: ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος έμενε κάπου στην ανατολική πλευρά της πόλης, πάνω από τη λεωφόρο των εξοχών. Όταν κάποτε βρήκαν το σπίτι του, οι τρεις γηραιότεροι του καραβανιού —τον είχαν προλάβει στην Κουπέλα— του χτύπησαν την πόρτα. Ο Λεμονμπούζης τους άνοιξε φορώντας τη μάσκα του· εκείνοι είχανε βγάλει τις κουκούλες τους για να τους θυμηθεί. Στην αρχή δεν τους πήρε με το καλό, έκανε πως δεν τους ήξερε και τους είπε να φύγουν πριν φωνάξει τους χωροφύλακες· όταν όμως άκουσε γιατί ήρθαν απ' την Κουπέλα και τι ζητούσαν απ' αυτόν, στάθηκε για λίγο σκεπτικός κι έπειτα τους είπε να τον περιμένουν για λίγο να δει τι μπορεί να κάνει. Μετά από δέκα λεπτά βγήκε ξανά έξω και τους είπε πως, για να φτιάξει τη λεμονάδα που θα τους γιάτρευε, έπρεπε να βρει βοτάνια που θα στοιχίζαν μια ολόκληρη περιουσία. Οι γέροντες του ζήτησαν ένα σεντόνι. Μόλις τους το 'δωσε, γύρισαν στο καραβάνι των λεπρών που τους περίμεναν στο δρόμο· στα μάτια τους τρεμόπαιζε η φλόγα μιας αμυδρής ελπίδας... Σε μισή ώρα είχαν μαζευτεί πάνω στο απλωμένο σεντόνι του Λεμονμπούζη ένα βουναλάκι απ' ό,τι πολύτιμο έκρυβαν για χρόνια στους κόρφους τους οι λεπροί: κοσμήματα, λίρες, βέρες και δαχτυλίδια, φυλαχτά, σταυρούς, κηροπήγια, ακόμη και χρήματα και εικόνες της Παναγίας, αντικείμενα που δόθηκαν για κατευόδιο μέσα σε κλάματα από γονείς, γυναίκες κι αδέρφια στον καθένα που ξεκινούσε για το ταξίδι χωρίς επιστροφή προς το λεπροχώρι της Εύβοιας. Όταν ξαναχτύπησαν την πόρτα του και του έδωσαν το σεντόνι δεμένο μπόγο, εκείνος είχε φορέσει τη μαύρη κάπα του και τη ρεπούμπλικα, “δε γίνεται να μείνετε εδώ...” τους είπε, “αύριο πρωί θα 'ρθει η αστυνομία και θα σας διώξει απ' την πόλη. Θα σας πάω εγώ σε ένα μέρος όπου δε θα σας βρει κανένας, κι αύριο το βράδυ θα σας φέρω τη λεμονάδα...”. Περπάτησαν τρεις ώρες μέσα στη μαύρη νύχτα — αυτός πήγαινε μπροστά. Κάποτε ο δρόμος τέλειωσε και μπήκαν στο δάσος, σκόνταψαν σε κορμούς και ρίζες. Βγήκαν σ' ένα μεγάλο άνοιγμα γεμάτο με ξερές πευκοβελόνες· εκεί σταμάτησαν. Ο Λεμονμπούζης τους είπε να μη φύγουν και να τον περιμένουν σε κείνο το μέρος, καθώς ήθελε μια μέρα για να φτιάξει τη λεμονάδα που θα τους γιάτρευε...

 

»Το επόμενο βράδυ ήρθε σπρώχνοντας το καρότσι με το μεγάλο ντεπόζιτο της λεμονάδας· απ' το απόγευμα έπεφτε ψιλό χιόνι, το κρύο είχε γίνει πια ανυπόφορο. Μόλις βγήκε στο ξέφωτο, άναψε με το τσακμάκι του ένα κλεφτοφάναρο· τι παράξενο, ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος δε φορούσε τη μάσκα του. Όταν οι λεπροί είδαν στο λιγοστό φως το πρόσωπό του, ένιωσαν μια αλλόκοτη ανακούφιση: δεν είχε μύτη μήτε φρύδια και ζυγωματικά μήτε πιγούνι, μόνο δυο μάτια που έλαμπαν παράξενα, κι όπως ήταν λαχανιασμένος από το δρόμο, έμοιαζε στ' αλήθεια ένας ακόμη απελπισμένος, ένας όμοιός τους... Τους φώναξε να κάνουν όλοι μια σειρά και κανένας να μην πιει δυο φορές, γιατί η λεμονάδα ίσα ίσα που θα 'φτανε για όλους· ταυτόχρονα όμως επέμεινε σαν μανιασμένος να πιουν όλοι από τη λεμονάδα του, ακόμη κι ένας άντρας που 'χε πέσει σε κώμα από το ίδιο πρωί —του την έβαλε ο ίδιος στο στόμα με το κουταλάκι—, ακόμη και ο Λεωνίδας Μπινής, που αρνιόταν επίμονα να πιει, καθώς έλεγε πως εκείνος δεν είχε λέπρα στο σώμα μα στην καρδιά και στο νου: “πρέπει να πιεις γιατί έχεις μολυνθεί, αν δεν πιεις φάρμακο, κάποτε θα βγάλεις λέπρα και θα μολύνεις κι άλλους...”. Κι έτσι, ήπιαν όλοι από τη λεμονάδα του Λεμονμπούζη και μούδιασε το στόμα τους από την αφάνταστη γλύκα της. “Ως αύριο το μεσημέρι θα σας έχει πιάσει πυρετός· το βράδυ θα 'ρθω να σας δώσω το δεύτερο ποτήρι και θα φουντώσει ακόμη πιο πολύ και μεθαύριο το τρίτο για να σας φύγει...” τους είπε εκείνος· έπειτα έσβησε το κλεφτοφάναρό του και σπρώχνοντας το καρότσι του χάθηκε μες στο σκοτάδι...

 

»Οι χανσενικοί άρχισαν να υποψιάζονται πως ο Λεμονμπούζης τους ξεγέλασε από το ξημέρωμα της επομένης, καθώς, αντί ν' ανεβάσουν πυρετό, όπως τους είχε πει, μούδιασαν τα πόδια τους ως τα γόνατα και δεν μπορούσε κανείς να περπατήσει· όσο περνούσε η μέρα, το μούδιασμα ανέβαινε. Μέχρι το μεσημέρι το σώμα τους από τη μέση και κάτω είχε νεκρωθεί. Χιόνιζε πια για τα καλά, γύρω ο τόπος είχε γίνει άσπρος. Την ώρα που χανόταν η μέρα, άρχισαν οι πρώτοι πόνοι στην κοιλιά κι η υποψία τους έγινε βεβαιότητα. Πράγματι, ο Γιωργάκης Σταυρόπουλος ή Λεμονμπούζης, που κάποτε υπήρξε ένας από αυτούς, τους είχε γελάσει· το 'ξερε καλά πως, όταν ο κάθε λεπρός έφευγε από τον τόπο του, του έδιναν στο χέρι οι δικοί του ό,τι πολύτιμο είχαν για στερνή βοήθεια... Μόλις είδε διακόσιους λωβιασμένους έξω από το σπίτι του να του ζητούν απεγνωσμένα γιατρικό για να γίνουν καλά, συνέλαβε αμέσως το σχέδιό του: θα τους έπαιρνε τα κοσμήματα, τις λίρες κι ό,τι άλλο είχαν με την υπόσχεση της σωτήριας λεμονάδας —θα του τα δίνανε, δεν είχαν άλλη ελπίδα εκτός από αυτόν— κι έπειτα θα τους πήγαινε έξω απ' την πόλη, σ' ένα ξέφωτο στο δάσος, που το ήξερε μόνο αυτός, λέγοντάς τους πως θα τους έφερνε τη λεμονάδα την επομένη. Φυσικά το επόμενο βράδυ δεν τους έδωσε να πιουν τη λεμονάδα που γιατρεύει τη λέπρα (δεν ήξερε καν να φτιάξει τέτοια λεμονάδα, η λέπρα απ' το δικό του σώμα δεν έφυγε από τη λεμονάδα που 'φτιαξε, όπως νόμισαν όλοι, αλλά από ένα τσίμπημα φιδιού στην κατηφοριά της Οχής που του 'φερε τον πυρετό), δεν τους είχε φτιάξει λοιπόν τη λεμονάδα της σωτηρίας, παρά μια άλλη, που αντί για ζάχαρη είχε κοπανισμένα ξερά βατόμουρα της Αλγερίας, το πιο γλυκό καρπό του κόσμου που έφερνε το θάνατο μέσα σε τριάντα έξι ώρες, νεκρώνοντας ολόκληρο το σώμα σιγά σιγά από τα κάτω άκρα ως το κεφάλι. Γι' αυτό κι επέμενε να πιουν όλοι από το δηλητήριό του, για να μη μείνει κανείς να μαρτυρήσει τι τους έκανε· γι' αυτό τους πήγε και σ' εκείνο το ξέφωτο μέσα στο δάσος, για να μη βρει κανένας τα πτώματα ή τα κόκαλα τους... Κι έτσι, όταν έπεσε η νύχτα για τα καλά κι οι λεπροί της Κουπέλας συνειδητοποίησαν πλήρως πως ο Λεμονμπούζης δε θα ερχόταν και πως κανένας τους δε θα ζούσε ως το ξημέρωμα, απλώθηκε η απόλυτη σιωπή. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός θρήνος, μήτε καν ένας λυγμός, μήτε καμιά κατάρα γι' αυτόν που τους πρόδωσε για έναν μπόγο με κατευόδια απελπισμένων· οι προδομένοι λεπροί ένιωθαν τις νιφάδες του χιονιού πάνω στο σαπισμένο πρόσωπό τους και μια πρωτόγνωρη χαρά γέμιζε την ψυχή τους — δεν είχαν πια την παραμικρή δυνατότητα και την παραμικρή ανάγκη· η εκδίκησή τους θα ήταν η σιωπή τους, η γαλήνη... Έξαφνα, κι ενώ το μούδιασμα ανέβαινε στο στήθος τους, αγκαλιασμένοι καθώς ήταν απ' το προηγούμενο βράδυ, σφίχτηκαν αναμεταξύ τους μ' όλη τη δύναμη που τους απόμενε· πολλοί ίσως να ήταν ήδη πεθαμένοι, μα τα χέρια τους, με όσα δάχτυλα είχε ο καθένας, έσφιγγαν μανιασμένα τους πλαϊνούς τους. Ένα βουητό ακούστηκε, κάτι σαν παράπονο ή σαν ανάσα· δεν ήταν πια οι διακόσιοι ετοιμοθάνατοι χανσενικοί, μα ένας λόφος της γης που ανάσαινε, μια ψυχή στο τελευταίο τρέμισμά της. Όλα ήταν πια παρελθόν: η φριχτή αρρώστια, ο Ολλανδός, ο Λεμονμπούζης, η προηγούμενη ζωή τους, όλα... Κι όταν έπαψε το παραπονεμένο βουητό κι η σιωπή έγινε απόλυτη, ένα υπερκόσμιο τραγούδι άρχισε ν' ακούγεται από το λόφο με τις πλεγμένες ανθρώπινες σάρκες: “κι αν θέλετε να μάθετε το όνομά μου, μάθετέ το από τα ίδια μου τα χείλη...”. Τότε φύσηξε ένας αφάνταστα δυνατός άνεμος κι αμέσως σηκώθηκε φοβερή χιονοθύελλα· γρήγορα τα κορμιά των λεπρών πάγωσαν, μα το τραγούδι τους δε σταματούσε.

 

»Έτσι, μέσα σε μια νύχτα, λίγες ώρες πριν ξημερώσει η πρώτη Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια δύο, οι παγωμένες σάρκες των λεπρών που τραγουδούσαν έγινε μια τούμπα της γης. Με το πέρασμα των ημερών, ο άνεμος έφερε χώμα και σκέπασε τα κοκαλωμένα απ' το κρύο κορμιά, κι έπειτα κι άλλο χώμα κι άλλο κι άλλο, κι η μικρή τούμπα μεγάλωσε απίστευτα, μέσα σε λίγες μέρες έγινε λοφίσκος, σε τρεις βδομάδες λόφος ολόκληρος, την άνοιξη πετάχτηκαν πράσινοι βλαστοί μέσα απ' το χώμα. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού είχαν γίνει πανύψηλοι κορμοί· όταν χειμώνιασε, έβγαλαν κλαδιά που άπλωσαν και πλέχτηκαν μεταξύ τους κι αγκαλιάστηκαν. Και το Φλεβάρη άνθισαν εκείνες οι μυγδαλιές... Τα άνθη τους κρατούσαν για έξι μήνες, ίσαμε τον Αύγουστο· με το φύσημα του ανέμου σκόρπιζαν και τα κλαδιά έμεναν γυμνά μέχρι το Φλεβάρη. Κι εκείνα τα δέντρα δεν καρπίσαν ποτέ μήτε μύγδαλα μήτε κανέναν άλλο καρπό... Και την ώρα του δειλινού, όποιος το πρόσεχε, θα έβλεπε πως ο λόφος φούσκωνε και ξεφούσκωνε, καθώς ανάσαιναν οι λεπροί που 'χανε γίνει δαίμονες και νοσταλγούσαν. Και τα βράδια ο άνεμος σφύριζε λυσσαλέα ανάμεσα απ' τα κλαδιά, σχηματίζοντας λέξεις ανθρώπινες, προστάγματα, που αν τα άκουγε κανείς έπρεπε να υπακούσει αμέσως, ειδάλλως, ο άνεμος έπαιρνε την ψυχή του και τη σκόρπιζε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και στα χρόνια που ακολούθησαν, όσοι πήγαιναν στο λόφο —για ό,τι κι αν πήγαιναν— ήξεραν πως ήταν ο λόφος των λεπρών της Κουπέλας· με κάποιον μυστηριώδη τρόπο η ιστορία του θλιβερού καραβανιού από το μακρινό λεπροχώρι της Εύβοιας, που έφτασε στη Θεσσαλονίκη μια χειμωνιάτικη βραδιά, έφτανε σ' αυτούς που έπρεπε να την ξέρουν, όπως τα μυστικά των αλχημιστών και των μάγων των περασμένων αιώνων..»