θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 27ο

 

 

 

 

 

 27.

 

CUPELA

 

 

 

«Αυτό δεν είναι μονοπάτι, αυτό είναι σκέτος θάνατος» μονολόγησε ο Μανόλης την ώρα που ανεβαίναμε εκείνο το θεόστενο μονοπάτι που οδηγούσε στην κορυφή της Κουπέλας, δίνοντάς του έτσι, χωρίς να το ξέρει βέβαια, και το όνομα με το οποίο θα μιλούσαμε γι' αυτό στα χρόνια που ακολούθησαν. Μπροστά πήγαινε εκείνη βιαστική — πριν από μια ώρα στην τάξη μας είχε πει πως δεν μπορούσε καν να σταθεί όρθια, μα να τώρα που δεν την προλαβαίναμε καν, ανηφορίζαμε πίσω της αγκομαχώντας, η κλίση του εδάφους γινόταν όλο και πιο απότομη και κάθε λίγο τα πόδια μας σκαλώναν σε ρίζες που είχαν πεταχτεί έξω από το χώμα, σαν φλέβες από γιγάντια ανθρώπινα μέλη. Μ' όλο που ήταν μέρα, και μάλιστα πριν απ' το μεσημέρι, ήταν τόσο πυκνά πλεγμένα τα ανθισμένα κλαδιά πάνω από τα κεφάλια μας, που δεν έφτανε στο μονοπάτι μήτε μια ακτίνα φωτός, σαν βαθιά νύχτα που τη φωτίζει μονάχα η ομίχλη· με βία διέκρινες την πλάτη του μπροστινού σου, κι ήταν αυτό το μοναδικό σημείο αναφοράς του κόσμου γύρω σου σε κείνη την ανάβαση — ίσως και να είναι έτσι ο θάνατος, ποιος ξέρει... Κάποτε, κάμποση ώρα αργότερα, έλαμψε και πάλι στο βάθος το παγωμένο φως της μέρας, εκεί, στην κορυφή του λόφου, ήταν ένα ξέφωτο, και στο κέντρο μια ρηχή γούβα και γύρω της οι μυγδαλιές. «Τούτο δω το μέρος είναι η Φωλίτσα...» είπε η δασκάλα μας όταν βγήκαμε όλοι απ' το μονοπάτι, κι έμοιαζε να είναι συνεπαρμένη από κάτι πολύ σπουδαίο· «όταν θα φεύγετε από δω να πιαστείτε χέρι χέρι πριν κατεβείτε το μονοπάτι... το Θάνατο που είπε κι ο Μανόλης...» και μας έκανε όλους εντύπωση το πώς είχε ακούσει την κουβέντα εκείνη (ο Μανόλης την είχε πει χαμηλόφωνα, κι εκείνη ήταν πολύ μπροστά)· «... να πιαστείτε χέρι χέρι...» συνέχισε η δασκάλα μας, «...γιατί αλλιώς μπορεί κάποιον από σας να τον πάρουν οι δαίμονες και να του φάνε τις σάρκες...»· «Ιησούς Χριστός νικά...» ψιθύρισε αμέσως ο Ζήσης και μια παράξενη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου. Πέρασαν ένα δυο λεπτά σιωπής, ώσπου ο Γιώργος τής είπε θυμωμένος: «γιατί, εσύ δε θα έρθεις μαζί μας όταν θα φύγουμε;»· η απάντησή της ήταν στ' αλήθεια ακατανόητη και η χροιά της φωνής προκαλούσε έναν υπόγειο τρόμο που πολλαπλασίαζε την προηγούμενη ανατριχίλα: «εγώ ανήκω εδώ πέρα...». «Κι εγώ ανήκω...» κόμπιασε ο Γιώργος με αδύναμη φωνή, ίσως ήθελε να πει «κι εγώ ανήκω σε σένα», μα δεν μπόρεσε να το ολοκληρώσει — το βλέμμα της κυρίας Δομένικας ήταν τόσο σκοτεινό, τόσο απόλυτο, που του 'κοψε τα γόνατα κι έπνιξε τις λέξεις στο λαιμό του. Ένας ξαφνικός αγέρας φύσηξε σφυρίζοντας ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων κι ανακάτεψε τα μαλλιά της, φύσηξε ίσα για μια στιγμή κι έπειτα έπαψε. Τότε μίλησε ο μοιραίος Νίκος, βρίζοντας, όπως έκανε πάντα όταν φοβόταν πολύ: «τι σημαίνουν όλα τούτα τα γαμημένα, κυρία;... τι στο διάολο είναι αυτός ο λόφος;». Η δασκάλα μας δε θύμωσε από τα βρισίδια του, το ήξερε πως ο Νίκος προσπαθούσε έτσι να διώξει το φόβο του, «κάθισε κάτω και θα σου πω λοιπόν τι είναι αυτός ο λόφος...» του 'πε κοφτά, «καθίστε όλοι σας...» συμπλήρωσε αμέσως μετά και πρώτη εκείνη κάθισε οκλαδόν κάτω στο χώμα της Φωλίτσας. Όταν καθίσαμε και εμείς, άρχισε να μιλά αργά μα σταθερά και δε σταμάτησε παρά μόνο σαν πέρασε πολλή ώρα· και βέβαια δε θα μπορούσα να θυμηθώ ακριβώς τα όσα μας είπε η κυρία Δομένικα για το μαύρο λόφο και την παράξενη δικαιοσύνη του εκείνο το παγερό πρωινό. Ωστόσο, χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τα κόκκινα τετράδιά της, βρήκα στο τέταρτο απ' αυτά την ίδια διήγηση, γραμμένη με τα ίδια ακριβώς λόγια· όσες φορές την ξαναδιαβάζω έχω στ' αυτιά μου την υπέροχη φωνή της, κι ο πιο μεγάλος τρόμος της ψυχής μου γίνεται ένα ανάλαφρο χάδι του ανέμου στο μάγουλο:

 

«Την ιστορία που ακολουθεί την άκουσα ένα φλεβαριάτικο απόγευμα, όταν ήμουν δεκάξι χρόνων, από το στόμα κάποιου απελπισμένου φυματικού μια βδομάδα πριν δώσει τέλος στη ζωή του μ' ένα ασημένιο πιστόλι· λίγο καιρό αργότερα τη διάβασα γραμμένη από το χέρι του σε ένα κιτρινισμένο σημειωματάριο ανάκατα με άλλες ημιτελείς διηγήσεις χωρίς νόημα και λογική. Δεν έμαθα ποτέ από ποιον την άκουσε εκείνος ή αν τη διάβασε σε κάποιο μυστικό βιβλίο, κρυμμένο καλά στον πάτο ενός ξερού πηγαδιού κάτω από σάπια φύλλα δέντρων —πάντως ή τη διάβασε κάπου ή την άκουσε ή, έστω, την επινόησε—, στα σίγουρα όμως δεν την έζησε, καθώς όλα έγιναν πολύ πριν αυτός γεννηθεί. Τότε, στα δεκάξι μου χρόνια, δεν μπορούσα να βρω ένα ξεκάθαρο κίνητρο που τον ώθησε να δει το δικό του τέλος μέσα από μια τέτοια ιστορία απελπισίας, τρέλας, ακατανόητης γαλήνης και θανάτου· τώρα, χρόνια αργότερα, νιώθω πως συχνά συμβαίνει μια ιστορία απελπισίας του παρελθόντος να ορίζει το απελπισμένο παρόν σου και να γίνεται η μηχανή που προβάλλει τη ζωή των άλλων στη δική σου ζωή...

 

»Όλα ξεκίνησαν πριν από πολλά χρόνια, στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, σε ένα χωριό της Εύβοιας που είχε δεν είχε είκοσι οικογένειες. Βρισκόταν στη νοτιοανατολική άκρη του νησιού, στην πίσω πλαγιά του βουνού Οχή, πάνω στο βράχο της ακτής, ανάμεσα στο Μερούθι και στο Κάβο Ντόρο. Τα βιβλία και οι χάρτες της εποχής το ονομάζουν Μυγδαλιά —κι είχε πράγματι μια θεόρατη αμυγδαλιά φυτρωμένη ανεξήγητα μέσα στη μαύρη πέτρα—, μα οι ντόπιοι το λέγαν Κουπέλα. Ακούστηκαν πολλές ερμηνείες σχετικά με το τι σήμαινε το όνομα αυτό, όλες όμως θολές κι αινιγματικές: κάποιοι έλεγαν πως έτσι ονομάσαν το βράχο του χωριού οι ναυτικοί που περνούσαν με τα καράβια τους, καθώς από μακριά έμοιαζε πράγματι με μεγάλη κούπα, κι άλλοι πάλι θυμόντουσαν πως αυτό, ή κάπως παρόμοιο, ήταν το όνομα μιας φριχτής αρκούδας της περιοχής που είχε τρομοκρατήσει ολόκληρη την Εύβοια για πολλά χρόνια τον καιρό της Επανάστασης· μα όταν ήρθαν οι λεπροί στο χωριό κι άρχισαν όλοι στην Καστρούπολη να μιλάνε για τα σημάδια του Αντίχριστου, μερικοί είπαν πως η λέξη “κουπέλα” στο φράγκικο ιδίωμα των καστρουπολιτών σήμαινε την ελπίδα, άλλοι πως σήμαινε την κόλαση κι άλλοι τη λέπρα και την ασχήμια — εξ ου και το ρήμα “κουπέλιασε” στη γλώσσα των βουνίσιων του τόπου εκείνου, που σήμαινε “μαράθηκε”, “μαράζωσε” ή κάτι τέτοιο. Μα ένας γέρος μέθυσος, γνωστός στην Καστρούπολη για τις παραδοξότητές του, παραληρούσε τα βράδια για κάποιον τρομερό πειρατή που τη χρονιά χίλια οχτακόσια ξεβράστηκε στην ακτή με τα μάτια βγαλμένα και κομμένα τ' αυτιά και τη μύτη και, αφού σύρθηκε ως τη μυγδαλιά του βράχου, πριν ξεψυχήσει χάραξε με το νύχι του στον κορμό της τη λέξη “CUPELA”...

 

»Η Κουπέλα έγινε λεπρότοπος κοντά στο χίλια οχτακόσια πενήντα· φάνηκαν σημάδια λέπρας πρώτα σε δυο άντρες κι έπειτα σε μια κοπέλα, κι ο γιατρός από την Καστρούπολη μίλησε αμέσως για τη φοβερή αρρώστια που έτρωγε τη σάρκα, πλήγιαζε το δέρμα, εξαφάνιζε μύτες, αυτιά, δάχτυλα κι έκανε τη μορφή του ανθρώπου μορφή κτήνους. Τότε ειπώθηκε πως την αρρώστια την είχαν φέρει οι ναύτες ενός γαλλικού εμπορικού πλοίου που έκανε τη διαδρομή Μασσαλία-Κωνσταντινούπολη και ναυάγησε μια χειμωνιάτικη νύχτα στ' ανοιχτά του Κάβο-Ντόρο· οι ναύτες κατάφεραν να βγουν στην ακτή και έμειναν για μια βδομάδα αποκλεισμένοι στην Κουπέλα λόγω της φοβερής κακοκαιρίας, οπότε μοιραία έφαγαν από το ίδιο τσουκάλι με τους κατοίκους του χωριού, κοιμήθηκαν στα κρεβάτια τους, έπλυναν το πρόσωπό τους στην ίδια σκάφη... Εκείνη την εποχή η λέπρα προκαλούσε τέτοιο τρόμο, που μέσα σε μια βδομάδα αφότου έγινε λόγος για τα σημάδια της έφυγαν όλοι απ' το χωριό από το φόβο μην κολλήσουν. Έμειναν μόνο οι τρεις άρρωστοι, οι γυναίκες των δυο αντρών και μια ξαδέρφη του κοριτσιού. Οι αρχές της Καστρούπολης μέσα στον πανικό έστειλαν αμέσως αναφορά στην πρωτεύουσα, με την ελπίδα πως θα τους μάζευαν κι αυτούς τους τρεις από εκεί και θα τους έστελναν κάπου μακριά, ίσως σε κάποιο ερημονήσι του Αιγαίου· όμως εκείνη η ενέργειά τους είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν πήρε τους τρεις αρρώστους από την Κουπέλα, αλλά αποφάσισε να στείλει εκεί κι όσους λεπρούς είχε καταχωνιασμένους εδώ κι εκεί. Για να κατευνάσει τις αντιδράσεις των οργισμένων Καστρουπολιτών, τους έστειλε και γραπτό υπόμνημα που εξηγούσε πως η Μυγδαλιά ήταν το πλέον κατάλληλο μέρος για να συγκεντρωθούν οι λωβιασμένοι, καθώς ήταν απομονωμένο, είχε ήδη ερημώσει απ' την αρρώστια, υπήρχε νερό κι έτοιμα χτισμένα σπίτια και πως, εν πάση περιπτώσει, το μέτρο θα ήταν προσωρινό, μια που θα οικοδομούνταν στα αμέσως επόμενα χρόνια μεγάλο λεπροκομείο στην Αθήνα. Μα στα αμέσως επόμενα χρόνια οι Καστρουπολίτες έβλεπαν να επιβεβαιώνονται οι φόβοι τους και κάθε τόσο να περνάνε μέσα από την πόλη τους για να πάνε στο καταραμένο χωριό τα καραβάνια των λεπρών που έρχονταν από κάθε μέρος της Ελλάδας είτε με το σκυλοκάραβο είτε από το δρόμο της Χαλκίδας — θλιβερές πομπές με παραμορφωμένους ανθρώπους που φορούσαν άσπρες κουκούλες κι είχαν κουδούνια στο λαιμό. Σε δέκα χρόνια είχανε μαζευτεί στην Κουπέλα πάνω από τετρακόσιοι λεπροί. Ζούσαν κοινοβιακά, χωρίς καμιά επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο, οι πιο γεροί ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, το ψάρεμα και το κυνήγι, είχαν κοινά βάσανα και την κοινή μοίρα των καταραμένων, κι έπρεπε να επιβιώσουν χωρίς να περιμένουν τίποτε απ' τον υπόλοιπο κόσμο. Έχτισαν σπίτια με λάσπη και ξύλα, μια που δεν τους έφταναν αυτά που υπήρχαν, έφτιαξαν στάβλους, κάρα, βάρκες για ψάρεμα, ακόμη και μια μάντρα για να καίνε τους νεκρούς τους... Κανένας άλλος δεν περνούσε την Οχή πέρα από το Πλατανιστό — εκεί πια έμεναν μόνο αυτοί. Άλλαξαν κάμποσες κυβερνήσεις από τότε, αλλά η Κουπέλα παρέμενε λεπρότοπος. Το μόνο που κατάφεραν οι Καστρουπολίτες, μετά από επίμονες διαμαρτυρίες χρόνων, ήταν να μην πιάνει άγκυρα στο λιμάνι τους το σκυλοκάραβο με τους χανσενικούς, παρά να πηγαίνει στ' ανοιχτά απ' το Μερούθι και να τους βγάζει στην ακτή της Κουπέλας με βάρκες. Αυτό γινότανε μια ή δυο φορές το χρόνο, στο μέσο του καλοκαιριού ή στις αρχές του φθινοπώρου...»