θανάσης τριαρίδης * Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα 

 

μέρος β [ο άνεμος] *  κεφάλαιο 26ο

 

 

 

 

 

 26.

 

Σύμπτωση: οι μαθητές βλέπουν τις αμυγδαλιές

την ώρα που ανθίζουν

 

 

 

Κι αν την πρωτομηνιά του Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά δε ρωτήσαμε τη δασκάλα μας τίποτε για το μυστηριώδες εξαψήφιο νούμερο, δε συνέβη βέβαια το ίδιο και με την κουβέντα της για την Κουπέλα, δε γινόταν να το αφήσουμε να περάσει έτσι κι αυτή τη φορά και να μη ρωτήσουμε για το μυστηριώδη λόφο που βρισκόταν κάπου στο δάσος πάνω απ' τον Πύργο. Το παράξενο όνομά του το ακούσαμε για πρώτη φορά ακριβώς πριν από ένα χρόνο, την πρώτη Φεβρουαρίου του εβδομήντα έξι, τότε που η κυρία Δομένικα μας πρωτοτραγούδησε εκείνο το τόσο θλιβερό τραγούδι για τον Κουτσοφλέβαρο και τις αμυγδαλιές που άνθισαν πάνω στην Κουπέλα, κι από τότε πιστέψαμε πως η ακατανόητη τρισύλλαβη αυτή λέξη έκρυβε όλα τα μυστικά της δασκάλας μας κι όχι μόνον αυτά: ήταν η λέξη που ακόμα και η απλή αναφορά της αρκούσε για να μας βάλουν οι μανάδες μας πιπέρι στο στόμα και που όποιον κι αν ρώτησε ο καθένας μας —εγώ ρώτησα το Μαυρομανόλη— άκουσε μια ιστορία τόσο αλλόκοτη, ώστε εντέλει η Κουπέλα να φαντάζει στο μυαλό μας σαν μια μυθική πόρτα που αν δεν την περνούσαμε δε θα μαθαίναμε ποτέ τις πραγματικές διαστάσεις του κόσμου... Έτσι, μόλις η κυρία Δομένικα πήρε μια δυο ανάσες μετά τα αινιγματικά λόγια της και πριν περάσει καν μισό λεπτό, ο Σώτερ τη ρώτησε με ξερή φωνή και μάτια σκοτεινά, θολωμένα: «κυρία, τι είναι, επιτέλους, αυτή η Κουπέλα;». Εκείνη το σκέφτηκε για λίγο, έπειτα σήκωσε τους ώμους και του απάντησε κοφτά: «είναι ένας λόφος που τον ανεβαίνεις μόνο άμα το θέλεις...». Η φωνή του Γιώργου ακούστηκε σαν ρόγχος μαχαιρωμένου «θα μ' ανεβάσεις, λοιπόν;». «Άκουσε, Γιώργο» του είπε η δασκάλα μας χαμογελώντας μελαγχολικά, «...στην Κουπέλα ανεβαίνουν οι αποφασισμένοι...». «Κι εγώ μήπως δεν είμαι αποφασισμένος;» αναφώνησε θυμωμένα ο Γιώργος· μια ηλεκτρισμένη σιωπή απλώθηκε τότε, ώσπου πήρα το λόγο εγώ, ένιωθα έναν αδικαιολόγητα οξύ πόνο στο στήθος, σάμπως κάποιο αόρατο χέρι να μου 'μπηγε εκεί βελόνες ψιλές όσο μια τρίχα: «κυρία, όλοι το 'χουμε αποφασίσει, κι ο Γιώργος πιο πολύ απ' όλους... ανέβασέ μας σ' αυτόν το λόφο...». Το χαμόγελό της έγινε διφορούμενο, ήταν στ' αλήθεια εκπληκτικό πώς άλλαζε η έκφρασή της από τη μια στιγμή στην άλλη, «έξω έχει παγωνιά και τα χείλη σας είναι σκασμένα από το κρύο...» είπε, «κυρία, το 'χουμε αποφασίσει...» τη διέκοψε με τη βαριά φωνή του ο Μεγάλος Πρόδρομος, μα εκείνη συνέχισε σαν να μην τον άκουσε, «... και στην Κουπέλα έχει στενά μονοπάτια και θάμνους αγκαθερούς...», «κυρία, το 'χουμε αποφασίσει...» επανέλαβε ο Σώτερ, μα η δασκάλα μας συνέχιζε να λέει, «...εκεί γυρνούν κι άνθρωποι με πρόσωπα σαπισμένα και δάχτυλα που η σάρκα έχει λιώσει κι είναι μονάχα κόκαλα που θέλουν χάδια και φιλιά...», «κυρίααα...» ούρλιαξε ο Γιώργος με δάκρυα στα μάτια μην αντέχοντας πια... Εκείνη σταμάτησε επιτέλους, πήρε και πάλι βαθιά ανάσα και, κοιτώντας επίμονα τον ερωτευμένο φίλο μας στα μάτια, είπε: «...αφού το 'χετε αποφασίσει, πάμε». Τότε σκέφτηκα ότι η κυρία Δομένικα είχε στ' αλήθεια μεταμορφωθεί, είχε γίνει πάρα πολύ όμορφη, ενώ μόλις λίγη ώρα νωρίτερα η όψη της μας προκαλούσε τον τρόμο· κι ένιωσα για μια στιγμή κάτι από αυτό που έκαιγε τα σωθικά του Γιώργου, ίσως γιατί το βλέμμα της δασκάλας μας καθώς τον κοιτούσε μου φάνηκε ίδιο με το βλέμμα της μάγισσας που είχε κλέψει τη δική μου καρδιά, ήταν το βλέμμα που αν το ακολουθούσες έφτανες ως το τέλος...

 

Δε θυμάμαι σχεδόν τίποτε από τη διαδρομή που κάναμε εκείνη την πρώτη φορά μέχρι να φτάσουμε στην Κουπέλα, θυμάμαι μόνο ότι περπατούσαμε για μισή ώρα ώσπου κάποτε βρεθήκαμε σε έναν αλλόκοτο λόφο. Εκεί που πηγαίναμε μες στο δάσος, κι ενώ μπροστά μας δε βλέπαμε τίποτε παρά μόνο τους κορμούς των πεύκων, έξαφνα βγήκαμε σ' ένα ξέφωτο και τον είδαμε στα πενήντα μέτρα, απροσδόκητο και μυστηριώδη, θαρρείς η γη να είχε πετάξει ένα βυζί χωρίς λόγο κι αιτία... Οι πρόποδες εκείνου του λόφου ίσαμε για τριάντα σαράντα μέτρα ήταν σκεπασμένοι από πυκνούς, ψηλούς μαύρους θάμνους, ακόμη κι ο πιο ψηλός άντρας θα χανόταν ανάμεσά τους· μετά η κλίση γινόταν απότομη, άρχιζαν τα δέντρα, ήτανε μυγδαλιές, ψηλές ίσαμε δέκα μέτρα η καθεμιά, ίσως και περισσότερο, και τόσο πυκνές, που τα κλαδιά της καθεμιάς νόμιζες ότι ενώνονταν με όλες τις υπόλοιπες — να σκεφτείς πως οι κορμοί τους ήταν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο, που, αν αγκαλιαζόμασταν δυο από μας, δε χωρούσαμε να περάσουμε ανάμεσά τους. Κι όπως τον είδαμε για πρώτη φορά, νιώσαμε ένα γλυκό ηδονικό μούδιασμα χαμηλά στην κοιλιά· ένας λόφος με μυγδαλιές μέσα στο δάσος των πεύκων ίσως να ήτανε ο τόπος όπου ο καθένας μας θα έβρισκε τα πιο γοητευτικά όνειρα να παραμονεύουν κάτω από τα πλεγμένα κλαδιά και πίσω από τους τόσο πυκνούς κορμούς... Κι αφού πέρασαν πέντε λεπτά που τον κοιτούσαμε σαστισμένοι, η κυρία Δομένικα είπε με δυνατή συγκινημένη φωνή: «αυτός είναι ο μαύρος λόφος της Κουπέλας...». Ο Σώτερ τότε τη ρώτησε «γιατί τον λες μαύρο λόφο, κυρία;», μα πριν εκείνη προφτάσει να απαντήσει ακούστηκε ο Όττος, «κοιτάξτε... ανθίζουν οι μυγδαλιές...» φώναξε έκπληκτος· χρειάστηκε να ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας για να το συνειδητοποιήσουμε πως πράγματι μπροστά μας άνθιζε εκείνη τη στιγμή ολόκληρος ο λόφος. Τα γυμνά κλαδιά γίνονταν άσπρα σαν να σκεπάζονταν από χιόνι, ούτε λίγο ούτε πολύ, φανερωνόταν ξαφνικά μπροστά στα μάτια μας η τρομερή ψυχή της φύσης για την οποία μας είχε πει τόσα ο Τζακ — ήταν στ' αλήθεια ένα απίστευτο θέαμα για μας και βέβαια μείναμε για αρκετά λεπτά να κοιτάμε θαμπωμένοι με ανοιχτό το στόμα, ακίνητοι και βουβοί... «Δεν έχετε ξαναδεί μυγδαλιές να ανθίζουν την πρώτη του Φλεβάρη;» είπε κάποτε η δασκάλα μας σπάζοντας τη σιωπή, «κυρία, είναι τόσο όμορφος...» ψιθύρισε με θαυμασμό ο μοιραίος Νίκος· η απάντηση της κυρίας Δομένικας ήταν σαν ένας πικρός αναστεναγμός: «είναι όμορφος γιατί είναι ένας μαύρος λόφος, γεννημένος από θάνατο, φρίκη και προδοσία... Πιστέψτε αυτό που σας λέω, καθετί που βλέπετε λευκό απάνω του είναι τόσο μαύρο, που τα μάτια δεν το αντέχουν και το βλέπουν για λευκό»· αυτά είπε κι έπειτα συμπλήρωσε βιαστικά: «εγώ ανεβαίνω, όποιος θέλει ας έρθει...».